← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Thusara Perera Pitiduwa Gamage, Αρ. Υπόθεσης: 194/08, 17.12.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Thusara Perera Pitiduwa Gamage, Αρ. Υπόθεσης: 194/08, 17.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 194/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Thusara Perera Pitiduwa Gamage Ημερομηνία: 17.12.2010 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Φωτίου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε αρχικά στην παρούσα 7 κατηγορίες. Μετά από την αθώωση και απαλλαγή της λόγω μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αντιμετωπίζει πλέον μόνο την κατηγορία 5, η οποία αφορά το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 9.5.06 στην Πάφο, με σκοπό την καταδολίευση του Αστ. 2194 Γ. Γεωργίου, της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό της ως την Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1-8 καθώς και το ότι η Γ/Αστ. 3025 Έλενα Παρπέρη στις 14.1.08 και περί ώρα 22:45 συνέλαβε την κατηγορούμενη και αφού της εξήγησε τους λόγους σύλληψης της εκείνη απάντησε «I accept». Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης στην κατηγορία 5 και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη ανέφερε τα ακόλουθα: «Το διαβατήριο μου είναι γνήσιο. Δεν παρέστησα να είμαι κάποιος άλλος στον Γεωργίου. Είμαι αθώα». Ως μόνος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ. 711 Θεόφιλος Παπαδόπουλου, ο ρόλος του οποίου στην παρούσα περιορίστηκε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη με τη βοήθεια διερμηνέα στις 6.1.
  1. Η κατάθεση αυτή με την μετάφραση της στα ελληνικά κατατέθηκαν ως τεκμήρια 10 και
  2. Η μαρτύρια λοιπόν του Μ.Κ.1 προφανώς ήταν τυπική ενώ περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της. Όσον αφορά την επιλογή της κατηγορούμενης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα της και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψη το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία είναι αντίθετη με την εν λόγω ανώμοτη δήλωση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στη δήλωση αυτή καμία βαρύτητα. Η κατηγορία της πλαστοπροσωπίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη εδράζεται στο άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «΄Οποιος με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο.
  2. Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο πλαστοπροσωπείται είναι ή ήταν υπαρκτό. Αντίθετα ήταν η εισήγηση της κας Παπαλαζάρου ότι τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να δοθεί γιατί έτσι εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής ένα βάρος, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατο να αποσείσει. Πιο συγκεκριμένα η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε στην ουσία ότι αν δοθεί τέτοια ερμηνεία, σε υποθέσεις όπως την παρούσα όπου δηλ. ο κατηγορούμενος παριστάνει τον εαυτό του ως κάποιο πρόσωπο άγνωστο που μπορεί να μην βρίσκεται καν στη Δημοκρατία, θα είναι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την ύπαρξη αυτού του προσώπου και συναφώς την κατηγορία. Όσον αφορά την ερμηνεία ποινικών διατάξεων στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση στην αντίκρυση του στοιχείου (v) θα αντιστρατευόταν την καθιερωμένη αρχή ότι, προκειμένου περί της δημιουργίας ποινικής ευθύνης, οι διατάξεις ερμηνεύονται αυστηρά δίχως δυνατότητα για στήριξη έννοιας με υπονοούμενα και δίχως χώρο για ασάφεια. Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα. Πρόσφατη υπενθύμιση αυτής της αρχής αποτελεί η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 443 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Οι ποινικοί νόμοι, περιλαμβανομένων, εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζεται υπέρ του κατηγορουμένου. Αυτό γίνεται έστω και αν οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για τεχνικούς λόγους"». Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το άρθρο 360 του Κεφ. 154 αποτελεί διάταξη, η οποία δημιουργεί ποινική ευθύνη. Συνεπώς ως τέτοια δεν μπορεί παρά να ερμηνεύεται αυστηρά και στενά. Η φράση λοιπόν σε «άλλο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο» δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά από το ότι το πρόσωπο αυτό είναι υπαρκτό ή υπήρξε στο παρελθόν. Το ποιο είναι το πρόσωπο αυτό έχει άλλωστε ουσιώδη σημασία για αυτό και το αδίκημα όχι μόνο χαρακτηρίζεται ως «πλαστοπροσωπία» αλλά και διακρίνεται από και υπάρχει ανεξάρτητα από άλλα αδικήματα τα οποία περιέχουν το συστατικό στοιχείο των ψευδών παραστάσεων. Η πιο πάνω ερμηνεία ενισχύεται και από το ότι εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας να συνίσταται στο ότι ένα πρόσωπο απλά παριστάνει τον εαυτό του με όνομα διαφορετικό από το δικό του, ανεξάρτητα δηλ. αν το όνομα αυτό ανήκει σε κάποιο άλλο υπαρκτό πρόσωπο, θα το έκανε ρητά δηλ. δεν θα προχωρούσε στην προσθήκη της φράσης «ζωντανό ή πεθαμένο». Το ότι η ερμηνεία αυτή πιθανόν σε κάποιες περιπτώσεις να καθιστά πολύ δύσκολη την εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής απόδειξη της υπόθεσης της δεν μπορεί να μεταβάλλει τα πιο πάνω. Αυτό γιατί οι ποινικές διατάξεις πέραν των προαναφερθέντων δεν μπορούν να ερμηνεύονται με κριτήριο τη δυνατότητα απόδειξης μιας υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή. Εφόσον ο νομοθέτης έχει αναγάγει σε κολάσιμη πράξη μια συμπεριφορά αποτελεί απαράβατη αρχή στο ποινικό μας δίκαιο, η οποία πηγάζει και από το τεκμήριο της αθωότητας, ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει την κατηγορούσα αρχή, η οποία για να το αποσείσει πρέπει να αποδείξει την υπόθεσης της, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε δυσκολιών, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι για να αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το άλλο πρόσωπο υπάρχει ή υπήρξε στο παρελθόν. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας
  1. Από τη μαρτυρία λοιπόν η οποία τέθηκε ενώπιον μου και συνίσταται στην ουσία από παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 25.4.01 ενώ ο Αστ. 2639 Ζ. Ζήνωνος εργαζόταν στο γραφείο Εγγραφών της ΥΑΜ Πάφου παρουσιάσθηκε στο γραφείο του η αλλοδαπή Thusara Perera Pitiduwa Gamage (στο εξής η κατηγορούμενη) κάτοχος διαβατηρίου της Σριλάνκα υπ' αριθμό Μ1921507 ΜΡ:Β01-00182, γεννηθείσα την 12.5.1968, με σκοπό να εγγραφεί για να εργάζεται ως οικιακή βοηθός με την οικογένεια της Άντρης Χαραλάμπους στην Πάφο. Αφού η κατηγορούμενη παρουσίασε στον Αστ. 2639 συμβόλαιο εργασίας και ιατρικά πιστοποιητικά, αυτός της εξέδωσε Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού (ΔΕΑ) με αριθμό
  2. Σύμφωνα με την Άντρη Χαραλάμπους το 2001 έκαναν με το σύζυγο της αίτηση προς το Τμήμα Μετανάστευσης για πρόσληψη ως οικιακής βοηθού στην κατοικία τους την κατηγορούμενη από τη Σριλάνκα. Η κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο μέσω γραφείου εξευρέσεως εργασίας ξένων εργατών. Αφίχθηκε στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2001 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας, την παρέλαβε η Άντρη Χαραλάμπους και τη μετέφερε στο σπίτι τους. Η κατηγορούμενη τους είπε να την φωνάζουν Άσια. Εργάστηκε δε στα πρόσωπα αυτά μέχρι τον Ιανουάριο του 2006 οπόταν αναχώρησε για τη χώρα της. Σύμφωνα με τον Αντρέα Χαραλάμπους επειδή η πεθερά του Μαρία Χριστοδούλου και ο πεθερός του Δημοσθένη Αργυρού είναι και οι δύο πολύ ηλικιωμένοι αποφάσισαν να τους βρουν μια οικιακή βοηθό για να τους περιποιείται. Αυτό το ανέλαβε η κόρη του Μαρία Χαραλάμπους. Κατά τον Μάιο του 2006 η κόρη του βρήκε μια κοπέλα από την Σριλάνκα και έτσι διευθετήσαν να πάει να εργαστεί κοντά τους για να περιποιείται τα πεθερικά του. Για την διευθέτηση των χαρτιών της κοπέλας αυτής στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ανέλαβε η προαναφερόμενη κόρη του. Συγκεκριμένα αυτή περί τις αρχές του 2006 απευθύνθηκε με υπεύθυνη δήλωση στη Λειτουργό Μετανάστευσης ότι αναλαμβάνει όλα τα έξοδα μισθοδοσίας, διαμονής, διατροφής και άλλα για την αλλοδαπή Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya, από τη Σριλάνκα για εργαστεί ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς της. Για την κάθοδο της εν λόγω αλλοδαπής η Χαραλάμπους έκανε και τη σχετική εγγυητική. Επίσης αφού συνέλεξε όλα τα απαραίτητα έγγραφα που αφορούσαν την αλλοδαπή τα παρέδωσε στην ΥΑΜ Πάφου. Τον Απρίλιο του 2006 η εν λόγω αλλοδαπή αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας. Την αλλοδαπή αυτή η Χαραλάμπους την μετέφερε στην ΥΑΜ Πάφου για συμπλήρωση των σχετικών εγγράφων και ήταν παρούσα στη συμπλήρωση τους και στην υπογραφή τους από τους αστυνομικούς και την αλλοδαπή. Συγκεκριμένα στις 9.5.06 η εν λόγω αλλοδαπή παρουσιάσθηκε για να εγγραφεί στον Αστ. 2194 Γ. Γεωργίου, στο Τμήμα Εγγραφών της ΥΑΜ Πάφου, με το όνομα Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya κάτοχος του διαβατηρίου της Σριλάνκα με αρ. Ν0408584 γεννηθείσα στις 29.1.
  3. Αφού ο Αστ. 2194 έλεγξε τα έγγραφα της και εκείνη υπέγραψε στην παρουσία του το έντυπο δεδομένων ότι ουδέποτε στο παρελθόν εργάστηκε ή ήταν φοιτήτρια με το ίδιο όνομα στην Κύπρο της έκδωσε Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού με αρ. 5541989 και απόδειξη πληρωμής FIO αρ.
  4. Στη συνέχεια ο Αστ. 2194 παρέδωσε την αίτηση στον Λοχ. 1026 Γιαννάκη Σιβιτανίδη, ο οποίος την υπέγραψε και στάληκε στο Λειτουργό Μετανάστευσης για να εξεταστεί. Η εν λόγω αλλοδαπή, η οποία ανέφερε στον Αντρέας Χαραλάμπους και στην κόρη του ότι ονομαζόταν Νιρόσια, άρχισε να εργάζεται κοντά τους από τον Μάιο του 2006 και έμενε στο ισόγειο του σπιτιού του Αντρέα Χαραλάμπους μαζί με τα πεθερικά του. Έμεινε κοντά τους μέχρι τις 14.1.
  5. Η Νιρόσια δεν ανέφερε στο Χαραλάμπους ούτε στην κόρη του ότι βρισκόταν ξανά στην Κύπρο. Ο Αστ. 3135 της ΥΑΜ Πάφου παρέλαβε στις 5.12.07 τους φακέλους υπ' αριθµό 801-00182 και 806-00766, οι οποίοι στάληκαν από το Τµήµα Μετανάστευσης µέσω του αρχηγείου ΥAM µε οδηγίες όπως γίνουν εξετάσεις κατά πόσο οι πιο πάνω φάκελοι αφορούν το ίδιο πρόσωπο. Ο πρώτος φάκελος υπ αριθµό 801-00182 άνηκε στην THUSARA PERERA PITIDUWA GAMAGE γεννηθείσα την 12.5.1968, κάτοχο του διαβατηρίου της Σριλάνκα υπ' αριθµό Μ19215007 ARC:5377153, η οποία βρισκόταν στην Κύπρο ως οικιακή βοηθός στην Άντρη Χαραλάµπους από την Πάφο. Η πιο πάνω αλλοδαπή αφίχθηκε στην Κύπρο στις 11.4.01 µέσω του αεροδροµίου Λάρνακας µε την πτήση GFA941 µε άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στην Άντρη Χαραλάµπους. Στις 25.4.01 η αλλοδαπή προέβηκε σε εγγραφή και διευθέτηση της άδειας παραµονής και εργασίας της στο Επαρχιακό Κλιµάκιο Αλλοδαπών Πάφου. Στην εργοδότρια της εργαζόταν νόµιµα µέχρι τις 30.11.05 οπόταν έληξε η άδεια παραµονής και εργασίας της και στις 11.1.06 αναχώρησε για την χώρα της µε την πτήση RJ134 µέσω του αεροδροµίου Λάρνακας. Το διαβατήριο της υπ' αριθµό Μ1921507 έληξε αλλά στις 20.4.05 το ανανέωσε µέσω της Πρεσβείας της µέχρι 19.4.
  6. Ο δεύτερος φάκελος υπ' αριθµό 806-00766 ανήκε στην NIROSHA JEEWΑΝΙ FERNANDO WARNAKULASURIΥΑ, γεννηθείσα την 29.1.75 κάτοχο του διαβατηρίου της Σριλάνκα υπ' αριθµό Ν0408584 ARC:5541989, από την Σριλάνκα, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο µε την πτήση ΕΚΙ05 στις 22.4.06 µέσω του αεροδροµίου Λάρνακας µε άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στην Μαρία Χριστοδούλου από το χωριό Επισκοπή της Πάφου. Στις 9.5.06 η αλλοδαπή προέβηκε σε εγγραφή και διευθέτηση της άδειας παραµονής και εργασίας της στο Επαρχιακό Κλιµάκιο Αλλοδαπών Πάφου για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Μαρία Χριστοδούλου και κατείχε άδεια εργασίας ως τέτοια μέχρι τις 21.4.
  7. Την Παρασκευή 11.1.08 τηλεφώνησε στον Αντρέα Χαραλάμπους κάποιος αστυνομικός από το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Πάφου και τον ρώτησε αν εργάζεται κοντά τους κάποια κοπέλα. Εκείνος του απάντησε ότι εργαζόταν μια κοπέλα και ο αστυνομικός του ζήτησε να την πάρει στο γραφείο του. Περί ώρα 17:00 της ίδιας μέρας ο Χαραλάμπους πήρε την εν λόγω αλλοδαπή στα γραφεία του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου. Εκεί ο προαναφερόμενος αστυνομικός κρατούσε δύο φακέλους και υπήρχε μια φωτογραφία. Υπέδειξε στην αλλοδαπή μια φωτογραφία και σε ερώτηση αν ήταν δική της εκείνη απάντησε καταφατικά. Επίσης ο αστυνομικός την ρώτησε αν είχε δύο διαβατήρια και αν ήταν ξανά στην Κύπρο αλλά αυτή δεν του απαντούσε. Την ίδια μέρα κλήθηκαν εκεί η Άντρη Χαραλάμπους με το σύζυγο της. Όταν μετέβηκαν εκεί περί ώρα 17:35 συνάντησαν σε ένα γραφείο την εν λόγω αλλοδαπή και τον Αντρέα Χαραλάμπους. Οι αστυνομικοί εκεί ρώτησαν την Χαραλάμπους αν γνώριζε την κοπέλα αυτή και τότε τους ανέφερε ότι ήταν η THUSARA δηλ. η κατηγορούμενη, η οποία εργαζόταν στο σπίτι τους ως οικιακή βοηθός. Ακολούθως οι αστυνομικοί και ο προαναφερόμενος κύριος ρώτησαν την κατηγορούμενη αν γνώριζε την Άντρη Χαραλάμπους και το σύζυγο της και αυτή απάντησε καταφατικά. Σύμφωνα με την έκθεση (τεκμήριο 1) η Γ/Λοχ. 40 Χρ. Χριστοφίδου πραγματογνώμονας στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικων Ερευνών της Αστυνομίας, εξέτασε το διαβατήριο της Σριλάνκα με αρ. Ν0408584 και κατέληξε στο ότι αυτό περικλείει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και κατά τη γνώμη της πρόκειται για γνήσιο διαβατήριο της Σριλάνκα. Η Γ/Λοχ. 40 δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει αν τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή κατά πόσο εκδόθηκε από αρμόδια αρχή. Στις 18.1.08 και μεταξύ των ωρών 09:45-10:25 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο Αστ. 1142 Κ. Κωνσταντίνου κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη στη μητρική της γλώσσα για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει με την βοήθεια διερμηνέα της Σριλανκέζικης γλώσσας (τεκμήριο 9) και αυτή απάντησε «Δεν είμαι ένοχη. Το διαβατήριο αυτό έγινε από τις αρχές της Σριλάνκα και δεν είναι πλαστό είναι αληθινό διαβατήριο». Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει λοιπόν ξεκάθαρα ότι η κατηγορούμενη ήλθε στην Κύπρο στις 11.4.01, εργάστηκε δυνάμει σχετικής άδειας παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός και μετά τη λήξη της άδειας της επέστρεψε στις 11.1.06 στη Σριλάνκα από όπου και κατάγεται. Τότε ήταν κάτοχος του διαβατηρίου της Σριλάνκα υπ' αριθµό Μ19215007, το οποίο έφερε ως ημερομηνία γέννησης της την 12.5.
  8. Το διαβατήριο της αυτό έληξε στο μεταξύ και στις 20.4.05 το ανανέωσε µέσω της Πρεσβείας της µέχρι τις 19.4.
  9. Στις 22.4.06 η κατηγορούμενη ήλθε ξανά στην Κύπρο και στις 9.5.06 παρουσιάσθηκε στον Αστ. 2194 Γ. Γεωργίου, ο οποίος υπηρετούσε στην ΥΑΜ Πάφου στο Τμήμα Εγγραφών, με το όνομα Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya κάτοχος του διαβατηρίου Σριλάνκα με αρ. Ν0408584, το οποίο έφερε ως ημερομηνία γέννησης της την 29.1.
  10. Αφού η κατηγορούμενη υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα συμπεριλαμβανομένου εντύπου δεδομένων ότι ουδέποτε στο παρελθόν εργάστηκε ή ήταν φοιτήτρια με το ίδιο όνομα στην Κύπρο της εκδόθηκε Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού με αρ.
  11. Στη συνέχεια εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας, ως οικιακή βοηθός, στη Μαρία Χριστοδούλου με ισχύ μέχρι τις 21.4.
  12. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδεχθεί ότι η κατηγορούμενη παρέστησε τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο εφόσον το διαβατήριο με αρ. Ν0408584 διαπιστώθηκε ότι ήταν γνήσιο διαβατήριο της χώρας καταγωγής της. Η θέση αυτή όμως δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό γιατί τα όσα αναφέρει η ίδια η κατηγορούμενη στην κατάθεση της καταδεικνύουν το αντίθετο. Συγκεκριμένα στην ανακριτική της κατάθεση αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι από τη Σριλάνκα και έχει τρία παιδιά. Ήλθε για πρώτη φορά στην Κύπρο με το πραγματικό της όνομα THUSARA PERERA PITIDUWA GAMAGE το 2001 για να δουλέψει για την Άντρη Χαραλάμπους ως οικιακή βοηθός. Εργάστηκε εκεί για 4 χρόνια και 7 μήνες. Μετά έφυγε και πήγε στη χώρα της. Σε ερώτηση που βρίσκεται το διαβατήριο με τα πραγματικά της στοιχεία απάντησε ότι το πραγματικό της διαβατήριο δεν το έχει μαζί της γιατί το κατέστρεψε στη χώρα της. Ήλθε ξανά στην Κύπρο με το όνομα NIROSHA JEEWANI FERNANDO WARNAKULASURIVA και με διαβατήριο στο όνομα αυτό στις 22.4.06 από το αεροδρόμιο Λάρνακας για να δουλέψει ως οικιακή βοηθός της Μαρίας Χριστοδούλου από την Επισκοπή της Πάφου. Για το διαβατήριο αυτό έδωσε λεφτά Λ.Κ.300 σε μια κοπέλα από τη Σριλάνκα, της οποίας το όνομα δεν γνωρίζει και αφού αυτή η κοπέλα το αγόρασε από κάποιο στη Σριλάνκα του οποίου επίσης το όνομα δεν γνωρίζει το έδωσε στην κατηγορούμενη και ήλθε με αυτό στην Κύπρο. Όταν ήλθε για δεύτερη φορά στην Κύπρο πήγε στο Imigration στην Πάφο μαζί με τη Μαρία Χαραλάμπους εγγονή της Μαρίας Χριστοδούλου και μαζί υπέγραψαν χαρτιά για να μπορεί να δουλέψει. Το ίδιο έκανε και την πρώτη φορά που ήλθε στην Κύπρο με την Άντρη Χαραλάμπους. Ζητά συγγνώμη, έκανε λάθος, ό,τι έκανε είναι για τα παιδιά της που δεν έχουν λεφτά. Είναι λοιπόν προφανές ότι η κατηγορούμενη παραδέχεται στην ουσία ότι το όνομα Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya δεν είναι το πραγματικό της όνομα ενώ αναφέρει και τις συνθήκες υπό τις οποίες εξασφάλισε το εν λόγω διαβατήριο. Πέραν τούτου ως έχει επίσης προαναφερθεί τα δύο διαβατήρια της παρουσιάζουν διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης της. Συνεπώς τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αφορούν το ίδιο πρόσωπο. Ως εκ των άνω φαίνεται ότι η κατηγορούμενη στις 9.5.06 με σκοπό να εξασφαλίσει εγγραφή ως αλλοδαπή και άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία παρουσιάσθηκε στον Αστ. 2194 Γ. Γεωργίου και παρέστησε τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο δηλ. τη Nirosha Jeewani Fernando Warnakulasuriya από τη Σριλάνκα. Παρόλα αυτά το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει περαιτέρω, ως έχει προαναφερθεί, να εξετασθεί κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο η κατηγορούμενη παρέστησε είναι υπαρκτό ή υπήρξε στο παρελθόν. Ως προς το θέμα αυτό όμως η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το άλλο όνομα με το οποίο παρέστησε τον εαυτό της η κατηγορούμενη ανήκει σε άλλο πρόσωπο δηλ. ότι το άλλο αυτό πρόσωπο υπάρχει ή υπήρξε κάποτε. Συναφώς κρίνω ότι, παρά το ότι έχει αποδειχθεί ο σκοπός που παρουσίασε η κατηγορούμενη τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο, δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και κατ' επέκταση ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εναντίον της κατηγορουμένης την κατηγορία της πλαστοπροσωπίας. Ως εκ των άνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην κατηγορία
  13. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Πλαστοπροσωπία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.