ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΕΡΙΚΛΗ ΘΕΩΡΗ, Αριθμός Υπόθεσης: 1109/09, 3 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2010:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 1109/09 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΠΕΡΙΚΛΗ ΘΕΩΡΗ Κατηγορούμενος __________ Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Μ. Πασιαρδή (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Μαππουρίδης). Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η κύρια κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι στις 26.2.2009 παράνομα αποπειράθηκε να επιφέρει το θάνατο στον Ανδρέα Γεωργίου από την Αγία Νάπα, δηλαδή τον πυροβόλησε, κατά παράβαση του άρθρου 214 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1). Συναφώς αντιμετωπίζει κατηγορίες για κατοχή πυροβόλου όπλου (κατηγορία 2), μεταφορά πυροβόλου όπλου (κατηγορία 3), κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή μιας σφαίρας, (κατηγορία 4), μεταφορά της σφαίρας (κατηγορία 5)και χρήση εκρηκτικών υλών, δηλαδή ότι πυροβόλησε την εν λόγω σφαίρα (κατηγορία 6). Είναι συνοπτικά η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι τη νύχτα της 26.2.2009, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν ως θαμώνας στη μπυραρία «Απόλλων» του κατηγορούμενου, ο τελευταίος με πρόφαση ότι θα του παρέδιδε γυναίκα για αγοραίο σεξ, έστειλε τον παραπονούμενο και ταυτοχρόνως τον ακολούθησε, αρχικά μπροστά από το ξενοδοχείο «Brilliant» και ακολούθως μπροστά από το ξενοδοχείο «Αντιγόνη», που αμφότερα βρίσκονται πολύ κοντά στην μπυραρία του. Στο ξενοδοχείο «Αντιγόνη» τον πυροβόλησε μια φορά με πιστόλι στο πρόσωπο. Β. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατατέθηκαν ως τεκμήρια, από κοινού και ως κοινώς αποδεκτά, διάφορα αντικείμενα που αναφέρονται σε σχετικό κατάλογο τεκμηρίων. Σ΄ αυτά περιλαμβάνεται κάλυκας φυσιγγίου που βρέθηκε στη σκηνή (Τεκ. 1), τα ενδύματα που φορούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο (Τεκ. 12, 13, 14, 15), ο σκληρός δίσκος του κυκλώματος παρακολούθησης της μπυραρίας «Απόλλων» (Τεκ. 16) και η συσκευή DVR, του εν λόγω κυκλώματος παρακολούθησης (Τεκ. 19). Περιπλέον, κατατέθηκε από κοινού έγγραφο με κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Έγινε κατ΄ αρχήν παραδεκτό ότι στις 26.2.2009, η ώρα 00:15, ο Αν. Λοχ. 4365, Ανδρόνικος Παναγή (Μ.Κ.14) επισκέφθηκε την μπυραρία «Απόλλων» για έλεγχο όπου και έγινε καταγγελία για κάπνισμα και κατά την ώρα της καταγγελίας βρισκόταν εκεί ο παραπονούμενος, αλλ΄ όχι ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, τα παραδεκτά γεγονότα αναφέρονται, στο ζήτημα της ασφαλούς φύλαξης της σκηνής και σε δειγματοληψίες από τον κατηγορούμενο για υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου και για σκοπούς εντοπισμού γενετικού υλικού. Αναφέρονται επίσης στους τραυματισμούς που είχε υποστεί ο παραπονούμενος. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα η πορεία του βλήματος βάσει του ακτινολογικού και κλινικού ελέγχου διαπερνούσε πολύ πλησίον σημαντικών δομών της περιοχής του τραχήλου και ήταν απειλητική για τη ζωή του παραπονούμενου. Σε σχέση με τυχόν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου εξετάστηκαν δείγματα από το πρόσωπο, τα μαλλιά και τα χέρια του κατηγορούμενου, από τα ρούχα που φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εξετάστηκε επίσης και ο εν λόγω κάλυκας. Σε κανένα από τα τεκμήρια δεν ανιχνεύθηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου. Αυτά αναφέρονται σε κοινώς αποδεκτή έκθεση της χημικού στο Γενικό Χημείο του Κράτους, κας Κατερίνας Κονάρη, η οποία αναφέρει επίσης ότι η απουσία των υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου από μεταλλικά στοιχεία στον κάλυκα υποδηλώνει ότι η σύσταση της πρωτογενούς εκρηκτικής ύλης, οξειδωτικού και καύσιμης ύλης, αποτελείται από μη μεταλλικά στοιχεία. Στον εν λόγω κάλυκα δεν ανευρέθηκαν ούτε δακτυλικά αποτυπώματα (βλ. παραδεκτό γεγονός - έκθεση πραγματογνώμονα Μ. Σάββα Α/Λοχ. 2566 της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, Εργαστήριο Διερεύνησης, της Αστυνομίας Κύπρου). Για σκοπούς εντοπισμού γενετικού υλικού εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, επιχρίσματα από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Γενικά, σε κανένα από τα τεκμήρια που εξετάστηκαν δεν βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. (Βλ. κοινώς αποδεκτή έκθεση του Δρος Καριόλου). Στον δε σκληρό δίσκο του συστήματος παρακολούθησης της μπυραρίας δεν υπήρχαν αποθηκευμένες οποιεσδήποτε πληροφορίες εφόσον ο δίσκος ήταν κενός όταν αυτός εξετάστηκε στον κλάδο τηλεπικοινωνιών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Συνεπώς, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται στη μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.11). Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ 1.Οι καταθέσεις του παραπονούμενου στην αστυνομία Ο παραπονούμενος σε δύο καταθέσεις του που έδωσε στην αστυνομία, οι οποίες έγιναν μέρος της κύριας εξέτασής του είχε αναφέρει τα ακόλουθα: Κατάθεση που ελήφθη στις 26.2.2009 μεταξύ 06.30 - 07.00 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας(«Πρώτη κατάθεση») "Πόψε ήμουν στην μπυραρία του Περικλή του αρφού του Σπύρου, στον Πρωτάρα την «AΠΟΛΛΩΝ». Επήα η ώρα
(11)έντεκα την νύχτα περίπου. Η ώρα 0400 το πρωί, έπιαμε ο Περικλής τζιαι είπε μου να βκούμε έξω από την μπυραρία , που την πόρτα της κουζίνας, τζιαι είπε μου να πάω στο ξενοδοχείο «BRILLIAΝΤ» στον Πρωτάρα τζιαι θα μου έφερνε μια γεναίκα για να πάμε μαζί. Εγιώ έφυα αμέσως με το αυτοκίνητο μου το MERCENDES τζιαι επήα στο «BRILLIAΝΤ» τζιαι επερίμενα περίπου είκοσι λεπτά το Περικλή τζιαι ήρτε με ένα μιτσή αυτοκίνητο άσπρο μόνος του τζιαι είπε μου να φύουμε γιατί εν του αρέσκει γιατί είσιε τζιαμέ στο πάρκιγκ του «BRILLIAΝΤ» ένα μονοκάμπινο αυτοκίνητο άσπρο, παρκαρισμένο, τζιαι είπε μου να πάμε στο πάρκιγκ του ξενοδοχείου του «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» στον Πρωτάρα που ελίο πιο κάτω. Εγώ έμπηκα που την είσοδο του πάρκιγκ του «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» τζιαι λίο πριν την έξοδο εσταμάτησα τζιαι το αυτοκίνητο μου εθώρε προς το δρόμο. Ο Περικλής ήταν πίσω μου τζιαι εσταμάτησε πίσω μου, εκατέβηκε που το αυτοκίνητο του τζιαι ήρτε που την πλευρά μου, που κάθουμουν, είπε μου «Αθυμάσε που είμαστε μι, μιτσιή, άτε πάπαϊ». Εγιώ ένωσα να βουίζει η κκελέ μου τζιαι εφοήθηκα τζιαι επήα τζιαμέ στην μπυραρία του Περικλή τζιαι τζιαμέ ήταν ο Κώστας ο καλαμαράς ο τραγουδιστής τζιαι οι κοπέλλες τους τζιαι είπα τους έπαιξε με ο Περικλής. Είσιεν τζιαμέ μια ξανθή νομίζω ήταν η τραγουδίστρια τζιαι είπε αίστε τον τζιαι μεθυσμένος. Εγιώ έφυα που τζιαμέ αμέσως τζιαι που την ώρα που εξέβηκα να πάω στο νοσοκομείο νομίζω άκουσα την φωνή του Περικλή να μου λαλεί ρε Αντρέα. Τζιαι επήα εγιώ στο νοσοκομείο. Που σου είπα εβούιζε η κκελέ μου ήταν που με έπαιξε ο Περικλής με το όπλο." Κατάθεση που ελήφθη στις 3.3.2009 μεταξύ 10.30 - 12.45 στα γραφεία ΤΑΕ Αμμοχώστου («Δεύτερη κατάθεση») "Συμπληρωματικά με την κατάθεση μου που έδωσα στις 26/2//09 στο Νοσοκομείο Λευκωσίας σήμερα που βγήκα από το Νοσοκομείο ήρθα απ' ευθείας στο ΤΑΕ για να σας πω τι ακριβώς έγινε την νύχτα που με έπαιξε ο Θεωρής ΠΕΡΙΚΛΗ, Περικλή όπως τον φωνάζουμε ούλλοι. Είμαι παντρεμένος με την Κάλλια ΚΙΡΣΑΝΟΒΑ από Ρωσσία και διαμένω στην πιο πάνω διεύθυνση. Από προηγούμενο μου γάμο με την μακαρίτισσα την σύζυγο μου Λουκία Μηνά εκάμαμεν δύο παιδιά. Ο Γιώργος 13 ετών και τη Σωτηρούλα 10 ½ ετών. Το τελευταίο διάστημα λόγω τραυματισμού μου σε τροχαίο δυστύχημα είμαι άνεργος. Πριν τραυματιστώ στο δυστύχημα, τον Σεπτέμβρη του 2007, δούλευα μαζί με τον πατέρα μου Γιώργο ΚΡΕΜΜΑΣΤΟ, καπετάνιος πάνω στο σκάφος του πατέρα μου "CONTESSA NAPA". Το σκάφος το έχουμε στον Πρωτάρα, στην περιοχή μεταξύ FIGTREE BAY και Πρωτάρα. Το σκάφος είναι ακτοπλοϊκό και μεταφέρουμε τουρίστες κάθε καλοκαίρι με διαδρομή "Κάππαρη Αμμόχωστο και Κάβο Γκρέκο". Την περασμένη Τετάρτη 25/2/09 γύρω στις έντεκα η ώρα την νύκτα πήγα με το αυτοκίνητο μου το MERCEDES στην μπυραρία του Θεωρή ΠΕΡΙΚΛΗ με το όνομα "APOLLON" στον Πρωτάρα για να πιω κανένα ποτό. Εκεί στην μπυραρία δεν πηγαίνω συχνά, αλλά τον Περικλή τον γνωρίζω πολύ καλά αφού και αυτός έχει σκάφος και μεταφέρει τουρίστες και έχει και "WATER SPORTS" στον Πρωτάρα μαζί με τον αδελφό του τον Σπύρο. Όταν πήγα στην μπυραρία εκείνο το βράδυ στάθμευσα το όχημα μου στον χώρο στάθμευσης μπροστά από την είσοδο της μπυραρίας "APOLLON". Μπήκα όπως σου είπα η ώρα έντεκα περίπου στην μπυραρία και έκατσα πάνω στο ΒΑR. Θυμούμαι ότι στην μπυραρία ήταν ο Κώστας ο Καλαμαράς ο τραγουδιστής, δύο με τρία τραπέζια με πελάτες. Στην μπυραρία υπήρχαν και πεντέξι νομίζω γυναίκες που εργάζονταν στην μπυραρία. Όταν έκατσα στο ΒΑR, ήρτε κοντά μου μια κοπέλα η οποία μου είπε στα Ελληνικά ότι είναι τραγουδίστρια, μου είπε και το όνομα της αλλά δεν το θυμάμαι τώρα. Της έβαλα όλη νύκτα τρία με τέσσερα ποτά και μάλιστα σε κάποιο στάδιο μου έδωσε και το μικρόφωνο και τραγούδησα και εγώ μαζί της. Σε κάποιο στάδιο είδα και τον αδελφό του Περικλή τον Σπύρο με τον οποίο μίλησα για λίγα λεπτά και απλά είπαμε τι κάμνω και τι κάμνει αυτός. Μετά από κάποιο χρόνο και ενώ βρισκόμουν στην μπυραρία, μου φώναξε ο ΠΕΡΙΚΛΗ ο οποίος καθόταν εκεί που είναι η είσοδος του ΒΑR. Εγώ πήγα κοντά του, και μου είπε να τον ακολουθήσω. Περάσαμε μέσα από το ΒΑR μπήκαμε στην κουζίνα και βγήκαμε έξω στην αυλή πίσω από την μπυραρία. Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ με ρώτησε εάν θέλω να μου κανονίσει καμιά γυναίκα για να την γαμήσω. Μου είπε συγκεκριμένα "Για σένα εν τριάντα ΕΥΡΩ". Εγιώ του είπα ότι δέχομαι και μου είπε ότι τα λεφτά να της τα δώσω της κοπέλας όταν θα μου την έφερνε. Συμφωνήσαμε να μου την φέρει έξω από το ξενοδοχείο "ΠΡΙΛΙΑΝΤ" που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την μπυραρία του και θα την έβαλα στο αυτοκίνητο μου για να την πάρω σε καμιά παραλία να την γαμήσω. Δεν συμφωνήσαμε ποιαν κοπέλα θα μου έφερνε αλλά όπως μου είπε όταν τον ρώτησα "Θα σου φέρω μιαν καλή". Μετά που τούτον εγώ μαζί με τον Περικλή μπήκαμε ξανά μέσα στην μπυραρία από το ίδιο σημείο που βγήκαμε και μου είπε μόλις φύγω θα έρθει με την γυναίκα από πίσω μου με το αυτοκίνητο του. Πήγα στο ΒΑR και πλήρωσα σε μια κοπέλα τον λογαριασμό μου που ήταν €100=, βγήκα από την έξοδο της μπυραρίας, αφού έκαμα νόημα στον ΠΕΡΙΚΛΗ και μπήκα στο αυτοκίνητο μου και πήγα στο "ΜΠΡΙΛΙΑΝ" που μου είπε ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ. Σταμάτησα στο παρκιγκντου ξενοδοχείου "ΜΠΡΙΛΙΑΝ" για περίπου δεκαπέντε με είκοσι λεπτά και τον περίμενα οπότε και ήρθε με ένα αυτοκίνητο μικρό χρώματος άσπρου, δεν γνωρίζω μάρκα ή αριθμούς εγγραφής. Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ κατέβηκε από το αυτοκίνητο αυτό και ήρθε κοντά μου στην πλευρά του οδηγού και μου είπε " Όϊ δαμέ να πάμε στο άλλο ξενοδοχείο το ΑΝΤΙΓΟΝΗ". Τον ρώτησα γιατί και μου είπε ότι υπήρχε ένα αυτοκίνητο μονοκάμπινο εκεί άσπρο και δεν ήθελε να μας δουν. Εκεί στο "ΜΠΡΙΛΙΑΝΤ" είδα ότι ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο, αλλά επειδή εγίνηκε στα γλήωρα η συνομιλία μας δεν τον ρώτησα που είναι η γυναίκα που θα μου έφερνε. Αμέσως πήγα με το αυτοκίνητο μου το MERCEDES μπροστά και με ακολούθησε ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ με το άσπρο το αυτοκίνητο. Μετά από μισό λεπτό φτάσαμε έξω από το ξενοδοχείο "ΑΝΤΙΓΟΝΗ". Μπήκα από την είσοδο και στάθμευσα στην άλλη είσοδο - έξοδο με το αυτοκίνητο ξεκινημένο και έβλεπα τον δρόμο. Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ σταμάτησε ακριβώς πίσω μου και ήρτε περπατητός πάνω στο παράθυρο μου δηλαδή πλησίασε τέλεια κοντά στο παράθυρο του οδηγού όπως καθόμουν. Εγώ του είπα που είναι η γυναίκα. Μου είπε "Τωρά σε δύο λεπτά φέρνουν την δαμέ" και γύρισε προς τα πίσω προς το αυτοκίνητο του και μου είπε "Έτους εφανήκαν". Εγώ γύρισα την κεφαλί μου ελαφρά δεξιά και είδα τον ΠΕΡΙΚΛΗ να με σημαδεύει μεστην κκελλέν με ένα πιστόλι. Μου είπε "Θυμάσαι που είμαστε μιτσιοί, άτε πάπαϊ" τζιαί με πυροβόλησε στο πρόσωπο από απόσταση ούτε ένα πόδι. Με πυροβόλησε μόνο μια φορά. Μόλις με έπαιξεν εγώ παρόλο που τραυματίστηκα είχα δυνάμεις και πάτησα το γκάζι του αυτοκινήτου και πήγα προς την μπυραρία και είδα ότι ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ με ακολούθησε. Σταμάτησα στην μπυραρία του και κατέβηκα εκεί διότι ήταν ο μόνος τόπος που είχε κίνηση και έτσι δεν θα με σκότωνε αφού εάν πήγαινα προς το Παραλίμνι ίσως να με προλάμβανε και να με σκότωνε. Η απόσταση από το "ΑΝΤΙΓΟΝΗ" μέχρι την μπυραρία του ΠΕΡΙΚΛΗ με το αυτοκίνητο είναι περίπου ένα λεπτό. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο μου τραυματίας και μπήκα στην μπυραρία. Μόλις μπήκα μέσα ήβρα τον Κώστα τον Καλαμαρά και του είπε ότι "με πυροβόλησε ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ μπορείς να με βοηθήσεις;" Εκεί και τρεις με τέσσερις κοπέλες, τις οποίες δεν θυμάμαι διότι άρχιζα και έχανα τις αισθήσεις μου. Επειδή δεν μου έδωσε κανένας σημασία εγώ κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο μου και εκείνη την στιγμή άκουσα τον ΠΕΡΙΚΛΗ να μου φωνάζει "Ρε Αντρέα, Ρε Αντρέα". Τον είδα εκεί στον ποδηλατοδρόμο περπατητό αλλά αμέσως μπήκα στο αυτοκίνητο μου και πήγα ολόισια στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου τζιαί τζιαμέ είπα και στον γιατρό ποιος με έπαιξε και μετά που ήρτε και η Αστυνομία είπα τους ότι με έπαιξε ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ. Εγώ που τον τρόμο μου εγλίτωσα από θαύμα διότι η σφαίρα επέρασε που την μύτη μου και βγήκε πίσω από τον λαιμό μου. Την ώρα που με έπαιξε ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ εφορούσεν ένα καφέ προς σκούρο χρώμα πουκάμισο, κλαδωτό και νομίζω και ένα παντελόνι μαύρο. Το πιστόλι ήταν χρώματος μαύρου, δεν ήταν κυλινδρικό. Εκείνο το βράδυ εφορούσα εγώ ένα μάλλινο σκουφί για το κρύο. Το βράδυ εκείνο δεν ήμουν μεθυσμένος ήπια μόνο τέσσερα ουίσκια με κοκακόλα. Ειλικρινά έππεσα που τα σύννεφα γιατί να με παίξει ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ. Ουδέποτε παρεξηγηθήκαμε ή είχαμε οποιεσδήποτε διαφορές είτε προσωπικές είτε στη δουλειά μας. Μάλιστα εσυνεργαζούμαστε. Δεν ξέρω εάν ζήλεψε που μίλησα με καμιά γυναίκα στην μπυραρία του. Όσον αφορά το σκάφος που έκρουσαν στην Λεμεσό και ανήκει στον αδελφό του εγώ δεν είχα καμιά ανάμειξη αλλά και πάλι δεν δέχτηκα καμιά απειλή από τον Θεωρή ή από τον αδελφό του τον Σπύρο. Η σημασία για μένα είναι ότι ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ήρτεν και με έπαιξε σαν τον σιήλον, εν ψυχρό Είναι δουλειά της αστυνομίας να βρει τους λόγους που με έπαιξεν ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ. Έχω παράπονο που τον ΠΕΡΙΚΛΗ τζιαί θέλω να πάει φυλακή. Έχω δκυό μωρά τούτον σου λαλώ. Σου παραδίδω πέντε ακτινογραφίες που μου έδωσαν που το Νοσοκομείο Λευκωσίας." 2.Ο χρόνος που έλαβε χώρα το συμβάν Ως άνω, η αρχική θέση του παραπονούμενου, στην πρώτη του κατάθεση του στην αστυνομία, ήταν ότι έφυγε από την μπυραρία η ώρα 04.
- Αυτό δεν μπορεί να είναι ορθό εφόσον σύμφωνα με τον Ε/Αστ. 5701, Αδάμο Κατώλη (Μ.Κ.5) φρουρό στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου, ο παραπονούμενος κατέφθασε στο Νοσοκομείο η ώρα 03.40, στις 03.45 τον είδε ο γενικός ιατρός στο εν λόγω Τμήμα Αντώνης Μιχαηλίδης (Μ.Κ.8) και στις 03.46 κλήθηκε ο γενικός χειρουργός Δημήτρης Μουζούρης (Μ.Κ.7). . Για να φθάσει δε στο νοσοκομείο, μετά τη στάση στη μπυραρία, είπε ότι διάνυσε έξι χιλιόμετρα. Στο δε προφορικό μέρος της μαρτυρίας του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι η ώρα που τον κάλεσε ο κατηγορούμενος πίσω από την μπυραρία, στην αυλή, ήταν γύρω στις 2.00 - 2.30, 20΄ πριν φύγει από την μπυραρία. Μετά απ΄ όσα του είπε ο κατηγορούμενος για τη γυναίκα, ο παραπονούμενος επέστρεψε στη θέση του και τέλειωσε το ποτό του, γιατί ο κατηγορούμενος του είχε πει να περιμένει και να μη φύγει απότομα για να μην καταλάβουν οι άλλοι ότι «ήταν να του δώσει κοπέλα». Άρα, από την μπυραρία έφυγε γύρω στις 2.20 - 2.
- Ο χρόνος μετάβασης από την μπυραρία στο Brilliant είναι, είπε, 2΄ ως 4΄. Στο Brilliant περίμενε, είπε ως άνω, 20΄ περίπου. Ο χρόνος μετάβασης από εκεί στο Αντιγόνη, είπε, ήταν 1 - 1,5 λεπτό. Κατά συνέπεια, το συμβάν έλαβε χώρα, με βάση τα λεγόμενά του, γύρω στις 2.45 - 3.15
- Οι φωτογραφίες Διάφορες φωτογραφίες που ελήφθησαν στις 26.2.2009 δείχνουν το ξενοδοχείο «Αντιγόνη», το αυτοκίνητο του θύματος στο οποίο καθόταν όταν δέχθηκε τον πυροβολισμό και τη μπυραρία του κατηγορούμενου, έχουν κατατεθεί από τον Μ.Κ.1, Αστ. 2455 Σταύρο Βασιλείου, ως Τεκμήριο
- Ενώ άλλη δέσμη με φωτογραφίες που ελήφθησαν στις 3.3.2009 απεικονίζουν το ξενοδοχείο "Brilliant" και το ξενοδοχείο «Αντιγόνη» με τον παραπονούμενο να υποδεικνύει τη σκηνή στο τελευταίο ξενοδοχείο, έχουν κατατεθεί από τον Μ.Κ.2, Λοχ. 1609 Πανίκο Δρουσιώτη, ως Τεκμήριο
- Ο ίδιος κατέθεσε φωτογραφίες με το θύμα τραυματισμένο, Τεκμήριο
- Στο ξενοδοχείο Brilliant Για το ζήτημα του ξενοδοχείου Brilliant ο παραπονούμενος υπέδειξε στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 31 το «μονοκάμπινο άσπρο αυτοκίνητο» μπροστά από το «Brilliant», η παρουσία του οποίου, όπως είχε πει, ως άνω, στις καταθέσεις του, ήταν ο λόγος που ο κατηγορούμενος του ζήτησε να φύγουν από το "Brilliant" και να μετακινηθούν στο «Αντιγόνη». Συμπλήρωσε ότι εκείνο που πιο συγκεκριμένα του είχε πει ο κατηγορούμενος ήταν «Όϊ δαμαί, πάμε στο «Αντιγόνη» γιατί εννα μας δουν δαμαί που εννά σου δώσω τη γυναίκα. Θα έχουμε πρόβλημα». Περιπλέον, σε σχέση με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου για το άσπρο αυτοκίνητο, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρα το διευθυντή του ξενοδοχείου Βάσο Οικονομίδη (Μ.Κ.4). Στην κατάθεση του προς την αστυνομία, που έγινε μέρος της κύριας εξέτασής του, αναφέρει ότι το ξενοδοχείο ήταν κλειστό από τις 2.11.2008 και ότι στο χώρο στάθμευσης του είχαν σταθμευμένο το άσπρο μονοκάμπινο αυτοκίνητο Mitsubishi, με αρ. εγγραφής CAE
- Αναγνώρισε σε φωτογραφίες του Τεκμηρίου 31 το εν λόγω αυτοκίνητο. Σταθμευμένο εκεί, αναφέρει στην κατάθεσή του, ήταν και το βράδυ της 25.2.2009 προς 26.2.
- Κανένας δεν το μετακινούσε τη νύχτα χωρίς άδεια. Αντεξεταζόμενος, αν και διευκρίνισε ότι δεν το είχε δει εκείνο το βράδυ, ανέφερε ότι το κλειδί το κρατούσε ο ίδιος. Η μαρτυρία του αυτή δεν αμφισβητήθηκε και αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι, παρά το ότι δεν είχε δει το αυτοκίνητο, είναι ορθή η θέση του ότι βρισκόταν εκεί. Ο παραπονούμενος εν πάση περιπτώσει δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα συμβάντα στο Brilliant. Ήταν όμως η συνολική θέση της υπεράσπισης ότι για όσα έλαβαν χώρα, είτε στο Brilliant, είτε στο Αντιγόνη, δεν είχε σχέση ο κατηγορούμενος.
- Στο ξενοδοχείο «Αντιγόνη» Για τη σκηνή στο ξενοδοχείο «Αντιγόνη» ο παραπονούμενος, στη φωτογραφία αρ. 13 του Τεκμηρίου 31, υπέδειξε το σημείο όπου είχε σταματήσει. Περιέγραψε δε, στη συνέχεια τα όσα ακολούθησαν από την άφιξη του κατηγορούμενου και τον πυροβολισμό μέχρι τη μετάβαση του ίδιου στο νοσοκομείο, αφού πρώτα σταμάτησε στη μπυραρία που είναι καθ΄ οδόν προς το νοσοκομείο, αναφέροντας εν πολλοίς ότι είχε αναφέρει και στις εν λόγω καταθέσεις του. Ειδικότερα για τον πυροβολισμό ανέφερε ότι όταν διερωτήθηκε πού ήταν η γυναίκα και ο κατηγορούμενος του είπε, «Έτες εφανήκαν», είδε από το καθρεφτάκι του προς τα πίσω, δευτερόλεπτα και γύρισε προς το μέρος του κατηγορούμενου οπότε τον είδε να ανασύρει πιστόλι από την πίσω δεξιά τσέπη του παντελονιού του και να το σημαδεύει λέγοντας του, πριν τον πυροβολήσει, «Θυμάσαι παλιά που είμαστεν, ήνταλως επερνούσαμεν παλιά; Γεια. Bye - bye». Για το επεισόδιο μπροστά από το «Αντιγόνη», η αντεξέταση περιεστράφη γύρω από το σημείο όπου είχε σταματήσει ο παραπονούμενος και όπου είχε δεχθεί τον πυροβολισμό και γύρω από το ζήτημα του φωτισμού. (α) Το σημείο του πυροβολισμού Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι αφού εισήλθε από την είσοδο στο χώρο του ξενοδοχείου και διήλθε μπροστά από το κτήριο, στάθμευσε πάνω στην έξοδο, απέναντι από μια κλινική, προς την οποία το αυτοκίνητο του έβλεπε δεξιά λοξά, στραμμένο προς το δρόμο με τέτοιο τρόπο ώστε όταν τον πυροβόλησε ο κατηγορούμενος να φύγει κινούμενος σε ευθεία και ελαφρώς δεξιά, χωρίς να χρειαστεί να κάμει επαναστροφή. Αντεξετάστηκε εκτεταμένα επί των φωτογραφιών, Τεκμήριο
- Υπέδειξε στις φωτογραφίες το σημείο που σταμάτησε, το οποίο βρίσκεται πέραν της εξόδου που φαίνεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο
- Ο κ. Γεωργίου, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι μια έξοδος υπήρχε, αυτή που φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 30, του υπέβαλε ότι το σημείο που σημείωσε ο παραπονούμενος βρίσκεται στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου που είναι χώρος κλειστός και δεν μπορούσε να συνεχίσει ευθεία πορεία και να εξέλθει. Ο παραπονούμενος επέμεινε για το αντίθετο. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης ο παραπονούμενος ανέφερε ότι επειδή τα σημεία και οι λίνιες που είναι εκεί μοιάζουν, «μπαίνει τώρα σε τούτη την αμφιβολία» συμπληρώνοντας, «Δεν μπορώ να σου πω ... εάν δεν το δω με το μάτι ότι εν δαμέ, γιατί πάνω στη φωτογραφία φαίνουνται μου τα ίδια όλα, γι΄ αυτό μπαίνω σε σύγχυση». Σημειώνουμε την εκφρασθείσα αμφιβολία του παραπονούμενου. Σημειώνουμε επίσης ότι για λόγο που αφορούσε την υπεράσπιση, παρά το ανεπιθύμητο τέτοιας ενέργειας, η αντεξέταση του παραπονούμενου διακόπηκε. Στην επόμενη δικάσιμο ο παραπονούμενος ανέφερε στο δικαστήριο ότι επισκέφθηκε στο ενδιάμεσο χρόνο το ξενοδοχείο και διαπίστωσε με βεβαιότητα ότι έχει «τρεις εξόδους», εννοώντας προφανώς την είσοδο και δύο εξόδους. Δεν θα δώσουμε σημασία στη διευκρινιστική αυτή δήλωση, εφόσον ο παραπονούμενος δεν θα είχε την ευκαιρία να την κάμει αν δεν διεκόπτετο η αντεξέταση, έστω κι αν ο λόγος της διακοπής δεν τον αφορούσε. Σημασία όμως θα δώσουμε στην υπόλοιπη σχετική μαρτυρία που διευκρινίζει το ζήτημα. Ο Λοχ. 1609 Πανίκος Δρουσιώτης (Μ.Κ.2) έλαβε τις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το ευρετήριο, οι φωτογραφίες 13 - 16 δείχνουν την «έξοδο οχημάτων στην ανατολική πλευρά του ξενοδοχείου» και οι φωτογραφίες 17 - 18 την «υπόδειξη σκηνής από το θύμα Ανδρέα Γεωργίου». Τις υποδείξεις τις κατέγραψε ο υπαστυνόμος Π. Παρασκευάς (Μ.Κ.16) σε έγγραφο που κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σε ότι αφορά το ξενοδοχείο ΑΝΤΙΓΟΝΗ ο παραπονούμενος ανέφερε «Μπήκα που την είσοδο που είναι απέναντι που το ξενοδοχείο και σταμάτησα στην έξοδο που σταματήσαμε τώρα με το αυτοκίνητο ακριβώς στο ίδιο σημείο, ο Περικλής σταμάτησε ακριβώς πίσω μου, εν δαμέ που με πυροβόλησε». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.16 επεξήγησε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 31, και ανέφερε ότι οι φωτογραφίες 13, 15, 16, 17 και 18 είναι η ανατολική είσοδος / έξοδος του ξενοδοχείου και απεικονίζουν το σημείο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο του θύματος, όταν είχε δεχθεί τον πυροβολισμό. Αυτές οι εικόνες δεν φαίνονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 30 επί των οποίων αντεξετάστηκε ο παραπονούμενος και που είχαν ληφθεί, ως άνω, στις 26.2.2009 ενόσω ο παραπονούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο. Αντίθετα, οι φωτογραφίες του Τεκμήριου 31 λήφθηκαν στην παρουσία του και περιλαμβάνουν τις δικές του υποδείξεις για τις οποίες δεν αντεξετάστηκε. Από τις φωτογραφίες αυτές είναι φανερό ότι το ξενοδοχείο έχει και δεύτερη έξοδο και είναι σ΄ εκείνη την έξοδο που υπέδειξε ο παραπονούμενος ότι σταμάτησε και πυροβολήθηκε. Ο κάλυκας όμως βρέθηκε στην πρώτη έξοδο, εκείνη που φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 30, από το Λοχ. 2445, Χρ. Αντωνίου (Μ.Κ.12) όπου και τοποθέτησε πινακίδα με τον αριθμό «1» (φωτογραφίες 7 - 10 του Τεκμηρίου 30). Ο Μ.Κ.12 υπηρετεί στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο του Αρχηγείου Αστυνομίας, με ειδικότητα και πείρα σε θέματα αναγνώρισης πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Η εμπειρογνωμοσύνη του για τα θέματα που κλήθηκε να καταθέσει δεν αμφισβητήθηκε και αντίθετα του υποβάλλονταν ερωτήσεις επί της πείρας και των γνώσεων του. Ήταν η θέση του ότι ο κάλυκας διαμέτρου 9 χλμ είχε πυροβοληθεί από όπλο του ίδιου διαμετρήματος, προφανώς πιστόλι. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι θα μπορούσε να ήταν από πυροβόλο όπλο, αυτόματο πιστόλι του ιδίου διαμετρήματος. Στην κοινώς αποδεκτή ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ότι ο τραυματισμός έγινε «από πυροβόλο όπλο πιθανώς πιστόλι». Συνήθως, είπε, ο κάλυκας εκτινάσσεται προς τη δεξιά μεριά σε σχέση με την κατεύθυνση της κάνης. Στη συνέχεια, μέσα από την αντεξέταση, έθεσε πιο απόλυτα το ζήτημα λέγοντας ότι εξ όσων γνωρίζει, από την αγορά, τη χρήση, τα βιβλία ή την εκπαίδευση που έκαμε, δεν υπάρχει πιστόλι που να εκτινάσσει τον κάλυκα αριστερά ή προς τα πίσω. Συνήθως δε, τα πιστόλια εκτινάσσουν τον κάλυκα σε απόσταση 6 με 10 - 12 μέτρων, κάτι που εξαρτάται από την κατεύθυνση, από την κλίση του πιστολιού, αλλά και από το έδαφος που θα προσκρούσει ο κάλυκας. Στην υπόθεση που του ετέθη ότι το πρόσωπο που πυροβόλησε βρισκόταν δίπλα από την πόρτα του οδηγού, ο Μ.Κ.12 δέχθηκε ότι ο κάλυκας θα έπρεπε να είχε εκτιναχθεί προς την πλευρά που είναι το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, μπροστά από το αυτοκίνητο. (β)Το ζήτημα του φωτισμού Για το ζήτημα του φωτισμού σημειώνουμε τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι υπήρχε φωτισμός προερχόμενος από «κάτι μικρά φωτάκια» στην είσοδο του ξενοδοχείου, από την ταμπέλα του ξενοδοχείου που ισχυρίστηκε ότι ήταν φωτεινή, από παρακείμενο οδικό φωτισμό, από τα φώτα του αυτοκινήτου του εσωτερικά και εξωτερικά και από μια κλινική απέναντι από το σημείο που σταμάτησε. Αργότερα πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει πίσω του, με το αυτοκίνητο του επίσης στραμμένο προς το δρόμο, έχοντας αναμμένα τα φώτα. Αντίθετα η θέση της υπεράσπισης συνοψίστηκε μέσα από την γενική υποβολή ότι «στο χώρο του ξενοδοχείου Αντιγόνη (δεν) υπήρχε οποιοσδήποτε φωτισμός που τον καθιστούσε ικανό να δει έξω από το αυτοκίνητο και να αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο».
- Μετά τον πυροβολισμό Μετά τον πυροβολισμό ήταν, ως άνω, η θέση του παραπονούμενου ότι εξήλθε κατευθείαν εντός δευτερολέπτων στο δρόμο. Η μηχανή, είπε, ήταν σε λειτουργία και τα φώτα αναμμένα. Ούτε χειρόφρενο έπιασε, πατούσε τα φρένα. Θόλωσαν τα μάτια του, έπαθε έγκαυμα από το «μπαρούτι», βούιζαν τα αυτιά του, έχανε πολλύ αίμα, αλλά δεν τα έχασε και ανέπτυξε ταχύτητα. Μάλιστα είπε ότι βλέποντας τον αριθμό της συζύγου του στο τηλέφωνο του, της τηλεφώνησε λέγοντάς της ότι τον πυροβόλησε ο κατηγορούμενος. Αυτή η αναφορά προερχόμενη από τον ίδιο και όχι από τη σύζυγό του, η οποία δεν προσήλθε ως μάρτυρας, δεν μπορεί να έχει αξία ως «άμεσο ή πρώτο παράπονο» («first complaint») υπό την έννοια του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Ο κ. Γεωργίου πάντως, επικαλούμενος ότι δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στις καταθέσεις του, του υπέβαλε ότι δεν λέει την αλήθεια, αλλά ο παραπονούμενος επέμεινε στον ισχυρισμό του. Μάλιστα, ο κ. Γεωργίου προχώρησε λέγοντας ότι από πληροφορίες της υπεράσπισης, η σύζυγος του παραπονούμενου όταν ρωτήθηκε από αστυνομικούς στο νοσοκομείο αν ξέρει οτιδήποτε απάντησε ότι υποψιάζονταν («υπολόγιζαν») κάποιον από τη Λευκωσία. Τέτοια όμως μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την υπεράσπιση, ούτε η θέση αυτή, την οποία ο παραπονούμενος αρνήθηκε, υπεβλήθη στους αστυνομικούς που ήταν στο νοσοκομείο στο Παραλίμνι ή στη Λευκωσία και προσήλθαν ως μάρτυρες [Αν. Λοχ. 4365, Α. Παναγή (Μ.Κ.14), Ε/Αστ. 5701, Αδ. Κατώλης (Μ.Κ.5) Αστ. 1860, Στ. Θεοδούλου (Μ.Κ.3)]. Μάλιστα, οι δύο τελευταίοι ανέφεραν, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί, ότι ο παραπονούμενος ισχυριζόταν ότι τον είχε πυροβολήσει ο κατηγορούμενος. Επανερχόμαστε στους ισχυρισμούς του παραπονούμενου για τα όσα ακολούθησαν τον πυροβολισμό. Όπως είδαμε ήδη, στη δεύτερη του κατάθεση είχε αναφέρει πως είδε ότι ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε. Του υποβλήθηκε ότι όταν επέστρεψε στη μπυραρία ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο μπαρ, κάτι που αρνήθηκε. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε. Στο νοσοκομείο, πρόσθεσε περαιτέρω ο παραπονούμενος, πήγε η αστυνομία, «ο Αντρόνικος που ήταν στην μπυραρία τη νύκτα του συμβάντος», και του υπέβαλλε ερωτήσεις για το συμβάν και «του έκαμνε μαγνητοφώνηση». Πρόκειται, για τον Αν. Λοχ. 4365, Ανδρόνικο Παναγή, Μ.Κ.14, ο οποίος προσφερθείς για αντεξέταση ανέφερε ότι όταν ελαμβάνετο κατάθεση από τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο δεν τον μαγνητοφωνούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Δ. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Μέσα από την αντεξέταση του παραπονούμενου, επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η ικανότητα του να είχε αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως τον δράστη. Η προσπάθεια αυτή συσχετίστηκε τόσο με την υποκειμενική δυνατότητα αντίληψης του κατηγορούμενου κατά το χρόνο του συμβάντος, όσο και με τα αντικειμενικά δεδομένα, κυρίως δε με την κατάσταση φωτισμού στη σκηνή του εγκλήματος. Όχι μόνο αμφισβητήθηκε η αναγνώριση του κατηγορούμενου αλλά, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι δυνατό ο δράστης να ήταν ο αδελφός του κατηγορούμενου, Σπύρος. Για την υποκειμενική δυνατότητα του παραπονούμενου τέθηκαν ζητήματα που αφορούσαν την κατάσταση του, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, ως εκ της κατανάλωσης αλκοόλ. Παράλληλα έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί ότι, γενικότερα, ο παραπονούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και αλκοολικός, η οποία συνδυάστηκε και με προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι κακού χαρακτήρα, με ποινικό μητρώο. Βέβαια, αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να είναι σχετικό με την αξιοπιστία του, παρά με την ορθότητα της αναγνώρισης από ένα αξιόπιστο, κατά τ΄ άλλα μάρτυρα. Σε ότι αφορά την κατάσταση του κατηγορούμενου το συγκεκριμένο βράδυ, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το βράδυ εκείνο είχε αρχικά επισκεφθεί, γύρω στις 7.00 το καφενείο κάποιου Νικότσα όπου κάθισε για μια περίπου ώρα και κατανάλωσε ένα brandy με Coca - Cola. Στη συνέχεια πήγε στη μπυραρία Silver Theatre Bar, κάποιας Τάνιας, όπου έμεινε μέχρι τις 11 - 11.
- Εκεί, είπε, κατανάλωσε 2 - 3 ουίσκι με Coca - Cola. Ακολούθως, πήγε στην μπυραρία του κατηγορούμενου όπου κατανάλωσε 4 «κάρτα» ουίσκι (μικρά, μεζούρες, μινιατούρες) με Coca - Cola. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης αναφέρθηκε σε 4 - 5 ποτά. Είχε κεράσει και την τραγουδίστρια 4 - 5 ποτά (Στην κατάθεση του στην αστυνομία αναφέρθηκε, ως άνω, σε 3 - 4 ποτά). Ο παραπονούμενος αν και ανέφερε ότι «νομίζει» ότι τα ποτά που κέρασε στην τραγουδίστρια ήταν €20 το ένα και εκείνα που ο ίδιος κατανάλωσε ήταν «μάλλον» €10, στο τέλος δήλωσε ότι δεν γνώριζε τις χρεώσεις για τα ποτά της κοπέλας και ότι το μόνο που με βεβαιότητα γνώριζε ήταν ότι πλήρωσε το ποσό των €
- Γι΄ αυτή του την αναφορά δεν αντεξετάστηκε. Αυτό ανέφερε και στη δική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε επίσης ότι κατέβηκε στη μπυραρία του από το διαμέρισμα του που βρίσκεται πάνω από την μπυραρία, μετά που του τηλεφώνησαν για την προαναφερθείσα καταγγελία που έλαβε χώρα στις 00:15 και ότι στην παρουσία του ο παραπονούμενος είχε καταναλώσει τρία ποτά και είχε κεράσει στην τραγουδίστρια άλλα τρία. Στη συνέχεια όμως είπε ότι από τις σημειώσεις που κρατούσε η κοπέλα του μπαρ, φαίνεται ότι ο παραπονούμενος είχε καταναλώσει επτά ποτά και τρία ποτά είχε κεράσει στην τραγουδίστρια. Όμως, εκτός του ότι δεν πρόκειται για ζήτημα για το οποίο δεν είχε άμεση γνώση, στον παραπονούμενο δεν υποβλήθηκε ότι δεν κατανάλωσε 4 - 5 ποτά, όπως ο ίδιος είχε αναφέρει, αλλά
- Ούτε του υποβλήθηκε κάτι διαφορετικό από τις άλλες του αναφορές σε σχέση με τα ποτά που είχε προηγουμένως καταναλώσει. Έγινε παράλληλα προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είχε κάμει χρήση ναρκωτικών εκείνο το βράδυ. Ρωτήθηκε κατά πόσο πήγαν μαζί με κάποιο άγγλο θαμώνα της μπυραρίας στην τουαλέτα και αν είναι αλήθεια ότι εκεί «έγινε κάποια δοσοληψία». Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ούτε τον γνώριζε, ούτε του μίλησε. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι πριν φύγει από τη μπυραρία μπήκε στο αποχωρητήριο κι ενώ ήταν πιωμένος έκαμε και χρήση ναρκωτικών. Ο δε κατηγορούμενος εκείνο που ανέφερε σχετικά είναι ότι ο παραπονούμενος και ο Άγγλος πήγαν στα αποχωρητήρια για 15 - 20 λεπτά, χρονική περίοδος που δεν υπεβλήθη στον παραπονούμενο, οπότε διερωτήθηκε κατά πόσο «εν να κάμνουν ναρκωτικά τούτοι όξα εννα γαμούνται;». Αυτά βέβαια δεν μπορούν να θέσουν βάσιμα ζήτημα χρήσης ναρκωτικών από τον παραπονούμενο εκείνο το βράδυ. Χωρίς συνέχεια έμεινε και η προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ο παραπονούμενος ήταν τόσο μεθυσμένος, ήδη πριν μεταβεί στην «Απόλλων», ώστε όταν βρισκόταν στη Silver Theatre Bar να τρεκλίζει, να κάνει εμετό και να πέσει κάτω. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τέτοια υποβολή για το περιεχόμενο της οποίας, στη συνέχεια, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Παραμένει πάντως γεγονός ότι ο παραπονούμενος, παρά την αρχική του αναφορά στη δεύτερή του κατάθεση ότι ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν μεθυσμένος και είχε πιει μόνο 4 ουίσκι με κόκα-κόλα, με βάση τα όσα στο δικαστήριο ανέφερε, είχε καταναλώσει μεγαλύτερη ποσότητα αλκοολούχων ποτών, από η ώρα 7.00 μέχρι την ώρα που έφυγε από την μπυραρία του κατηγορούμενου, γύρω στις 2.45 - 3.
- Ε. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ Η υπεράσπιση, ως άνω, έθεσε μέσα από την αντεξέταση γενικότερα ζήτημα για το ποιόν του παραπονούμενου ως ατόμου με ποινικό μητρώο και με φήμη αλκοολικού και χρήστη ναρκωτικών. Αν και δεν τέθηκε ζήτημα, επειδή μόνο επί επιτρεπτής μαρτυρίας μπορούμε να συζητούμε, σημειώνουμε πως, παρά το γεγονός ότι οι προηγούμενες καταδίκες ενός μάρτυρα δεν είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα, είναι θεμιτή η αντεξέταση για το ζήτημα αυτό, εφόσον άπτεται της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Η σχετικότητα τους βέβαια περιορίζεται σε αυτό. Το θέμα διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Criminal Procedure Act 1865 που εφαρμόζεται στην Κύπρο.[1] Σχετικός, παράλληλα, είναι και ο περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμος του 1981 (Ν70/81), το άρθρο 4
(1)του οποίου ορίζει ότι όποιος αποκαθίσταται σε σχέση με οποιαδήποτε καταδίκη θεωρείται έναντι του νόμου «ως μηδέποτε διαπράξας, κατηγορηθείς, διωχθείς ή καταδικασθείς δια το ποινικό αδίκημα, το αντικείμενο της καταδίκης». Οπότε δεν είναι αποδεκτή τέτοια μαρτυρία [Άρθρο 4
(1)(α)], ούτε μπορεί να ερωτηθεί για τέτοιο ζήτημα και εάν ερωτηθεί δεν υποχρεούται να απαντήσει [Άρθρο 4
(1)(β)], εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται διαφορετικά να αποδοθεί δικαιοσύνη [Άρθρο 4
(2)(α)]. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)(α) οι πρόνοιες του άρθρου 4
(1)δεν εφαρμόζονται σε ποινικές διαδικασίες. Ίδιες κατά λέξη και με την ίδια αρίθμηση είναι οι αντίστοιχες πρόνοιες της αγγλικής Rehabilitation of Offenders Act 1974. Στην Αγγλία όμως, παράλληλα με τις πρόνοιες του νόμου αυτού έχει εκδοθεί σχετική Πρακτική Οδηγία από το Λόρδο Αρχιδικαστή (Practice Direction) (Rehabilitation of Offenders Act)
(1975)61 Cr. App. R. 260), με την οποία, παρά τη ρητή πρόνοια του άρθρου 7
(2)(α), συστήνεται να αποφεύγεται σε ποινική δίκη η αναφορά σε παραγεγραμμένη καταδίκη χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, η οποία δεν πρέπει να δίδεται εκτός αν τούτο απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εξουσία για την έκδοση πρακτικής οδηγίας προς διαφοροποίηση, κατ΄ ουσίαν, του νόμου και το νομικό της αποτέλεσμα χαρακτηρίζονται στον Archbold 1992 παρ. 8 - 212 ως ασαφή. (Βλ. για τα ανωτέρω: Phipson on Evidence 14η έκδοση, παρ. 12-35, Archbold 1992 παρ. 8-138 μέχρι 8-140, παρ. 8-210 επόμ. και Απόδειξη, Κακογιάννης, παρ. 32-09). Στην Κύπρο, εν πάση περιπτώσει, το θέμα διέπεται μόνο από τις πρόνοιες του Άρθρου 7
(2)(α). Ο παραπονούμενος μπορούσε να αντεξεταστεί για τις προηγούμενες του καταδίκες. Έχει λεχθεί ότι, παρά την ευρεία διατύπωση του νόμου, η αντεξέταση υπόκειται σε κάποιου βαθμού δικαστικό έλεγχο (R v. Sweet-Escott [1971] 55 Cr. App. R. 316). Όμως δεν τέθηκε οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα από την κατηγορούσα αρχή, ούτε διαπιστώνουμε ότι υπήρξε κατάχρηση σε μια περίπτωση όπως η παρούσα που η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αφορά ένα σοβαρό έγκλημα και στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρία ενός ανθρώπου. Υπό τέτοιες περιστάσεις, θεωρούμε ότι η κατηγορούσα αρχή είχε ευρεία ευχέρεια να αντεξετάσει για το ποιόν του, ως στοιχείο που άπτεται της αξιοπιστίας του. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε στην αρχή ότι είχε πρόβλημα με υποθέσεις ναρκωτικών. Μετά δέχθηκε ότι όταν σκοτώθηκε η σύζυγός του το 1999, «έπινε κανένα τσιγάρο μέσα - μέσα», αλλά δεν συνέχισε, είπε, να κάμνει χρήση ναρκωτικών. Αρνήθηκε όμως, ότι αντιμετώπισε υπόθεση για ναρκωτικά. Η υπόθεση που είχε, είπε, ήταν σε σχέση με κλοπή πυρομαχικών από το στρατό που διέπραξε ο κουνιάδος του με άλλα πρόσωπα, ο οποίος κατονόμασε και τον ίδιο οπότε του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στη συνέχεια αρνήθηκε ότι είχε οποτεδήποτε συλληφθεί από την αστυνομία. Ρωτήθηκε πόσες φορές καταδικάστηκε και αντί ευθείας απάντησης, απάντησε ότι «είχε τζιαι τροχαία». Ο κ. Γεωργίου επέμεινε και τότε ο κατηγορούμενος απάντησε ότι πήγε στο δικαστήριο τέσσερεις φορές. Του υπεβλήθηκε τότε ότι είχε είκοσι καταδίκες, εκτός για τροχαία, ήτοι για διαρρήξεις, κλοπές, κλεπταποδοχή, παράνομη κατοχή περιουσίας, κακόβουλες βλάβες, κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών, κατοχή και χρήση ναρκωτικών, ανυποταξία και λαθροθηρία. Ο παραπονούμενος δέχθηκε ότι είχε ορισμένες από τις παραπάνω καταδίκες, αλλά όχι όλες. Όταν ρωτήθηκε ποιες, απάντησε ότι ήταν κατά την εποχή που ήταν σε μικρή ηλικία και τέσσερεις φορές καταδικάστηκε. Ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος κι ο Γ. Κρεμμαστός κατά πόσο ο γιος του είχε προβλήματα με το ποτό και τα ναρκωτικά και απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι δεν καταδικάστηκε, ούτε συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών. Αμέσως μετά ανέφερε ότι πριν 10 χρόνια του είχε επιβληθεί πρόστιμο για «ένα τσιάρο». Εν προκειμένω, πέραν του ζητήματος της κατάστασης του παραπονούμενου σε σχέση με ναρκωτικά και αλκοόλ, τέθηκε από την υπεράσπιση ευρύτερο ζήτημα σε σχέση με παράνομες δραστηριότητες του παραπονούμενου. Έτσι, ρωτήθηκε ο πατέρας του κατά πόσον ο παραπονούμενος «είχε πρόβλημα» με μια διάρρηξη στρατιωτικής αποθήκης, και απάντησε καταφατικά, αλλά αρνήθηκε ότι είχε κατηγορηθεί για άλλες κλοπές, επιθέσεις, κλεπταποδοχές, κακόβουλες ζημιές. Αρνήθηκε επίσης ότι είχε προβλήματα με το γιο του και ότι δεν μετέβαινε στην εργασία του γιατί ήταν «μαστουρωμένος». Ο υπαστυνόμος Πάρης Παρασκευά, βοηθός υπεύθυνος του ΤΑΕ Αμμοχώστου, Μ.Κ.16, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι χρήστης ναρκωτικών ή αλκοολικός, ούτε κατά πόσο έχει ποινικό μητρώο εκτός από μια υπόθεση για ναρκωτικά. Θεμιτή είναι και η αντεξέταση μάρτυρα σε σχέση με τη φήμη του ως αναξιόπιστο άτομο. Μπορεί να ζητηθεί η προσωπική γνώμη ενός άλλου μάρτυρα ως προς το κατά πόσο ο πρώτος είναι άτομο που μπορεί να γίνει πιστευτό επί του όρκου του. Η γνώμη, όμως, του δεύτερου μάρτυρα θα πρέπει να βασίζεται στην προσωπική του γνώση και όχι απλώς στη γενική φήμη (R v. Longman, R v. Richardson [1968] 2 All ER 761 (CA), Archbold, 1992, παρ. 8 - 141). Για τη φήμη του παραπονούμενου ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος ο Ανδρέας Μαλλούρης (Μ.Κ.10), συνεργάτης του πατέρα του παραπονούμενου Γεώργιου Κρεμμαστού (Μ.Κ.13) ως ιδιοκτήτες σκαφών για τουριστικές κρουαζιέρες, κατά πόσο ο παραπονούμενος εργαζόταν μαζί τους, αλλ΄ όχι καθημερινά και ο Α. Μαλλούρης απάντησε καταφατικά. Ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο ο βασικός λόγος που δεν πήγαινε στην εργασία του ήταν διότι «ήταν συνήθως μεθυσμένος ή μαστουρωμένος από ναρκωτικά» κι ο Μ.Κ.10 απάντησε «Ακουστά, από ό,τι ακούμε. Αλλά ήταν περίεργος άνθρωπος ... νευρικός ... (που) είχε κακή φήμη στον έξω κόσμο». Δέχθηκε ότι ο Γ. Κρεμμαστός έκαμνε παράπονα για το γιο του, ότι έπινε και ήταν φυγόπονος. Για ναρκωτικά είχε ακούσει από άλλη πηγή ότι πριν 3 - 4 χρόνια είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο λόγω υπερβολικής δόσης. Σε ερώτηση κατά πόσο είναι αλήθεια ότι καθημερινά έχει προβλήματα με ανθρώπους και τσακώνεται μαζί τους, «ειδικά όταν αρνούνται κάποιοι να του δώσουν τη δόση του», απάντησε καταφατικά. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο «υπάρχουν περιπτώσεις που ο παραπονούμενος κατηγορήθηκε από την ομήγυρη εκεί στο λιμανάκι ότι έκρουσεν αυτοκίνητα ή μοτόρες γιατί αρνούνταν να του δώσουν τη δόση του», απάντησε «Ακούγονταν τούτα, ναι». Παρατηρούμε, συνεπώς, ότι η μαρτυρία Μαλλούρη αφορά τη γενική φήμη για τον κατηγορούμενο και όχι την προσωπική του γνώση. Ούτε αντεξετάστηκε υπό την έννοια της υπόθεσης Longman, Richardson (ανώτ.). Η μαρτυρία Παρασκευά ήταν ότι ο παραπονούμενος είχε απασχολήσει στο παρελθόν την αστυνομία για υποθέσεις ναρκωτικών. Όμως ούτε ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί της γραμμής της Longman, Richardson (ανώτ.), μήτε συνδέθηκε περαιτέρω το ζήτημα με την τυχόν προδιάθεση του παραπονούμενου έναντι της υποχρέωσης του να πει ενόρκως την αλήθεια. Αυτή πάντως η μαρτυρία έχει μια άλλη σημασία στην οποία θα επανέλθουμε. ΣΤ. Ο ΚΕΝΟΣ ΔΙΣΚΟΣ Το σύστημα παρακολούθησης της μπυραρίας του κατηγορούμενου το είχε τοποθετήσει ο Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μ.Κ.9), ιδιοκτήτης της εταιρείας «Α. CONSTANTINOU SECURITY ALARMS», η οποία ασχολείται με την εγκατάσταση κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης με κάμερες. Αντικείμενο των σπουδών του ήταν τα ηλεκτρονικά, η ραδιοτηλεόραση και οι τηλεπικοινωνίες. Εργάστηκε σε εταιρεία κατασκευής ηλεκτρονικών και μετά λειτούργησε δικό του κατάστημα στο Λονδίνο για είκοσι χρόνια μέχρι το 1997 και από τότε μέχρι σήμερα συνεχίζει τις ίδιες εργασίες στην Κύπρο. Ειδικότερα, εγκαθιστά και επιδιορθώνει συσκευές DVR που είναι συσκευές καταγραφής εικόνων (video recorder). Στη μπυραρία του κατηγορούμενου τοποθέτησε έξι κάμερες, οι οποίες εκάλυπταν τις δύο εισόδους, την αίθουσα και το ταμείο, το χώρο στάθμευσης και τον υπόλοιπο εξωτερικό χώρο. Με αυτό τον τρόπο, δεν υπήρχε, όπως είπε, οποιαδήποτε είσοδος ή έξοδος που δεν ελεγχόταν από κάμερες. Τα δεδομένα που ελάμβαναν οι κάμερες καταγράφονταν σε σκληρό δίσκο συσκευής DVR, η οποία ήταν τοποθετημένη στην οικία του κατηγορούμενου που βρίσκεται πάνω από τη μπυραρία. Ο Μ.Κ.9 στις 26.2.2009 κλήθηκε από την αστυνομία στην οικία του κατηγορούμενου, έχοντας την εντύπωση ότι διερευνούσαν κάποια υπόθεση διάρρηξης. Γι΄ αυτό ρώτησε τους αστυνομικούς κατά πόσο ήθελαν να «το βάλει να δουν τί κατέγραψε σε κάποια συγκεκριμένη ώρα». Εκτός απ΄ αυτή τη δυνατότητα την οποία ανέφερε στους αστυνομικούς, υπήρχε και η δυνατότητα να αποθηκεύσει το περιεχόμενο του δίσκου σε USB. Οι αστυνομικοί του είπαν ότι δεν ήθελαν να δουν, αλλ΄ ότι ήθελαν ν΄ αφαιρέσει το σκληρό δίσκο. Οπότε αυτός έδωσε οδηγίες στο βοηθό του και τον αφαίρεσε. Ο δίσκος παραδόθηκε στους αστυνομικούς για να τον μεταφέρουν, όπως είπαν, στο Αρχηγείο. Όλα αυτά στην παρουσία του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.9 εξήγησε ότι με την επανατοποθέτηση του δίσκου σε κομπιούτερ, το πρώτο πράγμα που το κομπιούτερ «σου ζητά είναι να κάμεις το δίσκο format και όταν τον κάμεις format τα σβήνει όλα». Μπορείς όμως να αποφύγεις να τον κάμεις format. Αν όμως γίνει format το αποτέλεσμα είναι όταν ξανατοποθετήσεις το σκληρό δίσκο στο DVR να μην μπορείς να δεις οτιδήποτε. Εκτός εάν με ένα ειδικό μηχάνημα, που ο Μ.Κ.9 γνωρίζει ότι υπάρχει στην Αγγλία, αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχει στην Κύπρο, επαναφέρεις τα δεδομένα. Ρωτήθηκε ο Μ.Κ.9 κατά πόσο αληθεύει ότι την ώρα που παρέδωσε το σκληρό δίσκο είπε στους αστυνομικούς ότι «δεν μπορούν να τον δουν όταν τον πάρουν και τον βάλουν σε κομπιούτερ γιατί θα γίνουν format και θα σβηστούν όλα από πάνω». Δέχθηκε όμως ότι τους είπε πως «μπορεί να γίνει format και να σβήσουν όλα από πάνω» και πιο συγκεκριμένα ότι τους είπε «εννά τον κάμουν format και θα σβήσουν». Ανέφερε επίσης ότι είχε εξηγήσει στους αστυνομικούς ότι για να δουν τον δίσκο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν το μηχάνημα DVR που ήταν εκεί εγκατεστημένο και άρα έπρεπε να παραλάβουν το σκληρό δίσκο μαζί με το μηχάνημα, αλλά εκείνοι επέλεξαν να πάρουν μόνο το σκληρό δίσκο. Μετά από δύο μέρες οι αστυνομικοί επέστρεψαν και του είπαν ότι είχαν τοποθετήσει το δίσκο πάνω σε κομπιούτερ και δεν μπορούσαν να δουν τίποτε. Ο Μ.Κ.9 τους απάντησε ότι «ο σκληρός δίσκος είναι για DVR, δεν είναι για κομπιούτερ». Ακολούθως, όταν τοποθέτησε το δίσκο σε δικό του μηχάνημα που είχε στο κατάστημά του, ο δίσκος όντως δεν έδειχνε εικόνα. Υπεύθυνος κατά την έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου, στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκε η συσκευή DVR, ήταν ο Λοχ. 2101, Στέλιος Χριστοδούλου του ΤΑΕ Αμμοχώστου (Μ.Κ.6). Δέχθηκε ότι ο Μ.Κ.9 τον ρώτησε «τί ώρα θέλετε συγκεκριμένα να δείτε να το βάλουμε να δούμε τί δείχνει;» και ότι αυτός, αντί τούτου, τον διέταξε να αφαιρέσει το σκληρό δίσκο για να τον εξετάσει ειδικός της αστυνομίας, εφόσον δεν γνώριζε κατά πόσο ο Μ.Κ.9 ήταν ειδικός, αλλ΄ ούτε είχε εμπιστοσύνη σ΄ ένα πολίτη να επέμβει στο σύστημα γιατί θα μπορούσε να το αλλοιώσει χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί. Αρνήθηκε όμως ότι ο Μ.Κ.9 τους είχε πει ότι εάν αφαιρούσαν το σκληρό δίσκο ενδεχομένως να διαγράφονταν όλα όσα ήταν καταγραμμένα. Το δίσκο τον παρέδωσε την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 26.2.2009, στον Αστ. 2455, Σταύρο Βασιλείου (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στις 27.2.2009 είχε παραδώσει στο φωτογραφείο του Αρχηγείου Αστυνομίας το δίσκο στον Αστ. 3274, Χρ. Παπασάββα, ο οποίος «διενήργησε κάποιες εξετάσεις στην παρουσία του και μετά το πέρας των εξετάσεων του παρέδωσε και πάλι πίσω το τεκμήριο αυτό», όπως αναφέρει ο Μ.Κ.1 στην κατάθεσή του στην αστυνομία που έγινε μέρος της κύριας εξέτασής του. Ο Αστ. 3274, Χρ. Παπασάββας δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε, περαιτέρω, ότι στο Αρχηγείο Αστυνομίας δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν το δίσκο, τον οποίο παρέλαβε πίσω στις 28.2.2009 από τον Μ.Κ.
