← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αγαθόκλη Παναγή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1126/08, 23.12.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αγαθόκλη Παναγή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1126/08, 23.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1126/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Αγαθόκλη Παναγή
  2. Αντρέα Μενελάου
  3. Παναγιώτη Λεμονιάτη
  4. Χαράλαμπου Περικλέους Ημερομηνία: 23.12.2010 Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Τσιαπαλής. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την αθώωση τους στις υπόλοιπες κατηγορίες, στο στάδιο διάγνωσης στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει πλέον την κατηγορία 5 ενώ ο κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 5, 6 και
  5. Η κατηγορία 5 αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε διαταγή θηροφύλακα, κατά παράβαση των άρθρων 77

(3)(γ), 88 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμος 152(Ι)/2003. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας οι κατηγορούμενοι 2 και 3 στις 12.12.07 στην περιοχή «Άσπρη Βρύση» στη Σαλαμιού, της Επαρχίας Πάφου, παρεμπόδιζαν με οποιοδήποτε τρόπο τον θηροφύλακα Κυριάκο Κυριάκου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ή εξουσιών του. Οι δε κατηγορίες 6 και 7 αφορούν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 6) και κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του ίδιου Νόμου (κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών ο κατηγορούμενος 3 κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρθηκε στην κατηγορία 5 παράνομα επιτέθηκε εναντίον του θηροφύλακα Κυριάκου Κυριάκου και εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Λ.Κ.20 στο πουκάμισο αυτού. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες ενώ περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι τα όπλα τεκμήρια 6-9 είναι τα όπλα που κατείχαν οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι αυτά ήταν τότε σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 στις πιο πάνω κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί κατέθεσαν ενόρκως και δεν κάλεσαν μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων όσο και των κατηγορουμένων 2 και 3 βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 362 Γιώργος Γεωργίου. Ο μάρτυρας αυτός στις 12.12.07 κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους (βλ. τεκμήρια 2-5), παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 τρία ΔΟΚΟ (τεκμήρια 6-8) και από τον κατηγορούμενο 2 ένα ΔΟΚΟ (τεκμήριο 9). Επίσης παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 το πουκάμισο που φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο (τεκμήριο 12) ενώ έλαβε και κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (τεκμήριο 11). Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα πιο πάνω τεκμήρια και αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας. Τα όσα δε ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο θηροφύλακας Κυριάκος Κυριάκου, ο οποίος υπηρετεί στην Πάφο. Η εκδοχή του ως την έθεσε στην κυρίως εξέταση του ήταν η ακόλουθη: Στις 12.12.07 περί ώρα 10:00-10:15 ενώ ήταν κυνήγι στην περιοχή «Βίκλα» αντιλήφθηκε περί τα 200 μέτρα από αυτόν τέσσερα πρόσωπα να είναι με στρατιωτικές παραλλαγές και να κυνηγούν εντός της απαγορευμένης περιοχής της «Άσπρης Βρύσης». Τότε παρακολούθησε τα εν λόγω πρόσωπα για περίπου 20 λεπτά περίπου και στη συνέχεια τους προσέγγισε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο ενώ τους έβλεπε συνεχώς. Τη στιγμή που τους πλησίασε αυτοί βγήκαν από την απαγορευμένη περιοχή και βρίσκονταν περί τα 20 μέτρα εντός της επιτρεπόμενης. Την ίδια στιγμή είδε ότι τα πρόσωπα αυτά έφεραν κυνηγετικό γιλέκο. Στη συνέχεια αφού τους πληροφόρησε για την ιδιότητα του, δηλαδή ότι είναι θηροφύλακας, τους ζήτησε να του προσκομίσουν την άδεια κυνηγίου τους αλλά κανένας δεν ανταποκρίθηκε. Επίσης τους ζήτησε να ανοίξουν όλοι τα όπλα τους (ΔΟΚΟ) και είδε ότι όλα ήταν έμφορτα με δύο φυσίγγια. Δεν είδε όμως να έχουν μαζί τους θήραμα. Μετά τους ζήτησε να του δώσουν τα όπλα τους και ταυτόχρονα τους πληροφόρησε ότι ζητά να του τα παραδώσουν διότι κυνηγούσαν εντός της απαγορευμένης περιοχής. Οι δύο εκ των τεσσάρων και συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 και 4 του παρέδωσαν τα όπλα τους χωρίς αντίρρηση. Τον κατηγορούμενο 4 ο μάρτυρας τον γνώριζε όπως και εκείνος την ιδιότητα του μάρτυρα. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν παρέδιδαν τα όπλα τους ισχυριζόμενοι ότι δεν κυνηγούσαν στην απαγορευμένη περιοχή. Ο ένας εξ αυτών δηλ. ο κατηγορούμενος 2, τον οποίο ο μάρτυρας επίσης γνώριζε και ο οποίος γνώριζε την ιδιότητα του μάρτυρα, αντιδρούσε έντονα. Ο κατηγορούμενος 3 του ήταν άγνωστος. Καθώς ο μάρτυρας κρατούσε τα δύο όπλα και ενώ ήταν κοντά στον κατηγορούμενο 3 αυτός του επιτέθηκε, καλώντας και τους άλλους δύο πλην του κατηγορούμενου 4, για να του αποσπάσει με τη βία τα δύο όπλα που κρατούσε. Αντί αυτού ο μάρτυρας κατάφερε να του αποσπάσει το δικό του. Τη στιγμή της επίθεσης και ενώ τα όπλα ήταν ανοικτά ο κατηγορούμενος 3 τραβούσε τον μάρτυρα από τα ρούχα με αποτέλεσμα να του σχίσει το υπηρεσιακό του πουκάμισο αξίας Λ.Κ.20 (τεκμήριο 12). Στη συνέχεια ο μάρτυρας έθεσε τα τρία όπλα (τεκμήρια 6-8) υπό τη φύλαξή του και κάλεσε και τους τέσσερις να τον ακολουθήσουν στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων, κάτι που όμως δεν έπραξαν αμέσως. Αμέσως μετά ο ίδιος πήγε στον εν λόγω Σταθμό και παρέδωσε τα τρία όπλα στον Μ.Κ.
  1. Στη συνέχεια περί ώρα 12:30 πήγαν στο Σταθμό και οι κατηγορούμενοι. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να πείσει ότι παρά το ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν εργαζόταν, δεν έφερε οποιαδήποτε διακριτικά στα ρούχα του και δεν είχε μαζί του την υπηρεσιακή του ταυτότητα όταν προσέγγισε τους κατηγορούμενους τους αποκάλυψε την ιδιότητα του ως θηροφύλακα και αυτοί διέπραξαν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αρκετές από τις θέσεις του δεν ήταν συνεπείς ή δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ απέκρυψε κάποια γεγονότα ουσιώδη ως προς την όλη στάση του κατά τον επίδικο χρόνο και στα οποία αναφέρθηκε μόνο αφού του τέθηκαν από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το κατά πόσο ήταν γνωστή η ιδιότητα του ως θηροφύλακα στην κυρίως εξέταση του είπε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 4 το γνώριζαν αυτό. Στην αντεξέταση του όμως σε υποβολή ότι μπορεί εκείνος να γνώριζε τον κατηγορούμενο 4 αλλά όχι και το αντίστροφο αφού ο κατηγορούμενος 4 τον είδε μια φορά, όπως του υπενθύμισε αργότερα συνάδελφος του μάρτυρα, απάντησε ότι τον είδε δύο φορές. Σε αμέσως όμως επόμενη υποβολή δέχθηκε ότι αυτό έγινε μια φορά σε ανύποπτο χρόνο σε πιτσαρία συναδέλφου του και τότε ο μάρτυρας ήταν με ρούχα πολιτικά. Δέχθηκε περαιτέρω ότι ο ίδιος γνώριζε τον κατηγορούμενο 2 από το φυτώριο του πεθερού του τελευταίου, όπου έτυχε ο μάρτυρας να τον δει, αλλά ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν γνώριζε τον μάρτυρα. Ενώ στην κυρίως εξέταση του περιέγραψε το όλο επεισόδιο με τρόπο που φαίνεται ότι όταν προσέγγισε τους κατηγορούμενους ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο ίδιο σημείο, προφανώς για να δικαιολογήσει ότι όλοι άκουσαν όσα αυτός, σύμφωνα με την εκδοχή του, τους είπε ιδίως σε σχέση με την ιδιότητα του ως θηροφύλακα και είδαν όσα έγιναν, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν τους πλησίασε βρίσκονταν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου 20-30 βήματα ο ένας από τον άλλο. Στη συνέχεια περιγράφοντας το όλο περιστατικό είπε ότι όταν τους προσέγγισε με το ιδιωτικό αυτοκίνητο του πέρασε δίπλα από όλους περί τα 20 μέτρα. Σταμάτησε και πήγε πρώτα στον κατηγορούμενο 1 και του αποκάλυψε την ιδιότητα του δηλ. του είπε ποιος είναι και του ζήτησε την άδεια κυνηγίου οπόταν ο εν λόγω κατηγορούμενος του παρέδωσε το όπλο. Ενώ όμως πριν ανέφερε ότι η απόσταση μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν περίπου 20-30 βήματα όταν στην ουσία του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 εκείνη τη στιγμή απείχε από τον κατηγορούμενο 3, 100-120 βήματα απάντησε ότι ήταν πιο κοντά και πρόσθεσε ότι το πιο πολύ ήταν στην μισή αυτή απόσταση δηλ. 50-60 βήματα. Όσον αφορά το επεισόδιο με τον κατηγορούμενο 3 στην αντεξέταση του είπε ότι όταν εκείνος του επιτέθηκε για να του πάρει τα δύο όπλα ο μάρτυρας έπιασε το όπλο που κρατούσε ο κατηγορούμενος 3 και ήταν ανοικτό, από το παρακόντακκο δηλ. από σημείο μπροστά από το κοντάκι ενώ ο κατηγορούμενος 3 το κρατούσε με το δεξί του χέρι και με το αριστερό του πάνω από το δεξί, από τη χειρολαβή δηλ. από το σημείο πίσω από την σκανδάλη. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι ενώ τραβούσε το όπλο του κατηγορούμενου 3 αυτός από την μια και ο κατηγορούμενος από την άλλη ο μάρτυρας έκανε βήματα προς τα πίσω και έπεσε σε χαμηλότερο επίπεδο αφού ο χώρος εκεί ήταν υπερυψωμένος. Δεν δέχθηκε όμως ότι το πουκάμισο του ξεποράφτηκε όταν έχασε την ισορροπία του και έπεσε προς τα πίσω. Η όλη εκδοχή του όμως σε σχέση με το συγκεκριμένο επεισόδιο πρέπει να λεχθεί ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό, ως ήταν η θέση του, ο κατηγορούμενος 3 να προσπάθησε, αρχικά κρατώντας το δικό του όπλο με το ένα χέρι, να πάρει τα δύο όπλα που κρατούσε ο μάρτυρας με το άλλο του χέρι και στη συνέχεια να έβαλε και τα δύο του χέρια πάνω στο δικό του όπλο αλλά ταυτόχρονα να μπορούσε να πιάσει και να τραβήξει τον μάρτυρα από το πουκάμισο και να του το σχίσει. Άλλωστε το μη σταθερό της εκδοχής του φαίνεται και από τα όσα ανέφερε σε σχέση με το σχίσιμο του πουκαμίσου του στην κυρίως εξέταση του. Συγκεκριμένα ενώ στην κατάθεση του τεκμήριο 13, την οποία υιοθέτησε, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 τον τραβούσε από τα ρούχα με αποτέλεσμα το πουκάμισο του να «σχιστεί» στην συμπληρωματική του κατάθεση τεκμήριο 14, την οποία επίσης υιοθέτησε αλλά και στην κυρίως εξέταση του ανέφερε στην ουσία ότι με άμεσο τρόπο ο εν λόγω κατηγορούμενος του το έσχισε. Πέραν των πιο πάνω ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν προσέγγισε όλους τους κατηγορούμενους τους ζήτησε να ανοίξουν τα όπλα τους και είδε ότι όλα ήταν έμφορτα με δύο φυσίγγια στην αντεξέταση του σε σχέση με το πως έγινε το επεισόδιο με τον κατηγορούμενο 3 δεν δέχθηκε ότι το όπλο του τελευταίου ήταν έμφορτο και κλειστό ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι τα φυσίγγια τα είχε αφαιρέσει από πριν, χωρίς όμως να εξηγήσει πότε πρόλαβε ο κατηγορούμενος 3 να το κάνει αυτό, με δεδομένο το πόσο γρήγορα έλαβε χώραν το όλο επεισόδιο σύμφωνα με την εκδοχή του μάρτυρα. Σε σχέση με το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι κυνηγούσαν εντός της απαγορευμένης περιοχής ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε ότι τους είδε να κυνηγούν στην αντεξέταση του είπε ότι δεν άκουσε πυροβολισμούς, δεν βρήκε θήραμα και δεν γνωρίζει αν οι κατηγορούμενοι κρατούσαν τέτοιο. Σε υποβολή δε στην αντεξέταση του ότι οι κατηγορούμενοι δεν μπήκαν ποτέ στην απαγορευμένη περιοχή είπε ότι ήταν μέσα σε τέτοια περιοχή και μάλιστα σε αρκετή απόσταση εντός αυτής και όταν τους προσέγγισε αγκομαχούσαν και ήταν ιδρωμένοι στην προσπάθεια τους να βγουν με γοργό βηματισμό και βιαστικά από εκεί και να μπουν στην επιτρεπόμενη. Η θέση του όμως ότι οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να βγουν βιαστικά από την απαγορευμένη περιοχή δεν είναι πειστική. Αυτό γιατί ο μάρτυρας όχι μόνο δεν ανέφερε το συμβάν αυτό στην κατάθεση του αλλά και γιατί δεν είναι λογικό οι κατηγορούμενοι να έκαναν κάτι τέτοιο με δεδομένο ότι ακόμη και να είδαν τον ίδιο να οδηγεί το ιδιωτικό του όχημα δεν μπορούσαν να ξέρουν ότι πρόκειται για θηροφύλακα ενώ περαιτέρω αν αντιλαμβάνονταν κάτι τέτοιο γιατί να παραμείνουν στην περιοχή και να μην προσπαθήσουν να διαφύγουν. Ο ίδιος μάλιστα ο μάρτυρας όταν ρωτήθηκε αν τον αντιλήφθηκαν και για αυτό έβγαιναν από την απαγορευμένη περιοχή απάντησε ότι αυτό δεν το γνωρίζει αλλά μπορεί απλώς να υποθέσει. Είναι λοιπόν εμφανές ότι ο μάρτυρας ανέφερε τα πιο πάνω για να πείσει ότι οι κατηγορούμενοι πριν τους προσεγγίσει έκαναν κάτι επιλήψιμο. Περαιτέρω ενώ ούτε στην κατάθεση του ούτε στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στο κυνήγι με ένα κουμπάρο του και ότι το πρόσωπο αυτό ήταν μέσα στο αυτοκίνητο όταν πήγε ο μάρτυρας να συναντήσει τους κατηγορούμενους, παραδέχθηκε την παρουσία του άλλου αυτού προσώπου για πρώτη φορά στην αντεξέταση του και μόνο όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα για αυτό. Σε ερώτηση γιατί δεν ανέφερε το όνομα αυτού στην Αστυνομία είπε αρχικά ότι δεν το έκανε γιατί το εν λόγω πρόσωπο εξέφρασε την επιθυμία να μην ανακατευτεί το όνομα του ενώ στη συνέχεια αλλάζοντας στην ουσία τη δικαιολογία είπε ότι δεν το έκανε λόγω του ότι αυτός δεν επηρέαζε καθόλου την όλη υπόθεση. Σε ερώτηση αν το εν λόγω πρόσωπο είχε δει το επεισόδιο και δεν ήθελε να ανακατευθεί απάντησε ότι δεν ξέρει αν το είδε. Όταν όμως στη συνέχεια πολύ εύλογα του τέθηκε το ερώτημα σε τι δεν ήθελε να ανακατευθεί αφού δεν είδε έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν ήθελε να ανακατευθεί σε τίποτα και ότι δεν είχε σχέση με αυτή τη δουλειά. Δεν δέχθηκε επίσης ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε στην Αστυνομία είναι γιατί το πρόσωπο εκείνο αντέδρασε στη συμπεριφορά του μάρτυρα λέγοντας του «Δεν είναι σωστά αυτά που κάνεις. Δεν έκαναν τίποτα τα πλάσματα». Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι η όλη στάση του μάρτυρα να αποκρύψει αρχικά την παρουσία άλλου προσώπου στον επίδικο χώρο και να δικαιολογήσει στη συνέχεια το λόγο που δεν αναφέρθηκε σε αυτόν δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του. Τέλος στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι όταν πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό προχώρησε κατευθείαν στην κατάθεση του γιατί τα είχε όλα φρέσκα και ήθελε να τα σημειώσει κάτω. Αυτό όμως διαψεύστηκε στη συνέχεια από τα όσα ο ίδιος ανέφερε μετά φυσικά που του τέθηκαν κάποιες σχετικές ερωτήσεις από τον συνήγορο υπεράσπισης. Συγκεκριμένα στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο όταν πήγε στο Σταθμό συνάντησε κάποιο Λοχία και του είπε τι συνέβηκε. Παρά ταύτα μετά δέχθηκε ότι ο εν λόγω Λοχίας του είπε ότι του τηλεφώνησαν κάποιοι για να καταγγείλουν ότι κάποιος τους άρπαξε τα όπλα. Περαιτέρω στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν ήταν στο Σταθμό προσήλθε ένα άλλο περίπολο συναδέλφων του και τον ρώτησαν αν είχε μαζί του την υπηρεσιακή του ταυτότητα και όταν τους απάντησε αρνητικά του είπαν ότι δεν θα μπορούσε να στηρίξει υπόθεση στο Δικαστήριο και προς στιγμή του δημιουργήθηκαν αμφιβολίες και ξεκίνησε να επιστρέψει τα όπλα στους κατηγορούμενους αλλά στο τέλος δεν το έπραξε αφού ήλθε σε επικοινωνία με τον προϊστάμενο του στον οποίο ανέφερε τα γεγονότα και του είπε ότι δεν θα είχε πρόβλημα να στηρίξει την υπόθεση. Και πάλι λοιπόν λαμβάνοντας υπόψην τα όσα ανέφερε για το υπό εξέταση θέμα εγείρεται εύλογα το ερώτημα γιατί ο μάρτυρας δεν αναφέρθηκε σε αυτό παρά μόνο μετά που του έγιναν σχετικές ερωτήσεις από την υπεράσπιση οπόταν προφανώς αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να το αποκρύψει. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν ειλικρινής και συνεπώς η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 στην ένορκη μαρτυρία του ήταν η ακόλουθη: Κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε ότι ο Μ.Κ.2 ήταν θηροφύλακας. Όταν τους πλησίασε ο Μ.Κ.2 οι κατηγορούμενοι ήταν ακροβολισμένοι περίπου 40 μέτρα ο ένας από τον άλλο. Ο Μ.Κ.2 πρώτα πήγε κοντά στον κατηγορούμενο 1 και του άρπαξε το όπλο και μετά πήγε στον κατηγορούμενο 4 του οποίου επίσης άρπαξε το όπλο και τον οποίο ο κατηγορούμενος άκουσε να λέει «Ποιος είσαι εσύ και μας παίρνεις τα όπλα και ο Μ.Κ.2 απάντησε «Δώστε μου τα όπλα και θα σας πω ποιος είμαι». Στη συνέχεια πλησίασε τον κατηγορούμενο 2 και του είπε να του δώσει το όπλο και αυτός δεν του το παρέδωσε και τον ρώτησε «Με ποια ιδιότητα να σου το δώσω;» οπόταν ο Μ.Κ.2 έφυγε και πήγε κοντά στον κατηγορούμενο 3, ο οποίος βρισκόταν σε απόσταση περίπου 30 μέτρων. Τότε όπως ο τελευταίος κρατούσε το όπλο ο Μ.Κ.2 του το άρπαξε από το κοντάκι, ο κατηγορούμενος 3 το άρπαξε από τις κάννες και τραβούσε ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά. Όπως τραβούσαν ο Μ.Κ.2 έπεσε κάτω από μια μικρή δόμη και μετά ο κατηγορούμεος 3 έπεσε από την άλλη. Σε καμία περίπτωση ο Μ.Κ.2 δεν τους είπε ότι είναι θηροφύλακας. Δεν είχε διακριτικά πάνω του και ούτε οδηγούσε υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Όταν είδε τον Μ.Κ.2 να τραβά το όπλο από τον κατηγορούμενο 3 νόμιζε ότι ήταν ένας κυνηγός που ήθελε να τους κάνει κακό. Ο Μ.Κ.2 είχε μαζί του ένα άτομο ο οποίος του είπε «Ρε Κυριάκο τι είναι τούτες οι πελλάρες που κάνεις». Τέλος η εκδοχή του κατηγορούμενου 3 ως προς τα γεγονότα ήταν η ακόλουθη: Στις 12.12.07 γύρω στις 06:00 πήγε μαζί με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 4 για κυνήγι στην περιοχή «Βίκλα» του χωριού Σαλαμιού, που είναι επιτρεπόμενη περιοχή για το κυνήγι. Ήταν ακροβολισμένοι μεταξύ τους σε θέση παγανιάς και κάλυπταν όλοι μαζί μια περιοχή περί τα 150 μέτρα. Σε κάποια στιγμή πέρασε με ένα διπλοκάμπινο κόκκινο κάποιος άγνωστος από κοντά τους ήτοι ο Μ.Κ.
  2. Μετά από ένα τέταρτο περίπου ο Μ.Κ.2 που φορούσε κυνηγετικά ρούχα, ξαναήρθε προς το μέρος τους. Ο κατηγορούμενος 3 δεν τον είχε ξαναδεί προηγουμένως ούτε και ήξερε τι δουλειά έκανε. Ο κατηγορούμενος 3 είδε ότι ο Μ.Κ.2 πήγε πρώτα και πήρε τα όπλα από τους κατηγορούμενους 1 και 4 αλλά όχι και τον τρόπο με τον οποίο τα πήρε και δεν άκουσε αν είπαν κάτι μεταξύ τους γιατί βρισκόταν μακριά από αυτούς. Στη συνέχεια είδε ότι ο Μ.Κ.2 πήγε στον κατηγορούμενο 2 και του είπε να του δώσει το όπλο όμως ο κατηγορούμενος 2 δεν του το έδωσε. Ο κατηγορούμενος 2 όταν τον προσέγγισε ο Μ.Κ.2 ήταν 30 μέτρα περίπου μακριά από τον κατηγορούμενο
  3. Μετά ο Μ.Κ.2 πλησίασε τον κατηγορούμενο 3 και χωρίς να του πει οτιδήποτε και ενώ ο τελευταίος κρατούσε το έμφορτο όπλο του χιαστή με τις κάννες προς τα πάνω ο Μ.Κ.2 του άρπαξε το όπλο με το δεξί του χέρι και συγκεκριμένα από το σημείο πίσω από τη σκανδάλη με τον δείκτη του χεριού του μέσα στη σκανδάλη και το τραβούσε προς το μέρος του. Με το αριστερό του κρατούσε τα άλλα 2 όπλα που έπιασε πριν από τους άλλους. Ο κατηγορούμενος 3 τότε όπως κρατούσε το όπλο του με το αριστερό του χέρι από τις κάνες έβαλε και το δεξί του χέρι πάνω από το αριστερό και προσπαθούσε να το συγκρατήσει. Όπως τον τραβούσε ο Μ.Κ.2 το όπλο προς το μέρος του εκεί είχε δόμη και έπεσε κάτω από αυτήν και παρέσυρε μαζί του και τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος λόγω του ότι οι κάννες του όπλου του ήταν στραμμένες στη κοιλιά του φοβήθηκε και άφησε το όπλο του. Πέραν από τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος 3 δεν ήλθε σε άλλη επαφή με το Μ.Κ.
  4. Το πουκάμισο του Μ.Κ.2 πιθανόν να ξεποράφτηκε όταν έπεσε από τη δόμη. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 πήρε τα δύο όπλα που κρατούσε από πριν και το όπλο του κατηγορούμενου 3, μπήκε στο αυτοκίνητο του και τους είπε ότι θα πήγαινε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών. Ο Μ.Κ.2 ήταν μαζί με ακόμη ένα άτομο, ο οποίος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήγε προς το μέρος τους και τους είπε καθώς προσπαθούσε να πάρει το όπλο από τον κατηγορούμενο 3 «Άφησ' τους ανθρώπους. Τι είναι τούτες οι πελλάρες που κάνεις;». Μετά που έφυγε ο Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Κελοκεδάρων και μίλησε με το Λοχ. Χαραλάμπους στον οποίο ανέφερε το περιστατικό και ο οποίος του είπε να μείνουν εκεί και όταν θα πήγαινε ο Μ.Κ.2 στο Σταθμό θα του έλεγε να τους πάρει τα όπλα και δεν έχει υπόθεση. Μετά από 30 περίπου λεπτά ο Λοχ. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και του είπε ότι ο Μ.Κ.2 πάει να τους πάρει τα όπλα αλλά τελικά δεν τους τα πήρε. Όπως τους είπε ο Λοχ. ο Μ.Κ.2 ξεκίνησε να τους τα πάρει αλλά στη διαδρομή μίλησε με κάποιον και μετά επέστρεψε στο Σταθμό. Δεν πήγαν και αυτοί στο Σταθμό εκείνη την ώρα γιατί βρίσκονταν μακριά από το αυτοκίνητο τους και επειδή ήταν σίγουροι ότι δεν είχε υπόθεση για αυτό τηλεφώνησαν. Ο Μ.Κ.2 δεν τους είπε την ιδιότητα του αλλά ούτε και τους έδειξε στοιχεία ότι ήταν θηροφύλακας. Τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 3 μου έκαναν καλή εντύπωση. Περιέγραψαν με αμεσότητα και σαφήνεια τα γεγονότα όπως τα βίωσαν και απαντούσαν με ευθύτητα και χωρίς περιστροφές. Η δε εκδοχές τους συνήδαν μεταξύ τους, χαρακτηρίζονταν από συνοχή αλλά και λογική και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση τους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι και οι δύο είπαν την αλήθεια. Ως εκ των άνω δέχομαι τη μαρτυρία τους. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και
  5. Όσον αφορά τις κατηγορίες 6 και 7 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η μόνη σχετική μαρτυρία που υπήρχε εναντίον του εν λόγω κατηγορούμενου είναι αυτή του Μ.Κ.2, η οποία για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω δεν έγινε δεκτή. Αντίθετα δεκτή έγινε η εκδοχή των κατηγορουμένων 2 και 3, η οποία είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτήν του Μ.Κ.
  6. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 6 και
  7. Όσον αφορά την κατηγορία 5 που αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορούμενοι αυτή εδράζεται στο άρθρο 77
(3)(γ) του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμος 152(Ι)/2003, το οποίο προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο, όταν καλείται από θηροφύλακα με οποιοδήποτε τρόπο, παρεμποδίζει θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων ή εξουσιών του είναι ένοχο αδικήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 76
(3)του ίδιου Νόμου θηροφύλακας θεωρείται ότι βρίσκεται πάντα σε καθήκον. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 77
(1)(γ) θηροφύλακας έχει εξουσία να προβαίνει, για ανακριτικούς σκοπούς, στην κράτηση κάθε αντικειμένου που βρίσκεται στην κατοχή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της ίδια παραγράφου και το οποίο αντικείμενο συμβάλλει ή μπορεί να συμβάλει στην απόδειξη διάπραξης αδικήματος με βάση το Νόμο 152(Ι)/2003. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 77
(4)του ίδιου Νόμου για την καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων τους οι θηροφύλακες εφοδιάζονται με επαγγελματικό δελτίο ταυτότητας υπογραμμένο από τον προϊστάμενο. Στην παρούσα δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν θηροφύλακας. Από τη μαρτυρία που επίσης έγινε δεκτή και συγκεκριμένα αυτή των κατηγορουμένων 2 και 3 είναι εμφανές ότι ο Μ.Κ.2 χωρίς να τους ενημερώσει ότι είναι θηροφύλακας κάλεσε τον μεν κατηγορούμενο 2 να του δώσει το όπλο του ενώ όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3 προσπάθησε να του το αρπάξει χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε. Συνεπώς όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3 δεν στοιχειοθετείται το ότι ο Μ.Κ.2 τον «κάλεσε» να πράξει ή να παραλείψει κάτι. Το ερώτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι το κατά πόσο ο Μ.Κ.2 κατά τον επίδικο χρόνο εκτελούσε τα καθήκοντα ή τις εξουσίες του. Όσον αφορά το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το ότι εκείνη τη μέρα αυτός βρισκόταν στην περιοχή για κυνήγι και δεν εργαζόταν εντούτοις με βάση τη διάταξη του άρθρου 76
(3)του Νόμου 152(Ι)/2003 ένας θηροφύλακας θεωρείται ότι βρίσκεται πάντα σε καθήκον. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Για να θεωρείται ότι κάποιος θηροφύλακας «εκτελεί τα καθήκοντα και τις εξουσίες του» θα πρέπει οι σχετικές ενέργειες του να είναι νόμιμες και να γίνονται στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος (βλ. Blackstone's Criminal Practice
(2003)σελ. 172-174 σε σχέση με τα όσα αναφέρονται σχετικά με αστυνομικούς για το ίδιο θέμα). Στην παρούσα ήταν στην ουσία η θέση του Μ.Κ.2 ότι προχώρησε στο να πάρει τα όπλα από τους κατηγορούμενους γιατί αυτοί καταδίωκαν θήραμα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή. Ούτε η θέση του όμως αυτή έγινε δεκτή. Συνεπώς εφόσον η κράτηση των όπλων των κατηγορουμένων 2 και 3 από το Μ.Κ.2 δεν θα συνέβαλε στην απόδειξη διάπραξης αδικήματος με δεδομένο ότι δεν υπήρχε καν εύλογη υποψία εκ μέρους του Μ.Κ.2 για κάτι τέτοιο, αυτός δεν είχε εξουσία να προβεί σε τέτοια κράτηση και κατ' επέκταση να τους καλέσει να του τα παραδώσουν. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Μ.Κ.2 δρούσε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ή των εξουσιών του. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι στοιχειοθετείτο το πιο πάνω και πάλι δεν θα μπορούσα να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διέπραξαν το υπό εξέταση αδίκημα εφόσον εκλείπει εν πάση περιπτώσει η απαραίτητη ένοχη διάνοια (mens rea). Συγκεκριμένα από την μαρτυρία που έγινε δεκτή φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι δεν καταδίωκαν θήραμα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή ενώ ο Μ.Κ.2 οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, δεν παρουσίασε στους κατηγορούμενους 2 και 3 την υπηρεσιακή του ταυτότητα, δεν τους αποκάλυψε την ιδιότητα του, δεν είχε πάνω του οποιαδήποτε διακριτικά που να δείχνουν κάτι τέτοιο και εντούτοις ήθελε να τους πάρει τα όπλα. Υπό τις περιστάσεις λοιπόν αυτές κρίνω ότι εύλογα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν την πεποίθηση ότι επρόκειτο για κάποιο πρόσωπο που αναίτια προσπαθούσε να τους πάρει τα όπλα και όχι ότι επρόκειτο για θηροφύλακα που προέβαινε σε ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Είχαν δε οι κατηγορούμενοι κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν θετικά ότι ο Μ.Κ.2 που τους προσέγγισε ήταν θηροφύλακας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α., Ποιν. Εφέσεις αρ. 56/2009 -65/2009, ημερ. 29.3.2010). Το ότι ο Μ.Κ.2 πήρε προηγουμένως τα όπλα από τους κατηγορούμενους 1 και 4, κάτι που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είδαν πριν τους προσεγγίσει, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία που έγινε δεκτή ο εν λόγω μάρτυρας άρπαξε τα όπλα από τους άλλους ενώ περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν βρίσκονταν στο ίδιο σημείο και προφανώς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν, ενόψει και των άλλων περιστάσεων που προανέφερα, το λόγο που έδρασε με αυτόν τον τρόπο ο μάρτυρας. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία 5. Καταληκτικά οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται ο μεν δεύτερος στην κατηγορία 5, ο δε τρίτος στις κατηγορίες 5, 6 και 7. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παρεμπόδιση θηροφύλακα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.