K M KOMODROMOS SERVICES LTD ν. WASEEM MOHAMMAD ALLOUZI, Αρ. Υπόθεσης: 12351/07, 19/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ ΠΡΟΣ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12351/07 K & M KOMODROMOS SERVICES LTD Εναντίον WASEEM MOHAMMAD ALLOUZI Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/10/2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μαριάννα Κωνσταντινίδου Για τον Κατηγορούμενο : κος Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία από την πλευρά της εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει αυτούς σε απολογία. -2- Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να -3- διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος, μετά και την τροποποίηση του κατηγορητηρίου που έγινε στις 15/4/2009, αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τις 1/10/05 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 53325305 ημερ. 1/10/05 αξίας Λ.Κ 1,500 όπως ήταν τότε, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε διότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της μέχρι σήμερα. Στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τις 1/8/05 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 53325303 ημερ. 1/8/05 αξίας Λ.Κ 1,500 όπως ήταν τότε, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής ( STOP PAYMENT ) που δόθηκε από τον εκδότη της, ήτοι τον κατηγορούμενο προ ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία. -4- Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τις 1/9/05 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 53325304 ημερ. 1/8/05 αξίας Λ.Κ 1,500 όπως ήταν τότε, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω εντολής μη πληρωμής ( STOP PAYMENT ) που δόθηκε από τον εκδότη της, ήτοι τον κατηγορούμενο προ ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, χωρίς εύλογη αιτία. Προτού προχωρήσω για να εξετάσω το ζήτημα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου μετά από αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, με προβλημάτισε ιδιαίτερα το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης των παραπονουμένων, δηλαδή κατά πόσο οι παραπονούμενοι, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και χωρίς βεβαίως να προβώ σε αξιολόγηση αυτής, νομιμοποιούνται και γενικά εάν έχουν έννομο συμφέρον να εμφανίζονται ως παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση και να εγείρουν ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμένου. Στο σύγγραμμα του Α. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» στη σελ. 290 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ποινική δίωξη μπορεί να ασκηθεί από πολίτη ο οποίος υπέστη βλάβη από την ποινική πράξη. Το δικαίωμα αυτό του πολίτη που υπάρχει στο Κοινοδίκαιο και που είναι μέρος του Κυπριακού Δικαίου, κάτω από το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, δεν έχει εξουδετερωθεί από το Σύνταγμα. Ιδιωτική ποινική δίωξη έχει ο πολίτης όταν τα δικαιώματά του παραβιάζονται άμεσα». -5- Στην Αίπεια Λτδ V Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας αναφορά στην Ttofinis, επισημαίνει τα ακόλουθα: «Είναι αναντίλεκτο ότι ιδιώτης έχει δικαίωμα άσκησης ποινικής υπόθεσης μόνο όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη. Στην υπόθεση Panagiotis Ttofinis V Liozos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 επαναλαμβάνεται η ρήση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση Gouriet V Union of Post Office Workers and Others
(1977)2 ALL E.R., 70,97 H.L., σύμφωνα με την οποία η ποινική δίωξη αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος ................................................................................................................................... Ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης ποινικής δίωξης από ιδιώτες μόνο σε άτομα που έχουν άμεσο συμφέρον, κατά αντίθεση της action popularis του Ρωμαϊκού Δικαίου, τέθηκε για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις. Σκοπός του δεν είναι ο περιορισμός δικαιωμάτων». Στην Απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χαραλαμπίδης V Κωμοδρόμου, Ποινική Εφεση 7063, ημερ. 11.11.2002, (απόφαση πλειοψηφίας)επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι το δικαίωμα του πολίτη-θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτήθηκε στην Ttofinis με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές ή την άρνηση ή την -6- απροθυμία τους να την προωθήσουν. Πέραν τούτου ο εντεινόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην αστυνομία να ασχοληθεί με σύνολο των περιπτώσεων. Γι' αυτό και αφήνεται η δίωξη στα χέρια των ίδιων των παθόντων, όπως προκύπτει από τις υποθέσεις που έρχονται ενώπιόν μας». Στην ξεχωριστή απόφαση για την ίδια υπόθεση, που έδωσε ο Αρτεμίδης, Δ., όπως ήταν τότε, ο οποίος συμφώνησε με την απόφαση της πλειοψηφίας, επισημαίνεται, ότι: «Το άρθρο 305Α, που με το Ν.186/86ενσωματώθηκε στον ποινικό κώδικα, δημιούργησε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκιση ή και πρόστιμο. Εχω ταπεινά τη γνώμη πως εφόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά ποινικοποιείται παρέχεται το δικαίωμα στον πολίτη, όταν τηρηθούν βεβαίως οι πρόνοιες του νόμου, ως ιδιώτης κατήγορος να προσάψει κατηγορία εναντίον προσώπου, το οποίο, σύμφωνα με την εισήγηση του κατηγόρου, παραβίασε την ποινική νομοθεσία, όπως έγινε στην υπόθεση που μας απασχόλησε» Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει σαφώς, ότι ένα πρόσωπο μπορεί να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη. Δεν είναι επιτρεπτό όμως σε οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, να διώξει ποινικά οποιονδήποτε παρανομούντα. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης και των νόμιμων δικαιωμάτων του ασκούντος την ποινική δίωξη. Με απλά λόγια, όπως τονίζεται στην προαναφερθείσα νομολογία, δικαίωμα για άσκηση ποινικής δίωξης έχει μόνο το θύμα του εγκλήματος. -7- Στην παρούσα υπόθεση , σύμφωνα και με τον Μ.Κ 1 Κυριάκο Κωμοδρόμο αλλά και με την Μ.Κ.4 Μελίτα Μενελάου Κωμοδρόμου, οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για εξόφληση τιμήματος πώλησης δυνάμει της συμφωνίας που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6. Η εν λόγω συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ της Μ.Κ. 4 Μελίτας Μενελάου Κωμοδρόμου ως πωλήτριας και του κατηγορουμένου ως αγοραστή και αφορούσε ένα μηχανοκίνητο όχημα που περιγράφεται στην εν λόγω συμφωνία και που ιδιοκτήτρια ήταν η εν λόγω μάρτυρας. Ανέφεραν οι εν λόγω μάρτυρες και ιδιαίτερα η Μ.Κ. 4, ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα της παραπονούμενης εταιρείας η οποία είναι οικογενειακή επιχείρηση και για λογιστικούς λόγους, επειδή κατέχουν εξ ημισίας οι εν λόγω μάρτυρες, το σύνολο των μετοχών της παραπονούμενης εταιρείας. Από την τεθείσα όμως ενώπιον μου μαρτυρία, δεν φαίνεται ενεργή ανάμειξη της παραπονούμενης εταιρείας στα επίδικα γεγονότα, δεν φαίνεται η παραπονούμενη εταιρεία να συμβλήθηκε με τον κατηγορούμενο, ουδεμία ζημιά ή απώλεια κέρδους υπέστη η παραπονούμενη εταιρεία με την μη πληρωμή των επίδικων επιταγών, ουδέν έννομο συμφέρον ή νόμιμο αντάλλαγμα είχε η παραπονούμενη εταιρεία για την είσπραξη των εν λόγω ποσών διότι το πωληθέν μηχάνημα που ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας τεκμ. 6 και που ήταν ο λόγος έκδοσης των επίδικων επιταγών, ανήκε στην Μ.Κ. 4, και αυτή ήταν η δικαιούχος του ισχυριζόμενου λαβείν. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να καταδεικνύει την αποδοχή εκ μέρους της παραπονούμενης δια μέσου του Διοικητικού της Συμβουλίου, των νομίμων δικαιωμάτων της Μ.Κ. 4, ούτε τέθηκε μαρτυρία ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος τελικά συμφώνησε να εκδοθούν οι επίδικες επιταγές στο όνομα της παραπονούμενης εταιρείας, διότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ 1, όταν ρώτησε ο κατηγορούμενος σε ποιό όνομα να εκδοθούν οι επιταγές και ο Μ.Κ. 1 του υπέδειξε την παραπονούμενη εταιρεία, δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον μου που να καταδεικνύει την αποδοχή -8- εκ μέρους του, όπως εκδοθούν οι επίδικες επιταγές στο όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Συνεπώς, η παραπονούμενη εταιρεία δεν ήταν το άμεσο θύμα των κατ΄ ισχυρισμών ποινικών αδικημάτων και ουδεμία βλάβη υπέστησαν τα έννομα συμφέροντα της, διότι δεν υπήρξε καμία ζημιά ή απώλεια κέρδους εκ μέρους της, ως επίσης και καμιά ανάμειξη δεν υπήρχε εκ μέρους στην κατάρτιση ή σύναψη του τεκμ. 6 η οποία ήταν και ο λόγος έκδοσης των επίδικων επιταγών. Εδώ απλά οι μέτοχοι της παραπονούμενης, δηλαδή οι πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίας, θεώρησαν για τους δικούς τους λόγους που τους χαρακτήρισαν ως λογιστικούς, ως ορθό να κατατεθούν τα χρήματα στην εταιρεία, αλλά αυτό από μόνο του δεν καθιστά για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, την παραπονούμενη εταιρία ως δικαιούχο των επίδικων επιταγών, παρέχοντας της το δικαίωμα να κινήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Αν και το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου ουσιαστικά τελειώνει εδώ με την πιο πάνω θέση μου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο, μέσα από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, έχει τεθεί ενώπιον μου ικανή μαρτυρία έτσι ώστε να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αξιοπιστίας, σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου περί μη νομιμοποίησης των παραπονουμένων να εγείρουν ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου, ανατραπεί κατ΄ έφεση. Προβαίνοντας σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα αξιοπιστίας και αποδεικτικής αξιολόγησης και βαρύτητας της ενώπιον μου μαρτυρίας που συνίστατο στην προφορική και τα ενώπιον μου κατατιθέντα τεκμήρια, θα έκρινα ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και θα τον καλούσα σε απολογία. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. -9- (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο