Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CRISTIAN ARUXANDEI, Αρ. Υπόθεσης: 9921/10, 30.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9921/10 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CRISTIAN ARUXANDEI Ημερομηνία: 30.11.2010. Για κατηγορούσα αρχή: κα Ξενοφώντος. Για κατηγορούμενο: κ. Νικήτα. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου Νόμου (κατηγορία 2), παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 3) και απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ), 12
(1)
(2)
(5)και 19
(2)του Κεφ. 105 (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2 ο κατηγορούμενος στις 22.7.10 στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €20 στην κλειδαριά του παραθύρου του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΤΡ262, περιουσία του Ματθαίου Ματθαίου, από την Πάφο και έκλεψε από το εν λόγω αυτοκίνητο ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας MSI αξίας €500, ένα τσαντάκι χρώματος μαύρου εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €100, μία φωτογραφική μηχανή μάρκας Panasonic Lumix G1 χρώματος μαύρου αξίας €500, ένα χαρτοφύλακα χρώματος μαύρου αξίας €50, διάφορα έγγραφα και το φάκελο πολιτικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 787/2010, όλα περιουσία του Ματθαίου Ματθαίου από την Πάφο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 4, ως αυτές τροποποιήθηκαν με άδεια του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ενώ είναι αλλοδαπός από τη Ρουμανία, ο οποίος την 1.4.10 απελάθηκε από την Κύπρο βάσει διατάγματος κράτησης και απέλασής του και τα στοιχεία του βρίσκονται στον κατάλογο STOP LIST ως απαγορευμένος μετανάστης, από άγνωστη ημερομηνία του μηνός Μαΐου 2010 μέχρι 5.8.10, βρισκόταν και διέμενε παράνομα στην Κύπρο, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Πρέπει να λεχθεί ότι αρχικά ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή στις κατηγορίες 3 και 4. Έτσι για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στις κατηγορίες 1 και 2 κατέθεσαν 7 μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1, 2, 3, 4, 5 και 7 καθώς και κάποια άλλα σχετικά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1 και 2 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία. Μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 δεν συνήδαν με την παραδοχή του σε αυτές. Έτσι καταχωρήθηκε από το Δικαστήριο μη παραδοχή και δόθηκε άδεια στην κατηγορούσα αρχή να καλέσει μάρτυρες προς απόδειξη των εν λόγω κατηγοριών. Για το σκοπό αυτό κλήθηκαν και κατέθεσαν άλλοι δύο μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας και αυτής της μαρτυρίας το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 3 και 4 και αφού του εξηγήθηκαν εκ νέου τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές. Προς υπεράσπιση του κάλεσε δε 3 μάρτυρες. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι μετά το πέρας της μαρτυρίας αυτής με άδεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 74
(1)(ε) του Κεφ. 155 κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή άλλος ένας μάρτυρας προς αντίκρουση κάποιων από τους ισχυρισμούς της Μ.Υ.1. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων και του κατηγορούμενου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Χρύσανθος Τρισελιώτης, ο οποίος υπηρετεί στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα του, την πείρα του και τις γνώσεις του καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.1 είναι εμπειρογνώμονας στην λήψη, ταξινόμηση, ταξιθέτηση, φωτογράφηση, σύγκριση και αναγνώριση δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων καθώς και στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε τα αποτυπώματα που εντοπίσθηκαν, αποσπάσθηκαν και παραλήφθηκαν από το πισινό αριστερό παράθυρο του οχήματος ΕΤΡ262 (στο εξής το επίδικο όχημα) εξωτερικά στις 22.7.10 (Α.Χ.1-Α.Χ.3 - τεκμήριο 10) και τα σύγκρινε με τα δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο στις 9.8.10 (τεκμήριο 11). Μετά την εξέταση αυτή κατέληξε στην ουσία στο συμπέρασμα ότι τα αποτυπώματα με τα διακριτικά Α.Χ.1-Α.Χ.3 (τεκμήριο 10) ταυτίζονται πλήρως στα χαρακτηριστικά τους σημεία με αυτά του κατηγορούμενου (τεκμήριο 11) και συνεπώς ανήκουν σε αυτόν. Συγκεκριμένα κατέληξε ότι ταυτίζονται απόλυτα ως προς τα χαρακτηριστικά τους: το ένα από τα δύο αποτυπώματα με διακριτικά Α.Χ.1 (αυτό που βρίσκεται στο άνω μέρος) με το αποτύπωμα του αριστερού μεσαίου του κατηγορούμενου, το άλλο αποτύπωμα με διακριτικά Α.Χ.1 (αυτό που βρίσκεται στο κάτω μέρος) με το αποτύπωμα του αριστερού δείκτη του κατηγορούμενου και τέλος τα αποτυπώματα με διακριτικά Α.Χ.2 και Α.Χ.3 με τα αποτύπωμα μέρους της αριστερής παλάμης του κατηγορούμενου. Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.1 εξήγησε ότι ένα δακτυλικό αποτύπωμα δημιουργείται όταν πιεστεί η επιφάνεια ενός δακτύλου ή μιας παλάμης πάνω σε μια επιφάνεια καθώς και τα χαρακτηριστικά που υπάρχουν σε ένα τέτοιο αποτύπωμα με βάση τα οποία και γίνεται η σύγκριση. Εξήγησε επίσης με λεπτομέρεια πως έκανε την σύγκριση στην παρούσα, η οποία κατέδειξε ότι τα αποτυπώματα ταυτίζονταν πλήρως ως προς 16 κοινά χαρακτηριστικά τους. Ανέφερε περαιτέρω ότι η φορά των αποτυπωμάτων με διακριτικά Α.Χ.1-3 (τεκμήριο 10) ήταν από πάνω προς τα κάτω με κλίση προς τα αριστερά δηλ. το χέρι από το οποίο τέθηκαν βρισκόταν με κατεύθυνση τον καρπό πάνω και τα δάκτυλα προς τα κάτω με κλίση προς τα αριστερά. Τέλος ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παρεμβολή άλλου προσώπου. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Υπήρξε σαφής και κατηγορηματικός στις θέσεις του και έδωσε αλλά και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του ούτε ο τρόπος της εξέτασης αλλά ούτε και το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του. Όσον αφορά το μάρτυρα αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση ανέφερε ότι είπε στην κατάθεση του ότι το τεκμήριο 10 παραλήφθηκε στις 29.7.10 από τον Αστ. 1830 ενώ στη μαρτυρία του είπε ότι παραλήφθηκε από τον Αστ. 2283, ο οποίος σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο, δεν ήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και η κατάθεση του δεν δόθηκε στην υπεράσπιση. Η θέση αυτή, πρέπει να λεχθεί, ότι μου προξενεί εντύπωση και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως προς τη σκοπιμότητα της με δεδομένο ότι κατέστη παραδεκτό γεγονός, με τη σύμφωνη πάντα θέση της υπεράσπισης, ότι ο Αστ. 2283 στις 29.7.10 παρέλαβε από τον Αστ. 1830 το τεκμήριο 10 και την ίδια μέρα το παρέδωσε στο Μ.Κ.
- Συνεπώς ούτε θέμα αξιοπιστίας του Μ.Κ.1 τίθεται αλλά ούτε και κενό ως προς τη διακίνηση του εν λόγω τεκμηρίου. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 1825 Ανδρέας Χριστοφίδης ειδικός φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνών, υπεύθυνος του Κλάδου Διερεύνησης Σκηνής Εγκλήματος στο ΤΑΕ Πάφου. Ο μάρτυρας αυτό στις 22.7.10 και περί ώρα 09:10 εξέτασε, στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, το επίδικο όχημα και προέβηκε σε δειγματοληψίες και σε δακτυλοσκοπικό έλεγχο αυτού. Ανέφερε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τις σχετικές διαπιστώσεις του και εξήγησε πως εντόπισε και απέσπασε από το εξωτερικό μέρος του πισινού αριστερού παράθυρου του οχήµατος, του οποίου η κλειδαριά ασφαλείας είχε παραβιασθεί, αποτυπώματα στα οποία έδωσε τα διακριτικά Α.Χ.1-3 (τεκμήριο 10). Περαιτέρω ανέφερε ότι από την πείρα του μια τέτοια κλειδαριά μπορεί να αφαιρεθεί είτε με φυσική βία είτε με τη χρήση κάποιων οργάνων. Όπως και ο Μ.Κ.1 έτσι και ο Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Εξήγησε με λεπτομέρεια τόσο τα όσα διαπίστωσε από την εξέταση του επίδικου οχήματος καθώς και όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη και απαντούσε στις ερωτήσεις που του έγιναν με σαφήνεια και με βάση τη λογική και την πείρα του στην εξέταση σκηνών και στη λήψη αποτυπωμάτων. Η όλη εικόνα του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Η δικαιολογία που έδωσε για τη μη φωτογράφηση του επίδικου οχήματος ήταν εύλογη και πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός αυτό με κανένα τρόπο δεν κατέστησε την εξέταση που έκανε ο μάρτυρας και την παρουσίαση των όσων διαπίστωσε στο Δικαστήριο ανεπαρκή ούτε και επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Ως εκ των άνω δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 3144 Πλαστήρας Σιμιλλίδης. Ο μάρτυρας αυτός στις 9.8.10 μεταξύ των ωρών 9:10-9:20 κατόπιν οδηγιών του Υπ/νου Μ. Νικολάου έλαβε, στην παρουσία του Αστ.1898, τα δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα του κατηγορούμενου (τεκμήριο 11). Τα αποτυπώματα λήφθηκαν µε τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου, η οποία δεν λήφθηκε από το μάρτυρα ούτε στην παρουσία αυτού αλλά λήφθηκε από τον Αστ.
- Ο μάρτυρας δεν είδε την εν λόγω συγκατάθεση αλλά ρώτησε πριν την λήψη των αποτυπωμάτων τον Αστ. 1898 αν υπήρχε τέτοια και εκείνος του απάντησε θετικά. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ. 1898 Λούης Γεωργιάδης. Ο μάρτυρας αυτός έλαβε στις 6.8.10 με τη βοήθεια διερμηνέα της ρουμανικής γλώσσας ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήρια 8Α και 8Β). Περαιτέρω στις 9.8.10 πριν τις 8:30 με τη βοήθεια και πάλι της ίδιας διερμηνέα, έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος και υπέγραψε αυτή, για λήψη μεταξύ άλλων και αποτυπωμάτων (τεκμήριο 18). Περαιτέρω την ίδια μέρα και ώρα 08:35 κατόπιν οδηγιών του Υπ/νου Μ. Νικολάου πήρε μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 17), η οποία λήφθηκε με τη βοήθεια της ίδιας προαναφερόμενης διερμηνέα, επιχρίσµατα από τη δεξιά και την αριστερή του παρειά. Τόσο ο Μ.Κ.3 όσο και ο Μ.Κ.4 μου έκαναν καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία τους απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους έγιναν και ήταν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία τους. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με την αμφισβήτηση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι τα αποτυπώματα του κατηγορούμενου λήφθηκαν με τη συγκατάθεση του ότι δεν αμφισβητήθηκε όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το τεκμήριο 11 αλλά ούτε και ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 17 και 18, όπου έθεσε τις υπογραφές του κάτω από σχετικό δακτυλογραφημένο κείμενο γραμμένα στα ρουμανικά. Ως εκ των άνω δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ως προς το νομότυπο της λήψης των αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου (τεκμήριο 11). Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Κώστας Μιναρής εργοδότης του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Ο μάρτυρας αυτός είναι ιδιοκτήτης επιπλοποιείου το οποίο βρίσκεται στη Βιοτεχνική Περιοχή Πάφου και είχε εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο και πριν την καταδίκη του σε φυλάκιση. Μάλιστα όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο περί τον Μάιο του 2010 ο μάρτυρας πήγε μαζί με την αδελφή του κατηγορούμενου στο αεροδρόμιο Πάφου και τον παρέλαβαν. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος ξανάρχισε δουλειά στο μάρτυρα μέχρι τις 28.7.10 που ο κατηγορούμενος ζήτησε να σταματήσει αφού θα μετακόμιζε, όπως και έγινε. Σε σχέση με τα ωράρια εργασίας των υπαλλήλων του ο μάρτυρας είπε στην κατάθεση του ότι όλοι για τις τελευταίες 45 μέρες πριν τη λήψη της κατάθεσης του (ημερ. 7.8.10) ξεκινούσαν μετά τις 09:30 λόγω της ζέστης και λόγω της φύσεως της δουλειάς τους. Ανέφερε δε ότι στις 22.7.10 ο κατηγορούμενος έπιασε δουλειά μετά τις 09:
- Ο μάρτυρας αυτός γενικά μου έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια ως ένας ανεξάρτητος μάρτυρας. Αυτό προκύπτει και από το ότι δεν διαφάνηκε να έχει οποιεσδήποτε διαφορές με τον κατηγορούμενο. Αντίθετα με ειλικρίνεια ανέφερε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά του κατηγορούμενου γιατί ήταν πολύ εργατικός και μάλιστα, ως προαναφέρθηκε, όταν επέστρεψε στην Κύπρο ο κατηγορούμενος ο μάρτυρας πήγε να τον παραλάβει από το αεροδρόμιο. Πέραν τούτου ο μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του γίνονταν, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από λογική και συνέπεια και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Το μόνο σημείο από τη μαρτυρία του το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι στις 22.7.10 ο κατηγορούμενος έπιασε δουλειά μετά τις 09:
- Αυτό γιατί στην αντεξέταση του ο μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε στην ουσία ότι στις 22.7.10 ο ίδιος δεν θυμάται τι ώρα πήγε στη δουλειά. Είπε σχετικά ότι καθημερινά πήγαινε μεταξύ των ωρών 09:00 με 09:
- Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί αν εκείνη την μέρα όταν ο ίδιος πήγε δουλειά ο κατηγορούμενος ήταν εκεί ούτε που ήταν δουλειά γιατί έκαναν και εξωτερικές εργασίες σε οικοδομή. Αυτό πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρία του δεν πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα σε βαθμό που να καθιστά τη μαρτυρία του μη αποδεκτή στο σύνολο της. Προφανώς η συγκεκριμένη θέση του μάρτυρα στηριζόταν στο ότι το ωράριο τους κατά τον επίδικο χρόνο ξεκινούσε για όλους η ώρα 09:30 και όχι σε πρόθεση του να ψευστεί. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Με μόνη λοιπόν εξαίρεση την πιο πάνω η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή. Συναφώς γίνεται δεκτή και η θέση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι εργοδοτούμενοι του έπιαναν δουλειά η ώρα 08:
- Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο παραπονούμενος στις κατηγορίες 1 και 2 Ματθαίος Ματθαίου, δικαστής τοποθετημένος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στη χρήση του επίδικου οχήματος καθώς και στις κινήσεις του με αυτό τόσο γενικά όσο και κατά τις προηγούμενες μέρες αλλά και στις 22.7.
- Περιέγραψε δε με αρκετή λεπτομέρεια και παραστατικότητα την κατάσταση του εν λόγω οχήματος ιδίως όσον αφορούσε την καθαριότητα των γυαλιών των παραθύρων του καθώς και τα όσα διαπίστωσε σχετικά λίγο πριν μεταβεί στις 22.7.10 και ώρα 07:40 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αλλά και τα όσα διαπίστωσε αργότερα η ώρα 08:45 όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο του και τις ενέργειες που έκανε στη συνέχεια. Ο μάρτυρας αυτό μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός και συνεπείς στα όσα κατέθεσε, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα είπε δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Αναφορικά με τα όσα είπε σε σχέση με το κατά πόσο η κλειδαριά του παραθύρου παραβιάσθηκε με φυσική βία ή με τη χρήση κάποιου αντικειμένου πρέπει να λεχθεί ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, μόνο να μαντέψει μπορούσε πως έγινε αυτό και τα όσα είπε σχετικά ήταν η προσωπική του γνώμη και όχι η γνώμη ενός ειδικού. Άλλωστε για το θέμα αυτό έδωσε τη γνώμη του ο Μ.Κ.2 ο οποίος προφανώς λόγω της πείρας του και της εκπαίδευσης του μπορεί να θεωρηθεί ως ειδικός. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 1760 Παναγιώτης Πελοπίδα. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ανέφερε επίσης ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο έκανε τις διορθώσεις που φαίνονται στο πίσω μέρος του τεκμηρίου
- Το εν λόγω τεκμήριο είναι έντυπο Αστ. 161 με το οποίο συνοδεύτηκε το τεκμήριο 10 και οι δειγματοληψίες παρειών του κατηγορούμενο στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας και στο Ινστιτούτο Γενετικής για να καταγραφεί η ώρα και ημερομηνία παραλαβής και να υπογράψει ο παραλήπτης. Στο έντυπο αυτό λοιπόν στην πίσω σελίδα στην στήλη «Από ποιον βρέθηκε» υπάρχουν δακτυλογραφημένα στοιχεία τα οποία είναι διορθωμένα με μελάνι. Αυτή τη διόρθωση, ως ανέφερε, την έκανε ο Μ.Κ.7 στο Δικαστήριο την πρώτη μέρα που κλήθηκε για να καταθέσει για την υπόθεση όταν κατά την επιθεώρηση του ανακριτικού φακέλου διαπίστωσε ότι είχαν γραφτεί λάθος τα στοιχεία των αστυνομικών. Σε σχέση με το θέμα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η ενέργεια αυτή του Μ.Κ.7 δεν φαίνεται να έγινε με σκοπό να παραπλανήσει ή να αλλοιώσει κάτι εφόσον με το έγγραφο αυτό μπορεί να διαπιστωθεί ποιος και πότε παρέλαβε τα τεκμήρια όταν μεταφέρθηκαν για εξετάσεις και όχι ποιος τα παρέλαβε αρχικά κάτι για το οποίο άλλωστε προσκομίσθηκε σχετική μαρτυρία και δη αυτή των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 που επιβεβαιώνει στην ουσία την ορθότητα της διόρθωσης. Όσον αφορά το πως συνδέθηκε αρχικά ο κατηγορούμενος με την υπόθεση ο Μ.Κ.7 ανέφερε στην ουσία ότι η σύνδεση του αυτή, στην οποία και στηρίχθηκε η έκδοση εντάλματος σύλληψης του, έγινε μέσω των αποτυπωμάτων αυτού τα οποία κρατούνταν νόμιμα από την Αστυνομία, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί στο παρελθόν, μέχρι την αποκατάσταση του. Αυτό δεν αποτελεί κάτι το μεμπτό εφόσον η ταυτότητα των αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου που βρέθηκαν στο επίδικο όχημα δεν αποδείχθηκε με αυτή τη μαρτυρία αλλά μετά από σύγκριση με τα δαχτυλικά αποτυπώματα που λήφθηκαν από αυτόν μετά τη σύλληψή του (τεκμήριο 11) (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με ενημέρωση που είχε από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής ο κατηγορούμενος δεν συνδέθηκε επιστημονικά με DNA. Ο Μ.Κ.7 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν σε σχέση με τις ενέργειες του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, οι θέσεις του ήταν σταθερές και λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς δέχομαι τη μαρτυρία του. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την παραλαβή και τη διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η απαραίτητη ύπαρξη της αδιάσπαστης αλυσίδας από την παραλαβή τους μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε η Τάσια Ππασιά Νικολαίδου, υπεύθυνη του Κλάδου Ευρωπαίων στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της το φάκελο του κατηγορούμενο σύμφωνα με τον οποίο αυτός κατάγεται από τη Ρουμανία και εναντίον του εκδόθηκε διατάγμα κράτησης (τεκμήριο 19) και διάταγμα απέλασης του (τεκμήριο 20) μετά από καταδίκη του σε φυλάκιση. Περαιτέρω στο φάκελο υπήρχε επιστολή απευθυνόμενη στον κατηγορούμενο ημερ. 30.3.10 (τεκμήριο 21). Τα διατάγματα αυτά ο κατηγορούμενος δεν τα προσέβαλε. Περαιτέρω τα στοιχεία αυτού τέθηκαν στις 26.4.10 στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων ως απαγορευμένου μετανάστη. Σύμφωνα με τη μάρτυρα από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος απελάθηκε και είναι απαγορευμένος μετανάστης δεν μπορούσε να επανέλθει στη Δημοκρατία πριν την πάροδο 10 χρόνων από την ημερομηνία απέλασης του. Η μαρτυρία της Μ.Κ.8 πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε ο Αστ. 2862 Βαρνάβας Ζαβρός, ο οποίος υπηρετεί στο γραφείο επιχειρήσεων της ΥΑΜ Λευκωσίας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την 1.4.10 μετέβηκε με τον Αστ. 1707 στις Κεντρικές Φυλακές όπου αποφυλάκισε τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια τον επανασυνέλαβε βάση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (τεκμήρια 19-20) για το λόγο ότι καταδικάσθηκε σε 12 μήνες φυλάκιση για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφίας και απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο κατηγορούμενος κατά τη μεταφορά του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενημερώθηκε για την έκδοση των διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο προφορικά ότι μετά που μπήκε στη φυλακή δεν μπορούσε να μένει πλέον στην Κύπρο και έπρεπε να πάει στη χώρα του και ότι μετά από 10 χρόνια μπορούσε να επιστρέψει. Περαιτέρω ο μάρτυρας επέδωσε στον κατηγορούμενο αντίγραφο της επιστολής τεκμήριο 21 (δηλ. αντίγραφο του τεκμηρίου 24) το οποίο προηγουμένως υπέγραψε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο μάρτυρας. Ακολούθως την ίδια μέρα η ώρα 22:00 ο κατηγορούμενος απελάθηκε για τη χώρα του με την πτήση RO
- Πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, η οποία στην αντεξέταση του αρκέσθηκε να τον ρωτήσει τι έκανε μετά τις 07:00 της 2.4.10 όταν σχόλασε από την εργασία του. Προφανώς η στάση αυτή της υπεράσπισης στηρίχθηκε στο ότι ο Μ.Κ.9 στην κατάθεση την οποία υιοθέτησε στο Δικαστήριο αναφέρει ότι «Στις 1.4.10 ανέλαβα καθήκον από τις 19:00-07:00 της 2.4.10 όπου στη συνέχεια μετέβηκα με τον Αστ. 1707 στις Κεντρικές Φυλακές όπου αποφυλάκισα τον CRISTIAN ARUXANDEI ...». Από το σύνολο όμως της μαρτυρίας του Μ.Κ.9, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και από την οποία προκύπτει ότι αυτός απέλασε τον κατηγορούμενο την 1.4.10 με πτήση για την Ρουμανία η ώρα 22:00, κάτι που δεν απέκλεισε ούτε ο κατηγορούμενος, είναι προφανές ότι η αναφορά στην κατάθεση του έχει την έννοια ότι μετέβηκε στις κεντρικές φυλακές μετά την ανάληψη του καθήκοντος του η ώρα 19:00 της 1.4.10 και ότι απέλασε τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα και περί ώρα 22:00 και η ώρα 07:00 της 2.4.10 τελείωσε το καθήκον του και όχι ότι αμέσως μετά τη λήξη του καθήκοντος του έκανε τα πιο πάνω. Πρόκειται εμφανώς για κακή διατύπωση στην κατάθεση του, η οποία όμως δεν μεταβάλλει την ουσία της όλης μαρτυρίας του μάρτυρα. Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι η υπογραφή που παρουσιάσθηκε από το Μ.Κ.9 στο τεκμήριο 24 ως υπογραφή του κατηγορούμενου δεν είναι δική του πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η επιστολή τεκμήριο 24 στο κάτω μέρος της αναφέρει χειρόγραφα «Του επιδόθηκε στις 1/4/2010 και ώρα 21:00 το διάβασε και το υπόγραψε», κάτω απ΄ αυτό φέρει την υπογραφή του Μ.Κ.9 και κάτω απ΄ αυτό, επίσης χειρόγραφα, αναγράφει «Aruxandrei» που σύμφωνα με τον Μ.Κ.9 είναι η υπογραφή που έθεσε εκεί ο κατηγορούμενος. Η υπεράσπιση για να στηρίξει τη θέση της προσκόμισε, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, έγγραφα που σύμφωνα με την Μ.Υ.3 κόρη του κατηγορούμενου φέρουν την υπογραφή αυτού. Πέραν όμως αυτής της μαρτυρίας δεν προσκόμισε άλλη σχετική μαρτυρία. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση χωρίς τη μαρτυρία ειδικού επί του θέματος να καταλήξει σε συμπεράσματα κατά πόσο υπάρχει ταύτιση των υπογραφών. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι αυτές διαφέρουν πρέπει να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 24 η υπογραφή συνίσταται στο όνομα του κατηγορούμενου ολογράφως. Η μαρτυρία του Μ.Κ.9 ότι ήταν ο κατηγορούμενος που την έθεσε αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι αυτή δεν ομοιάζει με τις υπογραφές του κατηγορούμενου στα άλλα έγγραφα σε καμία περίπτωση δεν διαψεύδει τον Μ.Κ.9 ότι είναι ο κατηγορούμενος που την έθεσε. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω και η μαρτυρία του Μ.Κ.9 γίνεται δεκτή με την διευκρίνιση που έγινε. Τέλος ως Μ.Κ.10 κατέθεσε η Μανουέλλα Αποστούλ, διερμηνέας της ρουμανικής γλώσσας, η οποία κατέγραψε την κατάθεση της Μ.Υ.1 στα ρουμανικά και έκανε τη μετάφραση αυτής στα ελληνικά. Η μάρτυρας αυτή κλήθηκε στο Δικαστήριο μετά που δόθηκε σχετική άδεια προς αντίκρουση ισχυρισμών της Μ.Υ.1 ότι κάποια σημεία στην κατάθεση της τεκμήριο 25 δεν τα είπε η ίδια αλλά τα έγραψε η διερμηνέας και ότι η διερμηνέας αυτή συμβούλευσε κιόλας τη Μ.Υ.1 να πει κάποια πράγματα για το καλό τους. Η μάρτυρας αυτή εξήγησε με λεπτομέρεια και ειλικρίνεια το πως λήφθηκε η κατάθεση της Μ.Υ.1 στη ρουμανική γλώσσα (τεκμήριο 25) και πως ταυτόχρονα έγινε και καταγράφηκε πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά (τεκμήριο 25Α). Η μάρτυρας δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Μ.Υ.1 και ανέφερε στην ουσία ότι απλώς κατέγραφε στα ρουμανικά και ταυτόχρονα μετέφραζε στα ελληνικά αυτολεξεί τα όσα έλεγε η Μ.Υ.1 και όταν τελείωσε πρόσφερε στη Μ.Υ.1 την κατάθεση της να τη διαβάσει αλλά επειδή εκείνη της είπε ότι ήταν πολύ συγχυσμένη και δεν μπορούσε να διαβάσει τα γράμματα της μάρτυρα η μάρτυρας της την διάβασε. Πριν την υπογράψει η Μ.Υ.1 ρωτήθηκε από τον αστυνομικό που λάμβανε την κατάθεση και η μάρτυρας μετάφρασε κατά πόσο ήθελε να προσθέσει κάτι και αν είναι σωστά αυτά που γράφτηκαν και εκείνη είπε ότι δεν ήθελε να προσθέσει κάτι, ήταν σωστά όσα γράφτηκαν και την υπέγραψε σε όλες τις σελίδες. Σε κανένα σημείο η Μ.Υ.1 δεν ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη διαδικασία και να απαντήσει. Απαντούσε στις ερωτήσεις που τις γίνονταν καθαρά. Η Μ.Κ.10 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της περιέγραψε με σαφήνεια την όλη διαδικασία λήψης της κατάθεσης της Μ.Υ.1, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της έγιναν και οι θέσεις της ήταν σταθερές και στηρίζονταν στη λογική. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος αντίθετα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει ότι στις 22.7.10 δεν πήγε στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και δεν ήλθε σε επαφή με το επίδικο αυτοκίνητο καθώς και να δώσει μια εξήγηση για το πως, εάν τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο εν λόγω όχημα ήταν τα δικά του, τέθηκαν σε αυτό. Περαιτέρω προσπάθησε να πείσει ότι δεν γνώριζε ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης και ότι μετά την απέλαση του από την Κύπρο την 1.4.10 δεν επιτρεπόταν να επανέλθει στη Δημοκρατία πριν την πάροδο 10 ετών. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις, κάποιες θέσεις του φαίνεται ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ενώ κάποιες άλλες δεν είναι πειστικές και δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του τεκμήριο 8Α, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι είναι από τη Ρουμανία και ήρθε στην Κύπρο πριν από πέντε χρόνια. Είχε πάει οχτώ μήνες φυλακή για ένα πορτοφόλι που βρήκε. Μετά τη φυλακή τον έστειλαν πίσω στη Ρουμανία όπου έμεινε για δύο μήνες και επέστρεψε στην Κύπρο από το αεροδρόμιο Πάφου τον Μάιο του
- Στις 22.7.10 μεταξύ των ωρών 07:40 - 08:45 βρισκόταν στη δουλειά. Εκείνη τη μέρα δεν πήγε στο Νοσοκομείο. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ETP262 δεν το ξέρει και δεν έκλεψε τίποτα από αυτό. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν ελευθερώθηκε από τη φυλακή ρώτησε κάποιους από το «immigration» αν έχει εντάξει όλα τα χαρτιά και αν μπορεί να έρθει πίσω στην Κύπρο και πότε και του είπαν ότι μπορεί να επιστρέψει. Έπρεπε να ήταν στη φυλακή για 9 μήνες, έκανε 8 και έμεινε ακόμη ένας μήνας, δηλαδή είχε ακόμη ένα μήνα για να επιστρέψει από τη Ρουμανία στην Κύπρο. Του διάβασαν από ένα χαρτί πάνω στο οποίο αυτός υπέγραψε να τελειώσουν 9 μήνες φυλακή δηλ. 29.4.10 και μετά του είπαν ότι μπορεί να επιστρέψει στην Κύπρο 30.4.
- Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι την ημέρα της αποφυλάκισης του πήγαν δύο αστυνομικοί του «immigration» και τον παρέλαβαν και στη συνέχεια την ίδια μέρα δηλ. 1.4.10 αυτοί τον πήραν στο αεροδρόμιο και η ώρα 22:00 τον έβαλαν σε αεροπλάνο για απέλαση όμως δεν δέχθηκε ότι του είπαν ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα απέλασης ως απαγορευμένου μετανάστη. Δεν απέκλεισε δε ότι ο ένας εκ των δύο αυτών αστυνομικών ήταν ο Μ.Κ.
- Σε υποβολή ότι την 1.4.10 του επιδόθηκε και σχετική επιστολή που τον πληροφορούσε ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης είπε ότι όταν υπέγραψε τα χαρτιά για την ελευθερία του του έδειξαν ένα χαρτί το οποίο δεν ήθελε να υπογράψει και τότε κάποιος μάστρος της Αστυνομίας πήγε εκεί και του εξήγησε ότι ήταν απαγορευμένος για να επιστρέψει μέχρι τις 29.4.
- Σε ερώτηση πως συνεννοήθηκε με το πρόσωπο αυτό είπε ότι ήταν στα ελληνικά αλλά καταλάβαινε τις ημερομηνίες και του εξήγησαν ότι αν έλθει πίσω πριν τις 29.4.10 θα έχει πρόβλημα και ότι μπορεί να γυρίσει μετά τις 30.4.
- Η θέση του όμως αυτή πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε στο Μ.Κ.9 κατά την αντεξέταση του. Σε ερώτηση δε που ήταν γραμμένες αυτές οι ημερομηνίες είπε ότι μετά που είδε το όνομα του γραμμένο είδε και αυτές τις ημερομηνίες. Σε ερώτηση αν αυτός που του είπε τα πιο πάνω τα έγραψε κάτω και τα είδε απάντησε ότι ήταν ένα χαρτί δακτυλογραφημένο μαζί με τα άλλα χαρτιά τα οποία υπέγραψε αλλά αυτό δεν το υπέγραψε. Δεν είναι όμως λογικό εφόσον του είπαν αυτά που ισχυρίζεται να μην υπογράψει το εν λόγω έγγραφο. Είπε περαιτέρω ότι το ίδιο πράγμα του είπαν αυτού και της συζύγου του στο αεροδρόμιο και δύο αστυνομικοί που τον απέλασαν τους οποίους ρώτησε 3-4 φορές. Ούτε όμως αυτό υποβλήθηκε στο Μ.Κ.
- Όταν του υποβλήθηκε ότι του έδωσαν επιστολή ημερ. 30.3.10 όπου του ανέφεραν γραπτώς ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης και δεν επιτρεπόταν να έλθει στη Δημοκρατία απάντησε ότι δεν ξέρει για αυτό το χαρτί. Παρόλα αυτά ως έχει αναφερθεί η μαρτυρία του Μ.Κ.9, ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε στο τεκμήριο 24 και αντίγραφο αυτού του επιδόθηκε στη συνέχεια, δεν αμφισβητήθηκε. Όταν δε ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος κατά πόσο αυτά που ισχυρίζεται ότι του είπαν σε σχέση με το πότε μπορεί να επιστρέψει στην Κύπρο τα είπε στην κατάθεση του υπεκφεύγοντας είπε ότι ήξερε ότι μετά τις 29 μπορούσε να επιστρέψει. Όταν του υποβλήθηκε ξανά η ίδια η ερώτηση απάντησε ότι τότε ξέχασε να τους πει κάποια πράγματα γιατί ήταν πολύ συγχυσμένος. Σε επόμενη όμως σχετική ερώτηση είπε ότι δεν θυμάται αν το ανέφερε στην κατάθεση του, ούτε αν τον ρώτησαν, δεν τον ρώτησε κανένας και δεν του είπαν ότι διερευνούσαν εναντίον του αδικήματα παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία. Από την κατάθεση του όμως (τεκμήριο 8Α) φαίνεται ότι πληροφορήθηκε στην αρχή αυτής ότι διερευνούνταν εναντίον και τέτοια αδικήματα και συναφώς είναι λογικό και αναμενόμενο εφόσον αντιμετώπιζε τέτοιες κατηγορίες ότι θα ανέφερε εκεί την θέση που για πρώτη φορά ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Όλα λοιπόν τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δύο μέρες μετά που επέστρεψε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Πάφου στις 20.5.10 άρχισε να δουλεύει κάθε μέρα για 4 με 5 ώρες «part time» στον και προηγουμένως εργοδότη του Μ.Κ.
- Τότε άρχιζε δουλειά περί ώρα 9:30-10 το πρωί. Αυτό γινόταν από τις 22.5.10 μέχρι τις 30.6.
- Στη συνέχεια ο Μ.Κ.5 ανέλαβε μια μεγάλη δουλειά όπου ο κατηγορούμενος δούλευε «full time» αρχίζοντας από η ώρα 08:
- Ενώ όμως προηγουμένως ανέφερε στην ουσία ότι πήγαινε κάποτε δουλειά η ώρα 09:30-10 όταν του υποβλήθηκε στην αντεξέταση του ότι τον Ιούλιο του 2010 λόγω ζέστης πήγαινε η ώρα 09:30 απάντησε ότι 3 χρόνια που εργαζόταν στο Μ.Κ.5 άρχιζε δουλειά πάντα η ώρα 08:00 ενώ κάποτε που ήταν πολύ επείγον να τελειώσουν έπρεπε να ήταν εκεί η ώρα 07:
- Η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου διαψεύδεται άλλωστε και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 η οποία έγινε δεκτή και σύμφωνα με την οποία κατά τον επίδικο χρόνο κανένας από τους εργοδοτούμενους του δεν έπιανε δουλειά η ώρα 08:
- Επίσης ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν άρχισε να εργάζεται «full time» για αρκετές μέρες δούλεψε μόνο αυτός με την αδελφή του και μετά άρχισε να δουλεύει μαζί τους ακόμη ένας Ρουμάνος με το όνομα Καταλίν. Επειδή ο Καταλίν δεν είχε αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά, ο κατηγορούμενος έπρεπε να πηγαίνει κάθε μέρα να τον παίρνει από το σπίτι του με το αυτοκίνητο που αγόρασε στις 16.6.
- Η γυναίκα του αυτή την περίοδο δούλευε σε εταιρεία σαν καθαρίστρια και κάθε πρωί αυτός ξεκινούσε με τη γυναίκα του από το σπίτι η ώρα 07:20, περί ώρα 07:30 την άφηνε εκεί που εργαζόταν και μετά η ώρα 07:45 περνούσε να πάρει τον Καταλίν να τον πάρει μαζί του δουλειά. Αυτό προφανώς γινόταν, σύμφωνα πάντα με τη θέση του κατηγορούμενου, μέχρι και τις 27 ή 28.7.10 οπόταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να εργάζεται στον Μ.Κ.5 γιατί θα μετακόμιζε και ενώ ακόμη διέμενε με την οικογένεια του στο σπίτι κοντά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ανέφερε δε ότι στις 22.7.10 πήρε τη γυναίκα του στη δουλειά, πέρασε να πάρει τον Καταλίν περίπου η ώρα 07:45 μετά πήρε τηλέφωνο το γιο του μάστρου του ότι έφθασαν κοντά στο εργοστάσιο για να δουν πως και ποιος θα ανοίξει την πόρτα για να αρχίσουν δουλειά. Έφθασαν στη δουλειά η ώρα 8 παρά 5 με 8 και όχι μετά τις
- Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς πως έγιναν τα πράγματα εκείνη τη μέρα και δεν θυμάται ποιος άνοιξε το εργοστάσιο αλλά είτε εκείνος είτε ο φίλος του είχαν τα κλειδιά. Σε άλλο όμως σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι δεν θυμάται αν την ημέρα εκείνη πήγε ο γιος του μάστρου του να ανοίξει ή πέρασαν εκείνοι και έπιασαν τα κλειδιά. Είπε επίσης ότι δεν θυμάται ακριβώς αν εκείνη τη μέρα δούλεψε έξω ή μέσα στο εργοστάσιο αφού είχαν δουλειές μέσα και έξω. Όταν δε λέει έξω ανέφερε ότι εννοούσε σε ένα υποστατικό στην Κάτω Πάφο όπου ο Μ.Κ.5 πήρε μια δουλειά με πολλά διαμερίσματα και δούλεψαν εκεί μια εβδομάδα τον Ιούλιο. Τα πιο πάνω όμως δεν συνάδουν μεταξύ τους και δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί δεν είναι δυνατό από τη μια να μην θυμάται αν εκείνη τη μέρα δούλεψε στο εργοστάσιο ενώ από την άλλη να ισχυρίζεται ότι επικοινώνησε με το γιο του εργοδότη του για το ποιος θα άνοιγε το εργοστάσιο για να αρχίσουν δουλειά. Το ότι δε στις 22.7.10 μπορεί να δούλεψε σε ένα υποστατικό στην Κάτω Πάφο δέχθηκε ότι δεν το είπε στην κατάθεση του και ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι είπε στον Αστυνομικό ότι κάποτε δούλεψε μέσα στο εργοστάσιο και κάποτε έξω αλλά κανένας δεν τον ρώτησε που ακριβώς έξω στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται. Για το θέμα όμως αυτό δεν ρωτήθηκε ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε σχετική υποβολή στον Μ.Κ.4, ο οποίος έλαβε την κατάθεση. Είπε μάλιστα ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του ότι στις 22.7.10 ο Μ.Κ.5 ήξερε που ήταν ο κατηγορούμενος μεταξύ των ωρών 07:40-08:
- Στη συνέχεια είπε ότι πρέπει να ήξερε αφού μάλλον επικοινώνησε με το γιο του και τον ρώτησε ποιος πήγε δουλειά και ποιος όχι. Όταν όμως ρωτήθηκε που ξέρει ότι ο Μ.Κ.5 επικοινώνησε με το γιο του είπε μιλώντας γενικά ότι δουλεύει και ο γιος του μαζί και κάποτε πήρε τηλέφωνο ο Μ.Κ.5 τον γιο του για να δει αν όλοι ήταν δουλειά και κάποτε πήρε και τον κατηγορούμενο. Ούτε αυτά όμως τέθηκαν στον Μ.Κ.5 για να δώσει τη θέση του και να μπορέσει το Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.5 κάθε Παρασκευή το πρωί τους ζητούσε να δει τις ώρες που εργάστηκαν και ο καθένας έπρεπε να του δώσει ένα χαρτάκι με τι ώρες που δούλεψε. Έτσι κάθε άτομο είχε γραμμένες σε χαρτάκι τις ώρες που δούλευε. Το δικό του όμως δεν το κρατά αλλά το έδωσε. Σε ερώτηση κατά πόσο ξέρει αν ο Μ.Κ.5 πέταξε αυτά τα χαρτιά απάντησε αρχικά ότι δεν ξέρει και δεν τον ενδιέφερε ενώ στη συνέχεια σε ερώτηση αν ξέρει που βρίσκονται σήμερα είπε αρχικά ότι δεν ξέρει ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε ότι τα πέταξε. Αφού του υποδείχθηκε αυτό απάντησε ότι δεν είδε και σκέφτεται ότι μπορεί να τα πέταξε. Εδώ να σημειωθεί ότι και πάλι δεν τέθηκε στο Μ.Κ.5 ούτε αυτή η θέση του κατηγορούμενου για να τη σχολιάσει. Δεν ξέρει τίποτε για το ότι στις 22.7.10 βρέθηκαν τα αποτυπώματα των χεριών του στο πίσω αριστερό παράθυρο του αυτοκίνητου του παραπονούμενου. Όσον αφορά το πως βρέθηκαν τα αποτυπώματα του στο επίδικο αυτοκίνητο στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν γνωρίζει και μάλλον πήγε καμιά φορά να ψωνίσει και άγγισε πάνω στο παράθυρο του αυτοκινήτου αυτού. Είπε περαιτέρω ότι στο αυτοκίνητο του η πόρτα πίσω από τον οδηγό έχει πρόβλημα και δεν ανοίγει. Κάθε φορά που σταματά το αυτοκίνητο πρέπει να κατεβεί να ανοίξει την πόρτα με το χέρι του. Τότε πιθανόν να αγγίξει άλλο αυτοκίνητο αν δεν υπήρχε αρκετός χώρος. Συγκεκριμένα κατεβαίνει πρώτος από το αυτοκίνητο, κλείνει την πόρτα και ανοίγει τη δεύτερη πόρτα μόνος του γιατί είναι μπλοκαρισμένη. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν έμενε στο παλιό του σπίτι ψώνιζε τις πιο πολλές φορές από το «Καρφούρ» και κάποτε από το «Ντισκάουντ». Όταν πήγαινε εκεί το αυτοκίνητο του το πάρκαρε στο χώρο στάθμευσης των δύο αυτών υπεραγορών και κάποτε αν δεν υπήρχε χώρος το άφηνε μπροστά στο «Καρφούρ». Εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έχει γίνει δεκτή και δεν αμφισβητήθηκε, αυτός δεν οδήγησε ποτέ το επίδικο αυτοκίνητο στους πιο πάνω χώρους. Όσον αφορά το πρόβλημα που έχει το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του είπε ότι η εν λόγω πόρτα αυτού δεν δουλεύει κανονικά και όταν ο κατηγορούμενος είναι έξω από το αυτοκίνητο πρέπει να την κλείσει με το χέρι οπόταν στην προσπάθεια του αυτή μπορούσε να αγγίξει στο άλλο αυτοκίνητο. Είπε μάλιστα ότι με το δεξί χέρι άνοιγε την πόρτα και μπορεί ταυτόχρονα να άγγιξε με το αριστερό του χέρι στο παράθυρο του αυτοκινήτου που ήταν παρκαρισμένο στα αριστερά του. Πολλές φορές άγγισε πάνω σε άλλα αυτοκίνητα. Όταν όμως ρωτήθηκε σχετικά είπε ότι ο λόγος που ήθελε να ανοίξει την πισινή πόρτα ήταν για να κατέβει κάποιος που καθόταν από πίσω ή για να είναι σίγουρος ότι έκλεισε το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι εφόσον υπήρχε κάποιος μέσα μπορούσε από μόνος του να ανοίξει ή να κλείσει την πόρτα εφόσον αυτή ανοίγει από μέσα έδωσε τη μη πειστική εξήγηση ότι ήταν πάντα 4 άτομα και τους περίμενε πάντα να κατεβούν όλοι για να σιγουρευτεί ότι κατέβηκαν. Και ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατέβαινε για να ανοίξει την πόρτα γιατί ήταν μπλοκαρισμένη στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι εκείνος που καθόταν πίσω μπορούσε να ανοίξει την πόρτα από μέσα και να κατέβει και προφανώς για να δικαιολογήσει την ασυνέπεια αυτή στην εκδοχή του πρόσθεσε ότι επειδή πάντα είναι παιδί, που εδώ να σημειωθεί ότι η μικρότερη κόρη του είναι 15 ετών, αυτός έλεγχε το αυτοκίνητο να δει αν έκλεισε καλά. Σε ερώτηση κατά πόσο αυτό τον έλεγχο θα μπορούσε να τον κάνει χωρίς να ανοίξει την πόρτα αφού μπορούσε να δει από το τζάμι έδωσε και πάλι τη μη πειστική απάντηση ότι πάντα πρέπει να ελέγξει το αυτοκίνητο να βεβαιωθεί ότι έκλεισε καλά η πόρτα ενώ όταν του υποβλήθηκε ότι μπορούσε να κάνει τον έλεγχο με αυτό τον τρόπο είπε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Ανέφερε δε σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του ότι όταν αυτός άνοιγε την πίσω πόρτα την άνοιγε μόνο για να την ασφαλίσει. Όμως ανέφερε ότι πάντα ήταν 4 στο αυτοκίνητο και κάποιοι προφανώς για να κατεβούν από τα πίσω καθίσματα άνοιγαν ήδη την πόρτα και συνεπώς δεν υπήρχε η ανάγκη αυτός να την ανοίξει. Είπε επίσης ότι αν δεν το ασφάλιζε αυτός με τον τρόπο του δεν θα έκλεινε και τα παιδιά του δεν ήξεραν να το ασφαλίσουν. Δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι για να ασφαλίσεις την πόρτα έπρεπε να σπρώξεις την ασφάλεια προς τα κάτω. Δέχθηκε επίσης ότι ήταν κάτι εύκολο που μπορούσε να κάνει ο καθένας ακόμη και ένα παιδί 8 ετών αλλά και πάλι προφανώς για να πείσει για την εκδοχή του είπε ότι το έκανε αυτός για να είναι σίγουρος. Σε ερώτηση αν αφού άνοιγε την πόρτα με το δεξί του χέρι στη συνέχεια με το αριστερό του χέρι έσπρωχνε κάτω την ασφάλεια απάντησε καταφατικά αλλά σε επόμενη ερώτηση είπε και πάλι προφανώς για να δικαιολογήσει πως έτσι υπήρχε η πιθανότητα να ακουμπήσει με το αριστερό του χέρι σε παρακείμενο αυτοκίνητο ότι την ασφάλεια την έκλεινε με το δεξί ή με το αριστερό του χέρι ή με όποιο μπορούσε. Όσον αφορά το πως του λήφθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα στις 9.8.10 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι μετά 3 μέρες, προφανώς από τη σύλληψη του, πήγε κάποιος να του πάρει αποτυπώματα και αυτός τον ρώτησε για ποιο λόγο επειδή είχαν τέτοια από προηγούμενη φορά και του είπαν ότι δεν είναι δική του δουλειά. Τον πήραν σ΄ ένα δωμάτιο όπου ήταν τρία άτομα και ένα κομπιούτερ και μηχανήματα για να μπορούν να κάμουν τις εξετάσεις, του πήραν τα στοιχεία από το ένα χέρι και το κομπιούτερ τους έδωσε αποτέλεσμα «error», του πήραν και δεύτερη φορά και πάλι το μηχάνημα έγραψε το ίδιο και μετά έσβησαν και ξανάνοιξαν το μηχάνημα. Στο τέλος κατάφεραν να του πάρουν αποτελέσματα. Όλα όμως αυτά και πάλι δεν τέθηκαν στο Μ.Κ.3 ο οποίος του έλαβε τα αποτυπώματα τεκμήριο
- Εδώ πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε στο πίσω μέρος του τεκμηρίου
- Ο ίδιος άλλωστε όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11 και ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι είναι τα αποτυπώματα του απάντησε ότι αυτός υπέγραψε αλλά πρόσθεσε, παρά το ότι στην ουσία δέχθηκε ότι τελικά του λήφθηκαν τα αποτυπώματα, ότι δεν είναι ειδικός να ξέρει αν είναι τα δικά του. Σε υποβολή δε ότι είναι τα αποτυπώματα του απάντησε ότι δεν ξέρει. Όσον δε αφορά τη γραπτή συγκατάθεση για λήψη των εν λόγω αποτυπωμάτων όταν στην κυρίως εξέταση του του υποδείχθηκε το τεκμήριο 18 και ρωτήθηκε αν το έχει ξαναδεί απάντησε ότι δεν το νομίζει ενώ μετά είπε ότι το είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο όταν του το έδειξε ο συνήγορος του. Αυτό προφανώς όμως ήταν ψέμα αφού παρόλα αυτά αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή του. Παρά ταύτα όταν ρωτήθηκε αν ενημερώθηκε πριν το υπογράψει για το περιεχόμενο του απάντησε αρνητικά και ότι δεν ξέρει, ήλθε μια διερμηνέας και έγραψε πάνω σε ένα χαρτί τί είχε να πει αυτός αλλά δεν ξέρει ακριβώς για αυτό το χαρτί. Εδώ όμως να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 18 το σχετικό λεκτικό της συγκατάθεσης για λήψη ανάμεσα σε άλλα και αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου είναι, ως συνάγεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και δεν αμφισβητήθηκε, πλην του ονόματος του κατηγορούμενου δακτυλογραφημένο και γραμμένο στα ρουμανικά, σε τρεις γραμμές και κάτω από αυτό υπάρχει η υπογραφή του. Συνεπώς δεν είναι λογικό να μην το διάβασε και να μην ξέρει το περιεχόμενο του αλλά εν τούτοις να το υπόγραψε. Στην κυρίως εξέταση του είπε για πρώτη φορά ότι την ημέρα που συνελήφθη οι αστυνομικοί τον χτύπησαν όταν πήγε στο Σταθμό. Στην αντεξέταση του όμως αρχικά είπε ότι όταν πήγε στην Αστυνομία εκεί βρήκε τα παιδιά του με τη σύζυγο του. Ο ίδιος γύρευε κάποιον Ανδρέα με τον οποίο μίλησε στο τηλέφωνο και μπήκε σε ένα δωμάτιο. Η πρώτη ερώτηση πού του έκαναν ήταν γιατί έσπασε το αυτοκίνητο του Ματθαίου και μετά έδωσε κατάθεση γραπτώς αυτά τα γεγονότα. Σε ερώτηση αν στις 5.8.10 όταν πήγε στην Αστυνομία μόνο αυτά έγιναν απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια όμως δεν δέχθηκε ότι εκείνη τη μέρα δεν χτυπήθηκε. Είπε ότι του έβαλαν χειροπέδες και τους απάντησε ότι δεν ξέρει τίποτε για αυτά που τον ρωτούν και κάποιος μάλλον με το πόδι του τον έσπρωξε και έπεσε κάτω μπροστά και χτύπησε από τις χειροπέδες αφού έβαλε τα χέρια του μπροστά στο κεφάλι και στη μύτη. Παρόλα αυτά δεν ήξερε ποιος τον χτύπησε. Δεν είναι όμως λογικό να μην ξέρει τουλάχιστον ποια άτομα ήταν παρόντα κατά το επεισόδιο αυτό. Πέραν τούτου δεν είναι λογικό να ισχυρίζεται ότι χτυπήθηκε και εντούτοις, ως δέχθηκε, όταν την επόμενη μέρα προσήχθη στο Δικαστήριο για διαδικασία προσωποκράτησης του δεν το ανέφερε αυτό. Δεν δέχθηκε επίσης ότι είπε στη σύζυγο του ότι χτύπησε μόνος του, ως εκείνη ανέφερε στην κατάθεση της, επειδή ως είπε δεν της μίλησε. Ήταν έξω στο διάδρομο και άκουσε τις φωνές του αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει μαζί της. Ύστερα που την είδε δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί ούτε να της απαντά, ήταν ζαλισμένος. Όταν ήλθε να τον επισκεφθεί μετά από δύο μέρες της εξήγησε τι έγινε, ότι τον έδεραν. Εδώ να σημειωθεί ότι η σύζυγος του, για τη μαρτυρία της οποίας θα γίνει λόγος αμέσως μετά, ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε την ημέρα της σύλληψης του ότι αυτός της τηλεφώνησε ότι ήταν στο Νοσοκομείο γιατί χτύπησε μόνος του το κεφάλι του στον τοίχο ενώ αυτή στο Δικαστήριο είπε ότι την ίδια μέρα και όχι δύο μέρες μετά της είπε ότι τον έδεραν. Όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 4, ως λέχθηκε, μετά την κλήση του σε απολογία ο κατηγορούμενος, ως άλλωστε εδικαιούτο, προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία επανέλαβε στην ουσία τη θέση που έθεσε κατά την κυρίως εξέταση του. Συνεπώς τα όσα αυτός ανέφερε στην ανώμοτη του δήλωση έχουν στην ουσία αξιολογηθεί και δεν χρήζουν περαιτέρω εξέτασης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Aruxandei Florita, σύζυγος του κατηγορούμενου. Ούτε αυτή η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Η μάρτυρας αυτή περιέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις, οι οποίες εντοπίζονται όχι μόνο στα όσα είπε στην κατάθεση της σε σύγκριση με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο αλλά ακόμη και στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Από δε το σύνολο της μαρτυρίας της αυτό που προκύπτει αβίαστα είναι το ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να καταθέσει με τρόπο ώστε να βοηθήσει το σύζυγο της να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την υπογραφή της στην κατάθεση της τεκμήριο 25 και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο επιθυμεί να την καταθέσει απάντησε ότι δεν ξέρει, ήταν πολύ αργά όταν την έδωσε και δεν θυμάται ακριβώς τι έγραψαν τότε. Στην συνέχεια όμως σε επόμενη ερώτηση απάντησε ότι θέλει να την καταθέσει. Αφού στη συνέχεια την διάβασε είπε ότι δεν είναι ότι γράφεται εκεί αλήθεια και ότι η διερμηνέας την συμβούλεψε να πει κάποια πράγματα και ότι είναι για το καλό του συζύγου της να πει αυτά που γράφει εκεί. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι όταν την έδωσε ήταν πάρα πολύ κουρασμένη, είχε πάρα πολύ κόσμο γύρω της και την πίεζαν να πει κάποια πράγματα και δεν ήταν έτσι όπως γράφτηκαν. Δεν θυμάται αν της την διάβασε η διερμηνέας αλλά ξέρει ότι της είπε να την διαβάσει αλλά η μάρτυρας ήταν πολύ μπερδεμένη και δεν τη διάβασε. Όταν της υποβλήθηκε ότι η κατάθεση καταγράφηκε από την διερμηνέα όπως η μάρτυρας την έλεγε στα ρουμανικά είπε ότι η διερμηνέας της είπε κάτι να γράψει, η ίδια είπε κάτι άλλο, την ρώτησαν κάποια πράγματα και δεν ξέρει τι έγραψαν. Σε επόμενη όμως υποβολή δέχθηκε ότι μετά που τελείωσε η κατάθεση η διερμηνέας της την διάβασε στην παρουσία του αστυνομικού και αφού αυτή είπε ότι είναι ορθή την υπέγραψε. Πρόσθεσε όμως ότι το τι είπαν μεταξύ τους η ίδια πολλά πράγματα δεν τα κατάλαβε. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι η θέση της ότι κάποια σημεία από την κατάθεση της δεν τα είπε η ίδια είναι αντιφατική και μη πειστική και συναφώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πέραν τούτου σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.10, η οποία έγινε δεκτή, η τελευταία απλά μετάφραζε και κατέγραφε αυτολεξεί στο τεκμήριο 25 τα όσα έλεγε η Μ.Υ.
- Στην κατάθεση της Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο σύζυγος της έκτισε συνολικά 9 µήνες στη φυλακή και στη συνέχεια απελάθηκε από την Κύπρο ως ανεπιθύµητος µετανάστης και πήγε στη Ρουµανία. Σε ερώτηση στην κυρίως εξέταση της πως το γνωρίζει αυτό απάντησε ότι στο αεροδρόμιο υπήρχαν δύο αστυνομικοί και κάποιοι άλλοι Ρουμάνοι μαζί τους και άκουσε ότι η αστυνομία είπε στον σύζυγο της ότι μπορεί να επιστρέψει σε 30 ημέρες. Σε επόμενη ερώτηση αν ξέρει τι σημαίνει ανεπιθύμητος μετανάστης απάντησε ότι ξέρει μόνο ότι του είπαν ότι μπορεί να επιστρέψει και δεν καταλαβαίνει και δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό. Πρόσθεσε δε ότι αυτό δεν το είπε η ίδια αλλά το έγραψε η διερμηνέας. Στην κυρίως εξέταση της είπε επίσης ότι την 1.4.10 ταξίδεψαν μαζί με τον σύζυγο της για την Ρουμανία και ότι στο αεροδρόμιο ήταν μαζί τους κάποιοι Ρουμάνοι. Είπε επίσης ότι δεν ξέρει αν εκτός αυτών συνόδεψαν τον σύζυγο της άλλα πρόσωπα. Σε επόμενη όμως ερώτηση είπε ότι ξέρει ότι στο αεροδρόμιο ήταν με κάποιους Ρουμάνους και δύο αστυνομικούς και ήταν όλοι μαζί καθώς και ότι οι δύο αστυνομικοί πήραν τον σύζυγο της μαζί με τους Ρουμάνους σε ένα δωμάτιο και ξαναείδε τον σύζυγο της στο αεροπλάνο. Ενώ δε προφανώς δεν ήταν συνέχεια με το σύζυγο της εκείνη τη μέρα και συνεπώς δεν μπορούσε να το γνωρίζει στην αντεξέταση της δεν δέχτηκε ότι οι αστυνομικοί που απέλασαν τον σύζυγο της τον ενημέρωσαν ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης και ότι μετά από 10 χρόνια μπορούσε να επιστρέψει. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε περαιτέρω ότι καθ' ον χρόνο αυτή βρισκόταν στο αεροδρόμιο δεν είδε οποιοδήποτε αστυνομικό να δίδει οτιδήποτε στον σύζυγο της και σε ερώτηση αν μετά που είδε τον σύζυγο της της είπε κατά πόσον η Αστυνομία του έδωσε οτιδήποτε απάντησε ότι δεν του έδωσε. Ενώ όμως ανέφερε τα πιο πάνω σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι καθ' ον χρόνον ήταν στο αεροδρόμιο άκουσε το σύζυγο της να ρωτά τους αστυνομικούς και μάλιστα 3 φορές πότε μπορούν να επιστρέψουν. Όσον αφορά το τι οι αστυνομικοί του απάντησαν είπε ότι αυτή και ο σύζυγος της δεν κατάλαβαν καλά τι έλεγαν οι αστυνομικοί και ρώτησαν τους άλλους Ρουμάνους, οι οποίοι τους μετάφρασαν ότι μπορούν να γυρίσουν σε ένα μήνα. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι η ίδια φεύγει πρωί και πηγαίνει δουλειά και επιστρέφει το βράδυ και δεν γνωρίζει τι έκανε ο σύζυγος της τις ώρες που αυτή εργαζόταν. Όταν στην κυρίως εξέταση της ρωτήθηκε αν το είπε αυτό απάντησε αρνητικά χωρίς να αναφέρει ότι ήταν από αυτά που σύμφωνα με την ίδια δεν τα είπε αυτή. Πρόσθεσε δε ότι την έπαιρνε ο σύζυγος της στη δουλειά και ότι ξεκινούσαν για το σκοπό αυτό από το σπίτι τους η ώρα 07:15 με 07:
- Αυτό γινόταν για όλες τις μέρες που αυτή δούλευε δηλ. από τις 13.7.10 μέχρι και λίγες μέρες τον Αύγουστο. Δεν θυμόταν ακριβώς εάν στις 22.7.10 την πήρε στην δουλειά ο σύζυγος της αλλά ξέρει ότι δούλεψε κάθε μέρα. Για τον σκοπό αυτό κατέθεσε το τεκμήριο
- Το τεκμήριο αυτό να σημειωθεί ότι είναι στα αγγλικά, φέρει ημερομηνία 23.9.10 και σφραγίδα της εταιρείας «CLEAN AWAY LTD» και βεβαιώνει ότι η Μ.Υ.1 εργάζεται για την εν λόγω εταιρεία με μερική απασχόληση από τις 13.7.10 και στις 22.7.10 εργάστηκε αρχίζοντας η ώρα 07:30 μέχρι η ώρα 17:
- Είναι προφανές ότι το τεκμήριο αυτό αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Το πρόσωπο που το συνέταξε και έκανε έτσι την αρχική δήλωση δεν κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Η δε κατηγορούσα αρχή προφανώς αμφισβήτησε το περιεχόμενο του εφόσον κατά την κατάθεση του δήλωσε ότι επιθυμεί να αντεξετάσει αυτόν που το συνέταξε. Η απουσία λοιπόν του προσώπου αυτού στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα, μέσα από τη μαρτυρία του και ιδίως μέσα από τη δοκιμασία της αντεξέτασης, να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στο τεκμήρια 26 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω δεν μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν των πιο πάνω και ενώ πριν η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς τι έγινε στις 22.7.10 σε ερώτηση σε άλλο σημείο στην κυρίως εξέταση της αν ξέρει τι έκανε ο σύζυγος της μετά που την πήρε δουλειά εκείνη την ημέρα είπε ότι την άφησε στην δουλεία και της είπε ότι θα πάει να πάρει τον φίλο του τον Καταλίν από το σπίτι για να πάνε μαζί στην δουλεία. Σε ερώτηση εάν ξέρει ποια διαδρομή ακολουθούσε ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν ξέρει συνέχισε και είπε προς την Κάτω Πάφο γιατί εκεί έμενε ο Καταλίν. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι τότε έμεναν στην Χλώρακα. Όμως η ίδια στην αντεξέταση της είπε ότι στις 27.7.10 άρχισαν να μετακομίζουν και μετακόμισαν στη Χλώρακα στις 4.8.
- Από αυτό προκύπτει λοιπόν ότι στις 22.7.10 αυτοί ακόμη έμεναν στο σπίτι κοντά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και όχι στη Χλώρακα ενώ σύμφωνα με τον κατηγορούμενο μετακόμισαν αργότερα και μάλιστα όταν αυτός είχε σταματήσει να δουλεύει στον Μ.Κ.5 και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος μετά την μετακόμιση να πηγαίνει να παίρνει τον Καταλίν. Εδώ και πάλι πέραν του ότι προηγουμένως η μάρτυρας είπε ότι δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε στις 22.7.10 προκύπτει εύλογα και το ερώτημα γιατί ενώ την έπαιρνε ο σύζυγος της στη δουλειά δεν την έφερνε και πίσω όταν αυτή σχολνούσε. Ήταν δε εμφανής η προσπάθεια της να βοηθήσει το σύζυγο της κάτι που φαίνεται και από το ότι ενώ λογικά και φυσικά η ίδια δεν μπορούσε να ξέρει κατά πόσο ο σύζυγος της μετά, που σύμφωνα με αυτήν, την άφηνε στη δουλειά της πήγαινε στη δουλειά του, επέμενε ότι η ίδια ξέρει ότι αυτό έκανε και μάλιστα ότι πήγαινε και έπαιρνε και το συνάδελφο του. Η δε προσπάθεια της αυτή, η οποία διέπνεε ως αναφέρθηκε όλη τη μαρτυρία της, φαίνεται και από τα εξής: Στην αντεξέταση της είπε ότι το σπίτι τους κοντά στο Νοσοκομείο από την δουλεία της με το αυτοκίνητο ήταν μάξιμουμ 10 λεπτά. Ενώ όμως γνώριζε επακριβώς την απόσταση αυτή και ενώ στην κατάθεση της είπε ότι το σπίτι τους εκείνο ήταν κάτω ακριβώς από το Γενικό Νοσοκοµείο Πάφου στην αντεξέταση της προφανώς για να μη δείξει πόσο κοντά ήταν ανέφερε ότι δεν γνώριζε πόση ώρα χρειαζόταν από το σπίτι αυτό με το αυτοκίνητο να πάει στο Νοσοκομείο. Σε επόμενη μάλιστα σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είναι ακριβώς πολύ κοντά στο Νοσοκομείο. Σε ερώτηση στην αντεξέταση της αν ξέρει κατά πόσο στις 22.7.10 ο σύζυγος της πέρασε από το Νοσοκομείο μετά που την πήρε δουλειά είπε ότι δεν είχε καμία σχέση με το Νοσοκομείο. Σε ερώτηση εάν η ίδια ήταν στο Νοσοκομείο και το γνωρίζει αυτό είπε ότι ξέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν πήγε εκεί. Σε ερώτηση αν όταν την άφησε στη δουλειά εκείνη τη μέρα είδε που πήγε ο σύζυγος της είπε ότι η ίδια ξέρει ότι πήγε δουλειά, προσθέτοντας ότι δεν ξέρει για να δεχθεί όμως τελικά ότι υπολογίζει ότι σύζυγος της πήγε στη δουλειά. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι ο σύζυγος της δούλεψε στον Μ.Κ.5 μέχρι τις 27.7.10 οπόταν άρχισαν να μετακομίζουν κάτι που ολοκληρώθηκε στις 4.8.
- Από τις 27.7.10 ο σύζυγος της δεν δούλεψε οπουδήποτε. Ενώ όμως στην κατάθεση της είπε ότι την περίοδο που ο σύζυγος της δεν δούλευε της έλεγε ότι πάει και βοηθάει διάφορους στη δουλειά τους, κάτι που να σημειωθεί ότι δεν ανέφερε ότι δεν το είπε η ίδια, σε σχετική ερώτηση στην αντεξέταση της απάντησε ότι δεν θυμάται αν της έλεγε κάτι τέτοιο. Όταν της υποδείχθηκε ότι αυτό είπε στην κατάθεση της απάντησε ότι δεν θυμάται, δεν ξέρει. Στην κατάθεση της ανέφερε ότι στις 5.8.10 και γύρω στις 17:00 περίπου, ενώ ο σύζυγος της βρισκόταν υπό σύλληψη της τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο και της είπε ότι βρίσκεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου καθώς χτύπησε το κεφάλι του από µόνος του στον τοίχο και ήθελε να δει τα παιδιά τους. Στην κυρίως εξέταση της σε ερώτηση αν ο σύζυγος της είπε και τον λόγο που χτύπησε από μόνος τους το κεφάλι του απάντησε ότι η ίδια τον άκουσε να ουρλιάζει και να φωνάζει στα ρουμανικά ότι τον έδεραν. Σε ερώτηση γιατί στην κατάθεση της είπε ότι χτύπησε το κεφάλι του από μόνος του απάντησε ότι της είπε ότι τον έδεραν οι αστυνομικοί και όταν αυτή έδωσε την κατάθεση ήταν η διερμηνέας μαζί με την Αστυνομία και ο σύζυγος της είπε στη διερμηνέα ότι χτύπησε μόνος του. Σε επόμενη όμως ερώτηση είπε ότι ήταν η διερμηνέας που της είπε ότι ο σύζυγος της χτύπησε μόνος του ενώ αμέσως μετά είπε βασικά ότι αυτό το είπε στην κατάθεση της γιατί της το είπε η διερμηνέας. Τέλος σε ερώτηση γιατί δεν είπε την αλήθεια απάντησε ότι ήταν πολλά άτομα και την ανάγκασαν να πει αυτό. Στην αντεξέταση της σε σχέση με αυτό όταν της διαβάστηκε το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεση της και ρωτήθηκε αν το είπε αυτό απάντησε ότι δεν ξέρει. Όταν όμως της δόθηκε η κατάθεση της και επαναλήφθηκε η ερώτηση απάντησε ότι δεν μπορούσε να του μιλήσει και ότι την πήρε τηλέφωνο η Αστυνομία και της είπαν ότι χτύπησε μόνος του. Μετά ανέφερε ότι της τηλεφώνησε η διερμηνέας και μετά μίλησε με τον σύζυγο της, ο οποίος της είπε ότι τον έδεραν. Τελικά είπε ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση της αυτό που της διαβάστηκε. Τέλος στην αντεξέταση της είπε ότι αυτά που είπε στην κατάθεση της ότι ο σύζυγος της πολλές φορές συμπεριφέρεται βίαια και πίνει ηρεμιστικά χάπια τα τελευταία 5 χρόνια δεν ισχύει και ότι για τα ηρεμιστικά της είπε η διερμηνέας να το πει για το καλό τους. Όταν όμως της υποβλήθηκε ότι δεν της είπε η διερμηνέας να τα πει αυτά απάντησε ότι την ανάγκασαν να τα πει. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ούτε η Μ.Υ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Copaci Mariana, αδελφή του κατηγορούμενου. Όπως η Μ.Υ.1 έτσι και η μάρτυρας αυτή φαίνεται ότι ήλθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον αδελφό της προσαρμόζοντας τη μαρτυρία της στις θέσεις του. Το πιο πάνω φαίνεται μεταξύ άλλων και από τα ακόλουθα: Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται εδώ και καιρό στον Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος δούλευε επίσης στον ίδιο εργοδότη από τις 22.5.
- Δούλεψε εκεί και πριν. Σε ερώτηση τι ώρα πήγαινε δουλειά ο κατηγορούμενος απάντησε γενικά ότι όλοι έπρεπε να είναι στην δουλειά 07:50 με 08:00 χωρίς να αναφέρει ότι υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για την ώρα αυτή. Σε επόμενη ερώτηση αν ξέρει τι ώρα πήγαινε δουλειά ο κατηγορούμενος τον Ιούλιο του 2010 απάντησε ότι όλο τον Ιούλιο άρχιζαν δουλειά η ώρα 07:45 με 8 παρά μεταθέτοντας δηλ. την ώρα 5 λεπτά προς τα πίσω. Όσον αφορά τις 22.7.10 είπε ότι αυτή πήγε στη δουλειά και όσον αφορά την ώρα που πήγε ανέφερε και πάλι ότι κάθε μέρα έπρεπε όλοι να ήταν εκεί η ώρα 08:00 δίδοντας όμως αυτή τη φορά λόγο για την ώρα αυτή και συγκεκριμένα ότι πήγαιναν αυτή την ώρα γιατί εκείνη την περίοδο είχαν πάρει μια μεγάλη δουλειά. Μάλιστα προφανώς για να βοηθήσει τον αδελφό της είπε περαιτέρω ότι οι άνδρες έπρεπε να είναι εκεί ακόμα πιο γρήγορα για να ετοιμάζουν τα εργαλεία τους. Σε ερώτηση αν θυμάται τι ώρα πήγε στην δουλειά ο κατηγορούμενος στις 22.7.10 απάντησε και πάλι ότι όλο τον μήνα κάθε μέρα έπρεπε να αρχίζουν η ώρα 08:
- Στην αντεξέταση της όμως και ενώ ανέφερε ότι η ίδια τον Ιούλιο του 2010 πήγαινε δουλειά η ώρα 8:00 και άρα δεν μπορεί να γνώριζε ποια ακριβώς ώρα πριν πήγαινε ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτός πήγαινε η ώρα 07:50- 08:
- Σε επόμενη δε ερώτηση πώς θυμάται για τις 22.7.10 ότι όταν πήγε δουλειά ήταν εκεί ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θυμάται για τις 22 αλλά είχαν κάθε μέρα το ίδιο ωράριο οπότε έπρεπε να είναι στην δουλειά εκείνη την ώρα. Με άλλα λόγια δεν ήταν σίγουρη αλλά υπολόγιζε. Εδώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο αυτός κάποιες μέρες δεν εργαζόταν στο εργοστάσιο αλλά έξω. Είναι λοιπόν λογικό ότι η μάρτυρας δεν μπορούσε να πει τι ώρα πήγαινε δουλειά ο κατηγορούμενος και δη τι ώρα πήγε στις 22.7.
- Πέραν τούτου η μαρτυρία της διαψεύδεται, ως και του κατηγορούμενου, από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 σύμφωνα με την οποία κατά τον επίδικο χρόνο κανένας από τους εργοδοτούμενους του δεν έπιανε δουλειά η ώρα 08:
- Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε στη μαρτυρία του ότι στις 22.7.10 όταν πήγε στη δουλειά εκεί ήταν και η αδελφή του. Όσον αφορά το πόσες ώρες δούλευαν η Μ.Υ.2 είπε ότι ο καθένας τους στο τέλος κάθε μέρας πρέπει να γράφει σε ένα χαρτί πόσες ώρες δούλεψε. Η ίδια δεν ξέρει πόσες ώρες δούλεψε στις 22.7.10 αλλά είπε ότι τις έχει γραμμένες στο σπίτι σαν ένα ωράριο. Ο κατηγορούμενος όμως στη δική του μαρτυρία είπε ότι ο κάθε υπάλληλος έπρεπε κάθε Παρασκευή να δώσει στο Μ.Κ.5 που το ζητούσε ένα χαρτί με τις ώρες που δούλεψαν και μάλιστα ότι τα δικά του τα είχε δώσει και δεν τα έχει στην κατοχή του. Κατά την αντεξέταση της ζητήθηκε από τη μάρτυρα να προσκομίσει το έγγραφο που σημείωνε τις ώρες και μετά από διακοπή που έγινε αυτή έφυγε και επανήλθε στο Δικαστήριο μετά από 40 λεπτά. Ερωτήθηκε αν έχει στην κατοχή της το εν λόγω έγγραφο και απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι είναι ένα βιβλίο που έγραφε κάθε μέρα στο τέλος της μέρας. Το εν λόγω έγγραφο πρέπει να λεχθεί ότι δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο για να διαπιστωθεί τι έγραφε. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης της σε ερώτηση εάν αυτές τις ώρες που λέει ότι έγραψε τις έγραψε σε δύο σελίδες συνεχόμενες στο ημερολόγιό της, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε πριν, απάντησε ότι έγραψε τις ώρες της τυχαία κάθε μήνα, χωρίς να δει συνεχώς τις σελίδες. Πέραν τούτου ο Μ.Κ.5 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ούτε και του υποβλήθηκε ότι του έδιναν οι εργοδοτούμενοι τις ώρες που εργάστηκαν. Εγείρεται δε σε σχέση με αυτό εύλογα το ερώτημα πως ενώ σύμφωνα με τον κατηγορούμενο έδιναν τα χαρτιά τους με τις ώρες στον Μ.Κ.5 κάθε Παρασκευή, η μάρτυρας τα δικά της τα κρατούσε. Για να δικαιολογήσει όμως η μάρτυρας αυτό και να προσαρμόσει τη μαρτυρία της με του αδελφού της σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι ο κατηγορούμενος κατέγραφε τις ώρες προσέτρεξε να πει ότι ο κατηγορούμενος όταν έφυγε από τον Μ.Κ.5 παρέδωσε σε αυτόν τα χαρτιά αυτά χωρίς όμως η μάρτυρας να εξηγήσει πως το γνώριζε αυτό το οποίο είναι κάτι που ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω η μάρτυρας δέχτηκε ότι η πρώτη φορά που είπε ότι ο κατηγορούμενος στις 22.7.10 ήταν στην δουλειά η ώρα 08:00 ήταν κατά την κυρίως εξέταση της. Είπε επίσης ότι η ίδια βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 5 χρόνια και γνωρίζει καλά ελληνικά για να μπορεί να επικοινωνήσει. Στην εύλογη όμως ερώτηση εάν πήγε στην Αστυνομία για να τους πει αυτό το γεγονός έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να πάει μονή της να δώσει κατάθεση και ότι κανένας δεν την κάλεσε και στη συνέχεια είπε ότι δεν πήγε γιατί δεν ήξερε ότι είναι απαραίτητο. Είναι λογικό όμως και θα αναμενόταν από τη μάρτυρα εφόσον γνώριζε κάτι τόσο σημαντικό για την υπόθεση του αδελφού της να ζητούσε έστω από την Αστυνομία να της ληφθεί σχετική κατάθεση. Είναι προφανές λοιπόν ότι η θέση της αυτή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της για να βοηθήσει τον αδελφό της. Τέλος στην αντεξέταση της σε ερώτηση αν ο κατηγορούμενος συνέχισε να εργάζεται εκεί μέχρι που τον συνέλαβε η αστυνομία απάντησε ότι από τις 27.7.10 δεν δούλεψε κάθε μέρα άλλα όταν τον καλούσαν. Μετά τις 27.7.10 τον έβλεπε κάποτε να πηγαίνει δουλειά αλλά δεν ξέρει σίγουρα πότε. Εδώ να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τη μάρτυρα ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του είπε ότι εργαζόταν εκεί μόνο μέχρι τις 27 ή
- Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν ξέρει να πει τις ημερομηνίες απάντησε ότι δεν έχει η ίδια ένα πρόγραμμα για να ξέρει τι έκανε ο καθένας και ότι ξέρει τι έκανε η ίδια. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι ούτε αυτή η μάρτυρας είπε την αλήθεια αλλά αντίθετα η μαρτυρία της ήταν κατασκευασμένη με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Τέλος ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η Aruxandei Christina Daniela, μια εκ των θυγατέρων του κατηγορούμενου ηλικίας 15 ετών. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ως τεκμήριο 27 το παλιό διαβατήριο του κατηγορούμενου όπου αναγνώρισε την υπογραφή αυτού. Περαιτέρω κατέθεσε το τεκμήριο 28 το οποίο είναι συμβόλαιο ενοικιάσεως στα ελληνικά όπου αν και η ίδια δεν καταλάβαινε τι έγραφε αναγνώρισε τις υπογραφές του πατέρα της. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 31 ακόμη ένα ενοικιαστήριο έγγραφο όπου και πάλι αναγνώρισε την υπογραφή τους πατέρα της. Τέλος ως τεκμήριο 32 κατέθεσε μια βεβαίωση ημερ. 12.6.10 στην αγγλική γλώσσα κάτω από την οποία αναγνώρισε την μόνη υπογραφή που υπάρχει ως αυτή του πατέρα της. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται δεκτή. Πριν προχωρήσω στην παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης θα εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε ουσιώδη μάρτυρα και δη τον Δρα Καριόλου με αποτέλεσμα να στερήσει από την υπεράσπιση τη μαρτυρία αυτού. Σε σχέση με το θέμα αυτό στην Smache ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 88/2008 ημερ. 14.7.10 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί μάρτυρες των οποίων τα ονόματα φαίνονται στο κατηγορητήριο, περιορίζεται σε δίκη που διεξάγεται ενώπιον του Κακουργιοδικείου με βάση Κατηγορητήριο (Information) όπως ανάφερεται και στο Άρθρο 109(δ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Τέτοια απαίτηση, για αναγραφή δηλαδή των μαρτύρων στο κατηγορητήριο προκειμένου περί συνοπτικής δίκης, δεν απαιτείται (Άρθρο 38 του Κεφ. 155). Όπως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224, το γεγονός αναγραφής στο κατηγορητήριο μιας συνοπτικής δίκης των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, αποτελεί μια πρωτοβουλία και/ή πρακτική, που δεν επάγεται όμως και υποχρέωση κλήσης τους. ...........................................Ανεξάρτητα από την αναγραφή ή μη των μαρτύρων στο Κατηγορητήριο, σύμφωνα με τη νομολογία η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση τόσο σε συνοπτική δίκη όσο και σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, να καλεί όλους τους ουσιώδεις μάρτυρες και παράλειψη της να το πράξει, ιδιαίτερα εκεί που διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν, δυνατό να κλονίσει το θεμέλιο της κατηγορίας». (βλ. επίσης Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 480 και Τζιάμαλης ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 542). Στην παρούσα ο Δρ. Καρίολου περιλαμβάνεται στους μάρτυρες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Η δε μαρτυρία του, με βάση τα όσα είπε σχετικά ο Μ.Κ.7, φαίνεται να περιοριζόταν στην κατάληξη ότι ο κατηγορούμενος δεν συνδέθηκε με γενετικό υλικό για την παρούσα. Εδώ να σημειωθεί ότι η ανυπαρξία γενετικού υλικού, κατά αναλογία αλλά και λογική προέκταση με τα όσα έχουν λεχθεί για δακτυλικά αποτυπώματα, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένας κατηγορούμενος δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τα τεκμήρια μιας υπόθεσης (βλ. Χατζηπέτρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 123 και Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/2008, 104/2008, 105/2008, ημρ. 17.12.09). Συναφώς στην παρούσα δεν διαπιστώνονται οποιαδήποτε κενά και ο Δρ. Καριόλου δεν μπορεί να θεωρεί ως ουσιώδης μάρτυρας. Η δε μαρτυρία αυτού προφανώς ήταν γνωστή στην υπεράσπιση, η οποία μπορούσε να τον καλέσει η ίδια, πράγμα που δεν έπραξε. Συνεπώς η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Νομική πτυχή Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, το οποίο προβλέπεται από τα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, ως συνάγονται από το λεκτικό του άρθρου 255 είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή περιουσίας.
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
- Ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο.
- Η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί με αναφορά και στην αγγλική νομολογία στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι
- Εσκεμμένη και
- Παράνομη. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση να το διαπράξει είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω σελ. 431 στα πλαίσια παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act 1971). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Το δε αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 εδράζονται στα άρθρα 2, 6
(1)(κ), 19(λ) και 19
(2)του Κεφ. 105 τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «2. "Απαγορευμένος μετανάστης" σημαίνει πρόσωπο το οποίο είναι απαγορευμένος μετανάστης βάσει των διατάξεων του νόμου αυτού.» 6.
(1)Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευμένοι μετανάστες και, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού ή σε οποιοδήποτε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία σε:- ................................................ (κ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό ή σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει του Νόμου αυτού ή σε οποιαδήποτε άδεια που παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή των Κανονισμών αυτών 19. Πρόσωπο το οποίο- ................................................................................................................................ (λ) αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή. 19.
(2)Απαγορευμένος μετανάστης που βρέθηκε στη Δημοκρατία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και άνευ επηρεασμού των εξουσιών που χορηγήθηκαν στο διευθυντή βάσει των διατάξεων του άρθρου 13, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και του προστίμου, εκτός αν αποδείξει- ....................................................» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 πρέπει να λεχθεί ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι περιστατική και περιλαμβάνει μαρτυρία δακτυλικών αποτυπωμάτων. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 αναφέρθηκε ότι οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Περαιτέρω στην πολύ πρόσφατη Σωτήρης Γεωργίου v. Aστυνoµίας, Ποιν. 'Εφ, αρ. 70/10, ηµερ. 20.10.2010 λέχθηκε ότι: «Αν και ένα ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα όταν ιδωθεί μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, νοουμένου πάντα ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό, με οποιανδήποτε άλλη βάση, πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 A.A.Δ 172). Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφ΄ ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ΄ ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 119-120). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Περαιτέρω στην Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 444 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ποίο το βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε, συνεκτικά αποτιμούμενη, μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορουμένου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Περιστατική είναι η μαρτυρία, η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και τον εγκληματία. Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73· Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172· Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211· Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Κλασσικό παράδειγμα είναι η παρουσία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων. Αποκαλύπτουν την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ' εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου». Ως προς αποδειχτική αξία δακτυλικών αποτυπωμάτων στην Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα, αναγνώριση μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων από πρόσωπα εξειδικευμένα σε αυτά είναι επιτρεπτή και δυνατό να είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη παρόλο ότι αποτελεί τη μόνη μαρτυρία αναγνώρισης (R. v. Castleton [1909] 3 Cr. App. R. p. 74; R. v.Bacon [1915] 11 Cr. App. R. p. 90)». Περαιτέρω στην Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 225 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματα του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418-419)». Επίσης στην Ιωάννου άλλως Τίτος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 409 λέχθηκε επίσης η δακτυλοσκοπική απόδειξη υπόκειται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία στην εκτίμηση του δικαστή. Αποτύπωμα στον τόπο του εγκλήματος σημαίνει ότι το πρόσωπο που το άφησε ήλθε σε επαφή με το αντικείμενο αυτό. Δε συνάγεται όμως κατ' ανάγκη ότι είναι ο δράστης του εγκλήματος. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή. Η δε ανυπαρξία δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου στη σκηνή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τα τεκμήρια. Σε αντίθεση με την ύπαρξη τέτοιων αποτυπωμάτων, που συνήθως οδηγεί σε θετική διαπίστωση επαφής με το αντικείμενο, η απουσία τέτοιων αποτυπωμάτων δεν καταλήγει σε αρνητική διαπίστωση (βλ. Χατζηπέτρου και Πιτσιλλίδης ανωτέρω). Από τα όσα δε λέχθηκαν στις πολύ πρόσφατες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου, Ποιν. Έφεση αρ. 212/09 ημερ. 10.11.10 και Σωτήρης Γεωργίου ανωτέρω, στις οποίες η μόνη μαρτυρία σύνδεσης του κατηγορούμενου με τα αδικήματα ήταν η ύπαρξη γενετικού υλικού σε αντικείμενα στη σκηνή, συνάγεται ότι για να θεμελιώσει τέτοια μαρτυρία καταδίκη σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να αποδεικνύεται περαιτέρω από την υπόλοιπη μαρτυρία και ο τόπος και χρόνος που αυτή τέθηκε στη σκηνή ή στο αντικείμενο. Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία έχει γίνει δεκτή στην παρούσα, σε σχέση με αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 είναι η ακόλουθη: Στις 22.7.10 και ώρα 07:40 ο Μ.Κ.6 μετέβηκε µε το αυτοκίνητο του, με αρ. αριθµούς εγγραφής ΕΤΡ262, στο Γενικό Νοσοκοµείo Πάφου για να επισκεφθεί τον πατέρα του, ο οποίος νοσηλευόταν εκεί. Ο Μ.Κ.6 στάθμευσε το εν λόγω όχηµα στον ανοικτό χώρο στάθµευσης του Νοσοκοµείου, ο οποίος βρίσκεται στον πίσω χώρο του Νοσοκοµείου και συγκεκριμένα το στάθμευσε στο βάθος δηλαδή στο τελευταίο σημείο όπου θα μπορούσε κανείς να σταθμεύσει. Εκεί που το στάθμευσε δεν υπήρχε χώρος να σταθμεύσει άλλος από την πλευρά του συνοδηγού όπου υπήρχαν θάμνοι, περίφραξη και μετά με υψομετρική διαφορά δυο κατοικίες. Στη συνέχεια αφού ο Μ.Κ.6 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και το κλείδωσε μπήκε στο κτίριο του Νοσοκομείου. Εντός του αυτοκινήτου άφησε
(1)τον προσωπικό του φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, µάρκας MSI, αξίας περίπoυ €500, ο οποίος βρισκόταν μέσα στη θήκη πάνω στο κάθισµα του συνοδηγού,
(2)ένα τσαντάκι χρώµατος µαύρου, εντός του οποίου υπήρχε ένα πορτοφόλι χρώµατος µαύρου στο οποίο υπήρχε το χρηµατικό ποσό των €100 περίπου και διάφορα άλλα αντικείµενα,
(3)µια φωτογραφική µηχανή µάρκας PANASONIC LUΜIΧ G1 αξίας περίπου €500 ευρώ (τα υπ' αρ. 2 και 3 βρίσκονταν µεταξύ των δύο µπροστινών θέσεων) και
(4)ένα χαρτοφύλακα χρώµατος µαύρου αξίας περίπου €50, ο οποίος βρισκόταν πίσω από το κάθισµα του οδηγού. Εντός του χαρτοφύλακα αυτού υπήρχαν διάφορα έγγραφα και ένας φάκελος της πολιτικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου µε αριθµό 787/
- Η επίσκεψη του Μ.Κ.6 στο Νοσοκομείο τελείωσε η ώρα 08:
- Eπιστρέφοντας στο αυτοκίνητο του για να φύγει άρχισε να ξεκλειδώνει την πόρτα του οδηγού (να σημειωθεί ότι το αυτοκίνητο είναι δίπορτο και δεν έχει κεντρικό σύστημα κλειδώματος) και όπως έβλεπε μέσα στο αυτοκίνητο πρόσεξε ότι έλειπαν τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα. Τότε κοίταξε στο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού και είδε ότι η κλειδαριά ήταν ξεκλείδωτη. Διερωτήθηκε πώς ήταν αυτό δυνατό εφόσον κλείδωσε τις πόρτες οπότε κοίταξε πίσω από το παράθυρο του συνοδηγού στο παράθυρο για τα πίσω καθίσματα το οποίο είναι συρόμενο και διαπίστωσε ότι η κλειδαριά που ασφάλιζε το παράθυρο αυτό αξίας €20 είχε παραβιαστεί και αφαιρεθεί και το παράθυρο ήταν λίγο ανοικτό έτσι που να μπορεί κάποιος να βάλει το χέρι μέσα και να ανοίξει την κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού. Στη συνέχεια πήγε και είδε το σημείο όπου υπήρχε η παραβίαση όπου πρόσεξε έντονα σημάδια στο γυαλί. Aκoλoύθως απoφεύγοντας να αγγίξει οποιαδήποτε σηµεία από τα οποία υποψιάστηκε ότι είχε γίνει η παραβίαση, οδήγησε το αυτοκίνητο στο σπίτι του για να πάρει το κινητό του τηλέφωνο ώστε να ειδοποιήσει να ακυρωθούν οι πιστωτικές του κάρτες και αμέσως μετά το οδήγησε στην Αστυνοµική Διεύθυνση Πάφου, όπου εισήλθε λίγο μετά τις 09:00, για να γίνουν οι ανάλογες επιστηµονικές εξετάσεις για δακτυλικά αποτυπώματα και γενετικό υλικό. Το εν λόγω αυτοκίνητο ο Μ.Κ.6 το έπλυνε για τελευταία φορά στις 12.7.10 και όταν το παρέλαβε από το πλυντήριο τα τζάμια του ήταν καθαρά και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε σημάδια. Περαιτέρω το εν λόγω αυτοκίνητο ο Μ.Κ.6 το χρησιμοποιεί για να πηγαίνει στην δουλειά του στο Δικαστήριο, οπού το σταθμεύει στο υπόγειο, όπου για να εισέλθει κάποιος χρειάζεται κάρτα με ειδικό κωδικό. Όταν δε εισέλθει το αυτοκίνητο στον χώρο αυτό υπάρχει πύλη που κλείνει αυτόματα πίσω του και έτσι ο χώρος είναι ασφαλισμένος. Όταν ο Μ.Κ.6 επιστρέφει στο σπίτι του σταθμεύει το αυτοκίνητο στο πίσω μέρος του σπιτιού, πίσω από την κουζίνα όπου υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος για στάθμευση. Αυτή ήταν η καθημερινή ρουτίνα χρήσης του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο δεν χρησιμοποιείτο για άλλο σκοπό. Όσον αφορά τις κινήσεις του Μ.Κ.6 με το εν λόγω αυτοκίνητο από τις 12.7.10 που το έπλυνε, εκτός από την προαναφερόμενη ρουτίνα, από τις 14.7.10 που άρχισαν τα προβλήματα υγείας του πατέρα του επισκεπτόταν αυτόν στο σπίτι της αδελφής του, το οποίο βρίσκεται μέσα στην πόλη της Πάφου κοντά στην Πυροσβεστική και στάθμευε μπροστά από το σπίτι. Στην πορεία του για το σπίτι της αδελφής του δεν στάθμευε οπουδήποτε αλλού. Συνεπώς οι κινήσεις του με το εν λόγω όχημα ήταν συγκεκριμένες. Δηλ. από το σπίτι του πήγαινε στο Δικαστήριο μετά στο σπίτι της αδελφής του και μετά πάλι στο σπίτι του. Από τις 19.7.10 που έγινε η εισαγωγή του πατέρα του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ο Μ.Κ.6 χρησιμοποιούσε το εν λόγω αυτοκίνητο εκτός από την καθημερινή ρουτίνα χρήσης του και για να μεταβαίνει στο Νοσοκομείο, πράγμα που έκανε τουλάχιστον 3 φορές την ημέρα. Κάθε επίσκεψή του εκεί διαρκούσε περίπου 1 ώρα. Επειδή πάντοτε είχε μαζί του προσωπικά αντικείμενα όπως τον υπολογιστή, την φωτογραφική και το τσαντάκι που κλάπηκε ο Μ.Κ.6 επέλεγε να σταθμεύει το αυτοκίνητο του σε κάποιο απόμερο μέρος του ανοικτού χώρου στάθμευσης και έτσι το πάρκαρε μετά το εκκλησάκι. Την περίοδο από 12.7.10 μέχρι 22.7.10 ο Μ.Κ.6 δεν επισκέφτηκε με το εν λόγω όχημα κανένα περίπτερο και δεν στάθμευσε εντός του χώρου του εστιατορίου Mc Donalds που είναι στον αυτοκινητόδρομο κοντά στο Mall. Στις 22.7.10 όταν ο Μ.Κ.6 βγαίνοντας από το σπίτι του μπήκε στο εν λόγω αυτοκίνητο για να πάει στο Νοσοκομείο τα έντονα σημάδια που εντόπισε, ως προαναφέρθηκε, αργότερα περί ώρα 08:45 στο γυαλί δεν υπήρχαν. Αυτό γιατί ως ο ίδιος ανέφερε όταν βγήκε από την κουζίνα του σπιτιού του για να μπει στο εν λόγω αυτοκίνητο, όπως αυτό ήταν σταθμευμένο η μεριά του συνοδηγού ήταν ακριβώς απέναντι του και το κεφάλι του κυριολεκτικά ήταν σε απόσταση αναπνοής από το σημείο όπου εντόπισε αργότερα τα σημάδια και συνεπώς όντας παρατηρητικός και οπτικός τύπος αν υπήρχε οτιδήποτε και ειδικά τα σημάδια όπως τα είδε μετά θα τα έβλεπε. Περαιτέρω όταν οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από τον χώρο στάθμευσης την οικίας του σταμάτησε μπροστά από το σπίτι του γιατί ήθελε να βγάλει φωτογραφίες το πεζοδρόμιο που δεν είχε κατασκευαστεί. Έτσι θυμάται χαρακτηριστικά, αφού του έκανε εντύπωση, πόσο καθαρά ήταν τα παράθυρα του αυτοκινήτου ώστε να βγάλει φωτογραφίες χωρίς να εξέλθει αυτού. Κατ' επέκταση όταν ο Μ.Κ.6 στις 22.7.10 στάθμευσε το επίδικο αυτοκίνητο στο Νοσοκομείο η ώρα 07:40 τα έντονα σημάδια που είδε στις 08:45 δεν υπήρχαν. Ο Μ.Κ.2 στις 22.7.10 και περί ώρα 09:10 στο χώρο της Αστυνοµικής Διεύθυνσης Πάφου προέβηκε σε εξετάσεις στο επίδικο αυτοκίνητο. Από τον έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι ο δράστης παραβίασε το πισινό αριστερό παράθυρο του οχήµατος αφού αφαίρεσε την κλειδαριά ασφαλείας και στην συνέχεια βάζοντας το χέρι του, από το παράθυρο που άνοιξε λίγο, μέσα στο όχημα απασφάλισε την κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού. Από περαιτέρω έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.2 στο παράθυρο όπου έγινε η παραβίαση διαπίστωσε ότι ο δράστης, δίπλα από το σηµείο που ήταν η κλειδαριά 2-3 εκατοστά, δηλ. στο εξωτερικό μέρος του παραθύρου, άφησε έντονες δαχτυλιές, οι οποίες φαίνονταν µε γυµνό µάτι. Ακολούθως µεταξύ των ωρών 09:25-09:40 ο Μ.Κ.2 προέβηκε σε δακτυλοσκοπικό έλεγχο και από το εν λόγω σημείο κινούμενος προς τα πάνω με σημείο αναφοράς τη γη απέσπασε και παρέλαβε αποτυπώματα στα οποία έδωσε διακριτικά Α.Χ.1-3 (τεκμήριο 10). Τα αποτυπώματα ήταν πρόσφατα και καθαρά χωρίς καμία αλλοίωση. Η επιφάνεια εκεί ήταν επίσης καθαρή. Αν το πρόσωπο που άφησε τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν ήταν ο δράστης τότε θα εντοπίζονταν και τα αποτυπώματα του δράστη νοουμένου ότι προέβηκε στην παραβίαση με γυμνά χέρια. Αν πάλι ο δράστης φορούσε γάντια τότε θα κατέστρεφε τα προηγούμενα αποτυπώματα. Άρα σε τέτοιες περιπτώσεις θα εντοπίζονταν διπλοπατημένα αποτυπώματα ή και γάντια, πράγμα που δεν υπήρχε. Αυτό καταδεικνύει ότι το άτομο που άγγιξε ήταν μόνο ένα και ότι συνεπώς ότι ήταν το άτομο που παραβίασε και άνοιξε το παράθυρο. Ο Μ.Κ.2 δεν εντόπισε άλλα αποτυπώματα στα άλλα παράθυρα του αυτοκινήτου ούτε εντός αυτού. Σύμφωνα με το Μ.Κ.2 η κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού, την οποία ο δράστης απασφάλισε μετά που παραβίασε και άνοιξε το πίσω παράθυρο, είναι πολύ μικρό αντικείμενο και δεν υπάρχει περίπτωση να εντοπισθούν αποτυπώματα σε αυτό. Περαιτέρω σύμφωνα με το Μ.Κ.2 το ότι δεν εντοπίσθηκε αποτύπωμα εντός του αυτοκινήτου έχει να κάνει και με τις επιφάνειες εκεί οι οποίες περιορίζουν τον εντοπισμό αποτυπωμάτων. Μάλιστα έδωσε ως παράδειγμα ότι δεν μπορεί να ληφθεί αποτύπωμα από κάθισμα του αυτοκινήτου. Περαιτέρω από τις εξετάσεις που έγιναν στις δειγματοληψίες που λήφθηκαν ο κατηγορούμενος δεν συνδέθηκε με γενετικό υλικό. Ο μη εντοπισμός όμως τέτοιου υλικού όπως και άλλων δακτυλικών του αποτυπωμάτων εντός του αυτοκινήτου, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.1 εξέτασε τα αποτυπώματα (Α.Χ.1-Α.Χ.3 - τεκμήριο 10) και τα σύγκρινε με τα δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο με τη συγκατάθεση του στις 9.8.10 (τεκμήριο 11). Μετά την εξέταση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αποτυπώματα με τα διακριτικά Α.Χ.1-Α.Χ.3 (τεκμήριο 10) ταυτίζονται πλήρως στα χαρακτηριστικά τους σημεία με αυτά του κατηγορούμενου (τεκμήριο 11) και συνεπώς ανήκουν σε αυτόν. Συγκεκριμένα κατέληξε ότι ταυτίζονται απόλυτα ως προς τα χαρακτηριστικά τους: το ένα από τα δύο αποτυπώματα με διακριτικά Α.Χ.1 (αυτό που βρίσκεται στο άνω μέρος) με το αποτύπωμα του αριστερού μεσαίου του κατηγορούμενου, το άλλο αποτύπωμα με διακριτικά Α.Χ.1 (αυτό που βρίσκεται στο κάτω μέρος) με το αποτύπωμα του αριστερού δείκτη του κατηγορούμενου και τέλος τα αποτυπώματα με διακριτικά Α.Χ.2 και Α.Χ.3 με τα αποτύπωμα μέρους της αριστερής παλάμης του κατηγορούμενου. Η δε φορά των αποτυπωμάτων αυτών ήταν από πάνω προς τα κάτω με κλίση προς τα αριστερά δηλ. το χέρι από το οποίο τέθηκαν βρισκόταν με κατεύθυνση τον καρπό πάνω και τα δάκτυλα προς τα κάτω με κλίση προς τα αριστερά. Τα εν λόγω αποτυπώματα ταυτίστηκαν απόλυτα με αυτά του κατηγορούμενου και δεν υπήρχε οποιαδήποτε παρεμβολή άλλου προσώπου. Όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 σε σχέση με το κατά πόσο μπορούσε να εισέλθει κάποιος στο εν λόγω όχημα από την πόρτα του χώρου αποσκευών πρέπει να λεχθεί ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου προκύπτει ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να μπει στο Νοσοκομείο κατά τον επίδικο χρόνο το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο και ο παραπονούμενος δεν ρωτήθηκε ούτε και του υποβλήθηκε ότι η εν λόγω πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Η θέση του κατηγορούμενου ως λέχθηκε ήταν ότι ο ίδιος στις 22.7.10 δεν πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και άρα δεν άγγιξε εκείνη τη μέρα εκεί το επίδικο όχημα. Όσον αφορά την εκδοχή του κατηγορούμενου και των μαρτύρων υπεράσπισης σε σχέση με τις ώρες που αυτός κινήθηκε εκείνο το πρωί και ότι η ώρα 08:00 βρισκόταν στη δουλειά η σχετική μαρτυρία έχει απορριφθεί για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Όσον αφορά την εκδοχή του κατηγορούμενου για το πως πιθανόν να βρέθηκαν τα αποτυπώματα του στο επίδικο όχημα, ως έχει λεχθεί, επίσης δεν έγινε δεκτή όπως και η υπόλοιπη μαρτυρία του. Ακόμη όμως και αν η εκδοχή αυτή του κατηγορούμενου γινόταν δεκτή έχει αποκλειστεί με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, αναφορικά με τους χώρους στους οποίους αυτός κινείτο με το εν λόγω όχημα, να το είχε σταθμεύσει σε κάποιο από τους χώρους που ο κατηγορούμενος συνήθιζε να πηγαίνει και πιθανόν, ως ισχυρίσθηκε, να άγγιξε σ' αυτό, όπως τις δύο υπεραγορές στις οποίες αναφέρθηκε. Εν πάση όμως περιπτώσει προκύπτει αναμφίβολα από την περιστατική μαρτυρία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο τόπος και ο χρόνος που τέθηκαν στο επίδικο όχημα τα αποτυπώματα του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτά τέθηκαν στο επίδικο όχημα στις 22.7.10 μεταξύ των ωρών 07:40 και 08:45 ενώ αυτό βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Συνεπώς ο εντοπισμός των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενο στο επίδικο αυτοκίνητο καταδεικνύει χωρίς αμφιβολία την άμεση τοπική και χρονική σύνδεση αυτού με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και
- Ως εκ των άνω καταλήγω ότι, από όλα τα πιο πάνω αναφερθέντα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας τα οποία συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας, προκύπτει ως μόνο και αναμφίβολο το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που στις 22.7.10 έσπασε την κλειδαριά που ασφάλιζε το συρόμενο παράθυρο που βρισκόταν πίσω από τη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου και αφού άνοιξε το παράθυρο αυτό έβαλε το χέρι του μέσα, απασφάλισε την κλειδαριά της πόρτας του συνοδηγού και έκλεψε τα προαναφερόμενα αντικείμενα που υπήρχαν εντός του αυτοκινήτου. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτή η εκδοχή των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 και πάλι δεν εγείρεται αμφιβολία ως προς το ότι ήταν ο κατηγορούμενος που διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και
- Αυτό γιατί σύμφωνα με τη Μ.Υ.1 ο κατηγορούμενος την έπαιρνε στη δουλειά της, η οποία απείχε με το αυτοκίνητο από το σπίτι τους μάξιμουμ 10 λεπτά. Με δεδομένο λοιπόν ότι ξεκινούσαν η ώρα 07:15 με 07:20, όπως αυτή είπε, θα έφθαναν στη δουλειά της το αργότερο στις 07:
- Συνεπώς ο κατηγορούμενος για να πάει από εκεί στο Νοσοκομείο που ήταν σύμφωνα με τον Μ.Κ.5 δύο λεπτά από το σπίτι του κατηγορούμενου χρειαζόταν μάξιμουμ 12 λεπτά. Έτσι θα μπορούσε να είναι εκεί περί ώρα 07:42 να διαπράξει τα αδικήματα και στη συνέχεια να είναι στη δουλειά του η ώρα 08:00 εφόσον αυτή απείχε από το σπίτι του κατηγορούμενου 5-10 λεπτά, σύμφωνα και πάλι με το Μ.Κ.
- Εδώ να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έπαιρνε και τον Καταλίν καθοδόν αλλά είπε επίσης ότι δεν γνώριζε ποιες μέρες τον έπαιρνε ή αν τον έπαιρνε συνέχεια. Ο μόνος ο οποίος γνώριζε πραγματικά αν έπαιρνε τον Καταλίν καθοδόν προς την εργασία του και αν αυτό έγινε και κατά την επίδικη ημερομηνία ήταν ο κατηγορούμενος του οποίου όμως, ως αναφέρθηκε, η μαρτυρία δεν έγινε δεκτή. Το ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε κάποιο κίνητρο ή ελατήριο για την διάπραξη των αδικημάτων δεν μεταβάλει τα πιο πάνω. Αυτό γιατί δεν απαιτείται η στοιχειοθέτηση κινήτρου ή ελατηρίου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. αρ. 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Στην παρούσα η πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων, ως έχει προαναφερθεί, έχει αποδειχθεί από τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες 1 και 2. Όσον αφορά τις κατηγορίες 3 και 4 από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Ρουμανία. Στις 30.3.10, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου και του άρθρου 35 του περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να Διαμένουν στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, εκδόθηκε διάταγμα κράτησης (τεκμήριο 19) και διάταγμα απέλασης (τεκμήριο 20) του κατηγορούμενου μετά από καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για αδικήματα πλαστογραφίας και απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω την ίδια μέρα καταρτίστηκε επιστολή γραμμένη στην αγγλική γλώσσα (τεκμήριο 21) η οποία ενημέρωνε τον κατηγορούμενο ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με το άρθρου 6
(1)(δ) του Κεφ. 105 και ότι αποφασίστηκε με βάση και το άρθρο 35 του περί Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να Διαμένουν στη Δημοκρατία Νόμου του 2007, μετά την καταδίκη του σε φυλάκιση, να απελαθεί από τη Δημοκρατία, καθώς θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά του συνιστά μια γνήσια, παρούσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, η οποία επηρεάζει τη δημόσια και έννομη τάξη της Δημοκρατίας. Επίσης με την επιστολή αυτή ο κατηγορούμενος ενημερωνόταν ότι κατά συνέπεια η προσωρινή άδεια παραμονής του ανακαλείται και ότι εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 30.3.10 καθώς και ότι η απέλασή του στη Ρουμανία θα λάβει χώρα αμέσως μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισής του και μέχρι τότε θα παραμείνει υπό κράτηση. Τέλος ενημερωνόταν ότι η επάνοδός του στην Κύπρο μετά την απέλασή του απαγορεύεται για τα επόμενα δέκα χρόνια από την ημέρα της απέλασης και ότι έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της απόφασης για απέλασή του εντός 72 ημερών από την ημέρα παραλαβής της εν λόγω επιστολής. Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του. Την 1.4.10 μετά τις 19:00 ο Μ.Κ.9 μετέβηκε με τον Αστ. 1707 στις Κεντρικές Φυλακές όπου αποφυλάκισε τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια τον επανασυνέλαβε δυνάμει των προαναφερόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Ο κατηγορούμενος κατά τη μεταφορά του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενημερώθηκε προφορικά για την έκδοση των διαταγμάτων και ότι μετά που μπήκε στη φυλακή δεν μπορούσε να μένει πλέον στην Κύπρο και έπρεπε να πάει στη χώρα του και μετά από 10 χρόνια μπορούσε να επιστρέψει. Η ενημέρωση αυτή έγινε στα ελληνικά και ο κατηγορούμενος έδειχνε να καταλαβαίνει. Περαιτέρω ο Μ.Κ.9 επέδωσε στον κατηγορούμενο αντίγραφο του αντιγράφου της επιστολής τεκμήριο 21 δηλ. του τεκμηρίου 24 στο οποίο, τεκμήριο 24, υπέγραψαν πριν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.9. Ακολούθως η ώρα 22:00 ο κατηγορούμενος απελάθηκε για τη χώρα του με την πτήση RO254. Στις 26.4.10 τα στοιχεία του κατηγορούμενου τέθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων ως απαγορευμένου μετανάστη. Μετά την απέλαση του ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο στις 20.5.10 μέσω του αεροδρομίου Πάφου και έκτοτε και μέχρι την ημερομηνία της σύλληψης του δηλ. στις 5.8.10 παρέμεινε στη Δημοκρατία. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο εισήλθε και παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά από απέλαση του και κατά παράβαση απαγόρευσης που του τέθηκε με βάση το Κεφ. 105 ήτοι να μην επιστρέψει παρά μόνο μετά την πάροδο 10 ετών από την ημερομηνία απέλασης του. Αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε για την εν λόγω απαγόρευση. Όσον αφορά το στοιχείο της γνώσης αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν τη γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Σε σχέση λοιπό με αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε τόσο προφορικά στα ελληνικά για το όλο θέμα όσο και με την επιστολή που του επιδόθηκε στα αγγλικά. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε, εκθέτοντας τη δική του εκδοχή, ότι του εξήγησαν ότι αν έλθει πίσω πριν τις 29.4.10 θα έχει πρόβλημα και ότι μπορεί να γυρίσει μετά τις 30.4.10 γεγονός που δείχνει ότι μπορούσε να αντιληφθεί ελληνικά και ιδίως ως ο ίδιος είπε τις ημερομηνίες. Όσον αφορά την αντίληψη του για τα ελληνικά αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι τα δύο συμβόλαια ενοικίασης των οικιών που διέμενε τα οποία υπέγραψε (τεκμήρια 28 και 31) και τα οποία κατέθεσε η υπεράσπιση ήταν συνταγμένα στα ελληνικά. Όσον αφορά το τεκμήριο 24 αυτό του επιδόθηκε και συνεπώς ανεξαρτήτως του ότι ήταν στα αγγλικά το είχε στην κατοχή του και μπορούσε αν δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του ακόμη και μετά που επέστρεψε στη χώρα του να φροντίσει να ενημερωθεί. Πέραν τούτου και πάλι από τεκμήριο που κατέθεσε η υπεράσπιση και δη το τεκμήριο 32 που είναι βεβαίωση συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα σε σχέση με την πληρωμή των δόσεων για το αυτοκίνητο του την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος υπέγραψε φαίνεται ότι αντιλαμβανόταν και αγγλικά. Από όλα λοιπόν τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης και ότι η επιστροφή του δηλ. η είσοδος και παραμονή του στην Κύπρο απαγορευόταν πριν την παρέλευση 10 ετών από την ημερομηνία απέλασης του. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι αυτός εισήλθε μέσω του αεροδρομίου Πάφου δηλ. μέσω εγκεκριμένου λιμένα χωρίς να εντοπισθεί η άφιξη του δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον προφανώς αν γινόταν σωστός έλεγχος τα στοιχεία του θα εντοπιζόταν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων και δεν θα του επιτρεπόταν η είσοδος. Συνεπώς κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία 4. Η κατηγορία 3, ως φαίνεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος, εδράζεται στην ουσία στα ίδια γεγονότα με την κατηγορία 4, έχει όμως ως νομική της βάση το άρθρο 19(λ) του Κεφ. 105. Για την απόδειξη του εκεί προβλεπόμενου αδικήματος απαιτείται ο κατηγορούμενος να έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο και να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή. Είναι όμως προφανές ότι από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατηγορίας 3 εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της κατηγορίας 3. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 4 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 3. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κακόβουλη ζημιά - Κλοπή - Απαγορευμένος μετανάστης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο