A Matheou Insurance Consultants LTD ν. Σωφρόνη Σωφρονίου, Αρ. Υπόθεσης: 1687/09, 22/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ ΠΡΟΣ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1687/09 A. Matheou Insurance Consultants LTD Εναντίον Σωφρόνη Σωφρονίου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/10/2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κορακίδης Για τον Κατηγορούμενο : κος Σταυρινός Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει αυτόν σε απολογία. -2- Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να -3- διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2008 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 78892883 ημερ. 1/10/08 για το ποσό των € 6,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της . Στην δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2008 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 78892885 ημερ. 10/10/08 για το ποσό των € 18,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της . Στην τρίτη κατηγορία ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης -4- κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 78892884 ημερ. 11/11/08 για το ποσό των € 6,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της, ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της . Στην τέταρτη και πέμπτη κατηγορία αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 68644177 ημερ. 10/11/00 για το ποσό των €13,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε από τον εκδότη της, επειδή προκάλεσε την μη εξόφληση της, χωρίς εύλογη αιτία. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008 στην Πάφο εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 68644160 ημερ. 10/11/00 για το ποσό των €13,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας από την Πάφο, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως -5- αυτή δεν πληρώθηκε από τον εκδότη της, επειδή προκάλεσε την μη εξόφληση της, χωρίς εύλογη αιτία. Αποφασιστικής σημασίας για την κρίση μου, κατά πόσο έχει αποδειχτεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, θα αποτελέσει το ζήτημα κατά πόσο, ο λόγος έκδοσης των επίδικων επιταγών, δηλαδή η ισχυριζόμενη συναλλαγή των παραπονουμένων με τον κατηγορούμενο, ήταν νόμιμη ή παράνομη, ζήτημα που επιχειρηματολόγησαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατομένες αγορεύσεις τους. Αν διαφανεί μέσα από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου, ότι η συναλλαγή είναι παράνομη, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από αυτό το στάδιο, διαφορετικά θα εκαλείτο να υπερασπίσει τον εαυτό του για μια παράνομη σύμβαση. Ο Μ.Κ. 1 κος Ανδρέας Κυπριανού, ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι ασφαλιστική εταιρεία και ασχολείται με ασφαλιστικές εταιρείες αλλά και με δανεισμό χρήματων, και στα πλαίσια αυτών των εργασιών, δάνεισε τον κατηγορούμενο χρήματα με αντάλλαγμα ο κατηγορούμενος να εκδόσει τις επίδικες επιταγές, τα ποσά των οποίων αποτελούν την επιστροφή των δανεισθέντων χρημάτων με το ανάλογο κέρδος όπως το χαρακτήρισε. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ζήτημα κατά πόσο η ισχυριζόμενη συναλλαγή είναι νόμιμη ή όχι, βρίσκεται στο άρθρ 13, του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου 35
(1)/2002 ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 13 του πιο πάνω Νόμου, απαγορεύεται ρητά σε ασφαλιστική εταιρεία να ασκεί άλλες εργασίες από τις ασφαλιστικές. -6- Συνεπώς, η ισχυριζόμενη συναλλαγή, άρα και συμφωνία, συνεπεία της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, είναι παράνομη διότι απαγορεύεται ρητά από τον Νόμ σύμφωνα με την μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε. Σύμφωνα με το εδ. 6 του άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμόζεται όταν εκδίδεται επιταγή για πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε Νόμο. Αν και το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου ουσιαστικά τελειώνει εδώ με την πιο πάνω θέση μου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο, μέσα από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, έχει τεθεί ενώπιον μου ικανή μαρτυρία έτσι ώστε να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αξιοπιστίας, σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου περί παρανομίας της συναλλαγής, ανατραπεί κατ΄ έφεση. Προβαίνοντας σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα αξιοπιστίας και αποδεικτικής αξιολόγησης και βαρύτητας της ενώπιον μου μαρτυρίας που συνίστατο στην προφορική μαρτυρία και τα ενώπιον μου κατατιθέντα τεκμήρια, θα έκρινα ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και θα τον καλούσα σε απολογία Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο