← Κύπρος

A Matheou Insurance Consultants LTD ν. Βαγγέλη Λαγού, Αρ. Υπόθεσης: 8503/09, 15/12/2010

A Matheou Insurance Consultants LTD ν. Βαγγέλη Λαγού, Αρ. Υπόθεσης: 8503/09, 15/12/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8503/09 A. Matheou Insurance Consultants LTD Εναντίον Βαγγέλη Λαγού Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/12/2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κορακίδης Για τον Κατηγορούμενο : κος Τσιαπαλής Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει αυτόν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας, o κατηγορούμενος κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 εξέδωσε την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας με αρ. 08597854 ημερ. 20//4/2009 για το ποσό των € 100,000,00, εις διαταγή της παραπονουμένης εταιρείας, η οποία την εμφάνισε στην τράπεζα για είσπραξη κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της . Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Χριστόδουλος Παντελή. Εργάζεται στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δερύνειας. Αναφορικά με την επιταγή 08597854, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1, ανέφερε ότι παρουσιάστηκε στις 25/4/2009 και επιστράφηκε με την δικαιολογία παγοποιημένος λογαριασμός, διότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από τις 10/2/2009 με καταχώρηση στο Κ.Α.Π. Η επιταγή αυτή ανήκε σε λογαριασμό με αριθμό 4001120-3 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας και ήταν στο όνομα του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι η σφραγίδα που τέθηκε επί του τεκμηρίου 1, τέθηκε από την υπεύθυνη τρεχούμενων λογαριασμών της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Δερύνειας κα Αντωνία Χαραλάμπους. Όταν εκδόθηκε η επιταγή δεν ήταν παρών, ούτε γνωρίζει τον λόγο έκδοσης της. Όταν ένας λογαριασμός είναι παγοποιημένος, δεν θα γίνει αποδεχτή η εντολή για ανάκληση πληρωμής της επιταγής. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Κυπριανού, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή στις 20/4/2009 για το ποσό των € 100,000,00 προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας , για την αποπληρωμή χρέους του κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη. Ανέφερε επίσης ότι η πιο πάνω επιταγή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή, πλην όμως αυτή δεν εξοφλήθηκε επειδή ο λογαριασμός του κατηγορούμενου είχε παγοποιηθεί. Ο λόγος αυτός σημειώθηκε επί της πιο πάνω επιταγής, η οποία δεν εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα. Η παραπονούμενη εταιρεία ασχολείται με ασφάλειες, κτηματομεσιτικά και στο παρελθόν με δανεισμό χρημάτων. Η παραπονούμενη εταιρεία εξασφάλισε από πώληση οικογενειακού τεμαχίου το ποσό των €800,000 το οποίο κατατέθηκαν στον λογαριασμό της εταιρείας. Αναφορικά με τις δοσοληψίες της παραπονούμενης εταιρείας με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €75,500 σταδιακά από τα μέσα του 2007 μέχρι το
  1. Κάθε φορά που η παραπονούμενη εταιρεία δάνειζε σταδιακά στον κατηγορούμενο διάφορα ποσά τα οποία ήταν σε μετρητά, ο κατηγορούμενος εξέδιδε επιταγή. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κατηγορούμενος ζήτησε τα πιο πάνω ποσά διότι η κόρη του αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας και έπρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό. Αρνήθηκε υποβολές ότι απείλησε τον κατηγορούμενο με μπράβους ότι θα πάθει κακό αν δεν εξοφλήσει το χρέος του προς την παραπονούμενη εταιρεία , ότι παρουσιαζόταν με το όνομα Γιώργος, ότι μέχρι σήμερα εισπράχθηκε το ποσό των €73,000 σε διάφορες δόσεις. Αποφασιστικής σημασίας για την κρίση μου, κατά πόσο έχει αποδειχτεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, θα αποτελέσει το ζήτημα κατά πόσο, ο λόγος έκδοσης της επίδικης επιταγής, δηλαδή η ισχυριζόμενη συναλλαγή των παραπονουμένων με τον κατηγορούμενο, ήταν νόμιμη ή παράνομη, μετά από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την ίδια την κατηγορούσα αρχή. Αν διαφανεί μέσα από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου, ότι η συναλλαγή είναι παράνομη, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από αυτό το στάδιο, διαφορετικά θα εκαλείτο να υπερασπίσει τον εαυτό του για μια παράνομη σύμβαση, σύμφωνα με μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε και επικαλέστηκε για να αποδείξει την υπόθεση της. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι ασφαλιστική εταιρεία και ασχολείται επίσης με κτηματομεσιτικά θέματα αλλά και με δανεισμό χρημάτων. Δάνεισε η εταιρεία ποσά ύψους €800,
  2. Σε αυτά τα πλαίσια των δραστηριοτήτων, δάνεισε και τον κατηγορούμενο το ποσό των €75,500 και ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ζήτημα κατά πόσο η ισχυριζόμενη συναλλαγή είναι νόμιμη ή όχι, συνεπεία της οποίας εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή, βρίσκεται στο άρθρο 13 του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου 35
(1)/2002 ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 13 του πιο πάνω Νόμου, απαγορεύεται ρητά σε ασφαλιστική εταιρεία να ασκεί εργασίες άλλες από τις ασφαλιστικές. Συνεπώς, η ισχυριζόμενη συναλλαγή, άρα και συμφωνία, συνεπεία της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, είναι παράνομη διότι απαγορεύεται ρητά από τον Νόμο σύμφωνα με την μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε, διότι η παραπονούμενη εταιρεία, ως ασφαλιστική εταιρεία, προέβη σε συναλλαγή άλλη από αυτή που της επιτρέπεται από τον πιο πάνω νόμο να ασχολείται, δηλαδή να ασχολείται αποκλειστικά με ασφαλιστικές εργασίες, προβαίνοντας σε δανεισμό του κατηγορούμενου, στα πλαίσια των εργασιών που ασκούσε πέραν των ασφαλιστικών. Σύμφωνα με το εδ. 6 του άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμόζεται όταν εκδίδεται επιταγή για πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη που αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε Νόμο. Εφ΄ όσον λοιπόν η επιταγή, σύμφωνα με μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε, αντίκειται στον πιο πάνω νόμο, τότε το άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το εδ. 6 του ίδιου άρθρου δεν εφαρμόζεται και ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί από αυτό το στάδιο. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.