← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Daniel Balan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12553/10, 17 Δεκεμβρίου, 2010

Δημοκρατία ν. Daniel Balan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12553/10, 17 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2010:22 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12553/10 Δημοκρατία ν.

  1. Daniel Balan
  2. Florentin Podeanu Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Κυριακίδης Για τον Κατηγορούμενο 1: Προσωπικά Για τον Κατηγορούμενο 2: Προσωπικά Κατηγορούμενοι παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν από κοινού πέντε κατηγορίες εκ των οποίων κατά τη διάρκεια της ακρόασης αναστάληκαν οι τέσσερεις (κατηγορίες 1, 2, 4 και 5) και οι κατηγορούμενοι απαλλάγηκαν και παρέμεινε η 3η κατηγορία που αφορά σε βιασμό κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σε αυτή τη κατηγορία οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή αμέσως μετά την αναστολή των υπόλοιπων κατηγοριών. Μέρος των γεγονότων που δεν αμφισβητήθηκαν είχε την ευκαιρία το Δικαστήριο να ακούσει κατά την διάρκεια της ακρόασης. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε και στα εξής που έκρινε αναγκαία στην επιβολή της ποινής και δεν αμφισβητήθηκαν επίσης από την υπεράσπιση. Στις 29.8.2009 και περί ώρα 23׃00 η παραπονούμενη που κατάγεται από τη Σλοβακία μετέβη αρχικά με το φίλο της Edward σε μπυραρία και ακολούθως μόνη της στη δισκοθήκη Rainbow περί τις 03:00 της επόμενης μέρας. Στη δισκοθήκη κατανάλωσε αλκοόλ. Από το σημείο αυτό και μετά η παραπονούμενη θυμόταν μόνο ότι τρεις άντρες την είχαν μεταφέρει με αυτοκίνητο σκούρου χρώματος σε ένα χωράφι κοντά στη περιοχή Μανδριών της Επαρχίας Πάφου και οι δύο εξ' αυτών ήλθαν με την βία σε συνουσία μαζί της χωρίς την θέληση της στη παρουσία του τρίτου προσώπου, τόσο από τον κόλπο όσο και από τον πρωκτό. Σε κάποιο στάδιο η παραπονούμενη κατάφερε να ξεφύγει τρέχοντας και φωνάζοντας. Αρχικά κτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού αλλά η γυναίκα που της άνοιξε, τρομαγμένη προφανώς βλέποντας την τραυματισμένη, δεν της επέτρεψε να εισέλθει. Τότε η παραπονούμενη συνέχισε να τρέχει και φτάνοντας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου κάθισε στην λωρίδα ασφαλείας του δρόμου όπου την βρήκε ο Γιαννάκης Αρέστη στον οποίο έκανε σήμα να σταματήσει και την μετέφερε με το αυτοκίνητο του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Από τη βία που ασκήθηκε σε βάρος της από τα τρία πρόσωπα η παραπονούμενη παρουσίαζε κατά την ιατρική εξέταση οίδημα στο πρόσωπο, αιμάτωμα στο κάτω βλέφαρο δεξιά, οίδημα στα άνω χείλη και μώλωπες, εκδορές στο δεξιό μηριαίο και κάταγμα στο δεύτερο δεξιό μετακάρπιο, τραυματισμοί που πιθανόν να προήλθαν από γροθιές σύμφωνα με τις ιατρικές εκθέσεις. Ακολούθησε η αστυνομική διερεύνηση της υπόθεσης που δεν ήταν εύκολη λόγω του ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί βασικά γεγονότα εξαιτίας της κατάστασης μέθης που τελούσε πριν και κατά την διάπραξη του αδικήματος. Αρχικά θεωρήθηκε ύποπτος ο φίλος της Jordan ο οποίος όμως δεν συνδέθηκε με το βιασμό. Σε δεύτερη της κατάθεση η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο ένας εκ των δύο βιαστών έμοιαζε του φίλου της Jordan και ότι τα τρία πρόσωπα μεταξύ τους μιλούσαν στη Ρουμανική γλώσσα. Μετά οι υποψίες της Αστυνομίας στράφηκαν στους κατηγορούμενους οι οποίοι συνδέθηκαν επιστημονικά με όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης όπως τον ρουχισμό, τα κολπικά και πρωκτικά επιχρίσματα της παραπονούμενης καθώς και με άλλη περιστατική μαρτυρία. Οι κατηγορούμενοι στις ανακριτικές καταθέσεις τους αρνήθηκαν κάθε ανάμιξη στην υπόθεση. Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €
  4. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων στην αγόρευση τους για μετριασμό της ποινής υιοθέτησαν τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήρια Α και Β) που αφορούν τους πελάτες τους στις οποίες αναφέρονται οι προσωπικές τους συνθήκες που συνοπτικά είναι οι εξής: Ο κατηγορούμενος 1 είναι 24 ετών, Ρουμανικής καταγωγής και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Είναι παιδί εκτός γάμου και δεν γνώρισε ποτέ το βιολογικό του πατέρα. Η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και λαμβάνει επίδομα από το κράτος της. Και ο ίδιος επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Αφού ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε τη φοίτηση του σε σχολείο καθώς και τη στρατιωτική του θητεία εργάστηκε αρχικά στην πατρίδα του σε εργοστάσιο και το 2008 ήλθε στη Κύπρο όπου εργάστηκε αρχικά σε αρτοποιείο και μετά σε γραφείο κηδειών. Ο κατηγορούμενος 2 είναι 27 ετών επίσης Ρουμανικής καταγωγής και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Φοίτησε για 11 χρόνια σε σχολείο στη χώρα του και ακολούθως υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια του πριν 15 χρόνια. Ο κατηγορούμενος 2 ήλθε στη Κύπρο πριν 4 χρόνια περίπου για σκοπούς εργασίας και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας όπως καρδιακά και ψυχολογικά προβλήματα και νεφρική δυσλειτουργία ενώ η μητέρα του εργάζεται στη Κύπρο και συζεί με άντρα της ίδιας καταγωγής. Έχει δύο αδελφούς που βρίσκονται επίσης στη Κύπρο. Η συμβία του απέβαλε το παιδί τους που κυοφορούσε λόγω κλονισμού της ψυχικής της υγείας εξαιτίας της κράτησης του κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων κάλεσαν το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως ελαφρυντικά την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο μετά την αναστολή των κατηγοριών 1, 2, 4 και 5 και το λευκό ποινικό τους μητρώο. Τόνισαν επίσης την έλλειψη προσχεδιασμού από μέρους τους και την ενθάρρυνση που έδωσε η παραπονούμενη με την προκλητική συμπεριφορά της στους άντρες θαμώνες της δισκοθήκης που έδινε την εντύπωση αναζήτησης από μέρους της ερωτικού συντρόφου. Στην υπόθεση Suilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248, λέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και τούτο είναι στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής όπως και στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Παράλληλα όμως με την σοβαρότητα του αδικήματος το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής έχει καθήκον να την εξατομικεύσει σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώθηκαν από την νομολογία. Η διεργασία της εξατομίκευσης που στοχεύει στην εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μην συνιστά μόνο τιμωρία αλλά και να αρμόζει στο άτομο του παραβάτη, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος και ιδιαίτερα το στοιχείο της αποτροπής. Επίσης η προσπάθεια συσχετισμού της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη με κανένα τρόπο δεν σημαίνει και την αποκλειστική συνάρτηση της ποινής με τις προσωπικές του συνθήκες. Βάσει του άρθρου 145 του Κεφ. 154 το έγκλημα του βιασμού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και διά βίου. Η μέγιστη αυτή ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από τον νομοθέτη και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Όπως τονίστηκε στην Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. επίσης Rana κ.α. v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500). Τέτοιες πράξεις προκαλούν αίσθημα αποστροφής στους άλλους πολίτες την κοινωνίας μας και εμφανίζεται επιτακτική η ανάγκη να έχει η τιμωρία παραδειγματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. M.W. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 4/2009, ημερ. 17.12.2009). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (βλ. Γιάγκου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67). Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού, τονίστηκε και στην υπόθεση Keith Billan & Others
(1986)3 Cr. App. Rep.
(5)48, όπου καθορίστηκαν οι επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί παράγοντες σε ένα βιασμό οι οποίοι καθορίζουν και το ύψος της ποινής. Το έγκλημα πρέπει να θεωρείται ότι περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική, (β) όταν χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα, (γ) όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται, (δ) όταν έχει προσεκτικά σχεδιαστεί, (ε) όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας, (στ) όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό, (ζ) όταν το θύμα είναι πολύ νεαρό ή πολύ ηλικιωμένο και (η) οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας. Λέχθηκε περαιτέρω στην ίδια απόφαση ότι όπου το θύμα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο ενεργώντας απερίσκεπτα, για παράδειγμα όπου αποδέχθηκε να μπει σε αυτοκίνητο ξένου προσώπου, δεν συνιστά μετριαστικό παράγοντα. Ούτε όμως οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες του θύματος, είναι σχετικές ούτε και συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα. Τονίστηκε επίσης ότι όταν δεν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες, η πενταετής φυλάκιση σε μια υπόθεση που οδηγήθηκε σε ακρόαση θεωρείται σαν η αφετηρία στην επιμέτρηση της ποινής. Συνιστά επίσης επιβαρυντικό για την ποινή παράγοντα όταν ο κατηγορούμενος υποβάλει το θύμα σε περαιτέρω αναξιοπρεπείς ή διαστροφικές σεξουαλικές πράξεις. Είναι χωρίς δισταγμό που μπορούμε να πούμε ότι τα περιστατικά διάπραξης του αδικήματος καθιστούν την παρούσα υπόθεση από τις σοβαρότερες του είδους της. Οι κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη και προφανώς ευάλωτη και με μειωμένες αντιστάσεις. Δεν αποκλείουμε λόγω της κατάστασης της αυτής να θεωρηθεί ενδεχομένως ότι επεδίωξε την ερωτική συνεύρεση με άντρες ή να επέδειξε κάποια ανοχή στην αρχή. Αυτή της όμως η στάση κατ' ουδένα λόγο δικαιολογεί όσα την ανάγκασαν οι κατηγορούμενοι να βιώσει. Δεν παρέμειναν στο βιασμό της μέσω του κόλπου αλλά προχώρησαν σε περαιτέρω εξευτελισμό της εξαναγκάζοντας την σε παραφύση συνουσία. Δεν είναι επίσης η περίπτωση που ο βιασμός συνετελέσθη χωρίς τη χρήση σωματικής βίας. Η παραπονούμενη κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα ασχέτως αν δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο. Οι κατηγορούμενοι για να πετύχουν τον άνομο σκοπό τους, την κτύπησαν με γροθιές ιδιαίτερα στο πρόσωπο για να κάμψουν κάθε αντίδραση της προκαλώντας της σοβαρούς τραυματισμούς ακόμη και κάταγμα στο δεύτερο δεξιό μετακάρπιο σύμφωνα με τις ιατρικές εκθέσεις. Είναι αδιάφορο ποιος από τους τρεις προκάλεσε το συγκεκριμένο τραύμα στο χέρι ή τα άλλα τραύματα στο πρόσωπο εφόσον ενήργησαν μαζί με κοινό σκοπό την εξουδετέρωση κάθε αντίδρασης της. Και όλη αυτή η παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων δεν ήταν στιγμιαία αλλά φαίνεται να χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να συντελεστούν οι πράξεις της συνουσίας των δύο κατηγορουμένων με την παραπονούμενη τόσο από τον κόλπο όσο και από τον πρωκτό της. Ο τρόπος που διέφυγε η παραπονούμενη τρέχοντας στα χωράφια αναζητώντας βοήθεια, είτε κτυπώντας την πόρτα άγνωστου της σπιτιού είτε ζητώντας από τους περαστικούς οδηγούς στον αυτοκινητόδρομο να σταματήσουν για να την βοηθήσουν, είναι ενδεικτικός των συναισθημάτων του πανικού και της απόγνωσης προφανώς που ένοιωσε στα χέρια των βιαστών της. Με τις πράξεις τους οι κατηγορούμενοι δεν προκάλεσαν μόνο σωματικό πόνο στην παραπονούμενη αλλά είναι φυσικό να στιγμάτισαν και την προσωπικότητα της για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές επιθυμίες τους. Στην επιβολή της ποινής, το Δικαστήριο εκτός από τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης τους, λαμβάνει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου μέσα στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 9). Όταν το έγκλημα είναι σοβαρό και το στοιχείο της αποτροπής λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό της ποινής, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 109, 111). Η εξατομίκευση όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ. Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. σελ. 286 και Souilmi v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Σημειώνουμε όλα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων, όπως επίσης και κάθε τι άλλο το οποίο τέθηκε υπόψη μας. Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων και το λευκό ποινικό τους μητρώο. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η ίδια η παραπονούμενη ίσως τους έδωσε την εντύπωση με τη συμπεριφορά της μπαίνοντας στο αυτοκίνητο τους ή άλλως πως, ότι αναζητούσε ερωτικό σύντροφο, όμως τούτο δεν συνιστά μετριαστικό παράγοντα ως η εισήγηση της υπεράσπισης. Και αν αποκόμισαν αρχικά τέτοια εντύπωση ασφαλώς η χρήση από μέρους τους τόσης βίας για να κάμψουν την αντίσταση της δεν δικαιολογείτο και όφειλαν να αντιληφθούν ότι η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να έλθει σε συνουσία μαζί τους οπότε θα έπρεπε να σταματήσουν. Σημειώνουμε υπέρ τους ότι δεν υπήρξαν στοιχεία οργάνωσης και προσχεδιασμού από μέρους τους. Αντίθετα οι ενέργειες τους φανερώνουν ότι ήταν αποτέλεσμα μιας απόφασης της στιγμής και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφησαν. Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων επικαλέστηκαν επίσης την μέθη ως μετριαστικό παράγοντα. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στην υπόθεση Yeates κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 λέχθηκε ότι η μέθη, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, θεωρήθηκε οριακής σημασίας στην απόφαση Police v. Ιωάννου
(1989)2 C.L.R. 61. Στην μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Pernell κ.α. v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 υιοθετείται η προσέγγιση της Τσιολή (ανωτέρω) στη θεώρηση της μέθης ως μετριαστικού παράγοντα. Η σημασία της μέθης προσδιορίζεται ως εξής στην Pernell κ.α. (ανωτέρω). "Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας· νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος". Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μας που να κατατείνει ότι οι κατηγορούμενοι κατανάλωσαν αλκοόλ για να διευκολυνθούν στην διάπραξη του αδικήματος. Καταλήγουμε ότι το γεγονός ότι ο βιασμός διαπράχθηκε ενώ οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη καταναλώσει αλκοόλ όχι όμως στο βαθμό που να επηρεάζει την κρίση τους, λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας όσο η νομολογία προτάσσει και επιτάσσει. Λαμβάνουμε υπόψη υπέρ των κατηγορουμένων τη μεταμέλεια τους που εκδηλώθηκε με την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο μετά την αναστολή των άλλων τεσσάρων κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Αυτός που παραδέχεται δείχνει ότι κατανοεί τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεων του. Αναγνωρίζει ότι συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο σύμφωνα με τους Νόμους της Πολιτείας. Ανέκαθεν τα Δικαστήρια μας ήταν πρόθυμα να θεωρούν ως ουσιαστικό παράγοντα μετριασμού της ποινής σε υποθέσεις αδικημάτων που στρέφονται κατά των ηθών, την παραδοχή που απάλλαττε το θύμα της δοκιμασίας παράστασης κατά τη δίκη και μαρτυρίας (βλ. Π.Π. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)2 Α.Α.Δ. 457). Τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι δεν μας αφήνουν ασυγκίνητους. Τα λαμβάνουμε υπόψη στο μέτρο που μπορούν να ληφθούν στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων και μάλιστα της φύσης αυτού που αντιμετωπίζουν σήμερα. Στα πλαίσια που η νομολογία επιτρέπει και προστάζει λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων όπως αυτές διαφαίνονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ουσιαστικά μεγάλωσαν χωρίς την παρουσία και καθοδήγηση από τον πατέρα τους. Η ποινή που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους πρέπει να αντικατοπτρίζει την τοποθέτηση του νομοθέτη σε τέτοιας φύσης αδικήματα και να επενεργεί σαν προειδοποίηση για άλλους επίδοξους δράστες αλλά και να αποτελέσει τιμωρία για τους ίδιους τους κατηγορούμενους. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λαμβάνουμε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος και τον τρόπο που ενήργησαν. Ενδιατρίψαμε στις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής σε συνάρτηση με το υπόψη αδίκημα. Είναι μετά από μελέτη αλλά χωρίς κανένα δισταγμό που καταλήξαμε ότι η αρμόζουσα και μόνη κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης και τούτο έχοντας υπόψη ότι αυτή επιβάλλεται εκεί μόνο όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταδικάζουμε τους κατηγορούμενους σε ποινή φυλάκισης επτά ετών στην 3η κατηγορία. Η έκτιση της ποινής να αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής ύψους €60 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ (Υπ.) ............. Α. Κονής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.