Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 8909/2008, 5 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8909/2008 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Μάριος Σοφοκλέους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για την Κατηγορούμενη: κα Β. Κλεόπα Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 24ην Απριλίου 2008 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Πάφο, οδηγούσε όχημα με αριθμό εγγραφής KQB 501 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, κατάθεσε δε την κατάθεση του παραπονούμενου Vladimir Aristinov. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 1788, εξεταστής της υπόθεσης ανάφερε στο Δικαστήριο, ότι στις 24/4/2008 και περί ώρα 12:10, επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα και ώρα 11:50 στην οδό 25ης Μαρτίου στην Πάφο. Στην σκηνή βρήκε τα δυο ενεχόμενα οχήματα, σύμφωνα όμως με τον ίδιο, μόνο το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQB 501 βρισκόταν στην τελική του θέση. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη σκηνή, ενώ ο παραπονούμενος απουσίαζε, λόγω του ότι μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Ο Μ.Κ.1 έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα της σκηνής, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα με βάση το οποίο στη συνέχεια ετοίμασε συμμετρικό (Τ.2 και Τ.3). Στην συνέχεια εξήγησε το σχεδιαγράφημα, τις ζημιές που είχαν υποστεί τα οχήματα καθώς και όλα τα ευρήματα που ανηύρε στην σκηνή. Ο ίδιος μάρτυρας κατάθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο και την γραπτή κατηγορία (Τ.4 και Τ.5). Η Κατηγορούσα Αρχή κατάθεσε μέσω αυτού του μάρτυρα, την κατάθεση που λήφθηκε από τον αλλοδαπό Vladimir Aristinov από τη Ρωσία, καθώς και την πιστή μετάφραση (Τ.6 και Τ.6Α αντίστοιχα), λόγω ακριβώς της αδυναμίας που είχε, να τον προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά το κλείσιμο την υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)Β Κεφ. 155 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της ένορκης κατάθεσης. Ο Κατηγορούμενος μετά από την ένορκη μαρτυρία του, έδωσε την δική του εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 1788 Λιασίδης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, αφού έδινε με σαφήνεια και θετικό τρόπο τις απαντήσεις στις ερωτήσεις της Υπεράσπισης. Δεν μου φάνηκε, ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια. Οι απαντήσεις του και η θέση του ως προς τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα, συνάδουν πλήρως με την πραγματική μαρτυρία (σχεδιαγράφημα) το οποίο ο ίδιος ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τ.3). Το σχέδιο της σκηνής αποτελεί την πραγματική μαρτυρία και στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί δε περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος1. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. ______________________ 1 Βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. Ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάστηκε και κατατέθηκε σαν Τ.6 και Τ.6Α, η κατάθεση που έδωσε ο παραπονούμενος αλλοδαπός Vladimir Aristinov στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Στην κατάθεση του ο παραπονούμενος αναφέρει την δική του εκδοχή πως ακριβώς επεσυνέβη το δυστύχημα. Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού κατατέθηκε από τον ίδιο τον εξεταστή της υπόθεσης, αφού ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται μέσα στην κατάθεση, η οποία κατατέθηκε όπως ανάφερα προηγουμένως, Τ.6 και Τ.6Α , αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 με το Νόμο 39
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή μαρτυρία, τίθεται όμως θέμα βαρύτητας μίας τέτοιας μαρτυρίας και το Δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27, όχι όμως περιοριστικά, του πιο πάνω νόμου, θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Καταλήγω λοιπόν ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε αξία στην κατάθεση του παραπονούμενου και στα γεγονότα που περικλείονται σ' αυτήν. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία, στην οποία ανάφερε την δική του θέση σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση, και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ο τρόπος που έδινε τις απαντήσεις του, το ύφος που κατάθετε, έδειχναν ότι πρόκειται για ένα άτομο που μοναδικός του σκοπός, ήταν να διαφωτίσει και να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, για τα γεγονότα της συγκεκριμένης ημέρας και τα οποία οδήγησαν στο δυστύχημα. Δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση και η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάδει πλήρως με την κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία, την ημερομηνία του δυστυχήματος, πράγμα που δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος είχε την ίδια θέση από την αρχή. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Εν' όψει των ανωτέρω και ειδικότερα λόγω της απόρριψης της εξ' ακοής μαρτυρίας που δόθηκε, με την κατάθεση του Τ.6 και Τ.6Α, της κατάθεσης του αλλοδαπού Vladimir Aristinof, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κυριότερος λόγος είναι γιατί υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με τα γεγονότα που προκάλεσαν το δυστύχημα και στην απουσία του παραπονούμενου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα με μοναδική μαρτυρία, ουσιαστικά την μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την θέση του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο