← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μανώλης Κουτσουρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7601/2009, 26 Νοεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μανώλης Κουτσουρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7601/2009, 26 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7601/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Μανώλης Κουτσουρίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κα Θ. Φιλίππου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κιν. Νόμου 86/72 όπως τον έχει τροποποιήσει ο Νόμος 166/87 και 80

(1)
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 19.9.2008 στον κύριο δρόμο Κισσόνεργας - Πάφου, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΒΒL 704, χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε δυο μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1 Αστ. 2417, Α. Χαραλάμπους και την Μ.Κ.2 Νάντια Πεχλιβανίδου. Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης, κατάθεσε ότι στις 19.9.2008 και στις 15.50, επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επισυνέβη στον δρόμο Κισσόνεργας - Πάφου και συγκεκριμένα απέναντι από την είσοδο του ξενοδοχείου «Pafian Sun» στην Κισσόνεργα. Ενεχόμενοι στο εν λόγω δυστύχημα, ήταν ο οδηγός του οχήματος BBL 704 Μανώλης Κουτσουρίδης (ο Κατηγορούμενος) και η πεζή Νάντια Πεχλιβανίδου. Κατά την άφιξη του στην σκηνή, ο Μ.Κ.1, παρατήρησε, ότι το διπλοκάμπινο όχημα το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, μετακινήθηκε από την τελική του θέση, ενώ η πεζή (Μ.Κ.2) βρισκόταν ξαπλωμένη στην αριστερή πλευρά έξω από τον δρόμο, με τραύματα στο δεξί χέρι, ανοιχτό τραύμα στο δεξιό γόνατο καθώς και αιμορραγία στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, γι' αυτό και στην συνέχεια, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο Μ.Κ.1 προέβη στην συνέχεια στις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο στην συνέχεια μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχά) και τα οποία εξήγησε στην συνέχεια στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το Χ απέχει δύο μέτρα, από την μεριά του δρόμου. Ο δρόμος ήταν συνολικού συνολικού πλάτους 6,20 και η ορατότητα και στις δύο κατευθύνσεις ήταν αρκετή. Η πορεία της πεζής, αποτυπώνεται με το σημείο Β, όπου φαίνεται η πορεία που ακολούθησε, από την στιγμή που η ίδια κατέβηκε από το λεωφορείο μέχρι να διασταυρώσει το δρόμο. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήρια 4 και 5 την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και την γραπτή κατηγορία. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 το λεωφορείο, το οποίο ήταν σταθμευμένο και αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα με το σημείο «Γ», απείχε από την μεριά του δρόμου, 0.75 μέτρα και 0.90 μέτρα κατά μήκος του δρόμου. Στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ1 ανέφερε, τι τον οδήγησε να τοποθετήσει το Χ στο συγκεκριμένο σημείο και αυτό ήταν οι κηλίδες αίματος της ΜΚ2 επί της ασφάλτου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, η πεζή διένυσε σχεδόν όλο το πλάτος της λωρίδας που κινείτο ο Κατηγορούμενος (2 μέτρα) και απέμεινε μόνο η απόσταση 1.10 από την άσπρη διαχωριστική γραμμή. Επανέλαβε δε, ότι το λεωφορείο δεν εφαπτόταν του δρόμου, αλλά είχε απόσταση από την μεριά του δρόμου 0.70 και 0.95 μέτρα αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε, σε ερώτηση της Υπεράσπισης, αν η πεζή ιστάμενη στο δρόμο, μπορούσε να δει αν υπήρχε αυτοκίνητο ή όχι, αυτός απάντησε ότι μπορούσε. Η Μ.Κ.2 Νάντια Πεχλιβανίδου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση της η Μ.Κ.2, ανέφερε ότι πριν εισέλθει στον δρόμο επειδή δεν μπορούσε να κοιτάξει δεξιά αν ερχόταν αυτοκίνητο, επειδή βρισκόταν το λεωφορείο, αναγκάστηκε να μπει λίγο μέσα στον δρόμο για να έχει ορατότητα. Είδε το αυτοκίνητο 3 μέτρα περίπου από την ίδια. Στην κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.2 ανάφερε, ότι επειδή δεν είχε ορατότητα μπήκε στον δρόμο και όταν στάθηκε μπροστά από το λεωφορείο, δεν είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και το είδε ξαφνικά μόλις έκανε δύο τρία βήματα και μετά ένιωσε ένα χτύπημα στο πόδι. Κατά την αντεξέταση, αμφισβητήθηκε έντονα η θέση που προέβαλε η μάρτυρας ότι έλεγξε το δρόμο προτού αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι έλεγξε δεξιά και αριστερά και δεν είδε αυτοκίνητο, γι' αυτό και ξεκίνησε κανονικά, με κανονικό βήμα να διασταυρώνει το δρόμο. Δεν πρόλαβε να κάνει δύο τρία βήματα και είδε το όχημα του Κατηγορούμενου. Υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι, στη θέα του οχήματος του Κατηγορούμενου, αυτή για να αποφύγει την σύγκρουση, και να σταματήσει, γλίστρησε και έπεσε στην άσφαλτο. Ήταν η θέση της ότι αισθάνθηκε το κτύπημα, αλλά απ' εκεί και ύστερα, δεν θυμάται απολύτως τίποτα. Η Μ.Κ.2 αρνήθηκε τέλος, ότι δεν έλεγξε τον δρόμο ή ότι έτρεχε κατά την στιγμή που διασταύρωνε το δρόμο και ήταν η θέση της ότι έλεγξε δεξιά, αριστερά και αφού δεν είδε αυτοκίνητα να έρχονται άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο. Το όχημα του Κατηγορούμενου το είδε ξαφνικά μπροστά της, ένοιωσε το κτύπημα και μετά δεν θυμάται τίποτα. Μετά το κλείσιμο την υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)Β Κεφ. 155 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης. Ο Κατηγορούμενος στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία Τεκμήριο 4. Σύμφωνα με αυτό, ο ίδιος κινείτο στον εν λόγο δρόμο οδηγώντας το όχημα του με αριθμούς εγγραφής BBL 704 με συνοδηγό τον αδελφό του και στο πίσω κάθισμα κάποιο άλλο πρόσωπο. Η ταχύτητα του σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ήταν χαμηλή και όταν το αυτοκίνητο του βρισκόταν στο κέντρο του σταθμευμένου λεωφορείου, ξεπρόβαλε μπροστά από αυτό, μία κοπέλα τρέχοντας προφανώς για να διασταυρώσει. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ενστικτωδώς αυτός οδήγησε το αυτοκίνητο του στην δεξιά πλευρά του δρόμου για να μην κτυπήσει την πεζή. Στην συνέχεια, ανέφερε τι έκανε σε σχέση με την πεζή, αφού ειδοποίησε ασθενοφόρο το οποίο την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη. Ο Κατηγορούμενος αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ο ίδιος όμως επανέλαβε όσα ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία, επαναλαμβάνοντας ότι η ταχύτητα του ήταν 45 - 50 χιλιόμετρα το πολύ και ότι είδε την Μ.Κ.2 εντελώς ξαφνικά μπροστά του ενάμιση μέτρο περίπου, όπως ανέφερε, για πρώτη φορά. Ήταν η θέση του, ότι η ίδια η μάρτυρας ποτέ της δεν σταμάτησε μπροστά από το λεωφορείο για να ελέγξει, αλλά μπήκε απότομα για να διασταυρώσει τον εν λόγω δρόμο χωρίς να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο αδελφός του Κατηγορούμενου, Λάζαρος Κουτσουρίδης, ο οποίος ανέφερε τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη του την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα. Ο μάρτυρας, ο οποίος ήταν συνοδηγός του οχήματος του Κατηγορούμενου, ανέφερε, ότι ενώ ο αδελφός του οδηγούσε στον εν λόγω δρόμο, ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά τους μια κοπέλα, η οποία, στην προσπάθεια της να διασταυρώσει το δρόμο όταν τους είδε, δηλαδή αυτόν και τον αδελφό του, που οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα, δεν πρόλαβε να σταματήσει και λόγω του ότι αυτή φορούσε παντόφλες καλοκαιρινές ήταν «ξυπόλυτη» σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι παντόφλες έσπασαν και αυτή έπεσε κάτω. Ο μάρτυρας επίσης αντεξετάστηκε, σε σχέση με την οδική συμπεριφορά που είχε ο Κατηγορούμενος, και σε σχέση με τις ενέργειες της πεζής και ήταν η θέση του, ότι η Μ.Κ.2 ξεπρόβαλε μπροστά τους ξαφνικά. Ο αδελφός του μη μπορώντας να αντιδράσει έστριψε το αυτοκίνητο του για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στις υποβολές της Κατηγορούσας Αρχής, ότι η πεζή σταμάτησε για να δει την τροχαία κίνηση για να αποφασίσει αν θα διασταυρώσει ή όχι, αυτός απάντησε ότι ούτε είδε την Μ.Κ.2 να ελέγξει αλλά ούτε σταμάτησε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση καθ' ότι κατέθεσε με σαφή και θετικό τρόπο, μεταφέροντας στο Δικαστήριο, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα τα ευρήματα του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο αποτελεί την πραγματική μαρτυρία και στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της κατηγορίας. Αποτελεί δε περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που οδήγησαν συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Αποδέχομαι την μαρτυρία του και τον ίδιο, σαν μάρτυρα της αλήθειας. Η Μ.Κ.2 Νάντια Πεχλιβανίδου, σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Όμως η ίδια, είναι η θέση μου ότι σε επιμέρους θέματα, απέκρυψε γεγονότα τα οποία ίσως να δυσχέραναν την θέση της στο εδώλιο του μάρτυρα, γι΄ αυτό ακριβώς κάποια σημεία της μαρτυρίας της, δεν συνάδουν με την λογική. Σύμφωνα με την ίδια, αυτή κοίταξε δεξιά και αριστερά και μετά άρχισε να διασταυρώνει περπατώντας. Αυτό δεν συνάδει με την λογική, αφού η Μ.Κ.2 δεν υπήρχε λόγος να κοιτάξει αριστερά, για να αποφασίσει να διασταυρώσει. Να σημειωθεί δε, ότι στην κατάθεση της η μάρτυρας, δεν αναφέρει αυτή την λεπτομέρεια, παρά μόνο ότι «αναγκάστηκα να μπω λίγο μέσα στο δρόμο για να έχω καλή ορατότητα. Το αυτοκίνητο το είδα μόλις εισήλθα στο δρόμο και σε απόσταση από εμένα 3 μέτρα περίπου». Η θέση της μάρτυρας ότι δεν μπορούσε να δει και γι' αυτό μπήκε λίγο μέσα στο δρόμο, αντικρούεται με την μαρτυρία του Μ.Κ.1 την οποία έκανα αποδεκτή σε συνδυασμό με το τεκμήριο 3, σύμφωνα με το οποίο το λεωφορείο απείχε 0.90 από τη θέση που η Μ.Κ.2 θα επιχειρούσε να διασταυρώσει, και άρα θα μπορούσε να σταθεί έξω από το δρόμο αφού υπήρχε η εν λόγω απόσταση και να ελέγξει ικανοποιητικά, αν ερχόταν αυτοκίνητο ΜΟΝΟ από δεξιά και μετά να επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο. Δεν υπήρχε λόγος όπως έχει αποτυπωθεί το σχέδιο, σύμφωνα με αυτή, να μπει στο δρόμο για να δει αν ερχόταν αυτοκίνητο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στις 19.9.2008 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής BBL 704 στο δρόμο Κισσόνεργας - Πάφου της Επαρχίας Πάφου. Την ίδια ώρα η Μ.Κ.2 κατέβηκε από το λεωφορείο, το οποίο στάθμευσε στην θέση Γ (τεκμήριο 4) και ακολούθησε την πορεία Β. Ο Κατηγορούμενος είδε την Μ.Κ.2 ξαφνικά μπροστά του σε απόσταση ενάμιση με δυο μέτρα και μη μπορώντας να αντιδράσει προσπάθησε να την αποφύγει, οδηγώντας το αυτοκίνητο του δεξιότερα σύμφωνα με την πορεία του. Εκείνη την στιγμή η Μ.Κ.2 έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε με τις σωματικές βλάβες τις οποίες η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της. Το όχημα του Κατηγορούμενου δεν ήρθε σε επαφή με την Μ.Κ.2, για να την κτυπήσει και να της προκαλέσει τις συγκεκριμένες σωματικές βλάβες αφού η μάρτυρας στη θέση του οχήματος του Κατηγορούμενου γλίστρησε και έπεσε στο έδαφος. Ο Μ.Κ.1 μετέβη στην σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο (τεκμήρια 3 και 4) ενώ η Μ.Κ.2 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορούμενου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Στην υπόθεση Αβραάμ Αβραάμ v. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1ΑΑΔ 50 ο εφεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέσχιζε πεζός με κανονικό βηματισμό τον δρόμο, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Στον τόπο του δυστυχήματος ο δρόμος είχε πλάτος 8 μέτρα και ήταν ευθύς. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα χτύπησε τον πεζό αφού είχε διανύσει 7,25 μέτρα του πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,75 μέτρα για να φθάσει απέναντι στο χωμάτινο κράσπεδο. Το αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,90 μέτρα πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στον εφεσείοντα. Βάση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε η παράλειψη του εφεσείοντα να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, παράλειψη, η οποία τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα τον εφεσίβλητο και να λάβει τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. Στην υπό εξέταση υπόθεση η πεζή διένυσε 2 μέτρα από την άκρη του δρόμου, όταν κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη, την πορεία που είχε η Μ.Κ.2 τον τρόπο με τον οποίο αποφάσισε αυτή να διασταυρώσει την θέση που το λεωφορείο ήταν σταθμευμένο (σημείο Γ) αφού είναι από το συγκεκριμένο σημείο που αποφάσισε η μάρτυρας να διασταυρώσει και να ξεκινήσει την πορεία της, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε την ευκαιρία να αντιδράσει διαφορετικά, ούτως ώστε να μην προκληθούν οι τραυματισμοί της πεζής στην θέα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο, ότι η οδική αυτή συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρξε αμελής, αφού αυτή συνάδει με την συμπεριφορά που θα επιδείκνυε υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός και συνετός οδηγός. Ο τρόπος που εισήλθε η πεζή στο δρόμο, η απόσταση που είχε για να αντιδράσει ο οδηγός όταν την είδε για πρώτη φορά (σε συνδυασμό πάντοτε με την θέση του λεωφορείου) δεν άφηναν άλλα περιθώρια στον Κατηγορούμενο παρά να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, ορθά εντός του πλαισίου του μέσου συνετού οδηγού. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου περάν πάσης λογικής αμφιβολίας ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.