- Του ζητήθηκε να παραλάβει πλέον και τη συσκευή DVR, πράγμα το οποίο έπραξε στις 3.3.
- Ακολούθως, παρέδωσε το σκληρό δίσκο και τη συσκευή στον Μ.Κ.9, ο οποίος στην παρουσία του τοποθέτησε το δίσκο στη συσκευή, την οποία και του επέστρεψε. Στις 4.3.2009 μετέφερε στο Αρχηγείο Αστυνομίας τη συσκευή μαζί με το δίσκο και τα παρέδωσε στον Αν. Λοχ.
- Ούτε ο Αν. Λοχ. 380 κλήθηκε ως μάρτυρας. Η επόμενη αναφορά στη συσκευή και το δίσκο έγινε από τον Μ.Κ.15, Αστ. 2599, Λευτέρη Μαυρουδή, ο οποίος τότε υπηρετούσε στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Αρχηγείου. Είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής και υπηρέτησε τρία χρόνια στον εν λόγω κλάδο τυγχάνοντας εκπαίδευσης από άλλους συναδέλφους του σε θέματα εγκατάστασης και συντήρησης συστημάτων συναγερμού και κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση που κατατέθηκε ως μέρος της κύριας εξέτασής του ότι στις 6.3.2009 παρέλαβε τη συσκευή DVR και αφού τη συνέδεσε με μια οθόνη κατάλληλη για να ενωθεί με DVR διαφάνηκε ότι στο σκληρό δίσκο δεν υπήρχαν αποθηκευμένες οποιεσδήποτε πληροφορίες, δηλαδή ο σκληρός δίσκος ήταν κενός. Ενώ η πρώτη του αναφορά στην κατάθεσή του είναι για τις 6.3.2009 και για το δίσκο μαζί με τη συσκευή, κατά την αντεξέτασή του προέκυψε ότι γνώριζε και για την προηγούμενη παράδοση του δίσκου, χωρίς τη συσκευή. Ανέφερε σχετικά ότι «ήρτεν ένας δίσκος μόνος του και εμείς ζητήσαμε να έρθει και το DVR μαζί για να μπορέσουμε να το ελέγξουμε». Τότε, είπε, δεν είχε ελέγξει κατά πόσο ο δίσκος έδειχνε οτιδήποτε. Ούτε γνωρίζει κατά πόσο τον εξέτασε οποιοσδήποτε άλλος. Δεν γνώριζε να πει ούτε ποιος παρέδωσε το δίσκο στο τμήμα του, εφόσον δεν του παραδόθηκε προσωπικά. Δεν μπορεί να γνωρίζει, είπε, τί προηγήθηκε. Ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει ότι όταν διαγραφούν όλα από ένα σκληρό δίσκο υπάρχει τρόπος επαναφοράς τους, αλλά δεν επανέφεραν το περιεχόμενο επειδή «στον Κλάδο Επικοινωνιών έχουν πολιτική να γίνονται τα τεκμήρια όπως έχουν». Κατά τ΄ άλλα, ο Μ.Κ.15 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο όταν ο δίσκος γίνεται format διαγράφονται όλες οι πληροφορίες. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να σχολιάσουμε σε σχέση με το δίσκο είναι η αναφορά του Μ.Κ.6 ότι όταν εντόπισε τη συσκευή «ήταν κλειστή, εικόνα δεν υπήρχε, η συσκευή ήταν ενωμένη στο ρεύμα, η τηλεόραση ήταν σβηστή». Όπως όμως εξήγησε ο Μ.Κ.9, «δεν παίζει ρόλο εάν είναι η τηλεόραση αναμμένη ή όχι ή αν έχεις τηλεόραση ενωμένη πάνω ή δεν έχεις, το σύστημα καταγράφει συνέχεια σε σκληρό δίσκο». Καταγράφει δε, επί εικοσιτετραώρου βάσεως εκτός σε περίπτωση διακοπής ηλεκτρισμού. Αλλά και τότε, όταν αποκατασταθεί η διακοπή, το σύστημα επανέρχεται σε λειτουργία από μόνο του. Όταν είναι σε λειτουργία, εξήγησε, «ανάβει κόκκινη λάμπα και κάμνει φλας». Στις 26.2.2009 που κλήθηκε στην οικία του κατηγορούμενου, το μηχάνημα βρισκόταν σε λειτουργία και κατέγραφε κανονικά. Ζ. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ο κατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρα τον μουσικό Κώστα Λιαχούδη που εργαζόταν το βράδυ του συμβάντος στη μπυραρία «Απόλλων». Πρόκειται πασιφανώς «για τον Κώστα τον τραγουδιστή» στον οποίο αναφέρθηκαν τόσο ο παραπονούμενος όσο και, όπως θα δούμε, ο κατηγορούμενος. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο παραπονούμενος πυροβολήθηκε έξω από το ξενοδοχείο Αντιγόνη. Αντίθετα, τούτο ελήφθη από την υπεράσπιση ως δεδομένο. Ό,τι ουσιαστικό έθεσε η υπεράσπιση ήταν, αφενός η αξιοπιστία του παραπονούμενου με αναφορά στο χαρακτήρα του και αφετέρου η ορθότητα της αναγνώρισης του δράστη, θέτοντας μάλιστα το ζήτημα σε σχέση με τον αδελφό του κατηγορούμενου, τον Σπύρο. Η χαρακτηριστική υποβολή είχε ως εξής: «Εγώ σου λέω ότι σε συνθήκες φωτισμού όπως ήταν οι συνθήκες το βράδυ του επεισοδίου και στην κατάσταση που βρισκόσουν ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις αν αυτός που ήταν δίπλα που σε πυροβόλησαν αν ήταν ο Περικλής ή ο Σπύρος». Προς αυτή την κατεύθυνση η υπεράσπιση παρουσίασε και ελατήριο για το Σπύρο μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Αυτός ανέφερε ότι είχε δει εκείνο το βράδυ στη μπυραρία του τον παραπονούμενο να συνομιλά με τον Σπύρο. Στη συνέχεια ο Σπύρος του είπε νευριασμένος, αναφερόμενος στον παραπονούμενο, ότι «τζιείνος ο μαλάκας το κοπρόσσυλλον είπεν μου μια κουβέντα πόψε τζιαι ενευρίασεν με πολλά ... ... είπεν μου ότι έκρουσεν μου το σκάφος». Υπενθυμίζουμε εδώ την αναφορά του παραπονούμενου στην δεύτερη του κατάθεση στην αστυνομία ότι «όσον αφορά το σκάφος που εκρούσαν στη Λεμεσό και ανήκει στον αδελφό του (κατηγορούμενου) εγώ δεν είχα καμιά ανάμειξη». Κατά τον Α. Μαλλούρη (Μ.Κ.10) ο εμπρησμός του σκάφους έγινε τον Απρίλιο 2007 ενώ βρισκόταν για επιδιορθώσεις στη Λεμεσό και τότε ο κατηγορούμενος και ο Σπύρος είχαν αποκλείσει τον παραπονούμενο από ύποπτο γιατί ήταν φίλος τους και οι υποψίες είχαν στραφεί εναντίον άλλων δύο προσώπων. Όταν λοιπόν, κατά τον κατηγορούμενο, ο Σπύρος του είπε τα παραπάνω, ο ίδιος του είπε ότι «έτσι δουλειάν τζιείνος εν κάμνει» και του ζήτησε να τον αγνοήσει ως μεθυσμένο. Ο Σπύρος όμως του απάντησε ότι είναι επειδή ήταν μεθυσμένος που ομολόγησε και συμπλήρωσε «Εννα τον παίξω σαν τον σσύλλον». Ο κατηγορούμενος του είπε να τον αφήσει για να μην «μπερτέψει» και ο Σπύρος έφυγε από την μπυραρία. Ακολούθως, όταν ο παραπονούμενος πλήρωσε το λογαριασμό, ζήτησε από τον κατηγορούμενο «να του κανονίσει τζιαι καμιάν γεναίκαν να πάει να τη γαμήσει». Ο κατηγορούμενος του είπε «Εσύ είσαι μεθυσμένος στρακόττον τζιαι θέλεις τζιαι γεναίκαν να γαμήσεις;». Ο παραπονούμενος επέμενε και μάλιστα του είπε «που εννα κλείσεις εννα πάω στο "BRILLIANT" τζιαι στείλε μου μια γεναίκα». Τότε ο κατηγορούμενος απλώς και μόνο για να τον απαλλαγεί και να τον διώξει του είπε «καλάν που εννα κλείσω εννα σου στείλω μιαν να τη γαμήσεις», οπότε ο παραπονούμενος έφυγε ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην μπυραρία του. Μετά από 5 - 6 λεπτά επέστρεψε ο Σπύρος αναζητώντας «το κοπρόσσυλλον». Ακολουθούν τα λόγια του κατηγορούμενου: «Λαλώ του «πήαιννε ρε να πέσεις τζιαι εν στρακόττον τούτος. Είπεν μου να του δώκω γεναίκαν τζιαι εγιώ για να τον ποφύω είπα του πήαιννε τζιαμαί στο Brilliant τζιαι εννα σου πέψω». «Εγιώ εννα τον σάσω» λαλεί μου. «Ρε, όι να πάεις να κάμεις καμιάν πελλάραν». Εσηκώστην ο αρφός μου νευριασμένος τζιαι έφυεν, ούτε ξέρω τι έγινεν, ήμουν μέσα στο μαχαζίν». Αργότερα, όταν ετοιμάζονταν να κλείσουν, ο παραπονούμενος επέστρεψε στη μπυραρία τραυματισμένος, «ματζελλεμένος». Άκουσε τον Κώστα τον τραγουδιστή να ζητά χαρτομάντηλα και βγήκε έξω όπου είδε τον παραπονούμενο να εισέρχεται από την είσοδο και να στέκεται 2 - 3 μέτρα προς την πίστα. Κατάλαβε ότι ήταν τραυματισμένος. Ο παραπονούμενος γύρισε προς την είσοδο και ο κατηγορούμενος του φώναξε ερωτώντας τον τί είχε γίνει. Αυτός δεν του απάντησε, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Ο κατηγορούμενος υπέθεσε ότι τον είχε γρονθοκοπήσει ο Σπύρος αλλά σκέφτηκε «Εμαλλώσαν, ας τα έβρουν μόνοι τους, εμέναν εν με ενδιαφέρει» και πήγε για ύπνο. Αντεξεταζόμενος, σε ερώτηση αν αφήνει να νοηθεί ότι το αδίκημα το έχει διαπράξει ο αδελφός του, απάντησε καταφατικά. Ο παραπονούμενος δέχθηκε ότι ο Σπύρος βρισκόταν στη μπυραρία και ότι συνομίλησαν. Είπε όμως ότι μίλησαν σχετικά με το κατά πόσον η άδεια που ο παραπονούμενος είχε για να οδηγεί σκάφος 80 ποδών τον εκάλυπτε για να οδηγεί jet ski. Είπαν ακόμα ότι ο καπετάνιος τους, κάποιος Ανδρέας Παπουτσάς, ήταν καλό παιδί και καλός καπετάνιος. Μετά από αυτές τις «δύο κουβέντες» επέστρεψε στη θέση του στο μπαρ. Ρωτήθηκε από τον κ. Γεωργίου πώς, αφού πήγε για να διασκεδάσει στο τέλος πήγε να ρωτήσει το Σπύρο για την άδεια και απάντησε ότι πήγε για να τον χαιρετίσει και «έπεσε η κουβέντα» για την άδεια και τον καπετάνιο. Ανέφερε ότι ο Σπύρος έφυγε γύρω στις 12.
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι όπως ήταν «πιωμένος» είχε ομολογήσει στο Σπύρο ότι ήταν εκείνος που του είχε κάψει το σκάφος. Το όνομα του Κώστα Λιαχούδη αρχικά περιλαμβανόταν στα ονόματα των μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου. Η κατηγορούσα αρχή όμως άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια να μην καλέσει αριθμό μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, μεταξύ των οποίων ήταν ο Κ. Λιαχούδης. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι τα πρόσωπα αυτά, όλοι εργαζόμενοι στη μπυραρία του κατηγορούμενου, κατέθεταν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σαφής η προσπάθειά τους να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τις κινήσεις του κατά τον κρίσιμο χρόνο και «δεν ήταν μάρτυρες της αλήθειας». Το δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφασή του έκρινε ότι δεν χωρούσε παρέμβαση στον τρόπο που η κατηγορούσα αρχή είχε ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια. Τελικά, ο Κ. Λιαχούδης κλήθηκε από την υπεράσπιση και υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία. Στην κατάθεση του εκείνη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν συνεχώς στο κέντρο και ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί να έφυγε για αρκετή ώρα. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι όταν επέστρεψε ο παραπονούμενος τραυματισμένος, ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί κοντά στο μπαρ και ότι δεν άκουσε τον παραπονούμενο να αναφέρει το όνομα του κατηγορούμενου, του οποίου η συμπεριφορά ήταν φυσιολογική, δηλαδή ήταν ήρεμος. Στην προφορική κύρια εξέτασή του πρόσθεσε ότι όταν ο παραπονούμενος εισήλθε τραυματισμένος στη μπυραρία ο Σπύρος δεν βρισκόταν εκεί. Ο Κ. Λιαχούδης δεν αντεξετάστηκε. Η. ΟΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Αγορεύοντας ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Υπέδειξε ότι ο Κ. Λιαχούδης δεν αντεξετάστηκε καθόλου από την κατηγορούσα αρχή. Για το ζήτημα αυτό παρέπεμψε στις υποθέσεις Μαχάττου v. Μαχάττου, έφεση αρ. 49, ημερ. 21.5.1999 και Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)Α.Α.Δ. 1527, στις οποίες επαναλήφθηκε η αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Παρέπεμψε επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Andrian Keane, 5η έκδοση, σελ. 177: «A party's failure to cross-examine, however, has important consequences. It amounts to a tacit acceptance of the witness's evidence in-chief. A party who has failed to cross-examine a witness upon a particular matter in respect of which it is proposed to contradict his evidence in-chief or impeach his credit by calling other witnesses, will not be permitted to invite the jury or tribunal of fact to disbelieve the witness's evidence on that matter». Σε μετάφραση: «Η παράλειψη ενός μέρους να αντεξετάσει, ωστόσο, έχει σημαντικές συνέπειες. Ισοδυναμεί με σιωπηλή αποδοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση. Το μέρος που παρέλειψε να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε συγκεκριμένο θέμα αναφορικά με το οποίο προτείνεται να αντικρούσει τη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση ή να κλονίσει την αξιοπιστία του καλώντας άλλους μάρτυρες δεν θα του επιτραπεί να καλέσει τους ενόρκους ή το Δικαστήριο να μην πιστέψουν τη μαρτυρία του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα» Εισηγήθηκε ότι ως εκ της παράλειψης αντεξέτασης η μαρτυρία του Λιαχούδη έγινε αποδεκτή, κάτι που από μόνο του πρέπει να οδηγήσει στην αθώωση του κατηγορούμενου αφού καταρρίπτει σε ουσιώδη σημεία τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Αλλά έθεσε το ίδιο θέμα και από άλλη σκοπιά. Εισηγήθηκε ότι εφόσον ο Κ. Λιαχούδης δεν αντεξετάστηκε η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι αυτός και οι άλλοι μάρτυρες που δεν κλήθηκαν και δεν προσφέρθηκαν δεν θα έλεγαν την αλήθεια, αποδείχθηκε χωρίς έρεισμα και είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί η υπεράσπιση του δικαιώματος να αντεξετάσει τους συγκεκριμένους μάρτυρες, των οποίων η μαρτυρία αποσύνδεε τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις η παράλειψη να κληθούν οι εν λόγω μάρτυρες προκάλεσε αδικία στην υπεράσπιση, κατέληξε ο κ. Γεωργίου με αναφορά στην υπόθεση X v. Austria Appl No. 5362/72, Coll 42
(1973), p.
- Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε αφού εξ αρχής ήταν η δεδηλωμένη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το πρόσωπο αυτό δεν είναι μάρτυρας της αλήθειας. Γι΄ αυτό εισηγήθηκε, ότι παράλειψη αντεξέτασης του δεν ισοδυναμεί με αποδοχή των θέσεων του. β) Ο κ. Γεωργίου υπέδειξε διάφορα σημεία από τη μαρτυρία του παραπονούμενου που καταδεικνύουν, κατά την εισήγησή του, ότι δεν πρόκειται για αξιόπιστη μαρτυρία. Αναφέρθηκε, σ΄ αυτά τα πλαίσια, στη μαρτυρία του παραπονούμενου για το σημείο που δέχθηκε τον πυροβολισμό. Μπροστά, είπε, από το σημείο που υπέδειξε στις φωτογραφίες ο παραπονούμενος, ως το σημείο που σταμάτησε, υπάρχει κιγκλίδωμα και έτσι δεν θα ήταν νοητή η απευθείας είσοδος στο δρόμο, όπως ο παραπονούμενος περιέγραψε. Είπε ακόμα ότι ενώ στην πρώτη του κατάθεση ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος και του είπε απλώς «αθυμάσαι που είμαστε μιτσιοί, άτε bye-bye», στη δεύτερη κατάθεση ανέφερε ότι είχαν και τη σύντομη συνομιλία για την αναμενόμενη γυναίκα και περιπλέον ότι είδε τον κατηγορούμενο να ανασύρει πιστόλι και να τον σημαδεύει. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ο κ. Γεωργίου ότι ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι φεύγοντας τραυματισμένος από την μπυραρία είδε τον κατηγορούμενο έξω, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, έχει καταρριφθεί ως εκ της μη αντεξέτασης του Κ. Λιαχούδη, ο οποίος ανέφερε ότι όταν εισήλθε ο παραπονούμενος τραυματισμένος στην μπυραρία, ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί κοντά στο μπαρ. Σημειώνουμε επίσης τη θέση του κ. Γεωργίου ότι η στάση του παραπονούμενου κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με τις προηγούμενες του καταδίκες κλονίζει την αξιοπιστία του. Αντίθετα, η κα Πασιαρδή εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος περιγράφοντας την εξέλιξη των γεγονότων, παρέμεινε σταθερός τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και κατά τη διάρκεια της μακράς αντεξέτασής του. Τα γεγονότα, είπε, όπως τα περιέγραψε ενισχύονται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Ως προς τούτο, καταρχήν παρέπεμψε στις δηλώσεις του παραπονούμενου μετά το συμβάν, ότι είναι ο κατηγορούμενος που τον είχε πυροβολήσει, εισηγούμενη ότι τούτο αποτελεί «ένα πολύ σημαντικό στοιχείο». Παρέπεμψε, επίσης, στη ζημιά που είχε προκληθεί στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου από τον πυροβολισμό λέγοντας ότι αυτή συνάδει πλήρως με την περιγραφή των γεγονότων από τον παραπονούμενο. Το ίδιο, είπε, ισχύει και σε σχέση με τα τραύματα του θύματος. γ) Επιπρόσθετα προς τις «ελλείψεις στη μαρτυρία του παραπονούμενου», ο κ. Γεωργίου τόνισε ότι το σημαντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι «δεν υπάρχει ίχνος άλλης μαρτυρίας» εκτός εκείνης του παραπονούμενου, ο οποίος είναι άνθρωπος με προηγούμενες καταδίκες και, κατά την εισήγηση του, προβληματικός, εθισμένος στο ποτό και τα ναρκωτικά. Παραπέμποντας στην υπόθεση R v. Spencer [1985] QB 711 εισηγήθηκε ότι εάν η μαρτυρία προκύπτει μόνο από την κατάθεση ενός μάρτυρα, ο οποίος είναι κακού χαρακτήρα τότε είναι καλύτερα να αναζητείται ενίσχυση της μαρτυρίας. Παρέπεμψε επίσης σχετικά στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2007 σελ.
- Η κα Πασιαρδή απάντησε ότι από τη μαρτυρία του Μ.Κ.16 και του Μ.Κ.13 προκύπτει ότι οι προηγούμενες καταδίκες του παραπονούμενου ήταν παλιές. δ) Ειδικότερα, αναφερόμενος στην έλλειψη μαρτυρίας ο κ. Γεωργίου παρέπεμψε στο ότι στον κάλυκα δεν βρέθηκαν ίχνη πυρίτιδας, γεγονός που μπορεί, είπε, να δημιουργεί αμφιβολίες αν ο κάλυκας συνδεόταν με πρόσφατο πυροβολισμό. Επεσήμανε επίσης το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν υπολείμματα πυρίτιδας στα χέρια και στα ρούχα του κατηγορούμενου. Γι΄ αυτά τα θέματα μπορούμε να απαντήσουμε από τώρα ότι έγινε παραδεκτό γεγονός πως η απουσία υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου στον κάλυκα εξηγείται από τη σύσταση της εκρηκτικής ύλης. Αν γι΄ αυτό το λόγο δεν ανεβρέθηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης στον ίδιο τον κάλυκα, πόσο μάλλον στα χέρια ή τα ρούχα του κατηγορουμένου. Στα ίδια πλαίσια ο κ. Γεωργίου αναφέρθηκε στο ότι δεν ανεβρέθηκε στο αυτοκίνητο του θύματος το DNA του κατηγορούμενου. Και αυτό το ζήτημα μπορεί να απαντηθεί από τώρα. Είναι παραδεκτό, ως άνω, ότι ελήφθησαν επιχρίσματα από διάφορα σημεία του αυτοκινήτου, προφανώς καθ΄ υπόδειξιν του, χωρίς να εντοπιστεί γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Όμως, η μη ανεύρεση, χωρίς μάλιστα μαρτυρία που να εξηγεί τη σημασία της, δεν είναι κατ΄ ανάγκη αθωωτικό στοιχείο. Η βέβαιη σημασία των ζητημάτων αυτών είναι ότι ως εκ της μη ανεύρεσης επιστημονικής μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται, ως άνω, στη μαρτυρία του παραπονούμενου. ε) Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι όχι μόνο η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία, αλλά η αστυνομία έχει χειριστεί το δίσκο του DVR με τέτοιο τρόπο ώστε στο τέλος να έχουν διαγραφεί όλες οι εικόνες και να μην είναι δυνατό να υπάρχει πραγματική, αντικειμενική και ανεξάρτητη μαρτυρία για το τί είχε γίνει μέσα και έξω από τη μπυραρία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η αστυνομία που είχε στην κατοχή της το δίσκο μπορούσε να επαναφέρει τα όσα είχαν διαγραφεί, πράγμα που δεν έπραξε. Επρόκειτο για μαρτυρία, είπε, που θα οδηγούσε σε «απόδειξη» του άλλοθι του κατηγορούμενου ή εν πάση περιπτώσει θα έριχνε άπλετο φως στην υπόθεση. Με την καταστροφή της μαρτυρίας αυτής η δίκη κατέστη μη δίκαιη για τον κατηγορούμενο με παραβίαση του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εισηγήθηκε δε, ότι ως εκ τούτου η δίκη έχει καταστεί άκυρη και η απαλλαγή του κατηγορούμενου αναπόφευκτη. Επιπρόσθετα, ο κ. Γεωργίου υπέδειξε ότι δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ο Αστ. 3274, Χρ. Παπασάββας, στον οποίο είχε καταλήξει για πρώτη φορά ο δίσκος για να καταθέσει για το είδος των εξετάσεων που έκαμε και για τα αποτελέσματα. Το μόνο πρόσωπο, εισηγήθηκε ο κ. Γεωργίου, που θα μπορούσε να διαφωτίσει για το περιεχόμενο του δίσκου, μόλις αυτός παρελήφθη, ήταν ο Χρ. Παπασάββας, ο οποίος όχι μόνο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στο δικαστήριο, αλλ΄ ούτε έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Η μαρτυρία του Παπασάββα για το χειρισμό που έκαμε του δίσκου, συνέχισε ο κ. Γεωργίου, θα ήταν πολύ σημαντική, εφόσον είναι δεδομένο ότι την ώρα που ο Μ.Κ.9 αφαίρεσε το δίσκο από τη συσκευή DVR, το σύστημα εργαζόταν και η συσκευή κατέγραφε εικόνες, ενώ όταν τον εξέτασε ο Μ.Κ.15 ήταν πλέον κενός. Υπέδειξε, περαιτέρω, ότι δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ούτε ο Αν. Λοχ. 380 για να καταθέσει ως προς το τί έκαμε με το δίσκο και τη συσκευή ή αν τα παρέδωσε σε οποιονδήποτε και πότε. Δεν υπάρχει, εισηγήθηκε, «καμιά μαρτυρία ποιος εφύλαττε το δίσκο, ποιοι τυχόν εχειρίστηκαν το δίσκο μαζί με τη συσκευή DVR, πώς ο δίσκος και μετά από ποιες διαδικασίες βρέθηκε στα χέρια του Αν. Λοχ. 380, στην αποθήκη τεκμηρίων, πόσα χέρια άλλαξε ο δίσκος στο χρονικό διάστημα από 4.3.2009 μέχρι και 6.3.2009, ποιες ενδεχόμενα άλλες εξετάσεις έγιναν στο δίσκο και πώς καταλήξαμε στο να βρίσκεται ο σκληρός δίσκος ενώπιον του δικαστηρίου κενός». Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, κατέληξε για το ζήτημα αυτό ο κ. Γεωργίου, δημιουργούνται πολλά ερωτηματικά για την παράλειψη του Παπασάββα να δώσει κατάθεση και κυρίως γεννάται το ερώτημα «μήπως ο σκληρός δίσκος επιβεβαίωνε το άλλοθι του κατηγορούμενου και ο Αστ. 3274 Χρ. Παπασάββας διέγραψε το περιεχόμενό του». Αλλά και αν ακόμα ο Παπασάββας δεν διέγραψε το περιεχόμενο του δίσκου, συμπλήρωσε ο κ. Γεωργίου, «σίγουρα είναι πρόσωπο που έκαμε χειρισμό του δίσκου, ο οποίος, είτε ηθελημένα είτε από λάθος, κατέληξε στη διαγραφή της μνήμης του δίσκου». Απαντώντας η κα Πασιαρδή, εισηγήθηκε ότι δεν τέθηκε καμιά υποβολή για το ποιος κατέστρεψε το περιεχόμενο του σκληρού δίσκου ή για ποιο λόγο. Η αστυνομία, είπε, δεν είχε λόγο να καταστρέψει το περιεχόμενο του σκληρού δίσκου. Αντίθετα, από τη μαρτυρία διαφάνηκε ότι η αστυνομία έκανε όλες τις δέουσες ενέργειες για παραλαβή του δίσκου εμποδίζοντας μάλιστα την επεξεργασία του από τον Μ.Κ.9, για ν΄ αποφύγει τυχόν αλλοίωση, εφόσον ο Μ.Κ.6 δεν είχε εμπιστοσύνη ν΄ αφήσει τον Μ.Κ.9 να επέμβει στο σύστημα. Κατέληξε, υποδεικνύοντας ότι όταν αργότερα ο δίσκος εξετάστηκε διαπιστώθηκε ότι ήταν κενός. στ) Σε σχέση με το ζήτημα της αναγνώρισης ο κ. Γεωργίου παρέπεμψε στη θεμελιακή υπόθεση R v. Turnbull [1976] 3 All ER 549 και εισηγήθηκε ότι από την όλη μαρτυρία εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες, ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως του δράστη. Τόνισε ότι κατ΄ εκείνο το βράδυ ο παραπονούμενος είχε καταναλώσει μια «σχετικά σημαντική ποσότητα αλκοόλ». Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου, ως προς το σημείο που δέχθηκε τον πυροβολισμό, ήταν αντιφατική και συγχυσμένη. Αυτό, είπε, είναι ένα πολύ σοβαρό στοιχείο γιατί προσμετρά ως δείχτης της ικανότητάς του να διαπιστώσει τις λεπτομέρειες του επεισοδίου στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση του κατηγορουμένου. Συμπλήρωσε, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι η επιμονή του παραπονούμενου ότι εβρίσκετο στο συγκεκριμένο σημείο δεν είναι άσχετη με την προσπάθειά του να δικαιολογήσει ότι με τον υπάρχοντα οδικό φωτισμό έκαμε ασφαλή αναγνώριση. Η κα Πασιαρδή αναφέρθηκε επίσης στις κατευθυντήριες γραμμές που τέθηκαν με την υπόθεση Turnbull (ανώτ.). Ήταν η θέση της ότι υπό τις περιστάσεις που έγινε η αναγνώριση και με το θετικό τρόπο που κατέθεσε ο παραπονούμενος δεν υπάρχει κανένα περιθώριο λάθους, ως προς την αναγνώριση του δράστη. Θ. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων, κρίνουμε αναγκαίο να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν το βάρος απόδειξης σε ποινικές υποθέσεις. Αποτελεί απόρροια του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε ανθρώπου να θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του (Άρθρο 12.4 του Συντάγματος) η αρχή ότι είναι η κατηγορούσα αρχή που έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του (Woolmington v. D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Για να αποσείσει το βάρος που έχει η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία που να δημιουργεί βεβαιότητα για την ενοχή του κατηγορούμενου (R v. Brandbury [1969] 113 S.J. 70, CA) ή, με άλλα λόγια, που να αποδεικνύει τις κατηγορίες «πέραν λογικής αμφιβολίας». Σ΄ αυτά τα πλαίσια η κατηγορούσα αρχή έχει, ειδικότερα, το βάρος να προσφέρει τέτοια μαρτυρία που να αποκλείει την πιθανότητα το αδίκημα να έχει διαπραχθεί από άλλο πρόσωπο (R v. Mentesh, 14 CLR 232). Για την υπεράσπιση είναι αρκετό να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία, η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία (Ayres v. The Republic
(1971)2 CLR 16) ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή (Woolmington (ανώτ.), Attorney General v. Hassan
(1971)2 CLR 316). Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα από την υπόθεση R v. Murtagh and Kennedy, 39, Cr. App. R. 72, 83, τα οποία υιοθέτησε ο Τριανταφυλλίδης Δ., ως ήτο τότε, στην υπόθεση Charitonos: «
(1)If they (jurors) accepted the explanation of the accused, they must acquit.
(2)Short of accepting that explanation, if it left them in doubt, they must acquit.
(3)On consideration of the whole of the evidence they must be satisfied of the guilt of the accused of one or other of the crimes alleged against them.» Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «
(1)Αν αυτοί (οι ένορκοι) έχουν δεχθεί την εξήγηση του κατηγορούμενου, αυτοί πρέπει να αθωώσουν.
(2)Εκτός από την περίπτωση αποδοχής της εξήγησης, αν τους αφήνει σε αμφιβολία, αυτοί πρέπει να αθωώσουν.
(3)Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας αυτοί πρέπει να ικανοποιηθούν για την ενοχή του κατηγορούμενου στη μία ή στην άλλη κατηγορία.» Στην ίδια απόφαση ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης παρέθεσε με έμφαση τα ακόλουθα από την απόφαση του Macfarlan, J. στην υπόθεση Reg. V. Mckenna (Supreme Court of New South Wales [1964] 31 W.N. 330: «I myself think that a jury may still have a reasonable doubt although that upon which they found their conclusion is only a reasonable possibility of innocene. If they think there is that reasonable possibility that it is one which arises from the evidence or the absence of evidence then I think it is one which to the jury would raise a reasonable doubt as to the gilt of the accused". Σε μετάφραση: «Προσωπικά πιστεύω ότι οι ένορκοι μπορεί να διατηρούν λογική αμφιβολία αν και εκείνο επί του οποίου βάσισαν τη κατάληξη τους είναι μόνο μια λογική πιθανότητα αθωότητας. Αν πιστεύουν ότι υπάρχει αυτή η λογική πιθανότητα, η οποία πηγάζει από τη μαρτυρία ή έλλειψη μαρτυρίας τότε πιστεύω ότι είναι τέτοια που θα δημιουργούσε στους ενόρκους μια λογική αμφιβολία σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου» Αποτυχία της υπεράσπισης είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου (Kafalos v. The Queen, 19 CLR 121). Στο τέλος δε, της αξιολόγησης το δικαστήριο πρέπει να υποβάλλει στον εαυτό του το υποκειμενικό ερώτημα αν ικανοποιείται με το να αφήσει το θέμα να παραμείνει ως έχει ή αν υπάρχει στο μυαλό του κάποια υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) που να το κάμνει να διερωτάται κατά πόσο θα προκληθεί αδικία ή υποβόσκουσα αμφιβολία σε σχέση με την ορθότητα μιας καταδικαστικής ετυμηγορίας. (Βλ. Koutras v. The Republic
(1976)2 CLR 13, Fournaris v. The Republic
(1978)2 CLR 20, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 326, Fanieros v. The Republic
(1988)2 CLR 13, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, R v. Cooper [1969] 1 All ER 32). Ι. ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΩΝ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ 1. Η γραμμή της υπεράσπισης. Η αμφισβήτηση εκ μέρους της υπεράσπισης ήταν, ως άνω, τόσο σε σχέση με την αξιοπιστία του παραπονούμενου, όσο και για την ικανότητα του να είχε προβεί, έστω και αν ήταν αξιόπιστος, σε ασφαλή, υπό τις περιστάσεις, αναγνώριση. Βασική απόφαση επί του θέματος της αναγνώρισης είναι η απόφαση στην υπόθεση R v. Turnbull [1976] 3 All ER 549 οι αρχές της οποίας έχουν υιοθετηθεί σε αριθμό αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. μεταξύ άλλων Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, 281, Rossides v. The Republic
(1983)2 CLR 391, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 160, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 302 ]. Στην Turnbull (ανώτ.) τέθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθούνται όταν καθίσταται επίδικο το θέμα της ασφαλούς αναγνώρισης του δράστη, ώστε μέσα από την κατάλληλη προειδοποίηση για προσοχή να αποκλείεται ,κατά το δυνατόν, το λάθος. Όπως, όμως, σημειώνεται στον Archbold, 2002, παρ.14-15 το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο ο μάρτυρας είναι «έντιμος» («honest»). Αν ναι, τότε το επόμενο ερώτημα είναι το κατά πόσο, παρά ταύτα, η αναγνώριση που έκαμε μπορεί να είναι λανθασμένη. Έτσι πρωταρχικά είναι που τίθεται το ζήτημα της αξιοπιστίας του παραπονούμενου. 2. Η μη αντεξέταση Λιαχούδη Πριν προχωρήσουμε όμως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να αποφανθούμε για τη σημασία που έχει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το γεγονός ότι ο Κ. Λιαχούδης δεν αντεξετάστηκε. Γιατί, αν όντως η κατηγορούσα αρχή έχει αποδεχθεί με αυτό τον τρόπο τους ισχυρισμούς Λιαχούδη, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου θα πρέπει να γίνει κάτω από αυτό το πρίσμα. Δεν αμφισβητείται η γενική αρχή ότι η παράλειψη αντεξέτασης παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να εκλάβει την παράλειψη αυτή, ως αποδοχή των ισχυρισμών για τους οποίους δεν έγινε αντεξέταση, υπό την έννοια ότι πρόκειται για μαρτυρία που έμεινε αναντίλεκτη. Όμως, η μη αντεξέταση των μαρτύρων της μιας πλευράς δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η εκδοχή της άλλης πλευράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι οι λόγοι που οδήγησαν στη μη αντεξέταση (βλέπε Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291). Ένας από τους λόγους που η παράλειψη αντεξέτασης μπορεί να μην εκληφθεί ως αποδοχή των ισχυρισμών του μάρτυρα είναι όταν η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη προηγουμένως δώσει ειδοποίηση στο μάρτυρα ότι δεν αποδέχεται την εκδοχή του. (Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παρ. 12-13, σελ. 247). Εν προκειμένω, ήταν εξαρχής η δεδηλωμένη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι δεν θεωρούσε τον Κ. Λιαχούδη ως αξιόπιστο μάρτυρα. Λαμβάνουμε υπόψη το λόγο που έδωσε η κα Πασιαρδή για να εξηγήσει τη μη αντεξέτασή του. Δεν θεωρούμε ότι η μη αντεξέταση ισοδυναμεί με αποδοχή των ισχυρισμών του, εφόσον, αντίθετα, σαφής ήταν η εμμονή της κατηγορούσας αρχής στην εκδοχή ότι ο δράστης ήταν ο κατηγορούμενος ενώ η μαρτυρία του Κ. Λιαχούδη τείνει προς διαφορετική κατεύθυνση, με το να θέτει τον κατηγορούμενο μέσα στη μπυραρία κατά τον χρόνο που ο παραπονούμενος είχε επιστρέψει τραυματισμένος και ακολουθούμενος, όπως είπε, από τον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα, ούτε από τη μη αντεξέταση Λιαχούδη στοιχειοθετείται ότι η κατηγορούσα αρχή άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια με τέτοιο τρόπο ώστε στο τέλος να απολήξει σε πρόκληση αδικίας για τον κατηγορούμενο. 3. Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο αξιολόγησης Η εισήγηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ήταν, ως άνω, ότι ο παραπονούμενος παρέμεινε σταθερός και κατά τη διάρκεια της μακράς αντεξέτασής του. Αν με την αναφορά σε «σταθερότητα», υπονοείται η εικόνα του μάρτυρα στο εδώλιο, δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, μόνο η εξωτερική εντύπωση το κριτήριο. Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056 ο Γ. Μ. Πικής, Δ. (ως ήτο τότε) είχε πει τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία ,να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων. Στην πραγματικότητα, τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της.» Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.152/2007 επαναλήφθηκε η ίδια προσέγγιση με μεγαλύτερη έμφαση εφόσον αφορούσε ποινική δίκη. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδης, είχε πει τα ακόλουθα: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Χαράλαμπος Βούτουνος ν. Αστυνομίας ποινική έφεση αρ.254/08, 23.1.08) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Στην προαναφερθείσα υπόθεση Βούτουνος ο ίδιος δικαστής είχε αναφέρει τα εξής: «Είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης που έπρεπε να τεθεί στη βάσανο της αξιολόγησης, και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που άφησε στη Δικαστή, η παραπονούμενη, εφόσον σ΄ αυτή μόνο στηρίχτηκε η καταδίκη του εφεσείοντος.» Είναι υπό το φως των παραπάνω αρχών που θα προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία. Η θέση του παραπονούμενου ότι είναι ο κατηγορούμενος που τον πυροβόλησε, δεν θα πρέπει να κριθεί μόνο με βάση τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά και την εμμονή του στη θέση αυτή, στην οποία, όντως, παρέμεινε σταθερός, όπως η κα Πασιαρδή υπέδειξε. Είναι όμως ακριβώς η θέση του αυτή που πρέπει να περάσει από τη βάσανο της αντικειμενικής κρίσης μέσα από τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας. Με όλη την προσοχή που επιβάλλει τόσο η φύση της διαδικασίας, όσο και το γεγονός ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται στη μαρτυρία του και μόνο. 4. Σχολιασμός της μαρτυρίας του παραπονούμενου (α) Η κα Πασιαρδή τόνισε, ως άνω, τις δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί ο παραπονούμενος μετά το συμβάν υποδεικνύοντας ως δράστη τον κατηγορούμενο. Όντως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο παραπονούμενος είχε δηλώσει μετά τον πυροβολισμό του στους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 ότι εκείνος που τον πυροβόλησε ήταν ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.5 ήταν μάλιστα ο πρώτος αστυνομικός με τον οποίο ο κατηγορούμενος συνομίλησε μόλις έφθασε στο νοσοκομείο περί τις 03.40. Ο Μ.Κ.3 μετέβη στο νοσοκομείο μετά τις 4.00. Όμως, αρχίζοντας από τον Μ.Κ.3, ο συνήγορος του κατηγορούμενου δήλωσε ότι θα είχε ένσταση στο να προσφερθεί η σχετική μαρτυρία του υπό άλλη έννοια, παρά ως εξ ακοής μαρτυρία. Τότε διευκρινίστηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι προσέφερε τη μαρτυρία για το ότι αυτά είχε δηλώσει ο παραπονούμενος και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Τέτοια θα ήταν η περίπτωση που η μαρτυρία θα προσφερόταν ως «άμεσο παράπονο» εν τη εννοία του άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9. Οπότε ο κ. Γεωργίου δεν έφερε ένσταση. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίστηκε η σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.5. Το άρθρο 10 του περί Απόδειξης Νόμου ορίζει ότι το δικαστήριο δύναται να δεχθεί ως απόδειξη τις λεπτομέρειες παραπόνου, δηλαδή ως απόδειξη των γεγονότων που εξιστορούνται μέσα από τη δήλωση του θύματος (Sutton v. King 14 CLR 160). Νοουμένου βέβαια ότι θα πρόκειται για παράπονο που γίνεται, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος και προς το πρώτο πρόσωπο που θα ήταν φυσικό το θύμα να προβεί σε παράπονο. Απαραίτητα στοιχεία είναι ο αυθορμητισμός και η χρονική αμεσότητα που αίρουν το ενδεχόμενο κατασκευής μαρτυρίας (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434). Η αποδοχή του αμέσου παραπόνου ως μαρτυρία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα που απέκλειε την εξ ακοής μαρτυρία. Με το νέο άρθρο 24 του Κεφ. 9 το δικαστήριο έχει ευχέρεια να αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία και να αξιολογήσει τη βαρύτητα της υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στο νόμο (άρθρο 27). Οι πρόνοιες όμως του άρθρου 10 δεν έχουν χάσει τη σημασία τους, εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία το πρώτο παράπονο δεν αποτελεί απλώς αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και ενισχυτική μαρτυρία, εκεί όπου χρειάζεται, έστω και αν προέρχεται από τον ίδιο τον παραπονούμενο και όχι από ανεξάρτητη πηγή, όπως είναι για όλες τις άλλες περιπτώσεις η έννοια της ενισχυτικής μαρτυρίας. (Βλ. Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224, Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434). Συνάμα αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει τις αυτοενισχυτικές δηλώσεις. (Βλ. Απόδειξη Κακογιάννη, σελ. 130). Ο λόγος της μη αποδοχής τέτοιων δηλώσεων, δεν ήταν μόνο γιατί πρόκειται για εξ ακοής δηλώσεις, αλλά και διότι, υποδηλώνοντας μόνο την εμμονή ενός μάρτυρα στην εκδοχή του, στερούνται αποδεικτικής αξίας. Περαιτέρω, ούτε σχετικές μπορεί να είναι, εφόσον στην πραγματικότητα δεν διαφωτίζουν τα επίδικα θέματα. (R. v. Roberts, [1942] 1 All E.R. 18, Zisimides v. Republic
(1978)2 C.L.R. 382). Συνεπώς, η κατάργηση του κανόνα που απέκλειε την εξ ακοής μαρτυρία, δεν μπορεί να έχει το νόημα και της κατάργησης του κανόνα που αποκλείει της αυτοενισχυτικές δηλώσεις. Εν προκειμένω, εφόσον η μαρτυρία αυτή δεν προσφέρθηκε προς απόδειξη του περιεχομένου της, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «άμεσο παράπονο» και κατά συνέπεια να γίνει αποδεκτή, κατ΄ εξαίρεση, ως αυτοενισχυτική μαρτυρία. Ούτε έχει προσφερθεί υπό άλλη μορφή εξαίρεσης, με την έννοια που εξηγείται στη Zisimides, ήτοι προς αντίκρουση ισχυρισμού ότι η κατάθεση του μάρτυρα αποτελεί πρόσφατο κατασκεύασμα. Με αυτά, δεν αποκλείουμε ότι αν εξεταζόταν, στα πλαίσια σχετικής ένστασης, η δεκτότητα των δηλώσεων θα μπορούσαν ενδεχομένως να γίνουν αποδεκτές. Αυτό όμως θα έπρεπε να γίνει κατά το στάδιο της προσαγωγής της μαρτυρίας. Τώρα, εφόσον είναι υπό τις παραπάνω περιστάσεις που δεν ηγέρθη ένσταση, θα ήταν ανεπίτρεπτο και άδικο για την υπεράσπιση οι δηλώσεις να τύχουν χειρισμού έξω από τα πλαίσια που τότε προδιαγράφηκαν. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, κι αν ακόμα οι εν λόγω δηλώσεις αποτελούσαν αποδεκτή μαρτυρία, η αποδεικτική τους δύναμη θα ήταν σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα της όλης αξιολόγησης της εκδοχής του παραπονούμενου. (β) Ορισμένα από τα σημεία που έθεσε η υπεράσπιση ως ενδεικτικά της αναξιοπιστίας του παραπονούμενου δεν αρμόζει να αξιολογηθούν μικροσκοπικά. Λ.χ. το γεγονός ότι στη δεύτερή του κατάθεση αναφέρει περιπλέον γεγονότα, δεν υποδηλώνει ότι εξ αυτού είναι αναξιόπιστος. Η πρώτη κατάθεση ελήφθη λίγες ώρες μετά που δέχθηκε τον πυροβολισμό ενώ η δεύτερη, αρκετές ημέρες μετά. Δεν ήταν αναμενόμενο, υπό τις περιστάσεις της πρώτης κατάθεσης, να δώσει πλήρη περιγραφή. (γ) Ούτε ως εκ των υποδείξεών του στις φωτογραφίες μπορούμε να πούμε, όπως η υπεράσπιση εισηγήθηκε, ότι δεν θα μπορούσε να εξέλθει απ΄ ευθείας στο δρόμο. Όπως είναι ήδη το εύρημα μας υπήρχε και η άλλη έξοδος και εκείνη είναι η έξοδος που ο παραπονούμενος υπέδειξε επί τόπου και όχι σε φωτογραφίες, στην αστυνομία. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του ότι διέφυγε απ΄ απευθείας και αμέσως, εναρμονίζεται με το γεγονός ότι ο δράστης δεν επεχείρησε, όπως θα ήταν εύλογα αναμενόμενο, να ολοκληρώσει το σκοπό του, διασφαλίζοντας συνάμα τη δια παντός σιωπή του θύματος. Όμως παραμένει το ζήτημα ότι ο κάλυκας βρέθηκε, ως άνω, στην πρώτη έξοδο και όχι στην έξοδο όπου ο παραπονούμενος υπέδειξε ότι πυροβολήθηκε. Η μαρτυρία του Μ.Κ.12 δεν δίδει εξήγηση στο πρόβλημα αυτό. Με βάση τη μαρτυρία αυτή σημασία έχει η κατεύθυνση που ήταν στραμμένο το αυτοκίνητο που κατά τον παραπονούμενο δεν ήταν κατ΄ ευθεία προς το δρόμο αλλά λοξώς δεξιά προς την κλινική, η οποία βρίσκεται απέναντι από την πρώτη έξοδο όπου βρέθηκε ο κάλυκας. Σημασία έχει και η κατεύθυνση που είχε η κάννη του όπλου. Κατά τον παραπονούμενο, πυροβολήθηκε ενώ έστρεψε την κεφαλή του προς το δράστη, που στεκόταν έξω από το παράθυρο του οδηγού. Σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή ιατροδικαστική έκθεση της δρος Ελένης Αντωνίου το τραύμα εισόδου ήταν στη ράχη του δεξιού ρώθωνα και το τραύμα εξόδου στον αριστερό πλάγιο και μέσο λαιμό, στην αριστερή τραχηλική χώρα, όπως καθορίζεται και στην κοινώς αποδεκτή κατάθεση του ακτινολόγου Χριστόδουλο Σκτίτσα. Άρα η κάννη σε σχέση με το πρόσωπο του θύματος είχε κλίση από το δεξιό ρώθωνα προς τ΄ αριστερά. Δεν γνωρίζουμε όμως την κλίση προς τα δεξιά του αυτοκινήτου, ούτε την ακριβή κλίση του προσώπου του θύματος προς το δράστη, άρα ούτε την ακριβή κλίση της κάννης του όπλου. Δεν γνωρίζουμε ούτε την απόσταση από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη έξοδο. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε τα απαιτούμενα στοιχεία που να εξηγούν πώς ο κάλυκας βρέθηκε στην πρώτη έξοδο, αν όντως ο πυροβολισμός είχε λάβει χώρα στη δεύτερη. Το ότι, όμως, ο κάλυκας βρέθηκε σε σημείο που παραμένει, έστω και υπό το φως της μαρτυρίας του Μ.Κ.12, χωρίς εξήγηση, δεν θα το εκλάβουμε ως στοιχείο που από μόνο του θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του παραπονούμενου, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι πυροβολήθηκε έξω από το «Αντιγόνη» και εφόσον οι υποδείξεις που έκαμε αφορούν ένα συμβάν το οποίο έλαβε χώρα υπό συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες για τον ίδιο. Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί κάτω από το κεφάλαιο της ικανότητάς του για ασφαλή αναγνώριση, παρά ως παράγοντας που δείχνει αναξιοπιστία. (δ) Ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι είδε τον κατηγορούμενο έξω από την μπυραρία δεν διαψεύδεται, για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης του Κ. Λιαχούδη. Όμως εδώ εντοπίζουμε ένα άλλο πρόβλημα. Στην πρώτη του κατάθεση ο παραπονούμενος ανέφερε ότι μετά που βγήκε από την μπυραρία «νομίζει» ότι άκουσε τη φωνή του κατηγορούμενου να του λέει «ρε Αντρέα». Στη δεύτερη του κατάθεση είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο στον ποδηλατόδρομο, περπατητό. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι τον είδε πεζό, έξω από την μπυραρία, στον ποδηλατόδρομο, απέναντι, στην άλλη πλευρά του δρόμου. Αμέσως μετά όταν ρωτήθηκε τι έκαμνε εκεί που τον είδε απάντησε ότι δεν τον είδε να κάμνει οτιδήποτε αλλά ότι τον άκουσε που φώναξε δύο φορές το όνομά του. Μετά σε ερώτηση αν τον είδε και τον άκουσε απάντησε καταφατικά. Ακολούθως όμως, όταν ρωτήθηκε πώς αντιλήφθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που του φώναξε, δεν απάντησε ότι ήταν επειδή τον είδε, αλλά ότι τον αντιλήφθηκε από τη φωνή του που είναι πολύ χαρακτηριστική, βραχνή και σε «δυνατούς, ψηλούς, προς άγριο». Σημειώνουμε εδώ ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «εφκήκεν έξω» και φώναξε στον παραπονούμενο «Ρε Ανδρέα ήνταμπου εγίνηκεν;». Δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο εννοούσε ότι βγήκε έξω από την μπυραρία, ή έξω από το ταμείο όπου ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Μια περαιτέρω του αναφορά, ότι δηλαδή όταν φώναξε στον παραπονούμενο ο τελευταίος «εγύρισεν προς την είσοδο (και) εμπήκε μέσα στο αυτοκίνητο γύρισεν τζιαι έφυεν» υποδηλώνει ότι η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι όταν φώναξε βρισκόταν μέσα ή στην είσοδο της μπυραρίας. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι η αναίρεση από τον παραπονούμενο της θέσης ότι είχε δει τον κατηγορούμενο στον ποδηλατόδρομο και γενικά οι ανακόλουθες θέσεις του σε σχέση με το ζήτημα αυτό. ΄Εχει δε, σημασία γιατί η αναφορά του ότι είδε τον κατηγορούμενο έξω από την μπυραρία συσχετιζόταν με την ευρύτερη θέση του ότι ο κατηγορούμενος, ως ο δράστης, τον ακολούθησε από το Αντιγόνη. (ε) Για τις προηγούμενες καταδίκες του παραπονούμενου, όντως αυτός δεν τοποθετήθηκε με ευθύτητα. Η υπεράσπιση δεν προσέφερε μαρτυρία σε σχέση με τις υποβολές για είκοσι ή εικοσιοκτώ προηγούμενες καταδίκες. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι είναι καθήκον της κατηγορούσας αρχής να πληροφορεί την υπεράσπιση για τις προηγούμενες καταδίκες ενός μάρτυρα κατηγορίας (Αγγελίδης v. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ, 230, R v. Paraskeva [1982] 76 Cr. App.R. 162, Archbold, 1992, παρ. 4-280). Έχει πολύ πρόσφατα επιβεβαιωθεί από το Supreme Court της Μεγάλης Βρετανίας στην υπόθεση Allison v. Her Majesty's Advocate (Scotland) [2010] UKSC 6[2], με αναφορά στην υπόθεση Holland and HM Advocate v. Murtagh
(2009)STL 1060 (P.C.), ότι η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να αποκαλύψει όχι μόνο τις προηγούμενες καταδίκες, αλλά και τις εκκρεμούσες κατηγορίες εναντίον μάρτυρα κατηγορίας είναι ασυμβίβαστη με τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οπόταν σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται η επίδραση της παράλειψης, υπό το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, στο δίκαιο της δίκης. (Βλ. επίσης Edwards and United Kingdom
(1993)15 EHRR 417). Όταν όμως η υπεράσπιση, μετά από τέτοια πληροφόρηση, επιλέξει να μην αντεξετάσει τον μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποκαλύψει τον χαρακτήρα του μάρτυρα στο δικαστήριο (R v. Carey, R v. Williams
(1968)52 Cr. App. R. 305, Archbold, ανώτ., παρ. 4-281). Εν προκειμένω, η υπεράσπιση δεν έχει θέσει ζήτημα τέτοιας παράλειψης, ούτε έχει τεθεί ενώπιον μας κατά πόσο η πληροφόρηση της υπεράσπισης προήλθε από την κατηγορούσα αρχή οπότε θα αναμενόταν να πρόκειται για πλήρη στοιχεία για όλες τις υποθέσεις, εφόσον η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής είναι να αποκαλύπτει στην υπεράσπιση τη φύση των καταδικών, την ημερομηνία και το δικαστήριο (βλ. Archbold, ανώτ., παρ. 4 -280). Εν πάση περιπτώσει, εφόσον ο συνήγορος αντεξέτασε τον παραπονούμενο και λαμβάνοντας υπόψη την απροθυμία του τελευταίου να απαντήσει ευθέως ή, τουλάχιστον την ασάφεια των απαντήσεών του, θεωρούμε ότι το ορθό θα ήταν η κατηγορούσα αρχή να είχε, ως καθήκον προς το δικαστήριο πλέον, από μόνη της να το διαφωτίσει για το ποινικό μητρώο του παραπονούμενου, εκ του οποίου προέρχεται η μόνη μαρτυρία για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα. Αντ΄ αυτού, όπως θα σχολιάσουμε παρακάτω, ο υπαστυνόμος Παρασκευά, ένας μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής που θα μπορούσε να διαφωτίσει το δικαστήριο για το μητρώο και το χαρακτήρα, γενικότερα, του παραπονούμενου, φάνηκε σχεδόν εντελώς απρόθυμος να το πράξει. Πάντως, παραμένει το γεγονός ότι ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι βαρύνεται με τέσσερις καταδίκες. Διευκρινίστηκε ότι η μια αφορούσε κλοπή πυρομαχικών από την εθνική φρουρά. Αλλά και γι΄ αυτήν την καταδίκη ο παραπονούμενος ανέφερε, ως άνω, ότι είναι ο κουνιάδος του και άλλα πρόσωπα που διέπραξαν την κλοπή αφήνοντας να νοηθεί ότι καταδικάστηκε, όχι διότι διέπραξε ο ίδιος κλοπή, αλλά διότι «τον κατανόμασαν». Δεδομένη όμως είναι η καταδίκη σε φυλάκιση για ένα αδίκημα το οποίο ενέχει, όχι μόνο το στοιχείο της ανεντιμότητας, αλλά και ιδιαίτερη κοινωνική απαξία, εφόσον η κλοπή πυρομαχικών από το στράτευμα είναι καθόλα ενέργεια απαράδεκτη. Δεν διευκρινίστηκε για ποια άλλα τρία αδικήματα καταδικάστηκε, όμως ο κατάλογος που του ετέθη, με εξαίρεση τη λαθροθηρία, περιλαμβάνει αδικήματα σοβαρά που ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας. (στ) Όπως ήδη σημειώσαμε, δεν έχει προσφερθεί άμεση μαρτυρία, υπό την έννοια της Longman, Richardson, για τη φήμη του παραπονούμενου ως ατόμου που δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτό επί του όρκου του. Όμως, μέσα από την αντεξέτασή του προέκυψε μια άλλη συναφής πτυχή η οποία, παρά το ότι δεν αναφέρθηκε στις τελικές αγορεύσεις, θεωρούμε ότι έχει σημασία. Ρωτήθηκε ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του κατά πόσο συνελήφθηκε οποτεδήποτε από την αστυνομία και το αρνήθηκε. Ρωτήθηκε ξανά κατά πόσο συνελήφθη και κατά πόσο είχε τότε καταγγείλει τους αστυνομικούς ότι τον κτύπησαν. Ο παραπονούμενος απάντησε με ένα απλό «όχι». Μετά ρωτήθηκε κατά πόσο είχε αποδειχθεί ότι η καταγγελία του ήταν ψευδής από τις κάμερες του σταθμού που τον έδειξαν να κτυπά μόνος του την κεφαλή του και το αρνήθηκε. Όταν όμως ρωτήθηκε με αναφορά πλέον στο όνομα του συγκεκριμένου αστυνομικού (Πιλλόρας) αντί των προηγουμένων απόλυτων αρνήσεών του διερωτήθηκε «τι σχέση έχει το ένα με το άλλο;». Ο συνήγορος επέμεινε οπότε ο κατηγορούμενος απάντησε «έχει δέκα χρόνια τούτη η υπόθεση» και δέχθηκε πλέον ότι έγινε αυτό το περιστατικό αλλά όχι όπως του το έθεσε ο κ. Γεωργίου. Ο οποίος του υπέδειξε ότι αμέσως προηγουμένως το αρνήθηκε. Ο παραπονούμενος απάντησε ότι δεν αρνήθηκε, αλλά τώρα θυμήθηκε ότι μια νύχτα που ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ τον συνέλαβαν και τον κράτησαν σε αστυνομικό σταθμό μέχρι το επόμενο πρωί και ότι η καταγγελία του εναντίον του συγκεκριμένου αστυνομικού δεν ήταν ψευδής αλλά «τα κρύψαν» (οι αστυνομικοί). Ενώ δε, «θυμήθηκε» ότι συνελήφθη και κρατήθηκε σε αστυνομικό σταθμό και πρόσθεσε ότι η καταγγελία του ήταν αληθινή, άρα είχε κτυπηθεί από αστυνομικό, αμέσως μετά δήλωσε ότι ούτε τον κτύπησαν, ούτε κτύπησε το κεφάλι του και ότι απλώς τον κράτησαν μέχρι το πρωί. Είναι φανερή η ανακολουθία των απαντήσεων του για ένα ζήτημα που αφορά μια σοβαρή καταγγελία του την οποία ενόρκως και ενώπιον του κακουργιοδικείου, αφού πρώτα «θυμήθηκε» τη σύλληψη του, επιβεβαίωσε ως αληθή και αμέσως μετά την αναίρεσε. (ζ) Έχοντας αυτά υπόψη θα αναφερθούμε στη συνέχεια στην υπόθεση Spencer στην οποία ο κ. Γεωργίου έκαμε αναφορά εισηγούμενος, ως άνω, ότι θα ήταν καλύτερα να αναζητήσουμε ενίσχυση της μαρτυρίας. Η υπόθεση εκείνη αναφέρεται σε αριθμό παρομοίων υποθέσεων στις οποίες οι κατηγορούμενοι ήταν νοσηλευτές σε ένα ειδικό νοσοκομείο ασφαλείας για ψυχικά ασθενείς, η πλειοψηφία των οποίων βρίσκονταν εκεί δυνάμει δικαστικών διαταγμάτων, μετά από καταδίκη τους για σοβαρά εγκλήματα. Κάποιοι από τους ασθενείς - κρατουμένους είχαν κατηγορήσει τους νοσηλευτές για κακομεταχείριση. Η μοναδική μαρτυρία εναντίον των νοσηλευτών προερχόταν από τους παραπονούμενους σε κάθε υπόθεση και δεν ενισχυόταν από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Ο πρωτόδικος δικαστής είχε καθοδηγήσει τους ενόρκους να προσεγγίσουν τη μαρτυρία των παραπονουμένων με μεγάλη προσοχή και τους είχε συμβουλευτεί ότι θα ήταν σοφό να αναζητήσουν ενίσχυση των ισχυρισμών των παραπονουμένων, κάτι που δεν υπήρχε. Παράλληλα τους υπέδειξε ότι παρά ταύτα, θα μπορούσαν, αν ήταν βέβαιοι επί των γεγονότων ότι οι παραπονούμενοι είπαν την αλήθεια, να καταλήξουν σε ετυμηγορία ενοχής. Ο δικαστής έθεσε τους λόγους της προειδοποίησης ως ακολούθως: «Firstly, because they are all persons of bad character. The law, in rules which are formulated over many years, requires me to tell you even if they were merely persons of bad character and nothing else, that you must approach their evidence with great caution. It goes further than that of course in this case. The second reason is this, that at the time of these events they were all persons suffering from some form of mental disorder. Thirdly, they may of course have all conspired together to make false allegations. People make false allegations as we know for all sorts of reasons, some of which have been suggested into his case, but apart from that your own experience no doubt tells you that people do on occasions make false allegations. So therefore I must tell you that as far as all those patients are concerned you must approach their evidence with great caution.» Σε μετάφραση: «Πρώτον, επειδή είναι όλοι πρόσωπα κακού χαρακτήρα. Ο νόμος ως έχει διαμορφωθεί μέσα από τους κανόνες με την πάροδο πολλών ετών, απαιτεί από εμένα να σας πω, ακόμη και αν ήταν απλώς άνθρωποι κακού χαρακτήρα και τίποτε άλλο, ότι πρέπει να προσεγγίσετε τη μαρτυρία τους με μεγάλη προσοχή. Φυσικά σε αυτή την υπόθεση δεν είναι μόνο αυτό. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν όλοι πρόσωπα που έπασχαν από κάποιας μορφής ψυχική ασθένεια. Τρίτο, μπορεί φυσικά να συνωμότησαν όλοι μεταξύ τους να προβάλουν ψευδείς ισχυρισμούς. Γι΄ αυτό πρέπει να σας πω ότι, όσο αφορά αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να προσεγγίσετε τη μαρτυρία τους με μεγάλη προσοχή.» Όταν το ζήτημα κατέληξε στη Βουλή των Λόρδων η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή επικροτήθηκε και αποφασίστηκε ότι όπου η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συνίσταται αποκλειστικά στη μαρτυρία προσώπου το οποίο, παρά το ότι δεν εμπίπτει σε μια από τις αναγνωρισμένες κατηγορίες υπόπτων μαρτύρων (συναυτουργοί, παραπονούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα, μικρά παιδιά), πληροί ανάλογα κριτήρια λόγω της συγκεκριμένης πνευματικής του κατάστασης και του εγκληματικού του ιστορικού, το δικαστήριο θα πρέπει να προειδοποιήσει πλήρως του ενόρκους για τον κίνδυνο καταδίκης χωρίς ενίσχυση («full warning»). Σημειώνουμε ότι η ανάγκη για ιδιαίτερη προσοχή θα υπήρχε, όπως ετέθη η προειδοποίηση στη Spencer, ως εκ του κακού χαρακτήρα και μόνο, ανεξάρτητα από το στοιχείο της ψυχικής νόσου. Ο κακός δε, χαρακτήρας στην υπόθεση εκείνη δεν προέκυπτε μόνο λόγω του ποινικού ιστορικού κάθε παραπονούμενου αλλά και επί της γνωμοδότησης ψυχιάτρου στο εν λόγω νοσοκομείο για τα ελαττώματα της προσωπικότητας τους μεταξύ των οποίων το ότι ήταν επιρρεπείς στο να κατασκευάζουν κατηγορίες και να έχουν εχθρική τάση έναντι των αρχών. Επιπρόσθετα, είχε δοθεί από τον πρωτόδικο δικαστή έμφαση στις περαιτέρω ιδιαίτερες περιστάσεις ως ακολούθως, όπως καταγράφεται στην απόφαση του Lord Achner: «Having given this warning, he then referred to the three defendants, emphasizing that they were all men of good character, describing each in detail and referring to the testimonials which witnesses at the trial had given to each of them. He drew particular attention to the fact that the alleged incidents had occurred some years ago, that Rampton was part a prison and part a hospital, that in both parts there were outbreaks of violence which had to be quelled and that those who looked after the patients had on occasions to resort to force.» Σε μετάφραση: «Αφού έδωσε αυτή την προειδοποίηση αναφέρθηκε στους τρεις κατηγορούμενους, έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι ήταν όλοι άνδρες κακού χαρακτήρα, περιέγραψε τον καθένα με λεπτομέρεια και αναφέρθηκε στα προτερήματά τους ως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες κατά την ακρόαση. Τόνισε ιδιαίτερα ότι τα ισχυριζόμενα περιστατικά συνέβηκαν πριν μερικά χρόνια, όταν ένα μέρος του Rampton ήταν φυλακή και το άλλο νοσοκομείο, ότι και στα δύο μέρη υπήρξαν εξεγέρσεις βίας που έπρεπε να κατασταλούν και ότι αυτοί που φρόντιζαν τους ασθενείς έπρεπε σε κάποιες περιπτώσεις να καταφύγουν σε δυναμική καταστολή». Εν προκειμένω, ο κακός χαρακτήρας του παραπονούμενου προκύπτει από το ποινικό του ιστορικό. Παράλληλα, ως εκ των αντιφάσεων του σε σχέση με το περιστατικό με τον αστυνομικό Πιλλόρα, δημιουργείται σκιά στην όλη στάση του ως καταγγέλλοντος προσώπου. Παρά ταύτα, δεν θα λέγαμε ότι η περίπτωση εμπίπτει στην αρχή της Spencer όπου όχι μόνο υπήρχε ο επιπρόσθετος λόγος της ψυχικής νόσου, αλλά τόσο η σαφής ιατρική μαρτυρία για την τάση των παραπονουμένων να προβαίνουν καταδιωκτικά σε ψευδείς καταγγελίες, όσο και οι υπόλοιπες περιστάσεις στις οποίες δόθηκε, ως άνω, έμφαση. Η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που θα έπρεπε να «προειδοποιήσουμε πλήρως» τους εαυτούς μας για την ανάγκη αναζήτησης ενίσχυσης και για τον κίνδυνο καταδίκης αν ενίσχυση δεν υπάρχει, δεν σημαίνει ότι τα ζητήματα που προκύπτουν από το ιστορικό του παραπονούμενου είναι χωρίς σημασία. Τα ζητήματα αυτά μπορεί και πρέπει να ληφθούν υπόψη στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου εφόσον ένα από τα κριτήρια για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι η ακεραιότητα του (Phipson, ανώτ., παρ. 8-125). (η) Από την άλλη, είναι γεγονός ότι όπως εισηγήθηκε η κα Πασιαρδή, η περιγραφή του παραπονούμενου για το πώς τραυματίστηκε συνάδει με την πορεία της σφαίρας όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες που τέθηκαν ενώπιον μας για τον τραυματισμό και για τον τρόπο που προκλήθηκε η ζημιά στο αυτοκίνητό του. Όμως, δεν είναι αυτά που η υπεράσπιση αμφισβήτησε, αλλά την ταυτότητα του δράστη, με μόνη πηγή πληροφόρησης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής τον παραπονούμενο. (θ) Ένα πρόσωπο με ποινικό μητρώο μέσα από το οποίο αναδύεται το στοιχείο της ανεντιμότητας. Έχουμε δε, ήδη αναφερθεί στην απροθυμία του ν΄ απαντήσει ευθέως όταν αντεξεταζόταν για τις προηγούμενες του καταδίκες. Υπενθυμίζουμε περαιτέρω την άρνηση του ότι είχε πρόβλημα με υποθέσεις ναρκωτικών και ότι αντιμετώπισε σχετική κατηγορία, περιοριζόμενος στον ισχυρισμό για κανένα τσιγάρο «μέσα-μέσα» όταν έχασε την πρώτη του σύζυγο. Ενώ, όπως αναφέραμε, ο πατέρας του τελικά δέχθηκε την καταδίκη του γιού του για ναρκωτικά και ο υπαστυνόμος Παρασκευάς ανέφερε ότι στο παρελθόν ο παραπονούμενος είχε απασχολήσει την αστυνομία για υποθέσεις ναρκωτικών. Δεχόμαστε τη αναφορά αυτή του κ. Παρασκευά ως αληθινή, όχι μόνο γιατί συνάδει με τη μαρτυρία του πατέρα του παραπονούμενου, αλλά και διότι, κατά τ' άλλα, δεν φάνηκε πρόθυμος να απαντήσει με ευθύτητα για τον χαρακτήρα του παραπονούμενου, επικαλούμενος αρχικά ζήτημα «προσωπικών δεδομένων» και λέγοντας ότι «δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο» να πει κατά πόσο ο παραπονούμενος είχε «πάρε-δώσε» με την αστυνομία. Διερωτόμαστε ποίος θα ήταν ο αρμόδιος, αν δεν ήταν ο αξιωματικός - βοηθός υπεύθυνος του τοπικού ΤΑΕ. Μετά δήλωσε άγνοια γενικά, με εξαίρεση την πολύ παλιά, όπως το τόνισε, καταδίκη για ναρκωτικά. Υπ' αυτές τις περιστάσεις δεν έχουμε αμφιβολία ότι το αρνητικό στοιχείο που είπε για τον παραπονούμενο, είναι αλήθεια. Έχουμε, ακόμα, υποδείξει τις αντιφάσεις και την ανακολουθία στη μαρτυρία του παραπονούμενου σε σχέση με το περιστατικό με τον αστυνομικό Πιλλόρα. Έχουμε επίσης αναφερθεί στις διαφορετικές του θέσεις σε σχέση με το κατά πόσο είδε ή όχι τον κατηγορούμενο έξω από την μπυραρία και προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε τη σημασία του ζητήματος αυτού. Προσθέτουμε τώρα το σχολιασμό μας για την αναφορά του παραπονούμενου ότι όταν ο κατηγορούμενος τον πυροβόλησε ο τελευταίος είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του. Δεν μας φαίνεται, κατ΄ αρχήν, πειστικός ο ισχυρισμός ότι ο δράστης, αποφασισμένος, όπως ο παραπονούμενος περιγράφει τα πράγματα, να τον πυροβολήσει κατέβηκε από το αυτοκίνητό του για να διαπράξει ένα τέτοιο έγκλημα, αφήνοντας τα φώτα του αυτοκινήτου, το οποίο ήταν «ακριβώς πίσω» από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου στραμμένα πάνω στη σκηνή του εγκλήματος. Η κοινή πείρα και η κοινή λογική υποδηλώνουν ότι κάποιος ο οποίος ετοιμάζεται να διαπράξει έγκλημα κατά προσχεδιασμένο τρόπο, όπως είναι η περίπτωση που περιγράφει ο παραπονούμενος, και όχι υπό το βρασμό ή τις περιστάσεις της στιγμής, στην κανονική πορεία των πραγμάτων αναμένεται ότι θα ενεργήσει με προφύλαξη και εν πάση περιπτώσει δεν θα επιχειρούσε να σκοτώσει άλλο άνθρωπο υπό το φως των προβολέων του αυτοκινήτου του. Το ότι ο δράστης, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, είχε κατά νου την προφύλαξη από τα βλέμματα τρίτων προκύπτει από το ότι είχε ζητήσει από τον παραπονούμενο να φύγουν από το Brilliant γιατί εκεί βρισκόταν το άσπρο αυτοκίνητο. Η τέτοια κοινή πείρα έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Βούτουνος (ανώτ.) που αφορούσε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και στην οποία αναφέρθηκε ότι «σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις ο δράστης λειτουργεί εις βάρος του θύματος αφού προηγουμένως βεβαιωθεί πως δημιουργούνται συνθήκες απόλυτης μυστικότητας με μόνη την ανθρώπινη παρουσία τον ίδιο και το θύμα». Το γεγονός ότι η παρατήρηση έγινε για εκείνης της φύσεως τις υποθέσεις, δεν εξυπακούει ότι η διαπίστωση περιορίζεται σ΄ εκείνες τις υποθέσεις. Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει έτι περαιτέρω σε υποθέσεις φόνου υπό την έννοια που ανωτέρω εξηγήσαμε. Βέβαια, θα μπορούσε εις απάντησιν να λεχθεί ότι δεν αποκλείεται ένας εγκληματίας να ενεργήσει έξω από την κανονική πορεία και παρά τα ευλόγως αναμενόμενα. Όμως, λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ότι την αναφορά του αυτή ο παραπονούμενος την έκαμε σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του για το ζήτημα του φωτισμού και αφού η πρώτη του αναφορά ήταν, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, για τα φώτα έξω από το reception και τα φώτα του δρόμου. Συνέχισε να αντεξετάζεται για το φωτισμό. Μεταξύ άλλων, απάντησε ότι είχε αναμμένα τα εσωτερικά φώτα του αυτοκινήτου του γιατί προσπαθούσε να τοποθετήσει ένα cd και ότι υπήρχε φωτισμός και από την κλινική απέναντι, παραπέμποντας μάλιστα στην πινακίδα (ταπέλλα) της κλινικής. Στη συνέχεια, αφού αντεξετάστηκε επίμονα για το ίδιο θέμα, ρωτήθηκε να πει «τι φωτισμός υπήρχε». Απάντησε «τους στύλλους τζιαι ο φωτισμός του αυτοκινήτου μου». Είναι στη συνέχεια και αφού συνεχίστηκε περαιτέρω η αντεξέταση για το ίδιο θέμα που είπε για πρώτη φορά ότι ο κατηγορούμενος είχε τα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα, κάτι που πλέον επανέλαβε άλλες δύο φορές. Ενώ το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν να αναφερθεί εξαρχής και με έμφαση στο γεγονός, αν όντως το συμβάν διαδραματίστηκε υπό τα φώτα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. Βέβαια, δεν υποβλήθηκε συγκεκριμένα στον παραπονούμενο ότι αυτός ο ισχυρισμός του δεν αληθεύει, αλλά έχουμε ήδη υποδείξει τη γενική υποβολή της υπεράσπισης, που καλύπτει στη γενικότητά της το θέμα, ότι στο χώρο δεν υπήρχε οποιοσδήποτε φωτισμός που να τον καθιστούσε ικανό να αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο. Σημειώνουμε δε, ότι ούτε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έχει υιοθετήσει στην τελική αγόρευσή της τον ισχυρισμό αυτό του παραπονούμενου, κάμνοντας αναφορά μόνο στις άλλες πηγές φωτισμού στις οποίες αυτός αναφέρθηκε και όχι στα φώτα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου. (ι) Ενώ ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο Μ.Κ.14 του υπέβαλλε ερωτήσεις μαγνητοφωνώντας τον, ο Μ.Κ.14 απέκλεισε κάτι τέτοιο. Αυτή η αντίφαση ίσως να μην έχει σημασία παρά σε σχέση με τη δυνατότητα αντίληψης του παραπονούμενου, αλλά και αυτό σε χρόνο μετά που υπέστη τον τραυματισμό. Όμως, περιπλέον, για τον ίδιο μάρτυρα ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στη μπυραρία με κάποιους άλλους αστυνομικούς που ήταν σε υπηρεσία και έφυγαν πέντε λεπτά προτού τον οδηγήσει ο κατηγορούμενος έξω από τη μπυραρία για να του προσφέρει γυναίκα, κάτι που έγινε γύρω στις 2.00 - 2.30 και είκοσι λεπτά πριν φύγει ο ίδιος από τη μπυραρία. Ενώ, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο Μ.Κ.14 επισκέφθηκε τη μπυραρία για έλεγχο η ώρα 00.15 όταν ο κατηγορούμενος ήταν ακόμα απών. Αυτό το ζήτημα δυνατό να έχει να κάμει με τη δυνατότητα αντίληψης των δεδομένων από τον παραπονούμενο ως εκ της ποσότητας αλκοόλ που κατανάλωσε. Αλλά μπορεί να δημιουργήσει και υπόνοια σε σχέση με προσπάθεια του παραπονούμενου να υποστηρίξει τη θέση του ότι τίποτε το ασύνηθες δεν έγινε. Αυτό έχει σημασία ενόψει της εκδοχής του κατηγορούμενου περί του συμβάντος με το Σπύρο, συμβάν που δεν θα ταίριαζε (ομολογία εγκλήματος - θυμός και απειλητικές δηλώσεις Σπύρου) με την παρουσία αστυνομικών στη μπυραρία. (ια) Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία για το ελατήριο του κατηγορούμενου. Αντίθετα, ο παραπονούμενος στην κατάθεση του, ως άνω, ανέφερε ότι «έππεσε από τα σύννεφα γιατί να τον παίξει ο Περικλής» και στο εδώλιο του μάρτυρα συνέχισε να διερωτάται για το ελατήριο του κατηγορούμενου με τον οποίο, όπως είπε, γνωρίζονται για 29 χρόνια και οι σχέσεις τους ήταν πάντα καλές. Ποτέ τους, είπε, δεν παρεξηγήθηκαν, ποτέ τους δεν «επιάστηκαν». Αν είχε κάτι μαζί του ο κατηγορούμενος, συνέχισε, όφειλε να του το αναφέρει ή να βάλει άλλους να του το πουν «δεν ήταν τρόπος να με παίξει. Τα παλληκάρκα έννεν έτσι», κατέληξε χαρακτηριστικά. Περιπλέον, ούτε για τη συγκεκριμένη νύχτα ανέφερε οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο, ο οποίος να εξηγεί την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο ενέργειά του. Όπως περιέγραψε τα πράγματα ο παραπονούμενος, ήταν καθόλα μια φυσιολογική κατάσταση πραγμάτων, που καθόλου δεν προμηνούσε ό,τι ακολούθησε. Το ελατήριο, βέβαια, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 «δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη». Η νομολογία όμως, εξηγεί ότι ενώ το ελατήριο δεν αποτελεί παράγοντα στοιχειοθετικό οποιουδήποτε αδικήματος, ή με άλλα λόγια, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του εγκλήματος, πρόκειται για μαρτυρία που γίνεται δεκτή γιατί είναι ικανή να διαφωτίσει ως προς τον σκοπό των ενεργειών του δράστη. Ενώ ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα τις νοητικές διεργασίες του άλλου, η αποκάλυψη ελατηρίου αποτελεί στοιχείο ανίχνευσης της κινητήριας δύναμης που ώθησε το δράστη να ενεργήσει με το συγκεκριμένο τρόπο (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 560, Μενελάου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407, Αθανασίου v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 367, Yo Hong Bo v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 293). Το ότι δεν στοιχειοθετήθηκε, ως εκ των άνω, ελατήριο δεν έχει να κάμει ούτε με την ποινική ευθύνη, αλλ΄ ούτε από μόνο του, θα μπορούσε να είναι καθοριστικό για την αξιοπιστία της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Αλλά, υπό τις περιστάσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ένας παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη στην όλη αξιολόγηση της μαρτυρίας.
- Σχολιασμός της μαρτυρίας της υπεράσπισης. Η υπεράσπιση έχει προβάλει ένα ελατήριο που εξηγεί την εκδοχή της. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι γνώριζε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος βρισκόταν στο Brilliant, προβάλλοντας όμως παράλληλα τον ισχυρισμό ότι τέτοια γνώση είχε και ο Σπύρος, τον οποίο αφορούσε και το ελατήριο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Η κα Πασιαρδή εισηγήθηκε ότι δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο ή στους άλλους μάρτυρες κατηγορίας ότι είναι ο Σπύρος που διέπραξε το έγκλημα. Όμως η υπεράσπιση δεν είχε το βάρος να αποδείξει κάτι τέτοιο και δεν είναι με αυτή την έννοια που ο κ. Γεωργίου έθεσε το ζήτημα. Η θετική θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο δράστης δεν ήταν ο κατηγορούμενος. Η αναφορά στο Σπύρο τέθηκε ως μια διαζευκτική θεωρία, υπό την έννοια που εξηγήσαμε ανωτέρω, και όχι ως ένα θετικό γεγονός. Συνεπώς δεν απαιτείτο να είχε υποβληθεί ως τέτοιο. Αρκούσε να υποβληθεί με τον τρόπο που, ως άνω, υποβλήθηκε. Η κα Πασιαρδή υπέδειξε περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος εμφάνισε τον εαυτό του να μην αντιδρά σε κανένα στάδιο όταν ο αδελφός του του έλεγε νευριασμένος ότι «θα έπαιζε» τον παραπονούμενο και να μην προσπαθεί είτε να τον σταματήσει είτε να συνομιλήσει με τον παραπονούμενο σχετικά. Σκέφτηκε απλώς «ας τα έβρουν μόνοι τους». Παρά ταύτα, όταν την επομένη πληροφορήθηκε για την απόπειρα φόνου, επέλεξε να μην πει τίποτε στην αστυνομία για να προστατεύσει τον αδελφό του, ο οποίος όμως παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο να δικάζεται χωρίς να αναφέρει τίποτε. Αυτές οι αναφορές, εισηγήθηκε η κα Πασιαρδή, δεν αντέχουν στο στοιχειώδη έλεγχο της λογικής αλλά πρόκειται για ένα σενάριο που δημιούργησε ο κατηγορούμενος για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του. Σημειώνουμε εδώ ότι όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος κατά πόσο θεώρησε ότι θα μπορούσε ο αδελφός του να υλοποιήσει τις απειλές του απάντησε κατά τρόπο που υποδηλώνει κατάφαση («Ο καθένας πασ΄ τα νεύρα του ... αφού του είπεν. Ενευρίασεν ο άνθρωπος τζίηντην ώρα. Είπεν τούτο το πράγμαν ότι «Εννα τον παίξω σαν τον σσύλλον τζιαι εν με κόφτει». Λογικά άμαν ένας άνθρωπος νευριάσει ...»). Όταν ρωτήθηκε αν προσπάθησε να τον σταματήσει είπε ότι η μόνη του κουβέντα για να τον σταματήσει ήταν «εν μεθυσμένος, μεν πάεις να κάμεις καμιάν πελλάραν τζιαι να μπερτέψεις τζιαι εσού» και ότι «αφού εβούρησεν τζιαι έφυεν ... Εν να τον βουρώ που πίσω;». Μπορεί όντως το ευλόγως αναμενόμενο από ένα μέσο συνετό άνθρωπο να είναι μια διαφορετική αντίδραση, ουσιαστικά αποτρεπτική, ενόψει του κινδύνου να διαπραχθεί φόνος και μάλιστα από τον αδελφό του. Όμως το ερώτημα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άνθρωπο, τον κατηγορούμενο και στη δική του στάση μπροστά σε ένα τέτοιο ηθικό, κατ΄ ουσίαν, πρόβλημα. Δεν μπορούμε, ως εκ της αντίδρασης που περιέγραψε και μόνο ή επειδή δεν κατέδωσε τον αδελφό του στην αστυνομία, να δεχθούμε την εισήγηση ότι οι ισχυρισμοί του «δεν αντέχουν στο στοιχειώδη έλεγχο της λογικής».
- Η κατάληξη για το ζήτημα της αξιοπιστίας (α) Ο παραπονούμενος, ως άνω, είναι άτομο με ποινικό μητρώο μέσα από το οποίο αναδύεται το στοιχείο της ανεντιμότητας, η μαρτυρία του δε, παρουσιάζει τα προβλήματα που έχουμε προσπαθήσει να καταδείξουμε. Δεν παραβλέπουμε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι είχε γνώση πως ο παραπονούμενος βρισκόταν το Brilliant από το οποίο ο δράστης, κατά τον παραπονούμενο, τον οδήγησε στη σκηνή του εγκλήματος. Προέβαλε όμως, στα πλαίσια της διαζευκτικής εξήγησης της υπεράσπισης, ότι τέτοια γνώση είχε και ο Σπύρος, στον οποίο απέδωσε και ελατήριο ενώ η εκδοχή του κατηγορούμενου παρέμεινε μετέωρη από πλευράς εξήγησης. Γενικά δε, τα προβλήματα που υποδείξαμε, κρίνουμε ότι είναι ουσιαστικά και επηρεάζουν τόσο την πειστικότητα της εκδοχής του για τα επίδικα γεγονότα, όσο και την αξιοπιστία του γενικότερα. Δεν αισθανόμαστε καθόλου ασφαλείς, υπό αυτές τις περιστάσεις, να δεχθούμε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και να προβούμε σε ευρήματα επί τη βάσει αυτής. (β) Αλλά ακόμα και αν μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου θα τείναμε, κατά τ΄ άλλα, να δεχθούμε τη μαρτυρία του, θα έπρεπε να μας απασχολήσει το πρόβλημα με τον κενό δίσκο. Στην υπόθεση Σταυρινού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 120/2007, ημερ. 4.11.2008, μετά που παρελήφθη για εξέταση το μηχάνημα παρακολούθησης της οικίας του κατηγορούμενου, σκηνής του εγκλήματος, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η εξέταση γιατί έλειπαν από μέσα οι δύο ψηφιακοί δίσκοι που κατέγραφαν τα δεδομένα. Αυτό όμως κρίθηκε ότι δεν είχε σημασία επειδή δεν υπήρχε μαρτυρία κατά πόσο κατά το χρόνο παραλαβής του μηχανήματος έλειπαν ή όχι οι ψηφιακοί δίσκοι. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις κρίθηκε ότι ορθά το κακουργιοδικείο είχε βασιστεί στη μαρτυρία του αστυνομικού που παρακολουθούσε τη σκηνή, μαρτυρία που έκρινε αξιόπιστη. Εν προκειμένω, όχι μόνο παρελήφθη ο ίδιος ο δίσκος, αλλά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, το σύστημα λειτουργούσε κατά την ώρα παραλαβής του υποδηλώνει ότι δεν μπορεί ο δίσκος να ήταν κενός. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η απάλειψη του περιεχομένου του δίσκου, όποιο και να ήταν, έγινε ενόσω ο δίσκος βρισκόταν στην κατοχή της αστυνομίας. Εφόσον το περιεχόμενο διεγράφη, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τί απεικόνιζε ο δίσκος. Είναι όμως δεδομένο, πάντα κατά τη μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσέφερε, ότι αν η συσκευή ήταν σε λειτουργία κατά τον ουσιώδη χρόνο, θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα διαδραματισθέντα μέσα και έξω από τη μπυραρία. Εκτός αν υπήρχε διακοπή ρεύματος ή αν μπορούσε να είχε διακόψει τη λειτουργία του συστήματος ο κατηγορούμενος ή αν είχε διαγράψει το περιεχόμενο που αφορούσε τον ουσιώδη χρόνο. Όμως η κατηγορούσα αρχή δεν προσέφερε τέτοια μαρτυρία, ούτε τέτοια θέματα τέθηκαν στον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο του δίσκου θα μπορούσε να καταδείξει τη συνεχή παρουσία του κατηγορούμενου στη μπυραρία, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης ήδη κατά την αντεξέταση, κατά την οποία τέθηκε ότι την ώρα του πυροβολισμού ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην μπυραρία. Η ανατροπή αυτής της θέσης που θέτει άλλοθι εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται αποδοχή του άλλοθι προς απαλλαγή του κατηγορούμενου, αλλ΄ αρκεί η δημιουργία αμφιβολίας για την ύπαρξη του (Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 231). Από την άλλη, θα μπορούσε να αποκαλύψει ενοχοποιητικά στοιχεία κατά τρόπο άμεσο, δείχνοντας τα όσα περιέγραψε ο παραπονούμενος και κυρίως τον κατηγορούμενο να εξέρχεται της μπυραρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο και να επανέρχεται μετά το έγκλημα, ακολουθώντας τον παραπονούμενο. Αλλά θα μπορούσε να αποκαλύψει και έμμεσα ενοχοποιητικά στοιχεία, όπως θα ήταν η διακοπή της καταγραφής ή η διαγραφή των καταγραφέντων κατά τον κρίσιμο χρόνο. Όμως τέτοια πραγματική μαρτυρία, εξ αντικειμένου διαφωτιστική, δεν είναι ενώπιον μας. Σημασία έχει ο λόγος που το δικαστήριο στερήθηκε της μαρτυρίας αυτής. Ο Μ.Κ.9 είχε μάταια προσφερθεί να προβάλει τις εικόνες από το χρονικό διάστημα που ενδιέφερε την αστυνομία. Είχε επίσης προειδοποιήσει τους αστυνομικούς για τον κίνδυνο απάλειψης των δεδομένων αν έκαμναν format το δίσκο. Η αναφορά του αυτή δεν είναι αντιφατική με την προηγηθείσα άρνηση του ότι τους είπε πως «όταν τον βάλουν σε κομπιούτερ θα γίνουν format και θα σβηστούν όλα». Διότι αυτό θα σήμαινε ότι με την τοποθέτηση του στο κομπιούτερ οπωσδήποτε θα γινόταν format. Ενώ, όπως εξήγησε, η διαδικασία format είναι επιλογή που το κομπιούτερ θέτει μόλις τοποθετηθεί ο δίσκος και είναι σε σχέση με αυτή την επιλογή που προειδοποίησε τους αστυνομικούς. Το τι έκαμαν οι αστυνομικοί και το ποιος αστυνομικός το έκαμε ή, εν πάση περιπτώσει, τι έγινε ώστε στο τέλος ο δίσκος να βρεθεί κενός, έμεινε στο σκοτάδι ως εκ της αναιτιολόγητης μη κλήτευσης του Χρ. Παπασάββα από τον οποίο ούτε κατάθεση ελήφθη, ή οποιουδήποτε άλλου αστυνομικού που τυχόν είχε γνώση. Η κλήτευση του Μ.Κ.15 και μόνο, δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά για να λεχθεί ότι ο δίσκος βρέθηκε κενός, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το λόγο. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις είναι αχρείαστο να ασχοληθούμε με την υπόνοια που έθεσε ο κ. Γεωργίου για δόλια ενέργεια εκ μέρους του Χρ. Παπασάββα. Όπως ο ίδιος ορθά εισηγήθηκε, ό,τι κι αν έγινε, είτε επί σκοπώ, είτε από λάθος, είχε ως αποτέλεσμα να διαγραφούν τα δεδομένα ενόσω ο δίσκος ήταν στα χέρια της αστυνομίας. Θα πρέπει όμως να πούμε, με το δέοντα πάντα σεβασμό, ότι η εισήγηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι οι ενέργειες της αστυνομίας ήταν οι δέουσες είναι αυταπόδεικτα, εκ του αποτελέσματος, αβάσιμη. Αν ο Μ.Κ.6 δεν είχε εμπιστοσύνη στο Μ.Κ.9 να επέμβει στο σύστημα, το δέον θα ήταν, ενόψει μάλιστα των προειδοποιήσεων του Μ.Κ.9, να καλέσει επιτόπου αρμόδιο αστυνομικό για να εξετάσει το σύστημα. Με τη διαγραφή του δίσκου αλλά και τη μη επαναφορά του, απλώς επειδή «η πολιτική» του αρμόδιου τμήματος της αστυνομίας είναι να χειρίζονται τα τεκμήρια ως έχουν, διαπιστώνεται αδικαιολόγητη παράλειψη να παρουσιαστεί μαρτυρία και μάλιστα πραγματική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε, ως άνω, να ήταν ουσιαστική, είτε για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου, είτε προς κατάρριψη της εκδοχής και του άλλοθι του. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, έστω κι αν αξιολογώντας τα υπόλοιπα στοιχεία θα μπορούσε να τείναμε προς καταδίκη, δεν θα μπορούσαμε να αισθανθούμε ασφαλείς για την ορθότητα τέτοιας καταδίκης, εφόσον θα παρέμενε στο μυαλό μας μια υποβόσκουσα αμφιβολία. Υπενθυμίζουμε την αναφορά του δικαστή Macfarlan από την υπόθεση Mckenna, (ανώτ.) ότι η αμφιβολία μπορεί να προκαλείται, είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει, είτε από την απουσία μαρτυρίας. Παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση Fournaris (ανώτ.) στην οποία η καταδικαστική απόφαση, έστω κι αν ήταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, παραμερίστηκε ως ανασφαλής, εφόσον ενόψει της αναιτιολόγητης παράλειψης να κληθεί ή να προσφερθεί ένας μάρτυρας η μαρτυρία του οποίου ήταν ουσιαστική για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου πέραν λογικής αμφιβολίας, υπήρχε υποβόσκουσα αμφιβολία για την ορθότητα της καταδίκης. (γ) Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσφέρει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία που να καθιστούσε βέβαιη και ασφαλή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, δεν απέκλεισε πέραν λογικής αμφιβολίας την πιθανότητα που εισηγήθηκε η υπεράσπιση το έγκλημα να είχε διαπραχθεί από άλλο πρόσωπο. Οι διαπιστώσεις αυτές καθιστούν αχρείαστη την ενασχόληση με το κατά πόσον η μαρτυρία που προσέφερε η υπεράσπιση ανταποκρίνεται στην αλήθεια, εφόσον, ως άνω, αρκούσε να θέσει μια πιθανή εκδοχή που δεν αποκλείεται από τη μαρτυρία, όπως και έπραξε. Δεν επρόκειτο απλώς για μια διαζευκτική εκδοχή, πιθανότητα ή θεωρία που δεν στοιχειοθετείται και δεν μπορεί να προκύψει από μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων στην απουσία μαρτυρικού υλικού (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2008, ημερ. 23.2.2010, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Αλλά, περιπλέον, τέτοια πορεία θα ήταν και ανεπίτρεπτη εφόσον αποδοχή της εκδοχής της υπεράσπισης ως αληθινής, θα στιγμάτιζε, κατ΄ ουσίαν, τον αδελφό του κατηγορούμενου ως τον δράστη του εγκλήματος χωρίς ο ίδιος να είναι κατηγορούμενος. 8. Το ζήτημα της αναγνώρισης Περαιτέρω, η μη αποδοχή της εκδοχής του παραπονούμενου ως εκδοχής ενός «έντιμου μάρτυρα» καθιστά, κατ΄ ουσίαν, άνευ αντικειμένου το δεύτερο κατά λογική σειρά ερώτημα, το κατά πόσο δηλαδή ο αξιόπιστος μάρτυρας είναι δυνατό να προέβη σε λανθασμένη αναγνώριση. Είναι τότε που απαιτείται, κατά απόλυτο σχεδόν κανόνα, η προειδοποίηση Turnbull. Όμως, για το ενδεχόμενο ανατροπής της μέχρι τώρα θεώρησης μας, θα εξετάσουμε τη μαρτυρία του παραπονούμενου και απ΄ αυτή τη σκοπιά, ως εάν να επρόκειτο για μαρτυρία ενός «έντιμου μάρτυρα». Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της Turnbull όταν η υπόθεση στηρίζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά στην ορθότητα μιας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων θα πρέπει το δικαστήριο να προειδοποιηθεί για την ιδιαίτερη προσοχή που χρειάζεται και για την πιθανότητα λάθους ακόμα και από ένα πειστικό μάρτυρα. Θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η αναγνώριση. Σ΄ αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να εξεταστεί το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, η απόσταση που τον είδε, οι συνθήκες φωτισμού και το κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην παρατήρηση. Σημασία έχει επίσης το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε δει προηγουμένως και πόσο συχνά, τον κατηγορούμενο. Η αναγνώριση ενός ήδη γνωστού προσώπου μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από την αναγνώριση ενός αγνώστου. Αλλά ακόμα και τότε θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ενίοτε γίνεται εσφαλμένη αναγνώριση συγγενών και φίλων. Γενικά δε, θα πρέπει το δικαστήριο να έχει κατά νουν οποιεσδήποτε αδυναμίες παρουσιάζει η μαρτυρία αναγνώρισης. Ως εκ των άνω, μια καλής ποιότητας αναγνώριση είναι εκείνη που γίνεται μετά από μακρά παρατήρηση ή υπό ικανοποιητικές συνθήκες από συγγενικό πρόσωπο, γείτονα, στενό φίλο ή συνάδελφο. Σε τέτοια περίπτωση αφού το δικαστήριο προειδοποιηθεί για την ιδιαίτερη προσοχή που επιβάλλεται, μπορεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία αναγνώρισης έστω κι αν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που την ενισχύει. Όταν όμως η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή, επειδή λ.χ. βασίζεται σε μια στιγμιαία ματιά ή σε μεγαλύτερης, έστω, διάρκειας παρατήρηση που έγινε όμως υπό δύσκολες συνθήκες, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Σε σημείο που το δικαστήριο, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο ήδη από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Τέτοια μαρτυρία δεν χρειάζεται να έχει, κατ΄ ανάγκη, την τεχνική έννοια του όρου (corroboration), αλλά μπορεί να είναι και μαρτυρία που να δημιουργεί βεβαιότητα ότι δεν υπήρξε λανθασμένη αναγνώριση. Όπως σημειώνεται στη Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους.