← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτα Γιάλλουρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6216/08, 23.12.2010

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτα Γιάλλουρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6216/08, 23.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2010:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6216/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Παναγιώτα Γιάλλουρου
  2. Αντρέας Γιάλλουρου
  3. Γιάννος Ιωάννου
  4. Παντελής Χαραλάμπους Ημερομηνία: 23.12.2010 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενo 2: κ. Κ. Σιαηλής Για Κατηγορούμενους 3 και 4: κ. Φωτίου Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 3 και 4 υποστήριξε το ίδιο όσον αφορά τον κατηγορούμενο 4 ενώ όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3 εισηγήθηκε όπως αυτός αθωωθεί και απαλλαγεί στις κατηγορίες 2 και
  5. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε με τους συνηγόρους υπεράσπισης αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4 ενώ αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία στις κατηγορίες 1 και
  6. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), απόπειρας εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 367 (κατηγορία 2) και δημόσιας βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 115 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων οι κατηγορούμενοι στις 16.6.07 στην Τίμη της Επαρχίας Πάφου, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απόπειρα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στο ότι κατάγγειλαν στην Αστυνομία Κουκλιών φανταστικό τροχαίο, και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκαν να αποσπάσουν χρήματα από την Ασφαλιστική εταιρεία INTERLIFE. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έδωσαν στον Αστ. 1314 Α. Πελεκάνο του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών γραπτή κατάθεση, η οποία γνώριζαν ότι είναι ψευδής σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, δηλαδή κατάγγειλαν φανταστικό τροχαίο δυστύχημα. Όσον δε αφορά την κατηγορία 2 από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Γεωργία Μαυρομούστακου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας INTERLIFE, στην οποία εταιρεία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο EPX533 για ζημιές έναντι τρίτου. Στις 20.6.07 η Παναγιώτα Γιάλλουρου, η οποία ήταν, στο σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο, καλυπτόμενη οδηγός για το εν λόγω αυτοκίνητο ενημέρωσε την Μαυρομούστακου ότι λίγες μέρες πριν ενεπλάκη σε δυστύχημα στην Τίμη με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο. Η Γιάλλουρου ανέφερε περαιτέρω ότι εξεταστής του δυστυχήματος ήταν συγκεκριμένος αστυνομικός. Η Μαυρομούστακου της είπε ότι για να κάνει αναγγελία ζημιάς (claim) έπρεπε να της πάρει κάποια στοιχεία. Αν και η Γιάλλουρου της είπε ότι θα της έπαιρνε τα στοιχεία δεν το έπραξε και δεν υπέγραψε αναγγελία ζημιάς. Αυτή είναι και η μόνη μαρτυρία αναφορικά με την υπό εξέταση κατηγορία. Από τη μαρτυρία αυτή φαίνεται όμως ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Αυτό γιατί η αναγγελία της ζημιάς (claim) μέσω της οποίας θα γινόταν και θα στοιχειοθετείτο απόπειρα απόσπασης χρημάτων από την ασφαλιστική εταιρεία, με τη μορφή της κάλυψης των ζημιών από το δυστύχημα, δεν έγινε τελικά. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι οι σχετικές ενέργειες αποδείκνυαν τέτοια απόπειρα πρέπει να λεχθεί ότι η ίδια μαρτυρία καταδεικνύει ότι όλες αυτές οι ενέργειες προς την ασφαλιστική εταιρεία έγιναν από την Γιάλλουρου και από πουθενά δεν προκύπτει έστω η συμμετοχή των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για κανένα από τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 στην κατηγορία
  4. Όσον δε αφορά τον κατηγορούμενο 2 πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει γενικά εναντίον του και αφορά μόνο την κατηγορία 1 είναι τα όσα σχετικά ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 στην πρώτη κατάθεση του ημερ. 22.6.07 (τεκμήριο 8). Εδώ πρέπει να υπομνησθεί ότι είναι βασικός κανόνας απόδειξης ότι γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις ενός κατηγορούμενου αποτελούν μαρτυρία εναντίον αυτού. Όταν όμως με αυτές εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο του στη διάπραξη ενός αδικήματος δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία ενάντια στον συγκατηγορούμενο του εκτός αν ο τελευταίος ρητά ή εξυπακουόμενα υιοθετεί τις δηλώσεις του άλλου κατηγορουμένου και τις κάμνει δικές του. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου για όσα αναφέρει ενάντια σε συγκατηγορούμενο του στο Δικαστήριο. Η ένορκη όμως μαρτυρία μπορεί να έχει αποδεικτική αξία και εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι δηλ. αποδεκτή μαρτυρία η οποία θα αξιολογηθεί βέβαια από το Δικαστήριο (βλ. R. ν. Rudd
(1948)Cr. Αρρ. R. 138, R. ν. Gunewardene
(1951)35 Cr. Αρρ. R. 80, Miliotis v. The Police
(1971)2 C.L.R 292, Vrakas and another ν. The Republic
(1973)2 C.L.R 139, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Malik κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ 36, Ευριπίδου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ
  1. Τα όσα επομένως στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση του για τον κατηγορούμενο 2 δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία εναντίον του τελευταίου. Περαιτέρω με δεδομένο ότι η μόνη μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 2 ήταν αυτή, η οποία και δεν είναι αποδεκτή, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ούτε στις κατηγορίες 1 και
  2. Όσον αφορά την κατηγορία 3 αυτή εδράζεται στο άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
  3. Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου». Τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος ως συνάγονται από το λεκτικό της διάταξης του άρθρου 115 είναι τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος να δίνει κατάθεση σε αστυνομικό,
  5. Η κατάθεση αυτή να είναι ψευδής και να είναι σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Η μόνη μαρτυρία σε σχέση με την κατηγορία 3 προέρχεται από τον Μ.Κ.1 Αστ. 1314 Πελεκάνου Αρτέμης. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό εξέταση κατηγορίας το αδίκημα διαπράχθηκε μέσω γραπτής κατάθεσης που έδωσαν οι κατηγορούμενοι στον εν λόγω αστυνομικό. Πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 έδωσαν τέτοια γραπτή κατάθεση στον Μ.Κ.
  6. Τα όσα αναφέρθηκαν από τους κατηγορούμενους 3 και 4 στον Μ.Κ.1 ήταν προφορικά και μόνο. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 έδωσαν γραπτή κατάθεση στο Μ.Κ.
  7. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι η κατάθεση που αναφέρει το άρθρο 115 δεν περιλαμβάνει μόνο γραπτές καταθέσεις αλλά και προφορικές δηλώσεις το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί ότι αυτή η ψευδής κατάθεση ήταν σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. Στην παρούσα όμως από την εν λόγω μαρτυρία αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι δηλώσεις των κατηγορουμένων 3 και 4 αφορούσαν κατά φαντασία δυστύχημα, στο οποίο εμπλέκονταν δύο αυτοκίνητα σε χώρο στάθμευσης. Αυτό δε το δυστύχημα δεν φαίνεται να αποτελεί ταυτόχρονα και οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Άλλωστε από την τεθείσα μαρτυρία και τη γραμμή που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι κατάγγειλαν στην ουσία κάποιο συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Η κλήση του Μ.Κ.1 φαίνεται άλλωστε, ως και ο ίδιος στην ουσία είπε, ότι έγινε όχι για να διερευνήσει ποιος φταίει αλλά για να κάνει σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 3 και 4 ούτε στην κατηγορία
  8. Όσον αφορά την κατηγορία 1, για τον κατηγορούμενο 4, θα πρέπει να λεχθεί ότι από την κατάθεση του δεν μπορεί το Δικαστήριο, ακόμη και για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι αυτός συμφώνησε με τους άλλους κατηγορούμενους να διαπράξουν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η μόνη άλλη σχετική μαρτυρία που υπάρχει και η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο 4 στη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος είναι τα όσα ανέφεραν σχετικά στις καταθέσεις τους η Παναγιώτα Γιάλλουρου (η κατάθεση αυτή δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο αλλά αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της ο Μ.Κ.1) και ο κατηγορούμενος 3 (κατάθεση ημερ. 24.6.07 - τεκμήριο 9). Όπως όμως αναφέρθηκε ανωτέρω με δεδομένο ότι τόσο η Παναγιώτα Γιάλλουρου, πρώην κατηγορούμενη 1 όσο και ο κατηγορούμενος 3 είναι συγκατηγορούμενοι του κατηγορούμενου 4 τα όσα ανέφεραν δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του τελευταίου. Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 4 ούτε στην κατηγορία
  9. Ως φαίνεται από τα πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αποδεκτή αλλά και αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 σε απολογία στις κατηγορίες που εξετάσθηκαν ανωτέρω θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά οι κατηγορούμενοι 2 και 4 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες ενώ ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2 και 3. Όσον αφορά την κατηγορία 1 κρίνω ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 3 και ως εκ τούτου καλώ αυτόν σε απολογία στην εν λόγω κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Ενδιάμεση - Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος - Απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψ/π - Δημόσια βλάβη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.