← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Κολμπαζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 3134/2009, 16 Δεκεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Κολμπαζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 3134/2009, 16 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3134/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Δημήτρης Κολμπαζίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κουρίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και 80

(1)/2000 και της κατηγορίας της μη συμμόρφωσης σε φώτα τροχαίας κατά παράβαση των Καν.58
(1)(ια) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και Άρθρο 19 του Νόμου 86/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος την 19ην Αυγούστου του 2008, στη διασταύρωση των Λεωφόρων Ευαγόρα Παλληκαρίδη και Ελευθέριου Βενιζέλου στη Πάφο της Επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το αυτοκίνητο, με αριθμό εγγραφής KHG 508 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Ενώ όσο αφορά την δεύτερη κατηγορία, αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί σε φώτα τροχαίας, δηλαδή πέρασε ενώ άναβε το κόκκινο φώς. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1 Αστ. 3891 Π. Κρεμμά, την Μ.Κ.2 Δ. Μιχαήλ και τον Μ.Κ.3 Χρ. Μιχαήλ. Η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων κατηγορίας, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα αναφερθώ μόνο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας σε κάποια σημεία της μαρτυρίας τους, τα οποία έχουν αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και με βάση τα οποία εξάχθηκαν τα σχετικά συμπεράσματα σε σχέση με αυτή την υπόθεση. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε το δικαίωμα να προβεί σε ένορκη μαρτυρία και να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή, όπως και έπραξε και στη συνέχεια, κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον κ. Νουκλάρ Αντωνιάδη, ο οποίος σύμφωνα με την μαρτυρία του, ήταν το πρόσωπο το οποίο είδε ακριβώς πως προκλήθηκε το δυστύχημα και για αυτό το λόγο, πήγε και στην Αστυνομία και έδωσε κατάθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 3891, εξεταστής της υπόθεσης, σε γενικές γραμμές ήταν καλός μάρτυρας, δηλαδή απαντούσε με ευθύτητα στο Δικαστήριο, σε σχέση με τις ενέργειες τις οποίες έκανε για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος ετοίμασε τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχεδιάγραμμα, τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα, υπεραμύνθηκε των ενεργειών του και ανάφερε ότι τα δυο σχέδια συνάδουν απόλυτα μεταξύ τους. Η διαφορά που πιθανόν να υπάρχει μεταξύ των δυο τεκμηρίων είναι επειδή το τεκμήριο 3 είναι συμμετρικό, με τις ακριβείς μετρήσεις γι' αυτό ίσως να έχει κάποιες διαφορές. Φαίνεται, ότι πράγματι οι διαφορές προκύπτουν από την μεταφορά των μετρήσεων επί του συμμετρικού και τίποτε άλλο. Ο μάρτυρας αυτός, όμως σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του, ήταν τόσο υπερβολικός, που έδινε την εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι, είτε ήθελε να αποφύγει να απαντήσει, είτε απαντούσε κατά τρόπο που δεν σύναδε με τις γνώσεις ή και τις εξετάσεις που έκανε. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, σε σχέση με την ταχύτητα που είχε η παραπονούμενη κατά την ώρα της διασταύρωσης ότι δηλαδή αυτή ήταν μεγάλη, αυτός απάντησε «όχι». Είναι λογικό; Νομίζω, πως, ο μάρτυρας με τον τρόπο που απαντούσε σε κάποιες ερωτήσεις, ίσως να μην ήθελε να δώσει απαντήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να ζημιώσουν την μαρτυρία της Μ.Κ.2, ή εν πάσει περιπτώσει να έρθει σε αντίφαση με αυτήν. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, θα γίνει αποδεκτή μόνο σε κάποια σημεία, ακριβώς γιατί διαπιστώνεται ότι η μάρτυρας δεν ήθελε να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η Μ.Κ.2 Δανάη Μιχαήλ, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ο μοναδικός της στόχος και μέλημα όπως φάνηκε, ήταν να πείσει το Δικαστήριο, ότι αυτή πέρασε με πράσινο φως στην πορεία της και ότι πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Ήταν η θέση της, ότι έλεγξε δεξιά, σύμφωνα με την πορεία της, και υπήρχαν 4 αυτοκίνητα σταθμευμένα στην δεξιά πλευρά το τέταρτο δε ήταν της Αστυνομίας. Διερωτάται κανείς, πόση ορατότητα είχε η Μ.Κ.2 δεξιά, η οποία να της επέτρεπε να βλέπει όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Στην μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε λεπτομέρειες, τις οποίες ποτέ δεν κατέθεσε στην Αστυνομία όταν έδινε κατάθεση. Μίλησε για ένα μπλέ αυτοκίνητο τύπου βαν, το οποίο πέρασε από μπροστά της και ο οδηγός φώναξε στον Κατηγορούμενο ότι πέρασε με κόκκινο φως. Είδε περιπολικό της Αστυνομίας, εντός του οποίου υπήρχε αστυνομικός, ο οποίος όταν πέρασε από δίπλα της της είπε «ειδοποίησε την Αστυνομία». Ούτε και αυτό το στοιχείο ανάφερε στην αστυνομία η Μ.Κ.
  2. Η μάρτυρας αυτή, ήξερε ότι παρουσιάστηκε ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος πήγε στην Αστυνομία μια βδομάδα μετά το δυστύχημα, για να δώσει κατάθεση, και ότι αυτό το πρόσωπο κλήθηκε ήδη και στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία. Γνώριζε που εργαζόταν αυτός ο μάρτυρας και τι ακριβώς είδε και τι είπε, σε σχέση πάντοτε με το δυστύχημα. Εν' όψει των ανωτέρω κρίνω ότι η Μ.Κ.2 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια γιατί ακριβώς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτή οδηγούσε το όχημα της καταβάλλοντας την δέουσα προσοχή και πολύ δε περισσότερο ότι αυτή πέρασε με πράσινο φως. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της. Ο Μ.Κ.3 Χρήστος Μιχαήλ, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου θέλησε να αναφέρει μόνο τα γεγονότα τα οποία θα βοηθούσαν την αδελφή του. Ο μάρτυρας αυτός, δεν ανάφερε από την αρχή ότι η οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΕΑ 081 ήταν αδελφή του. Αυτό φάνηκε από την αντεξέταση. Είναι δυνατό, ο μάρτυρας αυτός να αντιλαμβάνεται και να περιγράφει όλα με τον ίδιο τρόπο όπως τα αντιλήφθηκε η Μ.Κ.2; Είναι δυνατόν αυτός ο μάρτυρας, να πρόσεξε όλα τα πράγματα που πρόσεξε η Μ.Κ.2 ειδικότερα δε πριν την σύγκρουση; Δεν νομίζω αυτό να ήταν δυνατό. Αυτό έγινε, γιατί ακριβώς ο Μ.Κ.3 θέλησε να βοηθήσει την αδελφή του και να ενισχύσει την θέση της, ότι δηλαδή αυτή πέρασε με πράσινο φως. Ήξερε την ταχύτητα της Μ.Κ.2, όταν αυτή οδηγούσε στο συγκεκριμένο σημείο το αυτοκίνητο της και με ποιόν ακριβώς τρόπο αυτή διασταύρωνε το δρόμο. Είναι αυτό δυνατόν; Νομίζω όχι. Ο Μ.Κ.3, ήξερε και αυτός για τον ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος παρουσιάστηκε στην συνέχεια στην Αστυνομία και έδωσε την δική του θέση για το πώς προκλήθηκε το δυστύχημα. Επιβεβαιώθηκε, ότι με την μαρτυρία του Μ.Κ.3, η οποία να σημειωθεί περιέχει και αυτή τις ίδιες λεπτομέρειες όπως και αυτή της Μ.Κ.2 και οι οποίες δεν αναφέρονται ούτε στην κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία. Μοναδικός σκοπός της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν μόνο να βοηθήσει την αδελφή του Μ.Κ.
