Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιλτιάδης Π. Λαμπριανού, Αρ. Υπόθεσης: 10934/08, 12 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10934/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Μιλτιάδης Π. Λαμπριανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Δημητριάδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 7ην Ιανουαρίου του 2008 στο κύριο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς παρά τη διασταύρωση του χωριού Σίμου της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAV 191 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1, Αστ. 2190 Σ. Φιλίππου, την Μ.Κ.2 Έλενα Σιβιτανίδου και τον Μ.Κ.3 Αλέξανδρο Γεωργίου. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 2190 Σ. Φιλίππου, εξεταστής της υπόθεσης κατάθεσε ότι στις 7.1.2008 επισκέφθηκε κατόπιν πληροφορίας, σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα και περί ώρα 17.25 στο δρόμο Πάφου Πόλης Χρυσοχούς, με ενεχόμενους το όχημα DAV191 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος Μιλτιάδης Λαμπριανου (εφεξής Κατηγορούμενος) και το όχημα KMQ 367 το οποίο οδηγείτο από την Μ.Κ.2 Έλενα Σιβιτανίδου . Κατά την άφιξη του ο Μ.Κ.1 στη σκηνή, δεν βρήκε κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς αφού αυτοί είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο Μ.Κ.1 προέβη στις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο στην συνέχεια το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τ.3 και Τ.4 αντίστοιχα) και το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το εν λόγω σχεδιάγραμμα το σημείο σύγκρουσης «Χ», απέχει 4.30 μέτρα από το σημείο που αρχίζει το κυγκλίδωμα, βρίσκεται δε μέσα στην λωρίδα της πορείας της Μ.Κ 2 . Ο μάρτυρας ανάφερε ότι κατέληξε στο σημείο Χ από τα ίχνη τριψίματος και πλαγιολίσθησης στην άσφαλτο τα οποία ίσως, σύμφωνα με την θέση του μάρτυρα, να δημιουργήθηκαν από την σύγκρουση. Σύμφωνα με το μάρτυρα, το πλάτος του δρόμου ήταν 6.10 μέτρα. Η ορατότητα του δρόμου αυτού, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση του μάρτυρα και από τις δυο κατευθύνσεις ήταν απεριόριστη. Ανέφερε επίσης, ότι οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν στην αριστερή πισινή πόρτα του οχήματος του ενώ της Μ.Κ.2 ήταν στην μπροστινή γρίλια και στον προφυλακτήρα του οχήματος της. Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας ανάφερε ξανά, τι ήταν αυτό που τον οδήγησε να τοποθετήσει το σημείο Χ στο συγκεκριμένο σημείο και επέμενε, ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του, τα γυαλιά και τα κομμάτια οχημάτων που βρέθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο, την προφορική μαρτυρία την οποία περισυνέλεξε, από μάρτυρα ο οποίος βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος, οδηγούσαν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν εκεί όπου τοποθετήθηκε από τον ίδιο. Αντεξετάστηκε ο μάρτυρας, ιδιαίτερα σε σχέση με τις μετρήσεις που έκανε ο ίδιος και αμφισβητήθηκε έντονα ο τρόπος που έκανε το πρόχειρο και στην συνέχεια το συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι δεν μέτρησε την απόσταση από το Χ μέχρι τη διακεκομμένη λωρίδα αλλά μπορεί να υπολογίσει ότι ήταν περίπου 75 εκατοστά. Μπορούσε δε να πει με σιγουριά, ότι η μέτρηση που έκανε σε σχέση πάντοτε με το Χ ήταν μόνο σε σχέση με την άκρια του δρόμου μέχρι δηλαδή εκεί που αρχίζει το κυγκλίδωμα. Η Μ.Κ 2 Έλενα Σιβιτανίδου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ως μέρος της κυρίως εξέτασης με την διευκρίνιση ότι το δυστύχημα έγινε όχι στις 1715 αλλά στις
- Στην εν λόγω κατάθεση η ίδια αναφέρει, ότι ενώ οδηγούσε το όχημα της στο δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς σε κάποιο σημείο του δρόμου θέλησε να προσπεράσει ένα αυτοκίνητο τύπου «Ζ». Αφού το προσπέρασε και μπήκε ξανά στην πορεία της, είδε στο βάθος του δρόμου ένα αυτοκίνητο με αναμμένα τα φώτα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Το εν λόγω όχημα βρισκόταν αρχικά στην δική του λωρίδα και στην συνέχεια αφού διένυσε απόσταση διακοσίων μέτρων το είδε να στρίβει απότομα το τιμόνι του προς την λωρίδα της και να της ανακόπτει την πορεία. Η μάρτυρας, σύμφωνα πάντοτε με την κατάθεση της δεν πρόλαβε να αντιδράσει γιατί αυτός ο απότομος ελιγμός και η ανακοπή πορείας της ίδιας έγινε αμέσως. Στην προφορική της μαρτυρία η Μ.Κ.2, ανάφερε ότι ενώ είχε ήδη προσπεράσει προπορευόμενο όχημα και μπήκε στην δική της λωρίδα, είδε ένα αυτοκίνητο από πολύ μακριά, στο βάθος του δρόμου, σύμφωνα με την ίδια, να κρατά αρχικά την δική του λωρίδα και καθώς ερχόταν προς το μέρος της έκανε επαναστροφή με αποτέλεσμα να της κόψει το δρόμο και να συγκρουστούν μεταξύ τους. Κατά την αντεξέταση, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε στις 17.15 και ήταν σούρουπο. Σύμφωνα με την ίδια, τον Κατηγορούμενο τον είχε δει 200 με 300 μέτρα από την στιγμή που η ίδια είχε μπει στην δική της λωρίδα μετά το προσπέρασμα του «Ζ» αυτοκινήτου αφού το όχημα του Κατηγορούμενου είχε αναμμένα τα φώτα. Επέμενε, ότι ο Κατηγορούμενος έκανε επαναστροφή, με αποτέλεσμα να της ανακόψει την ελεύθερη πορεία και να γίνει η σύγκρουση. Ήταν η θέση της Μ.Κ.2, ότι ήταν τόσο ξαφνικό που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να αντιδράσει. Σύμφωνα πάντοτε με την μάρτυρα, αν πήγανε δεξιά θα ήταν παράνομο αν πήγαινε αριστερά θα κτυπούσε στο κυγκλίδωμα, γι' αυτό και η ίδια πάτησε τα φρένα της και προσπάθησε να σταματήσει. Σε ερώτηση του συνήγορου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, για την απόσταση που είχε το όχημα της από τα άλλα προπορευόμενα οχήματα, ανέφερε ότι είχε κανονική απόσταση από το μπροστινό της αυτοκίνητο αλλά για το όχημα που την ακολουθούσε δεν ήταν σε θέση να πει, ήξερε όμως, ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν γνωστός της. Η Μ.Κ.2, δεν θυμόταν να πει με βεβαιότητα σε ποιο σημείο συγκρούστηκε με το όχημα του Κατηγορούμενου, παρά μόνο ανέφερε ότι το είδε η Αστυνομία στην πράξη, επανέλαβε δε, ότι ο Κατηγορούμενος όπως ερχόταν στην δική του λωρίδα έκανε επαναστροφή. Αρνήθηκε τις υποβολές της υπεράσπισης, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την δική της οδική συμπεριφορά και ότι ο Κατηγορούμενος για να κινηθεί στην δική της λωρίδα κινήθηκε απλά και μόνο για να αποφύγει το δικό της όχημα. Τρίτος μάρτυρας που κατέθεσε για την κατηγορούσα αρχή, ήταν ο Αλέξανδρος Γεωργίου, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, η οποία καταχωρήθηκε τεκμήριο
- Σύμφωνα με την κατάθεση του, ο ίδιος στις 16.50 ξεκίνησε με το αυτοκίνητο του για να μεταβεί στο σπίτι του στην Πόλη Χρυσοχούς. Μπροστά του βρίσκονταν δυο αυτοκίνητα, ένα ιδιωτικό και μπροστά απ' αυτό ένα αυτοκίνητο ενοικιάσεως τύπου Ζ. Ο μάρτυρας ανάφερε, ότι η οδηγός του προπορευόμενου του οχήματος, προσπέρασε το αυτοκίνητο Ζ και επέστρεψε ξανά στην λωρίδα της. Σύμφωνα και πάλι με την κατάθεση του σε απόσταση 200 μέτρων είδε ότι ερχόταν από απέναντι ένα αυτοκίνητο Νissan και όταν πλησίασε προς το μέρος τους το είδε να στρίβει απότομα και να ανακόπτει την πορεία του προπορευόμενου οχήματος, με αποτελέσματα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Κατά την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ.3, ανάφερε ότι είχε απόσταση περίπου 80 - 100 μέτρα από το Νissan και όταν αυτό προσπέρασε το «Ζ» μπήκε ξανά στην δική του λωρίδα. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι σε απόσταση 500 με 600 μέτρων εμφανίστηκαν φώτα στο βάθος του δρόμου, και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ο Κατηγορούμενος έκανε επαναστροφή και ανέκοψε την πορεία του οχήματος της Μ.Κ.
- Κατά την αντεξέταση ο Μ.Κ.3, ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε περίπου 7 με 8 το βράδυ. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μ.Κ.3, σε σχέση με την απόσταση που είδε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορούμενου, ανάφερε ότι το είδε 700 - 800 μέτρα, όχι από το δικό του όχημα αλλά από το όχημα της Μ.Κ.2, το οποίο προπορευόταν του ιδίου. Διαφώνησε δε, με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος είδε για πρώτη φορά τα φώτα του οχήματος του Κατηγορούμενου που ερχόταν εξ αντιθέτου στα 200 μέτρα και ανάφερε ότι είναι 500 με 600 μέτρα. Ο μάρτυρας αυτός προχώρησε δε ένα βήμα παραπάνω στην μαρτυρία του και ανέφερε πώς κατέληξε στην θέση ότι το όχημα της Μ.Κ.2 προχώρησε 200 με 300 μέτρα, υπολογίζοντας την ταχύτητα που είχε η Μ.Κ.2 πριν την ώρα της σύγκρουσης. Σε ερώτηση του κ. Δημητριάδη, σε σχέση με τις ενέργειες της Κατηγορούμενης, απάντησε ότι η κατηγορούμενη δεν έκανε καμία κίνηση και ήταν κανονικά στην πορεία της. Αρνήθηκε τις υποβολές που του τέθηκαν από την υπεράσπιση ότι ήρθε στο δικαστήριο για να βοηθήσει την Μ.Κ.
- Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74(ι)(Β) της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της ένορκης κατάθεσης και να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Κατηγορούμενος στη ένορκη του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, καταρχήν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία, ως μέρος της κυρίως εξέτασης. Στην προφορική του μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι όταν αυτός ερχόταν από την Πόλη Χρυσοχούς γύρω στις 5 το απόγευμα, προς τη Πάφο, είδε από απέναντι ένα αυτοκίνητο «Ζ» το οποίο ακολουθείτο από ένα αυτοκίνητο Nissan. Ξαφνικά το Nissan άρχισε να το προσπερνά με ταχύτητα που ξεπερνούσε τα 80 χιλιόμετρα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αυτό το περιστατικό έγινε σχεδόν 25 μέτρα μπροστά του, ο ίδιος δεν είχε χρόνο να αντιδράσει και αφού κοίταξε αριστερά και υπήρχε όχθος αποφάσισε να πάει δεξιά που υπήρχε ανοικτός χώρος 3 μέτρων, στρίβοντας το τιμόνι του ενστικτωδώς δεξιά στον ανοικτό χώρο, για να αποφύγει την σύγκρουση. Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου, ότι η Μ.Κ.2 στην προσπάθεια της να επαναφέρει το αυτοκίνητο της στη δική της λωρίδα, κτύπησε το αυτοκίνητο του, στην πίσω αριστερή πόρτα του συνοδηγού με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Στην αντεξέταση, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση, λέγοντας μάλιστα ότι η Μ.Κ.2 τελικά δεν προσπέρασε το όχημα Ζ και ακριβώς στην προσπάθεια της να επαναφέρει το όχημα της στην σωστή του θέση έγινε η σύγκρουση. Επανέλαβε, πως η πρώτη φορά που είδε το όχημα της ΜΚ2 ήταν περίπου στα 25 μέτρα τόσο ξαφνικά, και το μόνο που σκέφτηκε ήταν πώς να γλυτώσει την ζωή του. Αρνήθηκε δε τις υποβολές της Κατηγορούσας Αρχής για το ότι από την δική του οδική συμπεριφορά ανακόπηκε η πορεία του οχήματος της Μ.Κ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης, με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 2190, μου έκανε καλή εντύπωση, καθ΄ ότι κατάθεσε με σαφή και θετικό τρόπο μεταφέροντας στο Δικαστήριο, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα τα ευρήματα του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο (Τ.4) πρέπει να αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1 δεν τοποθέτησε επί του σχεδιαγράμματος κάποια στοιχεία, π.χ. κομμάτια αυτοκινήτων, ανάφερε όμως στο Δικαστήριο ότι ήταν και αυτά τα ευρήματα τα οποία τον βοήθησαν να καταλήξει στο σημείο Χ. Αυτό βέβαια ήταν σημαντική παράλειψη του μάρτυρα αφού το Τ.4, σχέδιο της σκηνής αποτελεί την πραγματική μαρτυρία και στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί δε περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος
- Αυτό όμως το γεγονός δεν αποτελεί τέτοια παράλειψη που να οδηγήσει το Δικαστήριο να εξάξει το συμπέρασμα, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήτο μάρτυρας της αλήθειας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του και τον ίδιο, σαν μάρτυρα της αλήθειας. Η Μ.Κ.2 Έλενα Σιβιτανίδου, δεν μου έκανε καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ενός προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο, με μοναδικό σκοπό να μην πει όλη την αλήθεια. Η μάρτυρας αυτή είχε επιλεκτική μνήμη. Ενώ θυμόταν τόσες πολλές λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύγκρουσης εντούτοις δεν ήταν σε θέση να πει στο Δικαστήριο πως έγινε η σύγκρουση. Ήρθε στο δικαστήριο δυόμιση χρόνια μετά το εν λόγω δυστύχημα και διαφοροποίησε την κατάθεση της σε σχέση με την απόσταση που είδε το όχημα του κατηγορούμενου για πρώτη φορά. Ενώ στην κατάθεση της, αναφέρει ότι είδε για πρώτη φορά το όχημα του Κατηγορούμενου στα 200 μέτρα, στο Δικαστήριο ανέφερε ότι το είδε 200 με 300 μέτρα. Ενώ στην κατάθεση της στην Αστυνομία ανέφερε, ότι δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε για να αντιδράσει, στη προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε, ότι προσπάθησε να σταματήσει, πατώντας τα φρένα του οχήματος της, για να αποφύγει την σύγκρουση. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν άμεση με τις απαντήσεις που έδινε και σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της χρειάστηκε να σκεφθεί για να απαντήσει στις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν από την Υπεράσπιση. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της και την απορρίπτω. ______________________ 1 Βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ
- Ο Μ.Κ.3 Αλέξανδρος Γεωργίου επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση, αφού σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του, έδειξε στο Δικαστήριο ότι ήθελε να βοηθήσει την Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας αυτός υπέπεσε σε αντιφάσεις στην προφορική του μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Και για ένα παράξενο λόγο οι αντιφάσεις ήταν οι ίδιες τις οποίες και η Μ.Κ.2 υπέπεσε και οι οποίες διαπιστώθηκαν πιο πάνω από το Δικαστήριο. Αυτό κατά την κρίση μου είναι ένα στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να κρίνει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός, είναι η θέση μου, ότι ο μοναδικός σκοπός της παρουσίας του όχι μόνο στο Δικαστήριο, αλλά και στην Αστυνομία, όταν διερευνούσε την υπόθεση, με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία είχε σαν σκοπό μόνο να βοηθήσει την Μ.Κ.2 να εδραιώσει την θέση της. Δεν είναι δυνατόν ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος βρίσκεται αρχικά πίσω από το όχημα της Μ.Κ.2, να είναι σε θέση να μας υπολογίσει αποστάσεις, όχι σύμφωνα με το δικό του όχημα αλλά με το όχημα της Μ.Κ.2 το οποίο βρισκόταν σε κίνηση. Ακόμα και αν δεχθώ τον ισχυρισμό του, ότι όντως η Μ.Κ.2 προσπέρασε το όχημα «Ζ», πώς μπορούσε αυτός ο μάρτυρας να είναι σε θέση να μας πει τις ενέργειες του κατηγορούμενου ο οποίος ουσιαστικά βρισκόταν 3 αυτοκίνητα μπροστά του. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του και την απορρίπτω. Ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη του μαρτυρία μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με σαφή και θετικό τρόπο, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση που υπέστη από την Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία του σύναδε πλήρως με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και δεν υπέπεσε σε καμμία αντίφαση. Ο Κατηγορούμενος ήταν σαφής και ανάφερε στο Δικαστήριο ότι ο λόγος που έγινε η σύγκρουση, ήταν ακριβώς όταν η Μ.Κ.2 επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα «Ζ» και την οποία αντιλήφθηκε περίπου στα 25 μέτρα και για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση, μπήκε στην δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του. Για κακή του τύχη όμως και η Μ.Κ.2 επιχείρησε να ξαναμπεί στην λωρίδα της και έτσι έγινε η σύγκρουση με τον τρόπο που έγινε. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Με γνώμονα ότι αποδέχθηκα την μαρτυρία του Κατηγορούμενου ως αξιόπιστη και αληθινή, γεννιέται το ερώτημα πως γίνεται σ΄ ένα δρόμο που σύμφωνα με την θέση της Κατηγορούσας Αρχής η ορατότητα ήταν απεριόριστη η Μ.Κ.2 να μην δει τον Κατηγορούμενο και επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα «Ζ». Από τον τρόπο της σύγκρουσης φαίνεται, ότι πράγματι η σύγκρουση έγινε στην λωρίδα της Μ.Κ.2 με τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος περιέγραψε στο Δικαστήριο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 7.1.1008 και περί ώρα 1720 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής DAV 191 στον δρόμο Πάφου - Πόλης Χρυσοχούς, την ίδια ώρα ερχόταν εξ αντιθέτου η Μ.Κ.2 με αυτοκίνητο τύπου Nissan. Σε κάποιο σημείο του δρόμου η Μ.Κ.2 επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα Ζ που βρισκόταν μπροστά της, δυστυχώς όμως η ίδια δεν έλεγξε ικανοποιητικά τον δρόμο και επιχειρώντας να προσπεράσει δεν πρόσεξε το όχημα που ερχόταν εξ αντιθέτου και οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Kατηγορούμενος για να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση, να εισέλθει ενστικτωδώς στη δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του. Η Μ.Κ.2 στην συνέχεια αφού απέτυχε να προσπεράσει προσπάθησε να μπει ξανά στην λωρίδα της, με αποτέλεσμα να γίνει η σύγκρουση με τον τρόπο που έγινε και με τις συγκεκριμένες ζημιές επί των δύο οχημάτων. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ασθενοφόρο το οποίο διακόμισε τους δυο οδηγούς στο Νοσοκομείο και στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 Αστ.2190 ανέλαβε και την διερεύνηση της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην υπό εξέταση περίπτωση φαίνεται ότι η σύγκρουση στο σημείο Χ ήταν 430 μέτρα από το κυγκλίδωμα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ο οποίος ετοίμασε και το σχέδιο της σκηνής η λωρίδα ήταν 305 μέτρα· αν αφαιρέσει κανείς, το 180 που αφορά το χρησιμοποιήσιμο μέρος της ασφάλτου και του χωμάτινου παγκέτου παραμένουν 250 μέτρα. Άρα λοιπόν το σημείο Χ ήταν 55 εκατοστά από την διακεκομμένη γραμμή. Λαμβάνοντας υπόψη την θέση του Κατηγορούμενου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αυτή είναι πιο λογική και συνάδει πλήρως με την πραγματική μαρτυρία, αφού ο κατηγορούμενος επαναλάμβανε ότι η Μ.Κ.2 επιχείρησε να μπει ξανά στην λωρίδα της αφού απέτυχε να προσπεράσει και κατά την προσπάθεια της αυτή συγκρούστηκε με το όχημα του στη πισινή αριστερή πόρτα. Να σημειωθεί ότι το όχημα της Μ.Κ.2, ήταν μήκους 1.70 και άρα αφού το σημείο Χ ήταν 55cm επιβεβαιώνεται και με την πραγματική μαρτυρία η θέση του Κατηγορούμενου, ότι η Μ.Κ.2 προσπάθησε πράγματι να επαναφέρει το όχημα της πίσω στη λωρίδα της. Το όχημα της ήταν σχεδόν στην μέση του δρόμου και σίγουρα δεν ήταν στην δική της λωρίδα. Δεν είναι λογική η θέση η οποία εκφράστηκε από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ότι η Μ.Κ.2 ήταν στην λωρίδα της γιατί οι ζημιές καταρχήν δεν θα προκαλούνταν στα συγκεκριμένα σημεία. Το σημείο Χ δεν θα ήταν 55 εκ πριν την διαχωριστική γραμμή αλλά στο κέντρο της λωρίδας που κινείτο η Μ.Κ.2. Ούτε είναι λογική η θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 για το ότι η Μ.Κ.2 προσπέρασε τελικά το Ζ και μπήκε στη δική της λωρίδα γιατί η σύγκρουση, η οποία έγινε σύμφωνα με την δική της θέση απότομα και ξαφνικά, ίσως να εμπλέκετο και το όχημα Ζ πράγμα που δεν αναφέρθηκε από κανένα ούτε και από τον Μ.Κ.3 ο οποίος σύμφωνα με αυτά που είπε στο Δικαστήριο θα έπρεπε να ήταν μπροστά του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρώ πως είναι ξεκάθαρο ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου περάν πάσης λογικής αμφιβολίας ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο