← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SOUHHEL KATEE, Αρ. Υπόθεσης: 11710/07, 29.9.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SOUHHEL KATEE, Αρ. Υπόθεσης: 11710/07, 29.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11710/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. SOUHHEL KATEE Ημερομηνία: 29.9.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για Κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως εκ των άνω κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ο κ. Αλεξάνδρού εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να διακοπεί στο παρόν στάδιο και ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί καθότι παραβιάστηκε το άρθρο 15
(2)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
  1. Σύμφωνα πάντα με την εν λόγω εισήγηση η παραβίαση αυτή συνίσταται στο ότι η παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του κατηγορούμενου, η οποία έγινε στις 30.5.07 και όχι στις 26.11.
  2. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες και ότι ως εκ τούτου αυτός πρέπει να κληθεί σε απολογία. Περαιτέρω ήταν η θέση της κας Παπαλαζάρου ότι παρά το ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 15
(2)του Νόμου 119(Ι)/2000 εντούτοις η υπόθεση δεν πρέπει να διακοπεί γιατί η παραβίαση αυτή δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενoς αντιμετωπίζει 11 κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη κα Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
  4. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι: · Στις 21.12.05, τον Ιανουάριο του 2006 και στις 13.5.07 επιτέθηκε στη σύζυγο του και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορίες 1, 3 και 9), · Κατά τον Απρίλιο του 2006 απείλησε τη σύζυγο του ότι θα την σκοτώσει, θα της σπάσει τα χέρια και θα τη ρίξει από το μπαλκόνι αν συνέχιζε να του ζητά να τις ανοίξει την πόρτα για να βγει από το υπνοδωμάτιο και ότι στις 13.5.02 την απείλησε ότι θα την σκοτώσει αν κατέβαινε από το αυτοκίνητο (κατηγορίες 5 και 10), · Στις 12.5.07 επιτέθηκε στη σύζυγο του (κατηγορία 7), · Σε κάθε μια από τις ημερομηνίες που αντιστοιχεί με τις προαναφερθείσες κατηγορίες συμπεριφέρθηκε στη σύζυγο του κατά τρόπο ώστε της προκάλεσε ψυχική βλάβη (κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 11). Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά και μόνο, χωρίς δηλ. να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Από το σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε το οποίο να οδηγεί, έστω και για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, σε συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης ψυχικής βλάβης στην παραπονούμενη όσον αφορά τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και
  5. Λαμβάνοντας υπόψην και πάλι το σύνολο της μέχρι τώρα δοθείσας μαρτυρίας και πάντοτε εξετάζοντας αυτή αντικειμενικά κρίνω αντίθετα ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και
  6. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η δίκη πρέπει να διακοπεί γιατί παραβιάσθηκε το άρθρο 15
(2)του Νόμου 119(Ι)/2000. Το άρθρο 15 του Νόμου 119(Ι)/2000 το οποίο φέρει ως πλαγιότιτλο «Ταχεία εκδίκαση» προβλέπει τα ακόλουθα: «15.
(1)Το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση της αστυνομίας, να εκδώσει διάταγμα για τη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου το οποίο καταγγέλλεται για οποιαδήποτε πράξη βίας με βάση το Νόμο αυτό.
(2)Πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται δυνάμει του εδαφίου
(1)προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη του, για να κατηγορηθεί για το αδίκημα βίας ή για να εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησης του δυνάμει του άρθρου 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
(3)Οι ανακρίσεις διεξάγονται και η υπόθεση εκδικάζεται χωρίς καθυστέρηση. .........................................................................................» Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου και είναι αναμφισβήτητη, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 30.5.07 δυνάμει εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 8). Τόσο από το λεκτικό του εντάλματος σύλληψης όσο και του όρκου βάση του οποίου αυτό ζητήθηκε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό εκδόθηκε για αδικήματα που αφορούν παράβαση του Νόμου 119(Ι)/2000 εφόσον διαπράχθηκαν κατ' ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο εναντίον της συζύγου του. Ανεξάρτητα λοιπόν του ότι στο εν λόγω ένταλμα αναγράφεται ως τίτλος «ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΡ. 4, ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΥΠΟΠΤΟΥ [Κεφ. 155, Άρθρα 18 και 44], εφόσον το ένταλμα αναφέρεται σε αδικήματα βίας στην οικογένεια το όλο θέμα διέπεται από τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου 119(Ι)/2000 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ 653). Μετά τη σύλληψη του δυνάμει του υπό αναφορά εντάλματος σύλληψης ο κατηγορούμενος δεν προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 24 ωρών για να κατηγορηθεί ή για να ζητηθεί η προσωποκράτηση του αλλά αφέθηκε ελεύθερος πριν την πάροδο του 24ώρου. Η δε παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26.11.07 δηλ. περίπου 6 μήνες αργότερα. Το ερώτημα που πρέπει αρχικά να απαντηθεί στην παρούσα είναι κατά πόσο η διάταξη του άρθρου 15
(2)θέτει χρονική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση όταν συντρέχουν τα όσα αναφέρονται εκεί. Εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσο η μη τήρηση τέτοιας προθεσμίας εμποδίζει την καταχώρηση υπόθεσης ή σε περίπτωση που αυτή καταχωρείται οδηγεί σε διακοπή της δίκης και απαλλαγή του κατηγορούμενου, ως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus σελ. 69 αναφέρεται ότι γενικά η διάπραξη ενός αδικήματος δεν παραγράφεται από την παρέλευση χρόνου και δεν υπάρχει τίποτα στο Ποινικό Δίκαιο, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, ανάλογο με τους περί παραγραφής νόμους που υπάρχουν στο Αστικό Δίκαιο. Αυτό στηρίζεται στην αρχή ότι το έγκλημα και ιδίως το σοβαρό έγκλημα τείνει να υπονομεύει τα θεμέλια της κοινωνίας και οποιαδήποτε ανοχή είναι εντελώς απαράδεκτη. Η ύπαρξη μιας γενικής περιόδου παραγραφής αδικημάτων θα αποτελούσε παράγοντα που θα συντελούσε στην απόκρυψη των εγκλημάτων και θα αποθάρρυνε ομολογίες ενοχής. Εξαίρεση στην πιο πάνω αρχή βρίσκεται στο άρθρο 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου το οποίο φέρει ως πλαγιότιτλο «Παραγραφή κατηγοριών σε συνοπτικές δίκες σε ορισμένες περιπτώσεις» και προβλέπει ότι δεν δύναται να προσαχθεί κατηγορία για ποινικά αδικήματα που επισύρουν ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή πρόστιμο Λ.Κ.125 ή και τις δύο ποινές, εκτός αν η κατηγορία προσαχθεί εντός 6 μηνών από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι προφανώς αυτή η διάταξη έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, περιλαμβάνοντας μόνο αδικήματα ελαφράς φύσης τα οποία επισύρουν μη σημαντική τιμωρία . Έτσι σε όλες τις υποθέσεις όπου δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός καταχώρησης στο Δικαστήριο η δίωξη μπορεί να αρχίσει οποτεδήποτε μετά την διάπραξη του αδικήματος. Είναι δε ασφαλώς παγίως νομολογημένο ότι η καθυστέρηση στη δίωξη αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψην μεταξύ άλλων για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει παραβιασθεί το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να δικαστεί εντός ευλόγου χρόνου καθώς και παράγοντα που λαμβάνεται σοβαρά υπόψην σε κάθε περίπτωση στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής (βλ. Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 που αφορά μάλιστα αδίκημα βίας στην οικογένεια). Στο σύγγραμμα Archbold 2002 παρ. 1-197 αναφέρεται ότι ως θέμα γενικής αρχής για να αποφασιστεί η συνέπεια της μη συμμόρφωσης με μια διαδικαστική προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ποια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη ως προς τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης στα πλαίσια των περιστάσεων κάθε υπόθεσης (γίνεται παραπομπή στην R. v. Immigration Appeal Tribunal, ex p. Jeyeanthan; Ravichahdran v. Secretary of State for the Home Department [2000] 1 W.L.R. 354). Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση του θέματος που εγείρεται στην παρούσα: Ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος 119(Ι)/2000 ως φαίνεται και από τον τίτλο του αποσκοπεί στην πρόληψη αδικημάτων βίας στην οικογένεια και στην προστασία των θυμάτων τέτοιας βίας. Αδικήματα βίας μέσα στην οικογένεια, δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων ή οιωνδήποτε άλλων θυμάτων, μειώνουν την αυτοεκτίμηση τους και αποτελούν τα ίδια, πιθανή εστία συνεχούς έντασης και διάπραξης και άλλων εγκλημάτων μέσα στην οικογένεια. Οι λόγοι θέσπισης τέτοιας ειδικής νομοθεσίας και οι σκοποί αυτής φαίνονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 272: «Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47
(1)/94 - στο εξής "ο νόμος"). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. ................................................................................................................................ Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.» Το άρθρο 15 του Νόμου αυτού ως φαίνεται από το λεκτικό του αλλά και τον πλαγιότιτλο του αποσκοπεί στην ταχεία διερεύνηση, προσαγωγή των δραστών στο Δικαστήριο και εκδίκαση υποθέσεων βίας στην οικογένεια και όχι απλώς στην ταχεία καταχώρηση τους. Αυτό προφανώς λόγω της φύσης τέτοιων αδικημάτων που διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας εναντίον άλλου ή άλλων, των συνεπειών που επιφέρουν στα θύματα και κατ' επέκταση για την προστασία των θυμάτων. Από δε τη διατύπωση του άρθρου 15
(2), που αφορά στην ουσία τον χειρισμό που πρέπει να τύχει ένας κατηγορούμενος στα πλαίσια προφανώς της ταχείας διερεύνησης και εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, δεν συνάγεται ότι η μη προσαγωγή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 24 ωρών για να κατηγορηθεί συνιστά κώλυμα στην έγερση ποινικής δίωξης εναντίον του αργότερα. Αντίθετη ερμηνεία θα ακύρωνε άλλωστε το σκοπό του υπό αναφορά νόμου εφόσον η μη καταχώρηση υπόθεσης εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του δράστη όχι μόνο δεν θα οδηγούσε απλά σε ταχεία εκδίκαση της αλλά σε απαλλαγή του δράστη τέτοιων σοβαρών αδικημάτων από την ποινική του ευθύνη και άρα στο να μην εκδικάζονται τέτοιες υποθέσεις καθόλου. Είναι όμως προφανές από τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω ότι ο σκοπός του νομοθέτη δεν μπορεί να είναι αυτός. Άλλωστε στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης επιθυμούσε κάτι τέτοιο, όπως στην περίπτωση του άρθρου 88 του Κεφ. 155 (εδώ να επαναληφθεί ότι αφορά αδικήματα ελαφράς φύσης και σοβαρότητας) το ανέφερε ρητά όχι μόνο στο λεκτικό της διάταξης, η οποία αναφέρει ότι μετά την πάροδο έξι μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν δύναται να προσαχθεί κατηγορία (η υπογράμμιση δική μου) αλλά και στον ίδιο τον πλαγιότιτλο όπου αναφέρεται σε παραγραφή. Το λεκτικό λοιπόν του άρθρου 88 σε συνδυασμό με τον πλαγιότιτλο του δείχνουν, σε αντίθεση με αυτά του άρθρου 15
(2)του Νόμου 119(Ι)/2000, ότι για τα αδικήματα που εκείνο αφορά υπάρχει χρονικός περιορισμός στην καταχώρηση υπόθεσης στο Δικαστήριο καθώς και ότι η πρόθεση του νομοθέτη ως προς τις συνέπειες της παράβασης της εν λόγω διάταξης είναι η παραγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και κατ' επέκταση η διακοπή κάθε δίκης που διεξάγεται σχετικά. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι το άρθρο 15
(2)του Νόμου 119(Ι)/2000 δεν αποτελεί διάταξη που προβλέπει χρονικό περιορισμό στην καταχώρηση μιας υπόθεσης βίας στην οικογένεια και συνεπώς η παράβαση της δεν συνιστά κώλυμα για τέτοια καταχώρηση μετά την παρέλευση 24 ωρών από τη σύλληψη του εκάστοτε κατηγορούμενου. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει χρονικό περιορισμό δεν φαίνεται ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω ότι ο νομοθέτης αποσκοπούσε η παραβίαση της να έχει ως συνέπεια την διακοπή της δίκης και την απαλλαγή του κατηγορούμενου. Ως εκ των άνω η υπό εξέταση εισήγηση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 10 στις οποίες και καλείται σε απολογία ενώ όσον αφορά τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8 και 11 αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Εκ πρώτης όψεως υπόθεση - Βία στην οικογένεια - Άρθρο 15 Νόμου 119(Ι)/2000) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.