  3. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση γιατί φάνηκε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Παρόλη, την αντεξέταση που υπέστη από την Κατηγορούσα Αρχή, αυτός δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση και η θέση του ήταν η ίδια από την αρχή μέχρι την στιγμή που ο ίδιος έδωσε την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση αφού οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και αυθόρμητες. Δικαιολόγησε την παρουσία του στον Αστυνομικό Σταθμό, μαζί με τον Κατηγορούμενο, αλλά υποστηρίζει ότι πήγαν στην Αστυνομία με ξεχωριστά αυτοκίνητα. Ο μάρτυρας αυτός δεν είχε κανένα συμφέρον για να δώσει αυτή την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Εν' όψει των ανωτέρω, κρίνω, ότι στις 19.8.2008 ο Κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KHG 508 για να διασταυρώσει και να εισέλθει στην Λεωφόρο Ελλάδος, συγκρούστηκε με το όχημα της Μ.Κ.2 το οποίο ερχόταν από την Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στα δυο οχήματα. Στην σκηνή έφθασε ο Μ.Κ.1 Αστ. 3891 Κρεμμάς, ο οποίος ανέλαβε και την διερεύνηση της υπόθεσης και ετοίμασε πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιαγράφημα τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Εν' όψει της ανωτέρω αξιολόγησης, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι σταμάτησε στο κόκκινο φως στην πορεία του, και ξεκίνησε όταν άναψε πράσινο. Η ταχύτητα ήταν περίπου γύρω στα 20 χιλιόμετρα, εν πάσει περιπτώσει ήταν χαμηλή και υποδεικνύει, ότι πράγματι αυτός ήταν στο στάδιο της εκκίνησης από τα συγκεκριμένα φώτα τροχαίας. Η Μ.Κ.2 από την άλλη ερχόταν από την Λεωφόρο Ελευθέριου Βενιζέλου προς την οδό Αθηνών. Η ταχύτητα της Μ.Κ.2 δεν ήταν σίγουρα χαμηλή αν κρίνει ή λάβει υπόψη κανείς ότι το φώς στην πορεία της ήταν, σύμφωνα με την ίδια, πράσινο και προχώρησε κανονικά στην πορεία της χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να μειώσει την ταχύτητα της. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση και την αξιολόγηση που κάνει ανωτέρω, ότι η παραπονούμενη προχώρησε στα φώτα τροχαίας κατά την εναλλαγή πορτοκαλί αλλά σίγουρα, μπήκε με κόκκινο φως στη εν λόγω διασταύρωση. Κατά την ώρα όμως, που βρισκόταν στην μέση του δρόμου, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη εκκινήσει από τα φώτα τροχαίας της πορείας του, που άναψε πράσινο φως, με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Αν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε και διασταύρωνε με κόκκινο φως, σίγουρα δεν θα πήγαινε με ταχύτητα 20 χιλιόμετρα, σίγουρα θα είχε ίχνη τροχοπέδησης, αντιδράσεις αποφυγής της σύγκρουσης και σίγουρα δεν θα εξελίσσονταν τα γεγονότα όπως στην συγκεκριμένη υπόθεση όπου ο Κατηγορούμενος δεν πρόλαβε ή δεν μπορούσε να αντιδράσει, για να αποφύγει την σύγκρουση. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι, η Μ.Κ.2 είχε ψηλή ταχύτητα όταν αυτή διασταύρωνε στο εν λόγω σημείο, γι' αυτό και η ίδια άφησε ίχνη τροχοπέδησης επί της ασφάλτου, όταν αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας της Κατηγορουμένης απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Στην υπόθεση Αβραάμ Αβραάμ v. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1ΑΑΔ 50 ο εφεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέσχιζε πεζός με κανονικό βηματισμό τον δρόμο, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Στον τόπο του δυστυχήματος ο δρόμος είχε πλάτος 8 μέτρα και ήταν ευθύς. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα χτύπησε τον πεζό αφού είχε διανύσει 7,25 μέτρα του πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,75 μέτρα για να φθάσει απέναντι στο χωμάτινο κράσπεδο. Το αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,90 μέτρα πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στον εφεσείοντα. Βάση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε η παράλειψη του εφεσείοντα να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, παράλειψη, η οποία τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα τον εφεσίβλητο και να λάβει τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. ______________________ 1 Βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ
  1. Δημιουργούνται λοιπόν εν' όψει των ανωτέρω, ερωτηματικά στο Δικαστήριο, όσο αφορά την ταχύτητα της Μ.Κ.
  2. Είναι δυνατόν αυτή να μην έτρεχε και να είχε αυτά τα ίχνη τροχοπέδησης; Όχι. Αν και τα δυο οχήματα είχαν ψηλή ταχύτητα, ή, εάν και ο Κατηγορούμενος είχε την ίδια ταχύτητα με την Μ.Κ.2, τότε η σύγκρουση θα ήταν σφοδρή και σίγουρα δεν θα ήταν τέτοια όπως αυτή, που παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.
  3. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος λειτούργησε σαν μέσος συνετός οδηγός και δεν είχε να κάνει οτιδήποτε άλλο περαιτέρω για να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα της Μ.Κ.
  4. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.