← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παντελής ΦΩΤΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5119/10, 28 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παντελής ΦΩΤΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 5119/10, 28 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 5119/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Παντελής ΦΩΤΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. Μάρω ΦΩΤΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Δ. Κακουλλής μαζί με κο Μιχαηλίδη Κατηγορούμενος 1: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7.6.2008 ενώ ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΗΗ629, στη Λεωφ. Αθαλάσσας στην Αγλαντζιά, έπεσε σε λάκκο που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της εν λόγω Λεωφόρου επί της οποίας γίνονταν οδικά έργα. Σε σχέση με το εν λόγω δυστύχημα στον Κατηγορούμενο 1 αποδίδονται οι κατηγορίες της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 80(Ι)/00 και ΚΔΠ 312/07 και συγκεκριμένα ότι την 7.6.2008 στη Λεωφ. Αθαλάσσας στην Αγλαντζιά, στη Λευκωσία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΗ629, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (κατηγορία 1) και ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς να είναι εγγεγραμμένο, ήτοι η άδεια κυκλοφορίας του δεν ανανεώθηκε για τρία συναπτά έτη και ως εκ τούτου η εγγραφή του κατέστη άκυρη (κατηγορία 2). Ο Κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχτηκε ενοχή όσον αφορά την κατηγορία για αμελή οδήγηση που του αποδίδεται και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με αυτή. Την κατηγορία της χρήσης του εν λόγω οχήματος χωρίς να είναι εγγεγραμμένο ο Κατηγορούμενος 1 την παραδέχτηκε. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά πέντε

(5)μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι έδωσαν ένορκη κατάθεση και κατέθεσαν αριθμό τεκμηρίων στα οποία και θα γίνει αναφορά όταν κριθεί αναγκαίο. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.1, έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 2946 Ν. Μεθοδίου. Ο Μ.Κ.1 σταθμεύει στην ΑΔΕΛ Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία στο Τμήμα Διερεύνησης Δυστυχημάτων από το
  1. Είναι κάτοχος πιστοποιητικού της ΑΑΚ με θέμα εκπαίδευση σε θέματα τροχαίας. Είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής μηχανών άλκοτεστ προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου. Στις 7.6.2008 και περί ώρα 2155 επισκέφθηκε τη σκηνή του. Παρών στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν ο Θεόδωρος Θεοδώρου, ανεξάρτητος μάρτυρας ενώ ο Παντελής Φωτίου είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το ενεχόμενο όχημα βρισκόταν στη τελική του θέση. Στην απουσία του Κατηγορούμενου σχεδιαγράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος Τεκμήριο 2 και έλαβε τα αναγκαία μέτρα και σημείωσε σε αυτό το σημείο σύγκρουσης του οχήματος ΕΗΗ629 στο προστατευτικό κάγκελο με το γράμμα «Χ». Σύμφωνα με τα ευρήματα του Μ.Κ.1 το δυστύχημα επεσυνέβηκε σε καιρό νύκτας, υπήρχε οδικός φωτισμός με λαμπτήρες υψηλής τάσης από πασσάλους ΑΗΚ, η άσφαλτος ήταν ξηρή, ο καιρός αίθριος, ο δρόμος ευθύς με καλή ορατότητα προς τα μπροστά, πέραν των 90 μέτρων ως ήταν η πορεία του οχήματος ΕΗΗ629, η περιοχή κατοικημένη, το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ, στο σημείο του δυστυχήματος γίνονταν οδικά έργα, στο αριστερό μέρος της εν λόγω Λεωφόρου ο δρόμος ήταν κλειστός με άσπρα κάγκελα και σε αυτά υπήρχε προειδοποιητικός φανός κίτρινου φωτισμού. Ο εν λόγω φανός αναβόσβηνε, ο φωτισμός του ήταν αδύνατος, αλλά ευδιάκριτος, από απόσταση πέραν των 60 μέτρων. Πριν το σημείο σύγκρουσης στις διάφορες παρόδους πλησίον της σκηνής του δυστυχήματος υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες ότι στο δρόμο γίνονταν οδικά έργα. Στο δρόμο υπήρχαν σκορπισμένα άμμος και χαλίκια. Πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΗΗ629 μήκους 8,4 μέτρων. Ο λάκκος στον οποίο είχε πέσει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν βάθους 2 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων. Την 9.6.2008 και μεταξύ των ωρών 0800 και 0905 στην Τροχαία Λευκωσίας ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο 4 και του υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος. Με αυτό ο Κατηγορούμενος 1 συμφώνησε και το υπέγραψε. Την 20.8.2008 τον κατηγόρησε γραπτώς για τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, Τεκμήριο 5 και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο απάντησε «Με την πρώτη κατηγορία για την πρόκληση του δυστυχήματος δεν συμφωνώ και δεν παραδέχομαι, ενώ για την δεύτερη κατηγορία παραδέχομαι». Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ελαφρά ο Κατηγορούμενος 1 ο οποίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου αφού έτυχε των Α΄ Βοηθειών απολύθηκε. Το αυτοκίνητο ΕΗΗ629 υπέστη ζημιά στο μπροστινό του μέρος στον προφυλακτήρα και στο κάτω του μέρος αφού έπεσε στο λάκκο ενώ στα προστατευτικά κάγκελα δεν προκλήθηκαν οποιεσδήποτε ζημιές. Στην παρουσία του Μ.Κ.1 ο Αστ.2407 Μ. Στυλιανού φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.1 από το πρόχειρο σχέδιο έκανε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.1 έλαβε επίσης κατάθεση από τον ανεξάρτητο μάρτυρα Θεόδωρο Θεοδώρου, Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με τη σηματοδότηση του δρόμου ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι περιμετρικά γύρω από το χαντάκι υπήρχαν τοποθετημένα άσπρα μετακινούμενα κάγκελα πάνω στα οποία υπήρχε τοποθετημένος ένας φανός, που όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω ήταν χαμηλής έντασης, αλλά κατά τη γνώμη του το φως του ήταν ευδιάκριτο από απόσταση 50-60 μέτρα. Ο εν λόγω φανός βρέθηκε εντός του χαντακιού μετά την πτώση του οχήματος εντός αυτού. Η θέση του ήταν ότι ο δρόμος επί του οποίου γίνονταν τα οδικά έργα ήταν κλειστός σε ότι αφορά την κατεύθυνση από Γέρι προς Αγλαντζιά και ότι υπήρχαν σε διάφορες παρόδους προειδοποιητικές πινακίδες για το θέμα αυτό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν εκεί ο Θεόδωρος Θεοδώρου ένα πρόσωπο που διέμενε σε παρακείμενη οικία και κάποιοι εργάτες της εταιρείας που είχε αναλάβει τα οδικά έργα. Δεν θυμόταν κατά πόσο εκείνη τη στιγμή οι εργάτες της εταιρείας τοποθετούσαν τα προειδοποιητικά σήματα και τις πινακίδες όπως επίσης και τους φανούς. Δεν θυμόταν επίσης κατά πόσο είχε μεταβή στη σκηνή οποιοδήποτε τηλεοπτικό συνεργείο και ειδικά το Σίγμα. Έλαβε κατάθεση μόνο από τον Θεόδωρο Θεοδώρου και επανέλαβε τη θέση του ότι υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες σε αρκετά σημεία προηγουμένως σε διάφορες παρόδους πριν το σημείο του δυστυχήματος και σίγουρα πάνω στο τριγωνάκι της Αγλαντζιάς. Όταν του υπεβλήθη ότι δεν ήταν σε όλες τις παρόδους που υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες και ότι την ώρα του δυστυχήματος δεν υπήρχαν ορατές πινακίδες από το σημείο που βρίσκεται το τριγωνάκι, απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ο δρόμος εκεί που έγινε το δυστύχημα δεν ήταν καθαρός, υπήρχε άμμος, χώμα και χαλίκια τα οποία συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης δυσκολεύουν την προσπάθεια κάποιου οχήματος να σταματήσει αφού δημιουργούν ολίσθηση. Συμφώνησε ότι για να φωτογραφηθεί η σκηνή του δυστυχήματος χρειάστηκε να φωτιστεί ο δρόμος, αλλά δεν συμφώνησε με την υποβολή ότι ο οδικός φωτισμός επί του σημείου δεν ήταν ικανοποιητικός. Δεν γνώριζε κατά πόσο ο φανός που ο ίδιος είδε μέσα στο χαντάκι άναβε πριν να γίνει το δυστύχημα και διευκρίνισε ότι όταν ανέφερε ότι ο εν λόγω φανός ήταν ευδιάκριτος από απόσταση 50-60 μέτρα αυτή η απόσταση μετρήθηκε με βάση τη δήλωση του Κατηγορούμενου ότι είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματος του στη μεσαία στάση χρησιμοποιώντας το όχημα της Αστυνομίας. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.2, έδωσε μαρτυρία ο Αστ. 2407 Μ. Στυλιανού ο οποίος είναι μεταξύ άλλων εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Στις 7.6.2008 στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Μ.Κ.1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα και αργότερα στο Αρχηγείο Αστυνομιας ήταν παρών όταν έγινε εμφάνιση του φιλμ και τις φωτογραφίες τις έδεσε σε βιβλιάριο με ευρετήριο στο τέλος, Τεκμήριο
  4. Δεν θυμόταν τι ώρα μετέβηκαν στη σκηνή μαζί με τον Μ.Κ.1, αλλά είναι σίγουρος για την ώρα που έλαβε ο ίδιος τις φωτογραφίες ότι ήταν
  5. Όταν του αναφέρθηκε ότι ο εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε ότι μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος η ώρα 2155 ανέφερε ότι σύμφωνα με τις δικές του σημειώσεις, 2120 φωτογράφησε τη σκηνή, έχουν όμως παρέλθει 2 χρόνια και δεν μπορεί να θυμάται. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν φωτογράφησε τη σήμανση που υπήρχε στη σκηνή σε σχέση με τα οδικά έργα, ανέφερε ότι έλαβε φωτογραφίες καθ΄ υπόδειξη του εξεταστή και από ότι θυμάται ο δρόμος ήταν κλειστός για την τροχαία σε αρκετά σημεία. Συμφώνησε όμως με την υποβολή ότι κάποια σημεία του δρόμου ήταν ανοικτά για την τροχαία. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.3, ήταν ο Αστ. 2167 Σ. Θεοδοσίου ο οποίος ανέφερε ότι την εν λόγω ημέρα και περί ώρα 0500 π.μ. έλαβε ειδικό καθήκον στη Λεωφ. Αθαλάσσας στην Αγλαντζιά μαζί με τον Αν. Λοχία 1952 Π. Κωνσταντινίδη. Το καθήκον τους ήταν να κλείσουν τους δρόμους οι οποίοι οδηγούσαν στο σημείο που γίνονταν τα οδικά έργα και να τοποθετήσουν προειδοποιητικές πινακίδες. Στο έργο τους ήταν μαζί με τον επιστάτη της εργοληπτικής εταιρείας ΝΕΜΕΣΙΣ και ανέφερε ότι έκλεισαν τους δρόμους, τοποθέτησαν φανούς, και προειδοποιητικές πινακίδες μαζί με αναλάμποντες φανούς. Το καθήκον τους τελείωσε η ώρα 2000 της ίδιας μέρας, μετά από άδεια του επιστάτη του έργου οπότε και αποχώρησαν. Πριν να αποχωρήσουν έλεγξαν ότι οι πινακίδες και οι αναλάμποντες φανοί ήταν στη θέση τους και άναβαν κανονικά. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι οι προειδοποιητικές πινακίδες τοποθετήθηκαν στην αρχή του δρόμου όπου προειδοποιούσαν ότι ο δρόμος είναι κλειστός και κανένας εκτός από τους υπάλληλους της εταιρείας ΝΕΜΕΣΙΣ δεν μπορούσαν να μπουν. Ήταν επίσης η θέση του ότι πριν από το σημείο που βρισκόταν ο λάκκος γύρω από τον οποίο τοποθέτησαν άσπρα κάγκελα και πάνω αναλάμποντα φανό, είχαν τοποθετήσει και άλλα κάγκελα προηγουμένως. Πριν να φύγει σιγουρεύτηκε ότι και τα κάγκελα και οι φανοί ήταν στη θέση τους. Τις πινακίδες και τα κάγκελα τα προμήθευσε η εταιρεία ΝΕΜΕΣΙΣ που ήταν υποχρέωση της και επανέλαβε ότι μαζί με τον επιστάτη τοποθέτησαν τα κάγκελα και τις πινακίδες, σιγουρεύτηκαν ότι όλα ήταν εντάξει και μετά αποχώρησαν. Ανέφερε επίσης ότι όντως τα κάγκελα μπορούν να μετακινηθούν εύκολα εάν κάποιος προσπαθήσει να τα σηκώσει. Του υπεβλήθη ότι η κατάθεση του η οποία παρομοιάζει κατά πολύ, ουσιαστικά είναι η ίδια μαζί με του Αν. Λοχία 1952 φτιάχτηκε ακριβώς για να καταδείξει ότι είχαν γίνει όλες οι δέουσες ενέργειες χωρίς όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θέση την οποία δεν δέχτηκε. Ανέφερε ότι ήταν σίγουρος ότι, μέχρι την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν στο σημείο, και οι προειδοποιητικές πινακίδες και τα κάγκελα και οι φανοί ήταν στις θέσεις που έπρεπε αλλά δεν γνωρίζει τι μπορεί να έγινε μετά που έφυγαν. Η ίδια ήταν και η θέση του στην υποβολή ότι ο δρόμος είχε ανοίξει για την κυκλοφορία μετά που έφυγε, απαντώντας ότι δεν γνωρίζει τι έγινε μετά που έφυγε, σίγουρα κατά την ώρα που ήταν καθήκον οι πάροδοι ήταν κλειστές και ο επίδικος δρόμος κλειστός για την τροχαία. Πολύ παρόμοιας φύσης μαρτυρία με του Μ.Κ.3 ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.4 Αν. Λοχίας 1952 Π. Κωνσταντινίδη. Και ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι προτού αποχωρήσει από τη σκηνή του δυστυχήματος μετά το τέλος των καθηκόντων του σιγουρεύτηκε ότι υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες, αναλάμποντες φανοί και ότι ο δρόμος ήταν κλειστός για την τροχαία κίνηση. Δεν δέχτηκε τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο δρόμος ήταν ανοικτός για την τροχαία, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο κάποιος να μετακίνησε είτε τα κάγκελα, είτε τις πινακίδες μετά που αποχώρησαν από τη σκηνή και αρνήθηκε την υποβολή ότι η κατάθεση του κατασκευάστηκε μαζί με τον Μ.Κ.3 για να καλύψουν τις παραλείψεις τόσο των ιδίων όσο και της εταιρείας ΝΕΜΕΣΙΣ, αναφέροντας ότι ο λόγος που οι καταθέσεις των δύο είναι πανομοιότυπες, ήταν επειδή δούλευαν μαζί και έκαναν τις ίδιες ενέργειες. Ο Μ.Κ.5 Θεόδωρος Θεοδώρου στις 7.6.2008 και περί ώρα 2120 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΑΒΡ886 στη Λεωφ. Αθαλάσσας, στην Αγλαντζιά, με κατεύθυνση από το τριγωνάκι προς το Γέρι. Στη Λεωφ. Αθαλάσσας εισήλθε με κλίση δεξιά από τη Λεωφ. Λάρνακος, από το τριγωνάκι της Αγλαντζιάς. Ενώ βρισκόταν στη Λεωφ. Λάρνακας και προσπαθούσε να μπει στη Λεωφ. Αθαλάσσας, πρόσεξε πάνω στο πεζοδρόμιο μια πινακίδα που προειδοποιούσε ότι στη Λεωφ. Αθαλάσσας γίνονταν οδικά έργα. Εισήλθε στη Λεωφ. Αθαλάσσας με ταχύτητα 50 ΧΑΩ, ο οδικός φωτισμός ήταν ανύπαρκτος και εκεί που υπήρχε ήταν ανεπαρκής και ότι ενώ προχωρούσε σε ευθεία πορεία σε κάποιο σημείο του δρόμου και σε κοντινή απόσταση περίπου 10-20 μέτρα από τον ίδιο αντιλήφθηκε άσπρα κάγκελα να κλείνουν όλο το δρόμο και πάνω σε αυτά να υπάρχει ένα πορτοκαλί φανάρι που αναβόσβηνε με αδύνατο και μη ευδιάκριτο φωτισμό. Ελάττωσε την ταχύτητα του και έκανε επαναστροφή για να γυρίσει πίσω. Ενώ είχε ήδη τελειώσει την επαναστροφή του και το αυτοκίνητο του είχε γυρίσει προς την αντίθετη κατεύθυνση είδε ένα όχημα να ακολουθεί την πορεία που είχε ο ίδιος προηγουμένως σε περίπου 50 μέτρα από τον ίδιο. Επειδή φοβήθηκε ότι με την ταχύτητα που ερχόταν θα του κτυπούσε ή δεν θα προλάβαινε να σταματήσει πριν τα κάγκελα, ο ίδιος έμεινε στο σημείο που βρισκόταν και του έκανε σήμα με τα φώτα του να ελαττώσει. Το αυτοκίνητο πάτησε στοπερ σε πολύ κοντινή απόσταση από τα κάγκελα και λόγω της ταχύτητας του και του γεγονότος ότι στο δρόμο υπήρχαν χαλίκια κτύπησε πάνω στα κάγκελα και έπεσε σε ένα λάκκο που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του πίσω από τα κάγκελα. Το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε κάθετα εντός του λάκκου, έφτασε η πυροσβεστική η οποία απεγκλώβισε τον οδηγό και ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ενώ έφευγε από το σημείο του δυστυχήματος και κατευθύνθηκε προς το τριγωνάκι και τη Λεωφ. Λάρνακος είδε στη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του σε δύο διαφορετικά σημεία στο παγκέτο του δρόμου πινακίδες οι οποίες όμως δεν φωτίζονταν ούτε από οδικό φωτισμό ή από πρόσθετα φανάρια, ότι διεξάγονταν οδικά έργα. Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμόταν κατά πόσο η πρώτη προειδοποιητική πινακίδα που είδε στο τριγωνάκι όταν κατευθύνθηκε στη Λεωφ. Αθαλάσσας προειδοποιούσε για οδικά έργα ή έλεγε ότι ο δρόμος ήταν κλειστός. Κατά την αντεξέταση του, επανέλαβε ότι ο οδικός φωτισμός στην περιοχή και ειδικά από το τριγωνάκι και μετά ήταν ανύπαρκτος και/ή πολύ αδύναμος και διευκρίνισε ότι τα άσπρα κάγκελα περιμετρικά του λάκκου τα αντιλήφθηκε εντός της ακτίνας των φώτων του, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κινδύνεψε ο ίδιος να πάθει το δυστύχημα, έβαλε τα φώτα του στη δυνατή στάση να δει ότι υπήρχε κενό μετά τα κάγκελα. Υπήρχε ένα πολύ μικρό φανάρι πάνω στα κάγκελα το οποίο αναβόσβηνε, το φως του όμως ήταν πολύ αδύνατο. Το όχημα του Κατηγορούμενου είχε αναμμένα τα φώτα του στη κανονική στάση, η ταχύτητα του ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη δική του, αλλά όχι ιλιγγιώδης. Ο ίδιος κατάφερε να σταματήσει πάνω στα χαλίκια, και δεν είδε καμία σήμανση για τον λάκκο παρά μόνο τα κάγκελα περιμετρικά. Ο Κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να σταματήσει αλλά λόγω της ύπαρξης και των χαλικιών στο δρόμο σύρθηκε μέχρι τα κάγκελα όπου και κατέπεσε στο λάκκο. Ο Κατηγορούμενος 1 επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Είπε προφορικά ότι την επίδικη ημερομηνία περί η ώρα 9:20 μ.μ. το βράδυ οδηγούσε από τον Άγιο Δομέτιο που βρίσκεται το καφενείο του για να μεταβεί στην οικία του στο Γέρι. Μπήκε στη Λεωφ. Αθαλάσσης με στροφή δεξιά από την οδό Μιχάλη Καραολή. Στο δρόμο του δεν συνάντησε τίποτε που να τον αποτρέψει να ακολουθήσει το δρόμο αυτό. Ανέφερε ότι γνώριζε ότι στο σημείο εκείνο έβγαζαν ορύγματα και ότι το πρωί ακολουθώντας την ίδια πορεία πέρασε από εκεί και ο δρόμος ήταν καθαρός. Ήταν η θέση του ότι όπως προχωρούσε ευθεία περί τα 10-15 μέτρα από αυτόν είδε κάτι στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε που είχε ύψος περίπου μισό μέτρο το οποίο εξέλαβε είτε ως χώματα είτε κάποιο ζώο. Έκανε χρήση των φρένων του αυτοκινήτου αλλά λόγω του ότι ο δρόμος εκεί είχε ακαθαρσίες το αυτοκίνητο του πήγε τριφτό και γλίστρησε μέσα στο λάκκο. Τα μούτρα του οχήματος του ήταν μέσα στον λάκκο ενώ οι πισινοί τροχοί εξήχαν υπερυψωμένοι του λάκκου. Επειδή η μηχανή του αυτοκινήτου του ήταν αναμμένη και φοβήθηκε μήπως το αυτοκίνητο του πάρει φωτιά, δοκίμασε να βγει έξω αλλά ήταν εγκλωβισμένος. Δεν είδε τα κάγκελα πριν από το ατύχημα, ο φωτισμός του δρόμου ήταν ελλιπής και παρά το γεγονός ότι μόλις αντιλήφθηκε το εμπόδιο δοκίμασε να σταματήσει δεν τα κατάφερε. Ανέμενε στο αυτοκίνητο του μέχρι που τον απεγκλώβισαν άνδρες της πυροσβεστικής και διακομίστηκε στο νοσοκομείο. Το τηλεοπτικό συνεργείο του ιδιωτικού σταθμού Σίγμα, μετέβηκε στο σημείο του δυστυχήματος, έλαβαν σκηνές τις οποίες έδειξαν στο δελτίο ειδήσεων. Ο ίδιος μέσω του δικηγόρου του και κατόπιν πληρωμής, εξασφάλισε το DVD του τηλεοπτικού δελτίου που μετέδωσε ο τηλεοπτικός σταθμός Σίγμα, σε σχέση με το δυστύχημα, Τεκμήρια 10 και
  6. Αντεξεταζόμενος και ρωτώμενος κατά πόσο αντιλήφθηκε τα σήματα που του έκανε με τα φώτα του αυτοκινήτου του ο Μ.Κ.5 Θεοδώρου, είπε ότι δεν εξέλαβε τα φώτα ως κίνδυνο αλλά ως χαιρετισμό, διευκρινίζοντας ότι δεν είδε τα φώτα του από την ώρα που μπήκε μέσα στο δρόμο μόνο όταν ήταν πολύ κοντά του. Δεν είχε άλλη κίνηση εκτός από τον ίδιο και το όχημα του Μ.Κ.5 στο δρόμο, επέμενε ότι ο οδικός φωτισμός στο σημείο εκείνο ήταν ελλιπής, αν υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός θα μπορούσε να δει τον κίνδυνο και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, διευκρινίζοντας ότι οδηγά εδώ και 45 χρόνια χωρίς να έχει ποτέ διαπράξει αδίκημα ή να έχει πάθει οποιοδήποτε δυστύχημα εκτός από αυτό υπό εξέταση. Ήταν η θέση του ότι μόλις αντιλήφθηκε κάποιο κίνδυνο, έκανε αμέσως χρήση των φρένων του πλην όμως επειδή το σημείο του δρόμου εκεί είχε ακαθαρσίες που δημιουργούσαν συνθήκες ολισθηρότητας, κατέληξε μέσα στον λάκκο. Η ταχύτητα του ήταν περί τα 35-40 ΧΑΩ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Κατηγορούμενος 1 σε σχέση με το δυστύχημα είχε δώσει ανακριτική κατάθεση στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.
  7. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση, Τεκμήριο 4, ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι στις 7.6.2008 περίπου γύρω στις 2120 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΕΗΗ629 στη Λεωφ. Αθαλάσσας, στην Αγλαντζιά με κατεύθυνση προς το Γέρι. Ιδιοκτήτης του οχήματος ΕΗΗ629 είναι η γυναίκα του Μαρία Φωτίου. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος και φορούσε τη ζώνη του. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 35 - 40 ΧΑΩ. Δεν θυμάται αν κατά μήκος του δρόμου υπήρχε οδικός φωτισμός, είχε τα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα στη μεσαία στάση. Στη Λεωφ. Αθαλάσσας εισήλθε από μια πάροδο της οποίας δεν θυμάται το όνομα και ανέφερε ότι βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση από Αγλαντζιά προς Γέρι, περίπου 800 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Από τη στιγμή που εισήλθε εντός της λεωφόρου από την πιο πάνω πάροδο μέχρι το σημείο του δυστυχήματος, δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα ή πινακίδα που να προειδοποιεί ότι στη λεωφόρο γίνονταν οδικά έργα. Ο ίδιος προχωρούσε με χαμηλή ταχύτητα εντός της λεωφόρου, όταν σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκε εντός της λωρίδας του, τη αριστερής δηλαδή προς Γέρι, ότι κάτι υπήρχε εντός της πορείας του και πάτησε φρένα. Στη συνέχεια χωρίς να μπορέσει να κάνει κάτι άλλο βρέθηκε μέσα σε ένα ακάλυπτο λάκκο. Πριν πέσει στον λάκκο αντιλήφθηκε στα δεξιά του ένα αυτοκίνητο με αναμμένα φώτα στραμμένο αντίθετα προς την πορεία του το οποίο ήταν σταματημένο. Από την πτώση του μέσα στο λάκκο το αυτοκίνητο έμεινε κατακόρυφο με τα μούτρα στραμμένο προς τα κάτω και ο Κατηγορούμενος 1 εγκλωβίστηκε μέσα σε αυτό μέχρι που πήγε η πυροσβεστική και τον έβγαλε, 30 λεπτά περίπου μετά το δυστύχημα. Από τη πτώση ένοιωθε πόνο στο κεφάλι από κτύπημα. Αφού τον έβγαλε η πυροσβεστική μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου εξετάστηκε προληπτικά και απολύθηκε, αφού είχε μόνο κοστώματα και πονοκέφαλο του χορηγήθηκαν παυσίπονα. Πριν το δυστύχημα δεν είδε οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα, το μόνο που είδε ήταν μπροστά του ένα όγκο χώματος ύψους περίπου μισού μέτρου και γι΄ αυτό πάτησε το φρένο. Το αυτοκίνητο πήγε τριφτό και έπεσε μέσα, η ταχύτητα του την ώρα του δυστυχήματος ήταν 35-40 ΧΑΩ. Το βάθος του λάκκου ο Κατηγορούμενος 1 το υπολόγισε ότι ήταν περίπου 3 μέτρα. Στις 9.6.2008 του υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος από τον Αστ.2946 με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε. Αναφέρω στο σημείο αυτό, ότι ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε να προβληθεί και προβλήθηκε στο Δικαστήριο από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, το DVD του τηλεοπτικού Σίγμα σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Θεωρώ ότι το εν λόγω DVD δεν έχει καμία αποδεικτική αξία, εφόσον ο τηλεοπτικός σταθμός Σίγμα είχε μεταβεί στο σημείο του δυστυχήματος μετά που αυτό επεσυνέβη, περιέχει δηλώσεις των περιοίκων της περιοχής και του Κατηγορούμενου που δεν διαφοροποιούν τα γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα και τις συνθήκες του, όπως έχουν εκτεθεί μέσω της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων της υπόθεσης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Όσον αφορά τον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.1 αναφέρω ότι έχει κάνει γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Σε κάποια από τα ευρήματα του δεν υπήρξε αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης, αλλά διαφάνηκε συνεπεία της αντεξέτασης του ότι κάποιες από τις θέσεις και/ή τα ευρήματα του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα με βάση και την άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και πάλι από την Κατηγορούσα Αρχή και αναφέρομαι συγκεκριμένα στον Μ.Κ.
