← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιχάλη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 8771/2009, 19 Νοεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιχάλη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 8771/2009, 19 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8771/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Μιχάλη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κος Μάντης για κα Π. Αθηνοδώρου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 111/89 και Νόμο 181

(1)/
  1. Η κατηγορία του αδικήματος ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του ότι στις 20 Δεκεμβρίου του 2007, ο Κατηγορούμενος λόγω απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως, οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAM 170 στην οδό Μιχτάτ Ππασιά στο Μούταλο της Επαρχίας Πάφου, επέφερε το θάνατο, στο Θέμη Σάββα τέως από Μούταλο. Ακούστηκαν 2 μάρτυρες κατηγορίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και κατατέθηκαν 13 Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και παραδεκτών γεγονότων τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών, κατατέθηκαν τεκμήρια ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο 86/
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την υπόθεση της η δικηγόρος του Κατηγορούμενου ήγειρε σύμφωνα με το Άρθρο 74(Ι)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Ήταν η θέση της κας Αθηνοδώρου ότι η μαρτυρία η οποία είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν απόδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι ο πελάτης της θα πρέπει να αθωωθεί από το στάδιο αυτό, κατέθεσε δε κείμενο γραπτών αγορεύσεων το οποίο υποστήριζε την θέση της. Σημείωσε δε, ότι από την μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε με κανένα τρόπο η αμέλεια του Κατηγορούμενου κατά την οδήγηση του οχήματος του στις 20 Δεκεμβρίου 2007, αφού με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος ενήργησε σαν μέσος συνετός οδηγός και όχι απερίσκεπτα, αλόγιστα επιφέροντας τον θάνατο του Θέμη Σάββα από τον Μούτταλο. Η κα Αθηνοδώρου ανάλυσε εκτενώς την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση πάντοτε όχι μόνο την συμπεριφορά του θύματος αλλά και την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, την οποία και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν στο Δικαστήριο η οποία είχε σχέση με την οδική του συμπεριφορά. Ήταν η θέση της, ότι από την μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απόδειξε την αλόγιστη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθεί το εν λόγω θανατηφόρο δυστύχημα και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Από την άλλη η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ο Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία αφού αποδείχθηκαν αυτά που έχει θέσει η νομολογία ως κριτήρια για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Σύμφωνα με τον Νόμο σε τέτοιες περιπτώσεις για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄ αυτό αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι παράμετροι οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας - v - Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑΔ στη οποία υιοθετήθηκε η πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queens Bench). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης υπόθεσης. Η προσέγγιση του ιδίου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 όπου αναφέρονται τα εξής: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν είναι να προβεί στην λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Το Δικαστήριο κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του Κατηγορούμενου. Το έργο της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση του Κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί, όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλπ. Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, Στην παρούσα υπόθεση κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία 2 μάρτυρες, ο μεν πρώτος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης Λοχ.1289 Πάμπος Αναστάση και ο ΜΚ2 Μαρίνος Αριστοδήμου (φίλος του θύματος). Ο Μ.Κ.1 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι στις 20/12/1007 και περί ώρα 1945 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στη οδό Μιχτάτ Πασιά παρά την συμβολή της με την οδό Ιωνίας στη Πάφο. Κατά την άφιξη του στην σκηνή βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Ενεχόμενα οχήματα, ήταν το όχημα του Κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής DAM170 και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής KQG480 το οποίο οδηγείτο από το θύμα. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε στην συνέχεια όλες τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος σε σχέση με την διερεύνηση του δυστυχήματος, κατέθεσε δε σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοιμάστηκε από τον ίδιο (τεκ.5). Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, την ορατότητα, τα εμπόδια που υπήρχαν στον δρόμο και τα οποία υπήρχαν πάντοτε σε σχέση με την πορεία που είχε ο κατηγορούμενος και ο μάρτυρας έδωσε τις δικές του απαντήσεις σε σχέση με τα θέματα αυτά, προσπαθώντας να δώσει στο Δικαστήριο μια σαφή εικόνα του σημείου που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Ο Μ.Κ.2 Μαρίνος Αριστοδήμου κατέθεσε στο δικαστήριο ακριβώς τι έγινε το συγκεκριμένο βράδυ που ήταν με τον φίλο του, το θύμα, σε σχέση πάντοτε με την οδική τους συμπεριφορά. Ο μάρτυρας αυτός επίσης αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με τον τρόπο που οδηγούσε αυτός και ο φίλος του στον εν λόγω δρόμο. Ο μάρτυρας, έδωσε την δική του θέση σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων της συγκεκριμένης νύχτας καθώς και τον τρόπο που οδηγούσαν και οι δύο στα μοτοποδήλατα τους( την ταχύτητα, το ότι οδηγούσαν και ήταν πλάι πλάι κ.λ.π). Έρχομαι τώρα να εξετάσω την κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Απαιτείται η απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στη βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στη R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλο, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απλή απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι όλα τα θέματα τα οποία η νομολογία έχει πραγματευτεί για την απόδειξη ή μη των στοιχείων του αδικήματος, (επικίνδυνη, αλόγιστη κλπ) απαιτούν αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την απόδειξη της παρούσας υπόθεσης, και σίγουρα κάτι τέτοιο δεν μπορεί το Δικαστήριο να κάνει στο στάδιο αυτό. Εν όψει όλων των αρχών τις οποίες έχω ήδη αναφέρει κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, δηλ. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για τα οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι βέβαια η θέση του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία είναι τέτοια που δεν περιέχει αντιφάσεις τέτοιες οι οποίες επίσης να οδηγήσουν το δικαστήριο από το στάδιο αυτό στην απαλλαγή του Κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι αν ασχοληθώ με όλα τα ενδιαφέροντα κατά τα άλλα το οποία με παρέπεμψε η κα Αθηνοδώρου θα υπεισέλθω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας πράγμα το οποίο δεν μου επιτρέπεται στο στάδιο αυτό. Όλα τα θέματα τα οποία η υπεράσπιση με παρέπεμψε στην εμπεριστατωμένη αγόρευση της, σίγουρα είναι θέματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατά την διαδικασία ενδελεχούς μελέτης για το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και σίγουρα όχι στο στάδιο αυτό. Χωρίς λοιπόν να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται όλες τις προϋποθέσεις που έχει θέσει ο νόμος και η Νομολογία και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του (Υπ.) .......... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.