← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Ζήνωνος, Αρ. Υπόθεσης: 574/08, 13.10.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστας Ζήνωνος, Αρ. Υπόθεσης: 574/08, 13.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 574/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Κώστας Ζήνωνος Ημερομηνία: 13.10.2010. Για κατηγορούσα αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο: κ. Μυτίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορείται ότι στις 24.12.06 στην Ελεδιώ της Επαρχίας Πάφου ενώ πήγε στο γραφείο του Κοινοτάρχη Ελεδιού για να πληρώσει τους κοινοτικούς του φόρους συνολικής αξίας Λ.Κ.134, στη συνέχεια αφού του εκδόθηκαν οι αποδείξεις πληρωμής των φόρων πήρε τις αποδείξεις χωρίς να καταβάλει το ανάλογο ποσό και εγκατέλειψε το μέρος. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 1) λήφθηκε από τον Αστ. 2364 Χριστοφόρου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο κατά τον επίδικο χρόνο Κοινοτάρχης του χωριού Ελεδιώ Σώζος Παπασάββας. Η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα, ως την ανέφερε στην κατάθεση του την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ήταν η ακόλουθη: Στις 24.12.06 και περί ώρα 10:00 ο μάρτυρας βρισκόταν στην εκκλησία του χωριού του. Όταν έφυγε από εκεί τον πλησίασε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ομοχώριος του και του είπε ότι του έδωσαν κάτι χρήματα οι αδελφές του για να πληρώσει τους κοινοτικούς φόρους. Ο μάρτυρας του είπε να πάει στο γραφείο του. Μετά από λίγο ο κατηγορούμενος και ο κουνιάδος του Θέμης Παναγιώτου πήγαν στο εν λόγω γραφείο. Ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο ότι χρωστά Λ.Κ.134 για νερό και κοινοτικούς φόρους. Ο κατηγορούμενος του είπε να του δώσει τις αποδείξεις για να δει πόσα είναι. Μετά ο κατηγορούμενος πήρε τις αποδείξεις αλλά δεν έδωσε χρήματα στο μάρτυρα και του ζήτησε να βγάλει και τις αποδείξεις του κουνιάδου του. Όταν ο μάρτυρας έβγαλε και τις αποδείξεις του Θέμη χτύπησε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου και εκείνος βγήκε έξω από το γραφείο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε στο Θέμη τι οφείλει για κοινοτικούς φόρους και νερό και εκείνος αρνήθηκε να τον πληρώσει λέγοντας του ότι είναι μεγάλο το ποσό. Ο Θέμης δεν πήρε τις αποδείξεις και αφού είπε στο μάρτυρα να πάει όπου θέλει έφυγε. Ο δε κατηγορούμενος μετά που βγήκε από το γραφείο όταν χτύπησε το τηλέφωνο του έφυγε και δεν επέστρεψε. Μετά ο μάρτυρας πήγε στο καφενείο και βρήκε τον γιο του και τον καφετζή και τους είπε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το γραφείο του παίρνοντας τις αποδείξεις των Λ.Κ.134 χωρίς να τον πληρώσει. Στη συνέχεια ο μάρτυρας πήγε στο σπίτι του γαμπρού του κατηγορούμενου και του ανέφερε για την υπόθεση. Παρών ήταν και ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του. Ο κατηγορούμενος είπε στο μάρτυρα ότι έβαλε πάνω στο τραπέζι του γραφείου του τις Λ.Κ.134 και δεν ξέρει ποιος τα πήρε. Ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο «Μου τα έδωσες εμένα;» και εκείνος του είπε «Εάν τα έπιασε ο Θέμης εγώ τι φταιω;». Στη συνέχεια ο μάρτυρας πήγε στο σπίτι του και τηλεφώνησε στην Αστυνομία Παναγιάς. Ο μάρτυρας πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περιέπεσε σε αντιφάσεις, η εκδοχή του δεν ήταν συνεπής και σε αρκετά σημεία απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων και ανεξαρτήτως του τι ερωτάτο επαναλάμβανε συνεχώς τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το μέρος παίρνοντας τις αποδείξεις χωρίς καν να βγάλει λεφτά για να του δώσει. Πέραν τούτου κάποιες θέσεις του δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ουσιαστικά ότι ο κατηγορούμενος πήρε τις αποδείξεις μέσα στο γραφείο του μάρτυρα και μετά που κτύπησε το τηλέφωνο του ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο χωρίς να πληρώσει και δεν επέστρεψε στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έκατσαν έξω από το γραφείο πέντε με δέκα πόδια κάτι που επανέλαβε και στην αντεξέταση του. Όταν όμως στην αντεξέταση του ρωτήθηκε γιατί στην κατάθεση του είπε ότι όταν χτύπησε το τηλέφωνο του ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το γραφείο αφού ήταν ήδη έξω απάντησε υπεκφεύγοντας ότι όταν πήρε τις αποδείξεις χτύπησε το τηλέφωνο και προχώρησε και μετά δεν επέστρεψε. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί είπε ότι ο κατηγορούμενος με το Θέμη πήγαν στο γραφείο του, απάντησε ότι εκεί που ήταν, ήταν έξω από την πόρτα του γραφείου και διερωτήθηκε αν έπρεπε να ήταν μέσα στο γραφείο. Περαιτέρω ενώ στην κυρίως εξέταση του αρχικά είπε ότι τις αποδείξεις μετά που του τις ζήτησε ο κατηγορούμενος ο μάρτυρας του τις έδωσε σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του προφανώς για να δείξει ότι ο κατηγορούμενος τις πήρε από μόνος του ανέφερε ότι οι αποδείξεις ήταν πάνω στο τραπέζι και ο κατηγορούμενος τις έπιασε και έφυγε χωρίς να του δώσει χρήματα. Ενώ στην κατάθεση του πουθενά δεν ανέφερε ότι όταν έφυγε ο κατηγορούμενος ο μάρτυρας είπε στο Θέμη ότι έφυγε και δεν πλήρωσε στην αντεξέταση του για πρώτη φορά είπε ότι μετά που ο Θέμης τον ρώτησε πόσα ήταν το ποσό που εκείνος όφειλε και αφού ο μάρτυρας του ανέφερε το ποσό και εκείνος του είπε ότι είναι πολλά και να πάει όπου θέλει στη συνέχεια ρώτησε το Θέμη που είναι ο κατηγορούμενος και του είπε ότι έφυγε και δεν πλήρωσε και ο Θέμης του είπε ότι δεν πληρώνει και είναι πολλά. Όσον δε αφορά το ότι έδωσε τις αποδείξεις στον κατηγορούμενο χωρίς να πληρωθεί όταν ρωτήθηκε αν ως κοινοτάρχης για 10 χρόνια πρώτα έδιδε αποδείξεις και μετά έπαιρνε τα χρήματα για να δικαιολογήσει προφανώς ότι αυτό ήταν η τακτική του την οποία ακολούθησε και κατά τον επίδικο χρόνο έδωσε τη μη πειστική αλλά και μη λογική απάντηση ότι αυτό έκανε και ότι αυτό μάλιστα ήταν το σωστό. Τέλος όταν στην αντεξέταση του τέθηκε το εύλογο ερώτημα γιατί όταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε δεν πήγε να τον βρει και αντί αυτού πήγε στο καφενείο απάντησε ότι πήγε εκεί για να βρει μάρτυρες. Η θέση του όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή εφόσον γνώριζε ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες κάτι που φαίνεται από το ότι λίγο πριν ανέφερε ότι εκεί που κάθονταν έξω από το γραφείο του, που είναι κολλητό με το καφενείο, οι τρεις τους δηλ. ο κατηγορούμενος, ο Θέμης και ο ίδιος δεν τους έβλεπε κανένας άλλος και ότι μόνο κάποια άτομα βρίσκονταν μέσα στο καφενείο. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς τα γεγονότα φαίνεται στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, και είναι η ακόλουθη: Την Κυριακή 24.12.06 και περί ώρα 10:00-10:30 μόλις βγήκαν από την εκκλησία ρώτησε τον κοινοτάρχη ΜΚ1 εάν μπορεί να εισπράξει τους φόρους των δύο αδελφών του και να του πει τι οφείλουν. Ο ΜΚ1 έβγαλε την κατάσταση και του είπε ότι το ποσό που όφειλαν ήταν Λ.Κ.
  1. Του είπε αναλυτικά τα ποσά και όταν ο κατηγορούμενος τα πρόσθεσε μαζί με τον Θέμη ήταν λάθος. Δηλαδή αντί ο ΜΚ1 να του πει Λ.Κ.134 του είπε Λ.Κ.
  2. Τότε ο κατηγορούμενος είπε στο ΜΚ1 ότι έχει λάθος και το ποσό το οποίο θα πάρει ήταν Λ.Κ.
  3. Εκείνος συμφώνησε και του είπε «Συμπέθερε κάμνουμε τζαι λάθη». Το γραφείο του κοινοτάρχη βρίσκεται δίπλα από το καφενείο. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον κοινοτάρχη και τον Θέμη κάθισαν έξω στο προαύλιο του καφενείου. Εκεί στην παρουσία του Θέμη ο κατηγορούμενος έδωσε στον ΜΚ1 το ποσό των Λ.Κ.134 στο χέρι. Ο κατηγορούμενος είδε ότι ο ΜΚ1 έπιασε τα λεφτά που του έδωσε και τα μέτρησε. Δεν είδε όμως που τα έβαλε και στη συνέχεια έδωσε στον κατηγορούμενο τις αποδείξεις του νερού και των φόρων. Στη συνέχεια χτύπησε το κινητό του κατηγορούμενου και αυτός έφυγε από το καφενείο ενώ ο ΜΚ1 μπήκε μέσα στο καφενείο. Κανένας δεν φώναξε στον κατηγορούμενο την ώρα που έφευγε. Μετά από δύο ώρες περίπου ο ΜΚ1 πήγε στο σπίτι του γαμπρού του κατηγορούμενου και είπε στον τελευταίο ότι δεν του έδωσε τα λεφτά. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι του τα έδωσε και ο ΜΚ1 του έδωσε τις αποδείξεις. Ο ΜΚ1 του είπε εντάξει και έφυγε. Δεν λέχθηκε οτιδήποτε άλλο. Ο κατηγορούμενος πήγε στο προαναφερόμενο καφενείο και ρώτησε τον καφετζή εάν είδε τι πράξη έγινε με το ΜΚ1 και εκείνος του είπε ενώπιον άλλων χωριανών, μεταξύ των οποίων και τα παιδιά του ΜΚ1, ότι δεν είδε πώς έγινε η πράξη. Βρισκόταν μέσα στο καφενείο. Πρέπει να λεχθεί ότι ούτε ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα χαρακτηριζόταν από έλλειψη συνοχής και συνέπειας μεταξύ των όσων είπε στην κυρίως εξέταση του και στην αντεξέταση του, η μαρτυρία του παρουσίαζε αντιφάσεις ενώ περαιτέρω προσπάθησε με μη πειστικό τρόπο να αποδώσει στο ΜΚ1 εκδικητικά κίνητρα για την επίδικη καταγγελία. Συγκεκριμένα: Ήταν εμφανής αλλά μη πειστική η προσπάθεια του να προσάψει στον ΜΚ1 εκδικητικά κίνητρα σε σχέση με την καταγγελία στην παρούσα λόγω διαφορών που είχαν ως μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εναντίον του ΜΚ1 ως κοινοτάρχη ο ίδιος ως Αζάς έκανε καταγγελία και του έστειλε μία επιστολή να μην κόβει επιταγές και να μην κάνει πληρωμές χωρίς να του υπογράψει κάποιος από το Συμβούλιο. Είπε μάλιστα ότι όταν του έστειλε αυτήν την επιστολή, ο ΜΚ1 θύμωσε μαζί του. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι μετά την αποχώρηση του ΜΚ1 από κοινοτάρχη έκατσαν στο Συμβούλιο και ο νέος κοινοτάρχης τους είπε ότι ο ΜΚ1 είχε ένα έλλειμμα, έπιασε κάποια λεφτά από το Συμβούλιο δήθεν ότι ήταν πλεόνασμα ενώ δεν ήταν και ότι ο ΜΚ1 δέχθηκε ενώπιον του κατηγορούμενου και υπέγραψε και ο κατηγορούμενος για να το πληρώνει το ποσό αυτό ο ΜΚ1 με το μήνα. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι όλα αυτά όχι μόνο δεν τα ανέφερε στην κατάθεση του αλλά ούτε και τέθηκαν συγκεκριμένα στον ΜΚ1 για να τα σχολιάσει και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη θέση του. Πέραν τούτου στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν ο ΜΚ1 έκανε την καταγγελία στην παρούσα για να τον εκδικηθεί για την επιστολή που του έστειλε απάντησε ότι πιστεύει ότι το έκανε για να τον προσβάλει επειδή τον πρόσβαλε και εκείνος και όχι για κάτι άλλο. Όταν ρωτήθηκε όμως εάν πρώτα έστειλε την επιστολή και μετά έγινε το επίδικο επεισόδιο απάντησε ότι δε θυμάται. Ενώ στην κατάθεση του είπε ουσιαστικά ότι όταν πρόσθεσε μαζί με τον Θέμη τα ποσά που του είπε ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι ήταν λάθος και μάλιστα ο ίδιος ανέφερε στο ΜΚ1 το λάθος αυτό και ότι ήταν κατά Λ.Κ.10 μικρότερο από το ποσό που έπρεπε να πληρώσει στην αντεξέταση του είπε ότι δεν ξέρει γράμματα και ότι ήταν ο Θέμης που μέτρησε και είδε το λάθος και το είπε στον ΜΚ1 και μάλιστα ότι ο ίδιος είπε στον Θέμη να του πουν πιο είναι το λάθος οπόταν ο Θέμης του είπε ότι αυτό ήταν Λ.Κ.
  4. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι η προσπάθεια στην κατάθεση του να πείσει ότι εντόπισε το πιο πάνω λάθος και το είπε στο ΜΚ1 για να μην ζημιωθεί το Συμβούλιο και να πληρώσει όσα πραγματικά οφείλονταν διαψεύδεται από τα όσα είπε στην αντεξέταση του. Ενώ στην κατάθεση του είπε ότι ο ΜΚ1 πήγε στο σπίτι του γαμπρού του κατηγορούμενου μετά από δύο ώρες στην αντεξέταση του διπλασίασε αυτό το χρόνο κάνοντας τον τέσσερεις ώρες προφανώς για να ενισχύσει τη θέση του ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν σίγουρος αν του έδωσε ο κατηγορούμενος τα λεφτά. Περαιτέρω στην κατάθεση του είπε ότι το μόνο που λέχθηκε όταν πήγε εκεί ο ΜΚ1 ήταν ότι είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν του έδωσε τα λεφτά και αφού εκείνος του απάντησε ότι του τα έδωσε και ο ΜΚ1 του έδωσε τις αποδείξεις ο ΜΚ1 του είπε εντάξει και έφυγε. Στην αντεξέταση του όμως πρόσθεσε ότι κατά τη συνομιλία αυτή ο ΜΚ1 του είπε ότι δεν ήξερε που τα έβαλε (τα λεφτά) οπόταν ο κατηγορούμενος του είπε «Αφού εν κάθεσε μέσα στο γραφείο. Αφού σου τα έδωσα εσύ ξέρεις που τα έβαλες». Είναι όμως εμφανές ότι το ότι ο ΜΚ1 του είπε ότι δεν ήξερε που έβαλε τα λεφτά αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου εφόσον το ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του. Αυτό ήταν άλλωστε κάτι σημαντικό για την υπεράσπιση του που θα αναμένετο να το αναφέρει στην κατάθεση του. Τέλος στην κατάθεση του είπε ότι ο ίδιος πήγε στο καφενείο και ρώτησε τον καφετζή εάν είδε τι πράξη έγινε με το ΜΚ1 και εκείνος του είπε ενώπιον άλλων χωριανών, μεταξύ των οποίων και τα παιδιά του ΜΚ1, ότι δεν είδε πώς έγινε η πράξη. Στην αντεξέταση του όμως σε πλήρη αντίθεση με τα πιο πάνω και για να δείξει ότι ήταν σίγουρος για το τί έγινε ανέφερε ότι δεν πήγε ο ίδιος στο καφενείο αλλά τα παιδιά του Μ.Κ.1 τον κάλεσαν και πήγε εκεί ενώ διαφορετικά δεν θα πήγαινε. Είπε περαιτέρω ότι δεν ρώτησε ο ίδιος τον καφετζή αν είδε τι έγινε και ούτε τον ενδιέφερε να τον ρωτήσει. Ούτε ο καφετζής του είπε κάτι. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για του λόγους οι οποίοι έχουν εξηγηθεί ανωτέρω η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν έγινε δεκτή. Κάτι τέτοιο όμως γενικά δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η μόνη μαρτυρία στην οποία η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ήταν αυτή του ΜΚ1, η οποία όμως για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω επίσης δεν έγινε δεκτή. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.