← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέας Kασκάνης, Αρ. Υπόθεσης: 3106/08, 26.10.2010.

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντρέας Kασκάνης, Αρ. Υπόθεσης: 3106/08, 26.10.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3106/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Αντρέας Kασκάνης Ημερομηνία: 26.10.
  2. Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο: κ. Ευθυμίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 29.11.07 στην Πάφο απείλησε τη Γιώτα Αναστασίου από την Πάφο ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του συζύγου της Αργύρη Αναστασίου με τη φράση «να το δώσεις του Αργύρη να το πληρώσει, γιατί αν δεν το πληρώσει εν να κλάψει τζιαι εν να το πληρώσει διπλά και τζιαι τετραπλά». Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αργύρης Αναστασίου, Ε/Α6154 Θηροφύλακας που υπηρετεί στο Επαρχιακό Ταμείο Θήρας Πάφου και ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Γιώτα Μαρία Αναστασίου, σύζυγος του Μ.Κ.
  1. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες πρέπει να λεχθεί ότι μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Περιέγραψαν και οι δύο με σαφήνεια και αμεσότητα τα γεγονότα όπως τα βίωσε ο καθένας κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους, η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η όλη εικόνα τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπήρχαν μεταξύ τους ούτε ουσιαστικές διαφορές στη μαρτυρία τους, οι οποίες να αλλοιώνουν την πιο πάνω εικόνα τους. Τέλος το ότι ο κατηγορούμενος όταν συνάντησε το Μ.Κ.2 δεν είπε σε αυτόν όσα είπε στη Μ.Κ.1 δεν καθιστά τις θέσεις των εν λόγω μαρτύρων μη λογικές, ως είναι η θέσης της υπεράσπισης, ούτε μεταβάλλει τη σχετική πρόθεση που είχε ο κατηγορούμενος λέγοντας αυτά τα λόγια. Συνεπώς η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ προσπάθησε με εκ των υστέρων σκέψεις του να πείσει ότι τα γεγονότα έγιναν όπως ο ίδιος αναφέρει. Η εκδοχή του όμως δεν ήταν πειστική ενώ σε κάποια σημεία της δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική. Συγκεκριμένα: Ήταν η θέση του την οποία προέβαλε για πρώτη φορά στην κυρίως εξέταση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν πήγε ειδικά στο κατάστημα της Μ.Κ.1 συζύγου του Μ.Κ.2 για το θέμα του προστίμου που του επιβλήθηκε από το Δικαστήριο μετά από καταγγελία που του έκανε ο Μ.Κ.2 τον Φεβρουάριο του
  2. Ισχυρίσθηκε ότι περνούσε από το κατάστημα καθοδόν προς την Υδατοπρομήθεια Πάφου, η οποία είναι πολύ κοντά, για να πληρώσει λογαριασμό του νερού και ότι τυχαία στην ουσία είδε τη Μ.Κ.1 στο κατάστημα που αυτή διατηρούσε και τη ρώτησε που είναι ο Μ.Κ.
  3. Αυτό όμως δεν το ανέφερε στην κατάθεση του όπου μάλιστα λέει σαφώς ότι κατά την επίδικη ημερομηνία πήγε στο κατάστημα για να βρει το Μ.Κ.2 για να του πει ότι είπε ψέματα για το πρόστιμο που θα πλήρωνε. Παρόλα αυτά στην αντεξέταση του επέμενε ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι πήγε για να πληρώσει το νερό. Στην αντεξέταση του μάλιστα ανέφερε ότι είπε και στη Μ.Κ.1 ότι θα πάει να πληρώσει το νερό και θα επιστρέψει. Κάτι τέτοιο όμως δεν τέθηκε στη Μ.Κ.1 στην αντεξέταση της. Αντίθετα το ότι ο κατηγορούμενος πήγε ειδικά εκείνη την ημέρα στο κατάστημα της Μ.Κ.1 για το θέμα του προστίμου προκύπτει και από το ότι ο ίδιος κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι είπε στη Μ.