Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιάγκος Σταυρινού, Αρ. Υπόθεσης: 10705/2008, 17 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10705/2008 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Γιάγκος Σταυρινού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για την Κατηγορούμενη: κος Ν. Ιωάννου για κο Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Οδήγηση Μηχανοκίνητου Οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου κατά παράβαση του Άρθρου 3
(1)(α)
(3)
(3)
(4)
(5)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96/
(1)/2000. 2η Κατηγορία: Οδήγηση μοτοποδηλάτου, χωρίς κράνος, κατά παράβαση των Καν. 59
(3)και 72 των Περί Μηχ. Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως έχουν τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και Άρθρο 19 του Νόμου 86/7, ΚΔΠ.24/99 και 220/99. 3η Κατηγορία: Οδήγηση Μηχ. Οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 166/87 και άρθρο 19 του Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 3ην Ιουλίου του 2008 στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στη Κάτω Πάφο της Επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΜΗ 504 χωρίς να υπάρχει για το χρησιμοποιούντα πιο πάνω όχημα ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου, χωρίς προστατευτικό κράνος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το 2ο εξάμηνο του
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας, τον Μ.Κ.1 Αστ.2716 Λ. Λοίζου, τον Μ.Κ.2 Μ. Κωνσταντινίδη και την Μ.Κ.3 Κρίστια Πιστέντη και κατατέθηκαν 9 τεκμήρια. Ο Μ.Κ.1 Αστ.2716 Λ. Λοίζου, ανάφερε ότι στις 3/7/2008 ανέλαβε καθήκον και περί ώρα 18.15 στην Λεωφόρο Ποσειδώνος στην περιοχή Ρίκκου, ανέκοψε για έλεγχο το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΜΗ 504, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, ηλικίας 17 ετών, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε κράνος. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1, ανάφερε ότι η Λεωφόρος Ποσειδώνος, και συγκεκριμένα, το σημείο το οποίο κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο, αποτελεί προέκταση της Λεωφόρου Ποσειδώνος, η οποία διακόπτεται στα ξενοδοχεία και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο Αθηνά που βρίσκεται στα σύνορα Γεροσκήπου - Πάφου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το σημείο το οποίο ανέκοψε τον Κατηγορούμενο ήταν κάπου μετά το κέντρο του Ρίκκου, στην προέκταση της εν λόγω Λεωφόρου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την ακριβή απόσταση, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο έλεγχος ήταν στον συγκεκριμένο σημείο της Λεωφόρου. Εξήγησε πού ακριβώς τοποθετεί το συγκεκριμένο σημείο επί του τεκμηρίου
- Ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν ασφάλτινος και κατέληξε στην συνέχεια σε χωματόδρομο. Ο μάρτυρας διαφώνησε, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν με τους φίλους του 500 μέτρα από το εστιατόριο Ρίκκος γιατί όπως ο ίδιος ανάφερε, όλος ο ασφάλτινος δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο ήταν 500 μέτρα. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι στην περιοχή βρίσκονταν και άλλοι συνάδελφοι του και ασχολούνταν με τροχαίες παραβάσεις ή καταγγελίες, ενώ ο ίδιος ήταν στο συγκεκριμένο σημείο μαζί με το συνάδελφο του Βαρνάβα. Αυτός είναι που ασχολήθηκε με τον Κατηγορούμενο και τις τροχαίες παραβάσεις που υπέπεσε. Ήταν η θέση του κ. Αλεξάνδρου, σε σχέση με το μοτοποδήλατο, ότι αυτό μεταφέρθηκε στον σταθμό, όχι από τον ίδιο, αλλά από άλλο συνάδελφο του. Η θέση του κ. Αλεξάνδρου την οποία υπέβαλε στον μάρτυρα, ήταν ότι το μοτοποδήλατο δεν οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, αλλά αυτός προσπαθούσε να το επιδιορθώσει παρουσία και του ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέττας. Αντίθετη όμως ήταν η θέση του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν αρνητικός και διαφώνησε με την θέση του κ. Αλεξάνδρου. Ο μάρτυρας επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση, με το αν ο Κατηγορούμενος συνελήφθη ή όχι, αφού ήταν η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι ο Κατηγορούμενος ποτέ δεν συνελήφθη αφού κάτι τέτοιο δεν γράφτηκε ούτε και στην κατάθεση του ιδίου. Ο Μ.Κ.1, ανάφερε ότι αφού ο Κατηγορούμενος οδηγούσε και ανεκόπη κατά την οδήγηση του χωρίς ασφάλεια, αυτός συνελήφθη για το εν λόγω αδίκημα αλλά δεν κρατήθηκε, γιατί σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν, νεαρά πρόσωπα που συλλαμβάνονται για τέτοιου είδους παραβάσεις, δεν κρατούνται αλλά αφήνονται ελεύθερα. Ο Μ.Κ.2 έλαβε αριθμό καταθέσεων μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του Κατηγορούμενου. Ήταν η θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι θα ' πρεπε λόγω της ηλικίας του Κατηγορούμενου αυτή να ληφθεί, παρουσία της μητέρας ή του πατέρα, ή εν πάσει περιπτώσει γονέα ή κηδεμόνα. Παρόλο που ο μάρτυρας συμφώνησε, εντούτοις κατά την ώρα λήψης της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, ήταν η θέση του, ότι η αυτή λήφθηκε νομότυπα αφού παρούσα κατά την λήψη της ήταν η μητέρα του. Ήταν επίσης η θέση του, ότι απλά δεν αναγράφηκε η παρουσία της στο σώμα της κατάθεσης. Αντεξετάστηκε επί μακρόν, ο Μ.Κ.2, επί του σημείου αυτού, επέμενε δε ότι ήταν απλά μια παράλειψη του, λόγω του τρομερού φόρτου εργασίας. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο ανέφερε, ότι αφού συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου, θα έπρεπε να έρθει την επόμενη μέρα για να του ληφθεί κατάθεση, αφού αυτό τουλάχιστον είθισται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Ήταν η θέση του κ. Αλεξάνδρου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν κλήθηκε την επόμενη ημέρα ούτε για να δώσει κατάθεση, αλλά ο μόνος λόγος που πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό ήταν για να ζητήσει το μοτοποδήλατο. Ο Μ.Κ.2 επίσης, κατέθεσε αριθμό καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης από το Γιώργο Φελιούν (τεκμήριο 6) και τον Ριάτ Ελόνε (τεκμήριο 5) τις οποίες ο κ. Αλεξάνδρου κατέθεσε στο Δικαστήριο αφού αφορούσαν ενέργειες του μάρτυρα. Η θέση του κ. Αλεξάνδρου την οποία υπέβαλε στον μάρτυρα, ότι ο Κατηγορούμενος, αφού συνελήφθη έπρεπε να του ληφθεί η κατάθεση μόνο με την παρουσία γονέα ή κηδεμόνα. Ήταν η θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στην Τροχαία Πάφου την επόμενη μέρα, όχι για να του ληφθεί κατάθεση αλλά για να ζητήσει να του επιστραφεί το μοτοποδήλατο. Στην θέση αυτή, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα, είθισται, όπως τα πρόσωπα που τα διαπράττουν τέτοιας φύσεως αδικήματα προσέρχονται στην Τροχαία Πάφου, την επόμενη μέρα για να τους ληφθεί κατάθεση. Η Μ.Κ.3 Κρίστια Πιστέντη η οποία είναι Εκτελεστικός Μηχανικός στο Δήμο Γεροσκήπου ανέφερε ότι η Λεωφόρος Ποσειδώνος, είναι δημόσιος δρόμος, αφού φαίνεται από το τεκμήριο 3 ότι αυτή η προέκταση είναι δημόσια οδός. Η μάρτυρας αυτή αντεξετάστηκε επί της μαρτυρίας της, ειδικότερα δε, για το ζήτημα αν το συγκεκριμένο σημείο είναι δημόσιος δρόμος, συγκεκριμένα η προέκταση της Λεωφόρου Ποσειδώνος. Η μάρτυρας αυτή απάντησε, ότι όντως αυτό το σημείο, επί του σχεδιαγραφήματος τεκμήριο 3 είναι προέκταση της Λεωφόρου Ποσειδώνος και ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είναι δημόσια οδός. Ήταν η θέση της Μ.Κ.3 ότι οι διακεκομμένη γραμμή επί του τεκμηρίου υποδηλώνουν δημόσιο δρόμο. Η ίδια, δεν γνώριζε ακριβώς πότε έγινε αυτή η οδός δημόσια, αλλά γνωρίζει ότι είναι σίγουρα πριν από το 2006, αφού προτού έρθει στο Δικαστήριο, προέβη στις απαιτούμενες εξετάσεις για να διαπιστώσει κατά πόσο ο δρόμος αυτός ήταν δημόσιος ή όχι. Σύμφωνα με την Μ.Κ.3, αυτή είναι δημόσια οδός η οποία σημειώνεται επί σχεδιαγραφήματος με διακεκομμένη γραμμή. Ερωτήθηκε για το κατά πόσο το εν λόγω σημείο έχει απαλλοτριωθεί το 2008, η μάρτυρας όμως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, αφού δεν γνώριζε. Ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης, όπου είχε αυτό το δικαίωμα να ασκήσει, το οποίο δεν σχολιάζεται από το Δικαστήριο, αναφέροντας την δική του θέση σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κατά την διαδικασία της ακρόασης με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 Λ. Λοίζου μου έκανε άριστη εντύπωση. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ευθύς, κατατοπιστικός, άμεσος στις απαντήσεις του. Αν ο ίδιος υπέπεσε σ΄ οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του, αυτή κατά την γνώμη μου δεν είναι τέτοια η οποία να οδηγήσει το Δικαστήριο να απορρίψει την μαρτυρία του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 2456 Μ. Κωνστνατινίδης, ο οποίο είναι εξεταστής της υπόθεσης μου έκανε σχετικά καλή εντύπωση. Μου έδωσε όμως την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποποιηθεί των ευθυνών του σε σχέση πάντοτε με τις ενέργειες του, κατά την λήψη της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, αυτό αφορά την παρουσία της μητέρας του Κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας αυτός, απαντούσε κατά τρόπο που επέρριπτε ευθύνες στον εαυτό του, αφού από παράλειψη του ιδίου δεν αναγράφηκε η σχετική πιστοποίηση επί των καταθέσεων. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να ασχοληθώ με το θέμα που ήγειρε ο κ. Αλεξάνδρου, σε σχέση με τον τρόπο που λήφθηκε η κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Νόμο 163
(1)/2005, πρόσωπο κάτω των 18 ετών το οποίο συλλαμβάνεται, η ανάκριση διεξάγεται στην παρουσία του δικηγόρου του συλληφθέντα. Με την θέση που υπεβλήθη μέσω του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τελικά δέχεται την θέση που αρχικά υπέβαλε στον Μ.Κ.1, ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνελήφθη ποτέ και εισηγείται τώρα στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος όντως συνελήφθη από τον Μ.Κ.1, και ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του τα οποία παρέχονται στον ίδιο από τον Ν.163
(1)/2005. Ο λόγος της ύπαρξης του συγκεκριμένου νόμου είναι προφανής, γιατί μ' αυτό τον τρόπο ο νομοθέτης, θέλει να προστατεύσει τα δικαιώματα των κρατουμένων αφενός, αφετέρου όμως υπάρχουν ειδικές διατάξεις που αφορούν τα πρόσωπα κάτω των 18 ετών, όπως ήταν τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με το Νόμο, πρόσωπα κάτω των 18 ετών που συλλαμβάνονται, η ανάκριση διεξάγεται στην παρουσία του δικηγόρου τους. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο υπεβλήθη στους μάρτυρες και το οποίο να αφορά την παρουσία ή μη του δικηγόρου του Κατηγορούμενου. Αυτό που τέθηκε ήταν η απουσία των γονέων ή κηδεμόνων του Κατηγορούμενου. Να σημειωθεί, ότι αυτή η παρουσία, δηλαδή γονέων ή κηδεμόνων, αφορά πρόσωπα κάτω των 16 ετών και όχι των 18 ετών όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, με τον Κατηγορούμενο ο οποίος κατά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν κάτω των 18 ετών. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι τίποτε αναλογικό δεν πρέπει να αφεθεί να ισχύσει στην υπόθεση. Η θέση του κ. Ιωάννου, όπως την εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ήταν ότι μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι αφού υπάρχει αυτή η παράβαση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτή την κατάθεση, δηλαδή είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι η θέση του Δικαστηρίου όμως ότι η κατάθεση θα έπρεπε να ληφθεί στην παρουσία δικηγόρου και όχι γονέων ή κηδεμόνων του Κατηγορούμενου. Κάτι τέτοιο εν πάσει περιπτώσει δεν φάνηκε, ούτε από την κατάθεση του Μ.Κ.2 αλλά ούτε και από την αντεξεταση που υπέστη από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο όμως σίγουρα, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνει υπόψη του, ότι έχει τεθεί ενώπιον του ούτως ώστε να εξάξει τα ορθότερα συμπεράσματα σε σχέση με το τι ακριβώς συνέβη την συγκεκριμένη ημέρα. Εν' όψει της αξιολόγησης που έχω κάνει πιο πάνω σε σχέση με τον Μ.Κ.2, κρίνω ότι δεν πρέπει να κάνω εξ' ολοκλήρου αποδεκτή την μαρτυρία του αλλά μέρος αυτής. Δεν αποδέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός, έλαβε την κατάθεση του Κατηγορούμενου παρουσία της μητέρας του Κατηγορούμενου και αυτό που παρέλειψε ήταν μόνο η αναγραφή του στο σώμα της κατάθεσης του. Εν' όψει όμως, των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, κρίνω επίσης, ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου όπως έχει ληφθεί από τον μάρτυρα, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο γιατί δεν είναι ξεκάθαρος ο τρόπος λήψης της. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει, αν ήταν δικηγόρος παρών στην ανάκριση, δεν τέθηκε ποτέ τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση ή από την Κατηγορούσα Αρχή, ούτε κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος των συμφερόντων και των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου και σίγουρα όχι εναντίον του. Δεν θα αξιολογήσω το περιεχόμενο της, αφού για το Δικαστήριο η συγκεκριμένη κατάθεση, είναι σαν να μην έχει ληφθεί ποτέ. Η Μ.Κ.3 Κρίστια Πιστέντη είναι ανεξάρτητη μάρτυρας, εκτελεστικός μηχανικός στο Δήμο Γεροσκήπου. Η μάρτυρας αυτή προσκόμισε τοπικό χάρτη στον οποίο φαίνεται ότι η συγκεκριμένη οδός είναι δημόσια οδός. Η μάρτυρας αυτή, παρόλο που αντεξετάστηκε επίμονα από την υπεράσπιση, εντούτοις η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Η μάρτυρας αυτή ήταν εξαιρετική, και έδινε σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις της υπεράσπισης. Δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με τον Κατηγορούμενο, ούτε με τα περιστατικά της υπόθεσης, απλά με τις γνώσεις της ήθελε να διαφωτίσει το Δικαστήριο τι είδους δρόμος είναι το συγκεκριμένο σημείο. Η μάρτυρας αυτή δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο, γι΄ αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Μετά το κλείσιμο την υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)Β Κεφ. 155 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να σχολιάσει αυτό το δικαίωμα που άσκησε ο Κατηγορούμενος, παρά μόνο αν από τα περιστατικά της υπόθεσης συνάγεται ότι, θα έπρεπε αυτός να αποδείξει με μαρτυρία την θέση του σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, μόνο την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ενώ το βάρος μετατοπίστηκε στους ώμους του Κατηγορούμενου, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ή να ισχυροποιεί την θέση του με άλλη μαρτυρία. Έχουν κατατεθεί τα τεκμήρια 5 και 6 που αφορούν τις καταθέσεις που έδωσαν οι Ριάτ Ελιόνε και Γ. Φελιούν. Το Δικαστήριο, δεν μπορεί να τους δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αποδεικτική αξία αφού τα πρόσωπα αυτά ουδέποτε ήρθαν στο Δικαστήριο να αντεξεταστούν ή εν πάσει περιπτώσει δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για την αδυναμία παρουσίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μπορώ να τα αξιολογήσω, και ως εκ τούτου δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σ' αυτές τους τις δηλώσεις. Τα όσα αναφέρονται μέσα στις καταθέσεις, οι οποίες κατατέθηκαν όπως ανάφερα προηγουμένως, αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 με το Νόμο 39
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή μαρτυρία, τίθεται όμως θέμα βαρύτητας μίας τέτοιας μαρτυρίας και το Δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27, όχι όμως περιοριστικά, του πιο πάνω νόμου, θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Καταλήγω λοιπόν ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε αξία στα γεγονότα που περικλείονται σ' αυτά τα έγγραφα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου 96(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα: 3. -
