← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ZURAB GOTSIRIDZE κ.α., ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11251/10, 11.11.2010

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. ZURAB GOTSIRIDZE κ.α., ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11251/10, 11.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. ΛΙΜΝΑΤΙΤΟΥ, Α.Ε.Δ. ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11251/10 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής -Εναντίον-

  1. ZURAB GOTSIRIDZE
  2. OTAR PATSIA
  3. ΒΙΛΓΚΕΛΜ ΚΕΣΙΔΗΣ Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερ.: 11.11.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον 2ο κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2 παρών ------------------------ Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Ρωσικά εκτελεί η κα Ελλάδα Καλαϊτσίδου ------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες, όμως στην κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση του άρθρου 2, 19

(1)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 παραδέχθηκε ενοχή. Οι τρεις κατηγορίες που αφορά η ακροαματική διαδικασία είναι: α) Πλαστοπροσωπία κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 β) Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και γ) Παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19
(1)και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
  1. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες και κατέθεσε σωρεία Τεκμηρίων. Ο κατηγορούμενος όπως είχε δικαίωμα, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι είναι αθώος και δεν γνώριζε ότι έκλεισε ο φάκελος του για την αίτηση πολιτικού ασύλου. Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (Μ.Κ.1) ήταν η Αρχιλοχίας 40 Κρίστη Χριστοφίδου η οποία κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (Τεκμήριο 1) όπου φαίνονται τα προσόντα και η εκπαίδευση της ως υπεύθυνη στο Εργαστήριο εξέτασης εντύπων και εκτυπώσεων ασφαλείας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι της παραδόθηκε ένα δελτίο ταυτότητας Βουλγαρίας (Τεκμήριο 2) το οποίο εξέτασε χρησιμοποιώντας την συγκριτική μέθοδο όπου γίνει σύγκριση με αντίστοιχο γνήσιο δείγμα το οποίο υπάρχει στη συλλογή του εργαστηρίου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα το Τεκμήριο ήταν γνήσιο, υπήρχε απόσβεση της αρχικής φωτογραφίας και των στοιχείων κατόχου και επανεκτύπωση. Για την έρευνα της η μάρτυρας ετοίμασε την έκθεση Τεκμήριο 3 όπου φαίνονται από συγκριτικούς πίνακες του Τεκμηρίου 2 με γνήσια βουλγάρική ταυτότητα οι διαφορές. Ήταν η κατάληξη της μάρτυρος ότι το Τεκμήριο 2 ήταν γνήσιο και στην πορεία κατέστη πλαστό. Εντόπισε τρανταχτά σημεία νόθευσης και ουσιώδεις αλλοιώσεις που με απόλυτη γνώμη ανέφερε ότι το Τεκμήριο είναι πλαστογραφημένο. Σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου πού βρέθηκε το δείγμα με το οποίο έγινε η σύγκριση, η μάρτυρας είπε ότι το πρωτότυπο το έχουν είτε μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών κατόπιν διμερών συμφωνιών είτε από εμπειρογνώμονες σε ομάδες εργασίας. Το συγκεκριμένο δείγμα το παρέλαβε η ίδια από τον εκπρόσωπο της Βουλγαρίας όταν εκπροσώπησε την Κυπριακή Δημοκρατία σε μια τέτοια ομάδα εργασίας και φυλάσσεται στο αρχείο της υπηρεσίας της. Στο Τεκμήριο 4 φαίνεται όπως είπε η μάρτυρας ο τρόπος σύγκρισης οι διαφορές στο Τεκμήριο 2 με το γνήσιο δελτίο ταυτότητας και στις σελίδες 6 μέχρι 8 φαίνεται κάτω από τις φωτογραφίες το περίγραμμα της φωτογραφίας του προηγούμενου κατόχου του Τεκμηρίου
  2. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 2 (Μ.Κ.2) Αστ. 3782 Ν. Νικολάου αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως την ταυτότητα την οποία είδε όταν τους κάλεσε ο Αστ.
  3. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμηρίου 5 και επανέλαβε στην προφορική του μαρτυρία ότι όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο για το όνομα του και από πού κατάγεται, ο κατηγορούμενος απάντησε Vladimir, Βουλγαρία. Ανέφερε επίσης στη μαρτυρία του ότι από την πρώτη στιγμή που έφτασαν στην οικοδομή και από την συνομιλία μεταξύ των αλλοδαπών κατάλαβε ότι μιλούσαν Ρωσικά ενώ τους έλεγε ότι ήταν Βούλγαρος. Έφτασε στο μέρος άτομο το οποίο μιλούσε τη βουλγάρικη γλώσσα όμως ο κατηγορούμενος δεν μιλούσε ούτε καταλάβαινε τα βουλγάρικα. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 3 (Μ.Κ.3) 3 ήταν ο Αστ. 4050 Δημήτρης Αρσιώτης ο οποίος όπως ανέφερε υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομίας Πάφου. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης Τεκμήριο 6 και στην αντεξέταση του ανέφερε σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου ότι το περιεχόμενο των καταθέσεων Τεκμήρια Α και Β για αναγνώριση τα οποία στη συνέχεια έγιναν |Τεκμήριο 17 και 17Α δόθηκαν με την ελεύθερη βούληση του Μ.Κ.
  4. Τέταρτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Ντίνος Θεμιστοκλέους, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών και ανέφερε ότι από τα στοιχεία τα οποία τηρούνται στο Τμήμα του ο 2ος κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο στις 3.10.
  5. Ειδοποιήθηκε για να παρουσιαστεί σε προσωπική συνέντευξη στις 18.3.2008 όμως δεν παρουσιάστηκε και ο φάκελος του έκλεισε με απόφαση του Διευθυντή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την επιστολή με την οποία ο κατηγορούμενος ειδοποιείτο για τη συνέντευξη και ως Τεκμήριο 8 ένορκη δήλωση του επιδότη που αφορούσε και πάλι την επιστολή Τεκμήριο
  6. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος κατά την προσέλευση του στο Τμήμα Αλλοδαπών στις 3.10.2005 έδωσε τη διεύθυνση στην οποία αποστάληκε η επιστολή όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  7. Ο κατηγορούμενος στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης έδωσε έντυπο Μ61 το οποίο έγινε Τεκμήριο
  8. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 11 έντυπο τηλεφωνικής επικοινωνίας της Υπηρεσίας του με τον κατηγορούμενο και ανέφερε ότι στον αριθμό του τηλεφώνου που έδωσε ο κατηγορούμενος με την αίτηση του απάντησε ο κάτοχος του τηλεφώνου ο οποίος τους ανέφερε ότι είναι Κύπριος πολίτης. Ανέφερε τέλος στην κύρια εξέταση του ότι ο κατηγορούμενος δεν τους ενημέρωσε για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση του. Στο μάρτυρα υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε διεύθυνση και ενημέρωσε το Τμήμα Αλλοδαπών πριν την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο
  9. Ο μάρτυρας απάντησε ότι τέτοια ενημέρωση ουδέποτε είχαν και ότι το βιβλιάριο αλλοδαπού ο ίδιος δεν το είχε στην κατοχή του και γι΄ αυτό βρίσκεται στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ο Αστ. 1760 Πελοπίδας Παναγιώτου, ήταν ο πέμπτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή (Μ.Κ.5). Ανέφερε ότι υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 12 και κατέθεσε επίσης την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 9.9.2010 ως; Τεκμήριο 13 και τη μετάφραση στα ελληνικά Τεκμήριο 13Α. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 και όπως ανέφερε του το παρέδωσε ο αστ. 3782 Ν. Νικολάου. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η διακίνηση των Τεκμηρίων έγινε νομότυπα. Η Μ.Κ.6 Γ/Αστ. 3120 Γ. Νικολάου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο 14 και δεν αντεξετάστηκε. Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή (Μ.Κ.7) ήταν ο Βίλκελμ Κεσίδης, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων που έγιναν Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου 16 και 16Α και στη συνέχεια αναγνώρισε ως δική του κατάθεση το Τεκμήριο Α για αναγνώριση το οποίο έγινε Τεκμήριο 17 και η μετάφραση στα Ελληνικά Τεκμήριο 17Α. Ανέφερε ότι αυτά που είπε την κατάθεση του Τεκμήριο 17 είναι η αλήθεια και πρόσθεσε ότι ο ίδιος εργοδοτούσε τους κατηγορούμενος 1 και
  10. Συμφώνησε με κάποιο Σάββα Χριστοδούλου να του τοποθετήσει μάρμαρα στην οικοδομή του και επειδή ο ίδιος λόγω προβλημάτων υγείας και επειδή τους τελευταίους 7 μήνες δεν εργαζόταν αλλά ήταν στη Γερμανία, συμφώνησε να τοποθετήσουν τα μάρμαρα οι κατηγορούμενοι 1 και
  11. Ο ίδιος θα έπαιρνε τα χρήματα για να πληρώσει «αυτούς», δείχνοντας τον κατηγορούμενο στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο ίδιος θα τους έβρισκε δουλειά και καθένας θα έπαιρνε το ποσό των €10 για κάθε τ.μ. που θα τοποθετούσαν. Όταν θα τον προσλάμβανε στη δουλειά του τον κατηγορούμενο 2 αυτός του έδειξε ένα μικρό πλαστικό, μια ταυτότητα που ήταν Βουλγάρικη. Σε υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι ουδέποτε του υπέδειξε τέτοια ταυτότητα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν δεν του έδειχνε αυτή την ταυτότητα δεν θα τον έπαιρνε στην εργασία του. Η Μ.Κ.1 εμπεριστατωμένα και αναλυτικά εξήγησε στο πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 2 είναι πλαστό. Τόσο τα προσόντα της όσο και η πείρα της καθιστούν τη μάρτυρα εμπειρογνώμονα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αξιόπιστο κρίνω επίσης τον Μ.Κ.2 ο οποίος με σαφήνεια ανέφερε ότι περιήλθε σε γνώση του στα πλαίσια των καθηκόντων του και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Οι Μ.Κ.3, 5 και 6 είναι τυπικοί μάρτυρες λαμβανομένων υπόψη και ότι έγινε παραδεκτό γεγονός η νόμιμη διακίνηση των Τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.4 λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνω επίσης ότι είπε την αλήθεια για τα όσα ο ίδιος γνωρίζει ... μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας τόσο η κα Περγαντή όσο και ο κ. Αλεξάνδρου ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Ήταν η εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος δεν αποτελούν παραδοχή για τις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και ανέφερε ότι το Τεκμήριο 2 είναι έγγραφο ξένου κράτους και όχι επίσημο έγγραφο. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Μ.Κ.7 είναι πλήρως αναξιόπιστο πρόσωπο και πρέπει να προσεγγιστεί ως μολισμένη μαρτυρία και είχε κίνητρο. Και αν ακόμη ο μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος χρειάζεται ενίσχυση. Αντίθετη ήταν βέβαια η θέση της κας Περγαντή η οποία ανέφερε ότι δεν αμφισβητήθηκε η θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου και η ανώμοτη του δήλωση είναι αντιφατική με την κατάθεση του. Στην κατάθεση του Τεκμηρίου 13 ο κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής: «Είπα ψέματα στους αστυνομικούς ότι ονομάζομαι VLADIMIR και ότι είμαι από την Βουλγαρία για να μην με συλλάβουν. Το πραγματικό μου όνομα είναι PATSIA OTAR και είμαι Γεωργιανός και η ταυτότητα που κρατάτε που έχω τη φωτογραφία μου πάνω και είναι Βουλγάρικη την αγόρασα πριν 5 - 6 μήνες από κάποιο άνθρωπο που μιλούσε Ρωσικά δεν τον ξέρω και πλήρωσα €200 για να είμαι νόμιμος εδώ.» Η κατάθεση αυτή δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία του κατηγορούμενου μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σ΄ αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R. v. Lambrou 22 CLR 96, R. v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Κίτα v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 110 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. ;;;;;;;;). Στην Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ΄ εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν...» Σχετική είναι και η υπόθεση Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 CLR 113 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή το θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65.» Ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του δεν αποτελούν παραδοχή για τις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σίγουρα δεν αναφέρει ρητά και κατά λέξη ότι παραδέχεται τέτοια κατηγορία όμως τι άλλο αποτελεί η φράση του «είπα ψέματα ότι ονομάζομαι VLADIMIR και είμαι από την Βουλγαρία για να μη με συλλάβουν» από παραδοχή σε πλαστοπροσωπία. Το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει το εξής: «Όποιος με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο είναι ένοχος πλημμελήματος.» Η παραδοχή του κατηγορούμενου προσθέτει και κάτι περαιτέρω ότι την ταυτότητα που κρατεί η Αστυνομία (Τεκμήριο 2) και παραδέχθηκε ότι σ΄ αυτή υπάρχει η δική του φωτογραφία την αγόρασε με σκοπό να είναι νόμιμα στην Κύπρο. Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί το Δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει την ορθότητα του περιεχομένου της ομολογίας και η αυθεντικότητα της παραδοχής του κατηγορούμενου υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 για την πλαστότητα της Βουλγάρικης ταυτότητας αλλά και του Μ.Κ.2 στον οποίο ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ονομάζεται VLADIMIR και είναι από τη Βουλγαρία. Η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι ανέφερε μόνο ένα όνομα το VLADIMIR δεν σημαίνει ότι παρουσιάστηκε σαν άλλο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε μόνο στην αναφορά του ονόματος VLADIMIR αλλά πρόσθεσε και ως χώρο καταγωγής του τη Βουλγαρία και αυτό έχει την ιδιαίτερη σημασία γιατί με αυτό σκοπός ήταν η αποφυγή της σύλληψης ως Ευρωπαίος πολίτης δικαιούται σε παραμονή και εργασία άρα υπάρχει η πρόθεση καταδολίευσης. Τόσο η αναφορά του στην κατάθεση του όσο και η αναφορά του στο Μ.Κ.2 και γενικότερα τις αρχές ώστε να μη συλληφθεί στη συγκεκριμένη στιγμή και να μπορεί γενικότερα να εργαστεί αφού ως Γεωργιανός υπήκοος δεν έχει τέτοια δυνατότητα. Το Τεκμήριο 2 αναγνωρίστηκε από τη Μ.Κ.1 ως πλαστό. Το Τεκμήριο αυτό παραδόθηκε στην Αστυνομία από άγνωστο πρόσωπο και παραδόθηκε στο Μ.Κ.2 από τον αστυφύλακα 4474 (η διακίνηση των Τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε). Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι το πρόσωπο που φαίνεται στη φωτογραφία είναι ο κατηγορούμενος γεγονός που αποδέχεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Η ταυτότητα αυτή παραδόθηκε στη Μ.Κ.1 η οποία κατέληξε ότι είναι πλαστή. Η κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στηρίζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με το οποίο «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: - Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορούμενου. - Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την έννοια της λέξης έγγραφο αυτή δεν καθορίζεται ρητά στον Ποινικό Κώδικα. Σύμφωνα με το Μεγάλο Λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου έγγραφο είναι γραπτή διατύπωση πράξης σύμφωνα με καθορισμένο τύπο με την οποία ανακοινώνεται ή διαβεβαιώνεται ή διατάσσεται ή αποδεικνύεται κάτι. (Με το Τεκμήριο 2 αποδεικνύεται η ταυτότητα κάποιου) ....αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του Μ.Κ.7 που είναι το πρόσωπο στο οποίο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος παρουσίασε την πλαστή ταυτότητα. Από την αντεξέταση του μάρτυρα διαφάνηκε ότι επειδή ο ίδιος δεν εργάζεται συμφώνησε με το Σάββα να του βάλουν τα μάρμαρα οι κατηγορούμενοι 1 και
  1. Διευκρίνισε επίσης ότι ο ίδιος τους έβρισκε δουλειά και θα έπαιρνε τα χρήματα για να τους πληρώσει. Όταν τους πήρε στη δουλειά του έδειξε ένα μικρό πλαστικό δελτίο ταυτότητας Βουλγαρίας. Σε υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι ουδέποτε του έδειξε ταυτότητα ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν δεν του την έδειχνε δεν θα τον έπαιρνε στη δουλειά. Έχω εξετάσει με πολύ μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 σε συσχετισμό με την εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου. Στο μάρτυρα υποβλήθηκε η θέση ότι δεν εργοδότησε τον κατηγορούμενο ενώ ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης στον Μ.Κ.
  2. Τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.7 σε σχέση με την παρουσίαση της ταυτότητας εκ μέρους του κατηγορούμενου υποστηρίζονται από τον Μ.Κ.2 αφού και σε αυτόν ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως Βούλγαρος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι έχουν στοιχειοθετηθεί οι κατηγορίες 2 και 5, ότι δηλαδή ο 2ος κατηγορούμενος στις 9.9.2010 στην Πάφο με σκοπό την καταδολίευση του αστυφύλακα 3782 Ν. Νικολάου παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως VLADIMIR από τη Βουλγαρία και παραδέχτηκε ότι το Τεκμήριο 2 το αγόρασε ο ίδιος για να μπορεί να εξεύρει εργασία. Στο Τεκμήριο αυτό που φέρει τη φωτογραφία του αναφέρεται ως VLADIMIR YEODANOV GEORGIEV από τη Βουλγαρία ενώ τα πραγματικά του στοιχεία είναι OTAR PATSIA από τη Γεωργία. Την πλαστή ταυτότητα ο κατηγορούμενος την παρουσίασε στο Μ.Κ.7 με σκοπό τη νόμιμη εργοδότηση του. Αναφορικά με την 11η κατηγορία είναι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι άλλαξε διεύθυνση και γι΄ αυτό ενημέρωσε την ΥΑΜ. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε μετέωρος αφού καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν ένα γεγονός είναι σε γνώση του κατηγορούμενου οφείλει να δώσει εξήγηση στο Δικαστήριο και κάτι τέτοιο δεν έγινε. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο φάκελος του κατηγορούμενου έκλεισε με απόφαση του διευθυντή για το λόγο ότι δεν παρουσιάστηκε στη συνέντευξη. Αυτή η πράξη δεν αποτελεί διοικητική πράξη με την έννοια ότι θα πρέπει να κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο. Εφόσον ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε στη συνέντευξη που καθορίστηκε, έδωσε αριθμό τηλεφώνου για επικοινωνία που δεν ανήκε στον ίδιο και στη διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε στην Υπηρεσία Ασύλου δεν ανευρέθηκε και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος από τις 19.3.2008 ημερομηνία που ο φάκελος του έκλεισε και ειδοποιήθηκε όπως ανέφερε ο μάρτυρας ο λειτουργός Μετανάστευσης βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  4. (Υπ.) ............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.