Κ.1, μιλώντας για την επιστολή του Πρωτοκολλητή που τον καλούσε να πληρώσει το πρόστιμο, «Άφηστο τζαµαί τζαι να ξανάρτω ύστερα που δέκα λεπτά να του το πω τζαι τηλεφώνα του να έρτει δαµέ» κάτι που δείχνει ότι πήγε εκεί ειδικά για το θέμα αυτό και αν και δεν βρήκε τον Μ.Κ.2 επέμενε. Πέραν τούτου δεν εξήγησε και δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική το ότι ενώ είπε ότι την επιστολή-ειδοποίηση του προστίμου την πήρε ταχυδρομικώς στο γραφείο του την προηγούμενη μέρα έτυχε να την έχει μαζί του την ημέρα που πήγαινε δήθεν στην Υδατοπρομήθεια και τυχαία πέρασε από το εν λόγω κατάστημα. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω δείχνουν ότι δεν ήταν τυχαία που ο κατηγορούμενος πήγε εκεί και ότι η σχετική εκδοχή του αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Όσον αφορά την απόδειξη είσπραξης από την Υδατοπρομήθεια (τεκμήριο 5) αυτή ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που έκανε την πληρωμή δεν υποστηρίζει απαραίτητα τη θέση του κατηγορούμενου ότι πέρασε τυχαία από το κατάστημα της ΜΚ1 αλλά αυτό που δείχνει, λαμβάνοντας πάντα υπόψην και όλα τα πιο πάνω, είναι ότι την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος έκανε αυτή την πληρωμή. Ήταν επίσης η θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι γνώριζε πολύ καλά τόσο τη Μ.Κ.1 όσο και το Μ.Κ.2 πριν τον επίδικο χρόνο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η Μ.Κ.1 κατά διαστήματα πριν το επίδικο χρόνο επισκεπτόταν το γραφείο του με σκοπό να τις κάνουν αρχιτεκτονικά σχέδια και έτσι την γνώριζε από εκεί. Στο γραφείο του πήγε και ο Μ.Κ.2 αλλά πιο λίγες φορές. Στην αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι ήξερε το όνομα και το επίθετο της Μ.Κ.1 καθώς και ότι αυτή ήταν σύζυγος του Μ.Κ.2 και έτσι δεν την ρώτησε όταν πήγε στο κατάστημα της στις 29.11.07 να του πει ποια είναι. Τα πιο πάνω όμως αντιφάσκουν στην ουσία με την κατάθεση του όπου ανέφερε ότι εκείνη την μέρα όταν πήγε στο κατάστημα του Μ.Κ.2 να τον βρει εκεί βρήκε μια γυναίκα, η οποία του είπε ότι λείπει ο Μ.Κ.2 και ότι είναι η γυναίκα του. Δεν είναι δε λογικό ο κατηγορούμενος να γνώριζε τη Μ.Κ.1 από πριν και μάλιστα τόσο καλά όσον αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο αλλά στην κατάθεση του να αναφέρεται σε αυτήν όχι μόνο μη ονομαστικά αλλά και κατά τρόπο που δείχνει εμφανώς όχι μόνο ότι δεν την γνώριζε αλλά περαιτέρω ότι δεν γνώριζε ούτε ότι ήταν γυναίκα του Μ.Κ.
  4. Μάλιστα για να πείσει ότι γνώριζε και τους δύο από πριν στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το Μ.Κ.2 τον γνώριζε και πριν εκείνος τον καταγγείλει αφού πήγε στο γραφείο του και έκανε συμφωνία μαζί του. Το ότι όμως έγινε τέτοια συμφωνία δεν τέθηκε στο Μ.Κ.2 ενώ ούτε στην κατάθεση του ανέφερε ότι γνώριζε τον Μ.Κ.2 πριν την εν λόγω καταγγελία. Ήταν επίσης η θέση του ότι δεν ανέφερε στη Μ.Κ.1 τα όσα αυτή ισχυρίζεται για την απειλή γιατί εκείνη τη στιγμή στο κατάστημα της υπήρχαν τουλάχιστον άλλα 4 άτομα. Αυτό όμως και πάλι δεν το ανέφερε στην κατάθεση του και δεν τέθηκε ούτε στη Μ.Κ.
  5. Είναι δε εμφανές ότι και αυτό αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του για να πείσει για την εκδοχή του ότι δεν μπορούσε να είχε κάνει την επίδικη απειλή. Όσον αφορά το πρόστιμο που του επιβλήθηκε από το Δικαστήριο και επ' αφορμή του οποίου πήγε στο κατάστημα της Μ.Κ.1, ήταν η θέση του στην ουσία ότι αυτός δεν παρανόμησε και ότι ο Μ.Κ.2 τον κατήγγειλε για να μην έχουν παράπονο τα άλλα πρόσωπα που ήταν εκεί και ότι του είπε ότι το πρόστιμο που επιβάλλει το Δικαστήριο δεν θα υπερβαίνει τις Λ.Κ.
  6. Έτσι κατόπιν όσων του είπε ο Μ.Κ.2 πήγε στο Δικαστήριο και παραδέχθηκε ενοχή. Πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτή η εκδοχή του είναι πειστική αλλά ούτε και λογική. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό, ενώ ως ο ίδιος ανέφερε, κατά τα χρόνο της καταγγελίας είπε στον Μ.Κ.2 ότι δεν έκανε τίποτα και η θέση του ήταν ότι στην ουσία άδικα αυτός τον κατήγγειλε, παρόλα αυτά να πάει στο Δικαστήριο και να δηλώσει παραδοχή στηριζόμενος μάλιστα στο ότι ο Μ.Κ.2 του ανέφερε κιόλας τι πρόστιμο θα του επιβάλει ο Δικαστής. Περαιτέρω στην κατάθεση του είπε ότι όταν, μετά που μίλησε με τη Μ.Κ.1, επέστρεψε στο κατάστημα βρήκε τον Μ.Κ.2 και του είπε να πληρώσει το πρόστιμο επειδή τον κορόιδεψε, εκείνος του είπε να φύγει και ότι δεν είναι ο δικαστής και όταν ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι θα ψυχρανθούν ο Μ.Κ.2 του είπε ότι οπλοφορεί οπόταν ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία και έφυγε. Στην κυρίως εξέταση του είπε επίσης ότι ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι έπρεπε να πληρώσει εκείνος το πρόστιμο επειδή τον ξεγέλασε. Στην αντεξέταση του όμως προφανώς για να δείξει ότι δεν πήγε στο κατάστημα για να υποχρεώσει το Μ.Κ.2 να πληρώσει το πρόστιμο ανέφερε σε αντίθεση με την κατάθεση του ότι του έδειξε την επιστολή και τον «παρακάλεσε» να πάει να τη διευθετήσει. Τέλος για να δικαιολογήσει για ποιον λόγο ενώ ο ίδιος είπε στο Μ.Κ.2 ότι θα πάει στην Αστυνομία να τον καταγγείλει τελικά δεν το έπραξε έδωσε τη μη πειστική εκδοχή ότι δεν είχε πρόθεση να πάει γιατί δεν υπήρχε λόγος. Προφανώς ανέφερε αυτό για να στηρίξει τη θέση του ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία όχι επειδή ανέφερε στη Μ.Κ.1 αυτά που η μάρτυρας είπε αλλά για να τον προλάβουν να μην καταγγείλει αυτός το Μ.Κ.2 για το ότι του είπε ότι οπλοφορεί. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο Μ.Κ.2 ήταν και μέχρι σήμερα είναι θηροφύλακας και υπηρετεί στο Επαρχιακό Ταμείο Θήρας Πάφου. Η Μ.Κ.1 είναι η σύζυγος του Μ.Κ.2 και κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε κατάστηµα πώλησης αναµνηστικών ειδών, το οποίο βρίσκεται κάτω από το σπίτι που διαμένει με την οικογένεια της στη Λαϊκή Γειτονιά στην Πάφο. Στις 29.11.07 περί ώρα 09:30 ενώ η Μ.Κ.1 βρισκόταν στο κατάστηµα της πήγε εκεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος της ήταν άγνωστος τότε και αφού την πλησίασε την ρώτησε «Ποια είναι η γυναίκα του Αργύρη;». Η Μ.Κ.1 του απάντησε ότι ήταν εκείνη και τότε ο κατηγορούμενος της είπε «Εγώ είµαι ο Ανδρέας ο Κασκάνης ο εργολάβος, το γραφείο µου είναι τζιαµαί στα φώτα του Παπαντωνίου τζαι να δώσεις τούτο του Αργύρη» δίδοντας της στο χέρι ένα έγγραφο για κάποιο πρόστιμο οπόταν της είπε «Να το δώκεις του Αργύρη να το πληρώσει γιατί αν δεν το πληρώσει εννά κλάψει τζαι ννα το πληρώσει διπλά τζαι τετραπλά». Τότε η Μ.Κ.1 είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν είναι κυβερνητικό γραφείο και αν θέλει να το δώσει του άντρα της να πάει να του το δώσει ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος της είπε «Άφηστο τζαµαί τζαι να ξανάρτω ύστερα που δέκα λεπτά να του το πω τζαι τηλεφώνα του να έρτει δαµέ». Αφού ο κατηγορούμενος έφυγε η Μ.Κ.1 πήγε αναστατωμένη και συγχυσμένη στο σπίτι και ενηµέρωσε τον Μ.Κ.2 για ότι έγινε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 κατέβηκε στο κατάστημα διότι όπως του είπε η Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος είχε αφήσει το εν λόγω έγγραφο πάνω στο γραφείο του καταστήματος και θα επέστρεφε. Όταν ο Μ.Κ.2 είδε το έγγραφο αυτό διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.950 που επιβλήθηκε ως πρόστιμο στον κατηγορούμενο για υπόθεση λαθροθηρίας με αριθμό 7793/
  7. Τότε ο Μ.Κ.2 θυμήθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο τον οποίο είχε καταγγείλει στις 7.2.07 για υπόθεση κυνηγίου εντός απαγορευμένης περιοχής και χωρίς άδεια κυνηγίου. Περί ώρα 09:45 της 29.11.07 ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο εν λόγω κατάστημα οπόταν ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε γιατί πήρε εκείνο το έγγραφο και εκείνος του απάντησε «Έφερα σου το να μου το πληρώσεις γιατί εγώ εν πληρώνω έτσι πράγμα». Τότε ο Μ.Κ.2 του έδωσε το έγγραφο και του είπε ότι αφορά εκείνον και δεν ήταν σωστή η συμπεριφορά του να πάει στο κατάστημα της συζύγου του. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια πήρε την ειδοποίηση και έφυγε αλλά φεύγοντας είπε στο Μ.Κ.2 «Έγώ έφερα σου το για να το πληρώσεις». Ως ανέφερε η Μ.Κ.1 με αυτά που της είπε ο κατηγορούμενος αισθάνθηκε φόβο και ένιωσε να απειλείται ο σύζυγος, η οικογένεια και η περιουσία της γιατί εκεί ήταν ο χώρος εργασίας της και ακριβώς από πάνω ήταν το σπίτι τους. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τα γνώριζε αυτά σε συνδυασμό με το ότι είχαν συμβεί πολλά περιστατικά στα μέλη της Υπηρεσία Θήρας όπως εμπρησμοί, δολοφονίες και απειλές την έκαναν να αισθανθεί ότι η απειλή ήταν ακόμη πιο μεγάλη και ένιωσε τρομοκρατημένη. Ο δε Μ.Κ.2 μετά το εν λόγω περιστατικό θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από του να μετακινήσει την οικογένεια του από το σπίτι τους στα πεθερικά του για μια εβδομάδα. Το έκανε αυτό γιατί φοβήθηκε αφού, ως ανέφερε, συχνά συμβαίνουν εγκληματικές ενέργειες στα μέλη της Υπηρεσίας Θήρας και το έκανε στην προσπάθεια του να προστατεύσει την οικογένεια του έχοντας υπόψη ότι η απειλή έγινε στο καθ' αυτό χώρο του σπιτιού του που ήταν πλέον γνωστός στον κατηγορούμενο. Έχοντας λοιπόν κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας βασίζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  8. Όποιος- ............................................................................................................... (γ) με σκοπό υποκίνησης οιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι θα προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού.» Ως φαίνεται από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Τα λόγια που ο κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.1 δηλ. να δώσει στον Μ.Κ.2 την ειδοποίηση για το πρόστιμο για να το πληρώσει γιατί αν δεν το πληρώσει «εννά κλάψει τζαι ννα το πληρώσει διπλά τζαι τετραπλά» αναμφίβολα αποτελούν απειλή για πρόκληση βλάβης στον Μ.Κ.
  1. Η πρόθεση εκφοβισμού που απαιτείται από το άρθρο 91(γ), προκύπτει δε αντικειμενικά από τα λόγια αυτά τα οποία είχαν ως σκοπό να υποκινήσουν το Μ.Κ.2 να πληρώσει, ενώ δεν είχε νομική υποχρέωση να το πράξει, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση 7793/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, μετά από καταγγελία που ο Μ.Κ.2 έκανε εναντίον του κατηγορούμενου στα πλαίσια των καθηκόντων του ως θηροφύλακας. Περαιτέρω η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία των μαρτύρων αυτών αλλά και από το γεγονός ότι αυτοί όχι μόνο κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία την ίδια μέρα αλλά φοβούμενοι για την ασφάλεια των ίδιων και της οικογένειας τους μετακινήθηκαν για μια εβδομάδα στο σπίτι των γονιών της Μ.Κ.
  2. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι η απειλή του κατηγορουμένου κρινόμενη και αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου κρίνω αυτόν ένοχο. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απειλή βιαιοπραγίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.