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο - (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοια ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού Η επιφύλαξη του άρθρου 3 αναφέρει τα ακόλουθα: Νοείται ότι, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που προσάπτεται δυνάμει του άρθρου αυτού, εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο - (α) ότι το μηχανοκίνητο όχημα δεν άνηκε στον Κατηγορούμενο και δε βρισκόταν στην κατοχή του δυνάμει ενοικίασης ή δανεισμού και (β) ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του και (γ) ότι ούτε γνώριζε ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα τέτοιο ασφαλιστήριο όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω. Ο Κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει σωρευτικά τις προϋποθέσεις (α)-(γ) ανωτέρω, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. R. V. Carr-Briant
(1943)2 ALL ER 156 και Wilkinson´s Road Traffic Offences, 14th Ed. στη σελίδα 562) Αναφορικά με την προυπόθεση (γ) ανωτέρω, σε σχέση με το στοιχείο της γνώσης, παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Textbook of Criminal Law, 2nd Ed. του Glanville Williams στις σελ.123-125 όπου αναφέρεται ότι η πιο σαφής καθοδήγηση προς τους ενόρκους σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο είναι ότι κάποιος θεωρείται ότι γνωρίζει κάποιο γεγονός αν ικανοποιηθούν πως ήταν σχεδόν σίγουρος πως το γεγονός υπήρχε ή (με άλλες λέξεις) ότι δεν είχε οποιαδήποτε ουσιαστική αμφιβολία ότι υπήρχε. Κατ' αναλογία στην Κύπρο το Δικαστήριο μπορεί να καθοδηγήσει τον εαυτό του ως ανωτέρω. Όσο δε αφορά το στοιχείο του «λόγου να πιστεύει» στο Halsbury´ s Statutes, Volume 38 στη σελ. 995 αναφέρεται πως οι πιο πάνω λέξεις προϋποθέτουν όχι μόνο πως το αναφερόμενο άτομο έχει λόγο να πιστεύει αλλά, περαιτέρω, ότι πραγματικά πιστεύει. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή αφού απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι τέτοιο αδίκημα δεν διαπράχθηκε ή ότι ο ίδιος έχει μια συγκεκριμένη υπεράσπιση. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος παρόλο που κατά την ακροαματική διαδικασία αμφισβητούσε, πρώτον κατά πόσο ο δρόμος ήταν δημόσιος, και δεύτερο την οδήγηση από τον ίδιο του μοτοποδήλατου, εντούτοις δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει ή να ενισχύει τους ισχυρισμούς του. Αυτοί παρέμειναν μετέωροι. Η θέση της κ. Πιστέντη, η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή, παρέμεινε αναντίλεκτη. Καταδεικνύεται με την μαρτυρία της, ότι το συγκεκριμένο σημείο της καταγγελίας, ήταν δημόσιος δρόμος από το
- Αλοίμονο αν ο κάθε λειτουργός που προσέρχεται στο Δικαστήριο να γνωρίζει ή να είναι σε θέση να απαντήσει, πότε ένας δρόμος κατέστη δημόσιος ή πότε το εν λόγω χωράφι-ακίνητο απαλλοτριώθηκε ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, η οποία να αντικρούει την μαρτυρία της Μ.Κ.
- Καταλήγοντας, συμφωνώ ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ανεκόπη από τον Μ.Κ.1 στην Λεωφόρο Ποσειδώνος και κατά τον έλεγχο που του έγινε, διεπιστώθει ότι αυτός δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφαλείας έναντι τρίτου και ούτε φορούσε κράνος. Ο δρόμος ήταν δημόσιος και η καταγγελία έγινε επ' αυτού, αφού και οι άνδρες της Τροχαίας Πάφου, διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας, εξάγεται δε το συμπέρασμα ότι ο εν λόγω δρόμος, οδός ήταν προσιτός στους πάντες. Όσο αφορά την κατάθεση του Κατηγορούμενου, αυτή δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Κρίνω όμως, ότι με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν αξιόπιστος και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή, σε συνδυασμό με την μαρτυρία της Μ.Κ.3, που επίσης έγινε αποδεκτή, αποκλείουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο, αυτός ο δρόμος να μην ήταν δημόσιος ή να μην ήταν προσιτός σ΄ οποιονδήποτε και με οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα ανασφάλιστος και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή εναντίον του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Πρ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο