← Κύπρος

Έπαρχος Πάφου ν. Αρέστης Παναγιώτου Αλεξάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 15155/08, 12/10/2010

Έπαρχος Πάφου ν. Αρέστης Παναγιώτου Αλεξάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 15155/08, 12/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ ΠΡΟΣ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15155/08 Έπαρχος Πάφου Κατηγορούσα αρχή Εναντίον Αρέστης Παναγιώτου Αλεξάνδρου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/10/2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Στεφάνου Για τον Κατηγορούμενο : κος. Ιωάννου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει αυτόν σε απολογία. -2- Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να -3- διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της παρακοής διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κατά παράβαση του άρθρου 20 εδ. 5 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και Ν.166/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος από την 10/10/2005 μέχρι και σήμερα στο χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, δεν υπάκουσε στο Διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 9/8/2005 στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 1817/03, το οποίο τον διέτασσε να κατεδαφίσει την παρανόμως εγερθείσα μάντρα στο τεμάχιο 26, Φ/ΣΧ.46/35 του χωριού Πενταλιά. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και
  1. Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η κατηγορούσα αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει:
  2. Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και
  3. Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με το αδίκημα της παρακοής διατάγματος δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί η παρακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης αλλά πρέπει να αποδειχθεί και ότι αυτή ήταν ηθελημένη (βλ. Δήμος Έγκωμης ν. Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70). Στη Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: -4- «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο στηρίζεται επίσης η πρώτη κατηγορία, προβλέπει τα ακόλουθα: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο γι΄ αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Το δε πρωτότυπο αυθεντικό κείμενο του ίδιου άρθρου έχει ως ακολούθως: «Everyone who disobeys any order, warrant or command duly made, issued or given by any Court, officer or person acting in any public capacity and duly authorized in that behalf is guilty of a misdemeanour and is liable, unless any other penalty or mode of proceeding is expressly prescribed in respect of such disobedience, to imprisonment for two years.» Από το περιεχόμενο του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η νομική βάση που θα εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτή του άρθρου 20. εδ. 5 του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, διότι η διάταξη αυτή ρητά καθορίζει άλλη ποινή, δηλαδή ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή χρηματική ποινή 1708 ευρώ ή και τις δύο ποινές, ενώ το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Σε αυτό το στάδιο θα εξετάσω την εισήγηση του κ. Ιωάννου σύμφωνα με την οποία το Διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2005 το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 είναι ασαφές και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της παρακοής διατάγματος. Το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 9/8/2005 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 1817/2003 προνοεί τα ακόλουθα: << Σε κάθε κατηγορούμενο επιβάλλεται στην πρώτη κατηγορία από 90 Λ.Κ. πρόστιμο. Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα κατεδάφισης των κτηνοτροφικών υποστατικών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας εντός 2 -5- μηνών από σήμερα, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Οι κατηγορούμενοι τέλος, θα καταβάλουν και τα έξοδα της διαδικασίας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή κατά το ¼ ανάλογα, δηλαδή της μίας κατηγορίας από της τέσσερις στην οποία κρίθηκαν ένοχοι, πλέον Φ.Π.Α.>> Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης με αριθμό 1817/2003 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 και δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο κατηγορούμενος 1 στην υπόθεση με αριθμό 1817/2003 και φέρει το όνομα Αρέστης Παναγιώτου. Στο εν λόγω κατηγορητήριο στην πρώτη κατηγορία γίνεται μεν αναφορά στο τεμάχιο 26, Φ/ΣΧ.46/35 του χωριού Πενταλιά, πλην όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ανυπακοής του διατάγματος για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω. Δεν έχω παρά να συμφωνήσω με την εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορουμένου. Όπως φαίνεται από το λεκτικό του διατάγματος το οποίο έχει παρατεθεί ανωτέρω, δεν προκύπτει με σαφήνεια εναντίον ποιού από τους 2 κατηγορούμενους στην υπόθεση με αριθμό 1817/2003 στρέφεται το διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2005, διότι στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε ακόμα ένας κατηγορούμενος ονόματι Ανδρέας Παναγιώτου. Περαιτέρω κρίνω ότι και το περιεχόμενο του εν λόγω διατάγματος δεν είναι σαφές, διότι ναι μεν παραπέμπει στην πρώτη κατηγορία, δηλαδή το τεκμήριο 1, πλην όμως θεωρώ ότι έπρεπε να καταγράφεται επακριβώς στο διάταγμα ποιός, τι, πότε και πώς έπρεπε να υπακούσει σε αυτό, πράγμα που βεβαιώς δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, έτσι ώστε να είναι δυνατό και στα πλαίσια μάλιστα ποινικής διαδικασίας, να κληθεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την υπεράσπιση του.. Βλ. Ποινικές Εφέσεις Αρ. 123/2006 και 133/2006 ημερ. 21.3.07 μεταξύ Φρύνη Σπύρου Λτδ ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριάνος Λτδ κ.α. και Σπύρος Γιάλλουρου ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριάνος Λτδ. Ως έχει αναφερθεί και στις πιο πάνω Ποινικές Εφέσεις το διάταγμα αντικείμενο της κατηγορίας εξετάζεται από τούτο το περιεχόμενο του και όπως είναι διατυπωμένο στην παρούσα υπόθεση το Τεκμήριο 2, δεν είναι ικανοποιητικό ακόμα και για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου. -6- Αν και το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου ουσιαστικά τελειώνει εδώ με την αποδοχή της εισήγησης της υπεράσπισης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο, μέσα από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, έχει τεθεί ενώπιον μου ικανή μαρτυρία έτσι ώστε να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αξιοπιστίας, σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου περί ασάφειας του διατάγματος ανατραπεί κατ΄ έφεση. Σύμφωνα με την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία που συνίστατο στα ενώπιον μου τεκμήρια και την ένορκη μαρτυρία της Μ.Κ 1 Χριστιάνας Χριστοδούλου και του Μ.Κ. 2 Δημήτρη Νικολαίδη, έχει τεθεί μαρτυρία για την ύπαρξη του Διατάγματος, δηλαδή με το τεκμήριο 2, τέθηκε μαρτυρία από τον Μ.Κ. 2 Δημήτρη Νικολαίδη για την ανυπακοή του Διατάγματος από τον κατηγορούμενο, τέθηκε μαρτυρία για την γνώση του κατηγορουμένου για το εν λόγω διάταγμα, αφού σύμφωνα με το τεκμήριο 2, ο κατηγορούμενος ήταν παρών στις 9/8/2005 όταν εκδόθηκε το Διάταγμα. Δεν τέθηκε ενώπιον μου όμως ίχνος μαρτυρίας, είτε άμεσης, είτε περιστατικής, από τους μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2, που να καλύπτει το ζήτημα της πρόθεσης καταστρατήγησης του Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2005 εκ μέρους του κατηγορούμενου το οποίο είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σύμφωνα με την νομολογία που ανέφερα πιο πάνω. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.