  8. Ως παραδείγματα τέτοιων αντιφάσεων ήταν ο ισχυρισμός του ότι στο σημείο του δρόμου εκεί που έγινε το δυστύχημα ήταν ικανοποιητικός ο οδικός φωτισμός και καλή η ορατότητα. Πέραν του ότι αυτές του οι θέσεις έχουν διαψευστεί από τον Μ.Κ.5 και τον Κατηγορούμενο σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.1 τελικά συμφώνησε με τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο προειδοποιητικός φανός που βρισκόταν στα κάγκελα που ήταν περιμετρικά του λάκκου είχε πολύ αδύνατο φωτισμό και ότι το φως του ήταν ευδιάκριτο μόλις από απόσταση 50-60 μέτρα. Επίσης ο Μ.Κ.1, παρόλο που είπε ότι ο οδικός φωτισμός από τους πασάλους της ΑΗΚ ήταν ικανοποιητικός, ανέφερε σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι για να μπορέσει ο συνάδελφος του Μ.Κ.2 να λάβει φωτογραφίες της σκηνής χρειάστηκε επιπρόσθετη βοήθεια με φωτισμό. Επίσης φαίνεται ότι υπαναχώρησε από την αρχική του θέση ότι υπήρχαν πολλές προειδοποιητικές πινακίδες σε πολλά σημεία που προειδοποιούσαν ότι ο δρόμος ήταν κλειστός για την τροχαία και ότι γίνονταν οδικά έργα, αφού κατά την αντεξέταση του δέχτηκε τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ίσως να μην ήταν όλοι οι δρόμοι και κύρια οι παρόδοι που οδηγούσαν στο σημείο που έγινε το δυστύχημα σηματοδοτημένοι, και ότι μπορεί σε κάποια σημεία που βρίσκονταν σε κάποιες από τις παρόδους της Λεωφ. Αθαλάσσης να μην υπήρχαν τέτοιες προειδοποιητικές πινακίδες. Εκτός από τα σημεία που αναφέρω πιο πάνω, κατά τα άλλα η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν θεωρώ ότι κλονίστηκε σε τέτοιο βαθμό με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να δώσει βαρύτητα στα λοιπά ευρήματα του. Ο Μ.Κ.2 Μ. Στυλιανού ήταν το πρόσωπο που καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.1 έλαβε τις φωτογραφίες στη σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε γιατί δεν φωτογράφησε τις προειδοποιητικές πινακίδες που κατ΄ ισχυρισμό υπήρχαν στο μέρος. Η απάντηση του ήταν ότι τις φωτογραφίες τις έλαβε καθ' υπόδειξη του εξεταστή και όταν σε αναφορά του ότι ο δρόμος ήταν κλειστός για την τροχαία, του υποβλήθηκε ότι αυτή του η θέση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ίσως υπήρχαν κάποια σημεία που ήταν ανοικτά για την τροχαία κίνηση. Καμία άλλη βοήθεια δεν προσέφερε στο Δικαστήριο και θεωρώ ότι το γεγονός ότι θυμόταν ότι είναι η ώρα 2120 που πήγαν στη σκηνή ενώ ο Μ.Κ.1 Ν. Μεθοδίου ανέφερε ότι πήγε στη σκηνή στις 2155 δεν είναι κάτι που να δημιουργεί στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε ψέματα. Η γραπτή κατάθεση των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα είναι ακριβώς η ίδια. Η μόνη διαφοροποίηση που παρουσιάζει είναι το όνομα του προσώπου που προβαίνει στην κατάθεση. Επίσης σύμφωνα με τις γραπτές τους καταθέσεις αλλά και προφορικά και οι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι όταν τέλειωσε το καθήκον τους, προτού φύγουν έλεγξαν όλα τα σημεία και ικανοποιήθηκαν ότι οι σηματοδοτήσεις ήταν σωστές τόσο σε ότι αφορά τις προειδοποιητικές πινακίδες αλλά και τους αναλάμποντες φανούς. Και οι δύο όμως δέχτηκαν ότι τα κάγκελα που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά του λάκκου μπορούσαν εύκολα να μετακινηθούν αν κάποιος ήθελε να τα μετακινήσει. Ήταν επίσης η θέση τους ότι το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου ήταν κλειστό για την τροχαία. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό τους ότι ο φανός που αναβόσβηνε πάνω στα κάγκελα άναβε ικανοποιητικά, συγκεκριμένα αναβόσβηνε και ήταν ευδιάκριτος από απόσταση όπως είπαν, αυτός καταρρίπτεται πέραν από τον Μ.Κ.5 και τον Κατηγορούμενο και από τον Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι ο εν λόγω φανός εξέπεμπε ένα πολύ αδύνατο φως το οποίο ήταν αντιληπτό μόλις από 50 - 60 μέτρα, όπως και η εξήγηση του Μ.Κ.1 ότι προφανώς είχαν πρόβλημα οι μπαταρίες του. Επίσης η θέση τους ότι εκτός από τα κάγκελα περιμετρικά του λάκκου υπήρχαν και προηγουμένως άλλα κάγκελα που προειδοποιούσαν ότι ο δρόμος ήταν κλειστός, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρχαν στο συγκεκριμένο δρόμο άλλες σημάνσεις εκτός από τα κάγκελα περιμετρικά του λάκκου. Ο Μ.Κ.5 ως αυτόπτης και ανεξάρτητος μάρτυρας, πιστεύω ότι έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, αποδίδοντας τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικρατούσαν στη σκηνή όπως ακριβώς είχαν γίνει. Ο εν λόγω μάρτυρας βρισκόταν κανονικά στο δρόμο που έγινε το δυστύχημα, σε αντίθεση με τη θέση των Μ.Κ. 1, 2, 3 και 4, πού ήταν ότι ο δρόμος ήταν κλειστός για την τροχαία, και ανέφερε ότι είχε αντιληφθεί μια πινακίδα, νομίζει σε ένα παγκέτο του δρόμου που προειδοποιούσε για οδικά έργα, αλλά ανέφερε ότι ο οδικός φωτισμός από το τριγωνάκι και μετά ήταν ανύπαρκτος. Τα άσπρα κάγκελα γύρω από τον λάκκο τα αντιλήφθηκε μόλις στην ακτίνα των φώτων του και αφού χρειάστηκε να βάλει τα φώτα του στη μεγάλη στάση, ενώ το φως που υπήρχε πάνω στα κάγκελα και αναβόσβηνε ήταν πολύ μικρό, τοποθετημένο στα δεξιά και όχι στο κέντρο και εξέπεμπε αναβοσβήνοντας ένα πολύ αδύναμο φως. Στηρίζει τη θέση του Κατηγορούμενου ότι προσπάθησε να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του χωρίς όμως να τα καταφέρει αφού λόγω των χαλικιών και των χωμάτων που υπήρχαν το αυτοκίνητο ολίσθησε και σύρθηκε μέχρι τον λάκκο, και ο ίδιος που ήταν με πιο χαμηλή ταχύτητα από τον Κατηγορούμενο μόλις που κατάφερε να σταματήσει χωρίς να πέσει και ο ίδιος στο λάκκο και το δικό του όχημα. Συμφώνησε ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι μετά το τριγωνάκι από τους οποίους κάποιος μπορεί να μπει στη Λεωφ. Αθαλάσσας και ότι την ταμπέλα που βρισκόταν στο τριγωνάκι καθώς και τις δύο άλλες πινακίδες που είδε όταν έφευγε δεν θα μπορούσε κάποιος εύκολα να τις αντιληφθεί, διότι δεν ήταν καθόλου ευδιάκριτες. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να πει στο Δικαστήριο θέματα εκτός του πραγματικού πεδίου γνώσης του, είπε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν και επεξήγησε τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή όπως ακριβώς ήταν. Είναι μάρτυρας του οποίου η μαρτυρία είναι ουσιώδης, αφού βοηθά το Δικαστήριο στην κατάληξη και τα ευρήματα του σε σχέση με την υπόθεση. Θετική είναι και η γνώμη μου για τον Κατηγορούμενο. Θεωρώ ότι έχει αναφέρει στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως πραγματικά έχουν συμβεί. Σε καμία περίπτωση ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν υπερβολικός, ούτε και προσπάθησε να αναφέρει πράγματα τα οποία δεν ίσχυαν στην μεγαλύτερη δε έκταση της η μαρτυρία του ενισχύεται από τον ανεξάρτητο μάρτυρα, Θεόδωρο Θεοδώρου, ο οποίος είναι μάρτυρας που έχει παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ενόψει των ανωτέρω τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: · Στις 7.6.2008 στη Λεωφ. Αθαλάσσας, στην Αγλαντζιά, γίνονταν οδικά έργα τα οποία συμπεριλάμβαναν την διάνοιξη ορυγμάτων/λάκκων στο δρόμο. · Τα εν λόγω έργα είχε αναλάβει η ιδιωτική εταιρεία ΝΕΜΕΣΙΣ. · Μέσα στις υποχρεώσεις της εταιρείας ήταν η τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων όπως επίσης και προειδοποιητικών φανών σε διάφορα σημεία παρακείμενα του δρόμου που έγινε το δυστύχημα, για να γνωρίζουν οι οδηγοί τις συνθήκες του δρόμου. · Το καθήκον για τοποθέτηση όλων αυτών των προειδοποιητικών σημάτων και φανών είχαν εργάτες της εταιρείας ΝΕΜΕΣΙΣ, ο επιστάτης του έργου, αλλά και οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 στους οποίους είχε ανατεθεί αυτό το ειδικό καθήκον. · Όταν τέλειωσαν τη δουλειά τους οι εργάτες τη συγκεκριμένη μέρα και μετά που «παρέδωσαν» στον επιστάτη της εταιρείας ΝΕΜΕΣΙΣ, οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 έφυγαν, αφού προηγουμένως σιγουρεύτηκαν ότι οι προειδοποιητικές πινακίδες, τα προστατευτικά κάγκελα και οι αναλάμποντες φανοί είχαν τοποθετηθεί στη θέση τους. · Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε βαθύ όρυγμα/λάκκος, 2 μέτρα βάθος και δύο μέτρα πλάτος, περιμετρικά του οποίου, είχαν τοποθετηθεί άσπρα προστατευτικά κάγκελα και πάνω σε ένα από αυτά είχε τοποθετηθεί ένα φανάρι με φως που αναβόσβηνε. · Το συγκεκριμένο φανάρι βρισκόταν σε σημείο στα δεξιά των προστατευτικών κάγκελων, το φως που εξέπεμπε ήταν πολύ αδύνατο και δεν ήταν αντιληπτό από μακρινή απόσταση, αλλά μόνο από απόσταση 50-60 μέτρων και νοουμένου ότι ένας οδηγός είχε ανάψει τα φώτα του αυτοκινήτου του στην υψηλή στάση. · Τα άσπρα προστατευτικά κάγκελα μπορούσαν εύκολα να μετακινηθούν. · Ο οδικός φωτισμός στο σημείο εκείνο ήταν ανύπαρκτος. · Αμέσως πριν τα προστατευτικά κάγκελα περιμετρικά του λάκκου, υπήρχαν σε πολύ μικρή από αυτά απόσταση διάφορες ακαθαρσίες στο δρόμο, δηλαδή χώματα, πέτρες και χαλίκια τα οποία δημιουργούσαν ολισθηρότητα. · Κάποιες προειδοποιητικές πινακίδες οι οποίες προειδοποιούσαν τους οδηγούς ότι στην περιοχή γίνονταν οδικά έργα υπήρχαν σε διάφορα σημεία του δρόμου από το τριγωνάκι της Αγλαντζιάς μέχρι τη Λεωφ. Αθαλάσσας, οι εν λόγω πινακίδες όμως ούτε φωτίζονταν, ούτε και βρίσκονταν σε όλα τα πιθανά σημεία και/ή παρακείμενους δρόμους για να μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι όλοι οι οδηγοί μπορούσαν να τις αντιληφθούν. · Η Λεωφ. Αθαλάσσας δεν ήταν κλειστή για την τροχαία τη συγκεκριμένη ώρα του δυστυχήματος. · Ο Μ.Κ.5 με κανονική ταχύτητα εισήλθε κανονικά εντός της Λεωφ. Αθαλάσσας και σε κάποιο σημείο πριν από τον λάκκο στον οποίο έγινε το δυστύχημα και μέσα στην ακτίνα των φώτων του τα οποία όμως δυνάμωσε για να μπορέσει να αντιληφθεί τι συνέβαινε, αντιλήφθηκε την ύπαρξη του λάκκου πίσω από τα κάγκελα και εφαρμόζοντας τα φρένα του, μόλις που κατάφερε να σταματήσει πριν να πέσει και ο ίδιος μέσα στον λάκκο αφού οι ακαθαρσίες που υπήρχαν στο δρόμο και συγκεκριμένα χαλίκια και πέτρες έκαναν το αυτοκίνητο του να γλιστρήσει. · Ο Μ.Κ.5 έκανε επαναστροφή και άρχισε να εξέρχεται του δρόμου όταν αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα του προς το σημείο που βρισκόταν και ο ίδιος με ταχύτητα μεγαλύτερη από τη δική του, και προσπάθησε αναβοσβήνοντας τα φώτα του δικού του οχήματος του να του δώσει σήμα ότι υπάρχει κίνδυνος και να τον αποτρέψει από του να προχωρήσει, χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό του. · Ο Κατηγορούμενος 1 εισήλθε στη Λεωφ. Αθαλάσσας με κάποια ταχύτητα περί τα 50 ΧΑΩ, δεν κατάλαβε το προειδοποιητικό σήμα που του είχε γίνει από τον Μ.Κ.5 με τα φώτα του αυτοκινήτου του, προχώρησε προς το σημείο του δυστυχήματος και όταν σε απόσταση μόλις 10 μέτρα περίπου αντιλήφθηκε κάτι να βρίσκεται στο δρόμο το οποίο εξέλαβε ως σωρό χώματος ή κάποιο ζώο, προσπάθησε να λάβει μέτρα για αποφυγή του δυστυχήματος με τη χρήση των φρένων του, αλλά λόγω των ακαθαρσιών που βρίσκονταν στο δρόμο, το αυτοκίνητο του σύρθηκε και γλίστρησε μέχρι τον λάκκο μέσα στον οποίο και έπεσε. · Στο σημείο του δυστυχήματος δεν υπήρχε άλλη σήμανση εκτός από τα κάγκελα τα οποία βρίσκονταν περιμετρικά του λάκκου. · Το όχημα του Κατηγορούμενου κατέληξε με το μπροστινό του μέρος μέσα στον λάκκο, οι πισινοί του τροχοί εξήχαν και χρειάστηκε η Πυροσβεστική υπηρεσία να μεταβεί στο σημείο και να απεγκλωβίσει τον Κατηγορούμενο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι Κατηγορούμενοι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετου΄και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ερύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Με βάση τις αρχές της Νομολογίας, είναι η θέση μου καταρχήν ότι η σήμανση η οποία είχε τοποθετηθεί σε σχέση με τα οδικά έργα που εγίνοντο στον υπό αναφορά δρόμο και η οποία συμπεριελάμβανε την τοποθέτηση προειδοποιητικών πινακίδων, μετακινούμενων άσπρων κάγκελων και φανούς που αναβόσβηναν, δεν ήταν ικανοποιητική για να αποτρέψει οδηγούς να χρησιμοποιούν τον εν λόγω δρόμο ή να τους προειδοποιήσει για τους κινδύνους που ελλόχευαν που ήταν μεγάλοι και σοβαροί. Τούτο γιατί οι προειδοποιητικές πινακίδες δεν ήταν φωτισμένες, τα άσπρα κάγκελα μετακινούντο πολύ εύκολα και στη συγκεκριμένη οδό που έγινε το δυστύχημα ο φανός που χρησιμοποιήθηκε είχε πολύ αδύναμο φως το οποίο αναβόσβηνε και δεν ήταν εύκολα αντιληπτός παρά μόνο από απόσταση 50-60 μέτρα. Ο οδικός φωτισμός επίσης στην περιοχή ήταν ανύπαρκτος με αποτέλεσμα οι οδηγοί να μην μπορούν να αντιληφθούν τίποτε πέραν της ακτίνας των φώτων του οχήματος τους. Η Λεωφ. Αθαλάσσης την ημέρα του δυστυχήματος δεν ήταν κλειστή για την τροχαία. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, και ότι όταν αντιλήφθηκε την ύπαρξη κάποιου εμποδίου στο δρόμο προσπάθησε να κάνει αποφευκτική κίνηση με τη χρήση των φρένων του αυτοκινήτου του, η οποία όμως δεν καρποφόρησε λόγω της ύπαρξης των χαλικιών και άμμου στο δρόμο, των συνθηκών φωτισμού που επικρατούσαν στο σημείο εκείνο και ειδικά του γεγονότος ότι μόνο πλησιάζοντας σε πολύ μικρή απόσταση περί τα 10-20 μέτρα αμέσως πριν τον λάκκο και με την χρήση των φώτων του οχήματος στη ψηλή στάση μπορούσε κάποιος οδηγός να αντιληφθεί την ύπαρξη του λάκκου στο δρόμο, ενώ ο φανός που είχε τοποθετηθεί επί των προστατευτικών κάγκελων που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά του λάκκου ήταν μικρός με αδύνατο φως που αναβόσβηνε και ήταν αντιληπτό από πολύ μικρή απόσταση, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν υπήρξε αμελής. Ο Κατηγορούμενος 1 επομένως αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει, αυτή της αμελούς οδήγησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας και σημειώνοντας ότι ο Κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί τη δεύτερη κατηγορία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, όλα τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.