Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 14548/08, 03 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14548/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Δημητρίου Κατηγορουμένου ------------------------------- Ημερομηνία: 03 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Π. Παφίτης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αρχικά το κατηγορητήριο αποτελείτο από δεκαπέντε κατηγορίες. Αφότου όμως η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεσή της, απορρίφθηκαν, κατόπιν εξέτασης, οι κατηγορίες 1, 5 και 9, καθεμία εκ των οποίων αφορούσε το αδίκημα της μαστροπείας. Συνακόλουθα, ότι παρέμεινε να αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι οι κατηγορίες 2, 3, 4, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14 και
- Οι εν λόγω κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα˙ εκμετάλλευση πόρνης (κατηγορίες 2, 6 και 10), σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου (κατηγορίες 3, 7 και 11), εκμετάλλευση προσώπου στην εργασία (κατηγορίες 4, 8 και 12), διατήρηση οίκου ανοχής (κατηγορίες 13 και 14) και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 15). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν στο Δικαστήριο εννέα συνολικά μάρτυρες. Τούτοι είναι οι˙ λοχ. 4719 Κλεάνθους (στη συνέχεια Μ.Κ.1), αστ. 2867 Σοφοκλέους (στη συνέχεια Μ.Κ.2) αστ. 926 Νικολάου (στη συνέχεια Μ.Κ.3), Inga Nevinglovschi (στη συνέχεια Μ.Κ.4), Elena Cudievscaia (στη συνέχεια Μ.Κ.5), Karina Sarkisyan (στη συνέχεια Μ.Κ.6), Αντριάνα Κόσσυβα (στη συνέχεια Μ.Κ.7), Χασάν Σουλεϊμάν (στη συνέχεια Μ.Κ.8) και Λούκας Οδυσσέως (στη συνέχεια Μ.Κ.9). Πέραν της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενόρκως οι δυο πλευρές προέβησαν και σε κατάθεση διαφόρων εγγράφων ως τεκμηρίων. Τα εν λόγω τεκμήρια, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου, είναι τα˙ 26 μέχρι και 30, 33 και
- Υποδεικνύεται εδώ ότι κεντρική θέση στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέχει η μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Χωρίς να υπεισέρχομαι τώρα σε λεπτομέρειες αναφέρω ότι οι εν λόγω αλλοδαπές κατηγορούν τον κατηγορούμενο ότι ενόσω εργάζονταν κοντά του τις εξωθούσε σε πορνεία και τις απειλούσε πως εάν δεν εκτελούσαν τις οδηγίες του θα ακύρωνε την άδεια παραμονής τους στην Κύπρο. Στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Ό,τι συνάγεται είναι πως˙ την 15/07/08 και περί ώρα 20:00 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου και κατήγγειλε στον αστ. 4018 ότι αλλοδαπό πρόσωπο, ονόματι Χασάν Σουλεϊμάν, δηλαδή ο Μ.Κ.8, ενωρίτερα την ίδια ημέρα βρίσκετο σε οικία που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιεί ως χώρο διαμονής των υπαλλήλων της μπυραρίας του και αρνήτο να φύγει. Όπως αναφέρεται στην κατάθεση του αστ. 4018 (βλ. τεκμήριο 33) τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.8 κλήθηκαν και μετέβησαν στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Δομετίου. Μαζί με τον Μ.Κ.8 στον αστυνομικό σταθμό μετέβησαν και οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Εκεί στον αστυνομικό σταθμό, παρουσία του αστυφύλακα, συζήτησαν και συμφώνησαν όπως οι αλλοδαπές (Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6) εγκαταλείψουν την Κύπρο εντός των προσεχών ημερών δυνάμει εισιτηρίων που θα τους εξασφάλιζε ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα περαιτέρω με τον αστ. 4018, κατά τον ίδιο χρόνο συνομίλησε με τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 στην απουσία του κατηγορουμένου και τους ζήτησε να του αναφέρουν κατά πόσο είχαν οιοδήποτε παράπονο από τον κατηγορούμενο, καθώς εάν ο τελευταίος τις εξωθούσε σε πορνεία. Και οι δυο απάντησαν ότι δεν είχαν παράπονο ενώ η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν την υποχρέωσε σε πορνεία και ότι ο Χασάν (Μ.Κ.8) ήτο φίλος της και την βοηθούσε οικονομικά. Η δε Μ.Κ.6 ανέφερε ότι πήγαινε με πελάτες της αρεσκείας της και όποτε το επιθυμούσε η ίδια. Την επόμενη ημέρα ο Μ.Κ.8 τηλεφώνησε στον αστ. 4018 και του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε το εισιτήριο της Μ.Κ.5 για να φύγει την ίδια ημέρα κάτι το οποίο η τελευταία δεν επιθυμούσε εφόσον ήθελε να παραμείνει λίγες ημέρες για ανάπαυση. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην κατάθεση του υπαστυνόμου Λεωνίδου (βλ. τεκμήριο 30), προϊσταμένου του κλιμακίου αλλοδαπών της ΥΑΜ Λευκωσίας, σε άγνωστη ημερομηνία εντός του μηνός Ιουλίου 2008 ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο του, του ανέφερε ότι ονομάζεται Αντώνης και ότι είναι ιδιοκτήτης της μπυραρίας «Havana». Του ανέφερε περαιτέρω ότι αγόρασε εισιτήριο για αλλοδαπή που εργάζεται στην μπυραρία του και ότι αυτή έπρεπε να αναχωρήσει από την Κύπρο το ίδιο βράδυ. Εν κατακλείδι, ζήτησε να πληροφορηθεί τι όφειλε να πράξει σε περίπτωση που η αλλοδαπή δεν συμμορφώνετο με τα πιο πάνω. Όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ο υπαστ. Λεωνίδου, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι εάν η αλλοδαπή δεν αναχωρούσε από την Κύπρο και δεν παρουσίαζετο στην εργασία της, τότε με γραπτή επιστολή του μπορούσε να την κατάγγελλε ως πρόσωπο που εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του. Σύμφωνα με τον υπαστ. Λεωνίδου, την επαύριον αυτής της συνάντησης το γραφείο του επισκέφθηκαν ο δικηγόρος Γιώργος Μιχαηλίδης με δυο αλλοδαπές που ανέφεραν ότι εργάζοντο στην μπυραρία «Havana» και ήθελαν να υποβάλουν παράπονο εναντίον του εργοδότη τους. Τις αλλοδαπές συνόδευε και ένας σύριος ονόματι Χασάν. Σύμφωνα με τον υπαστυνόμο, κατόπιν ελέγχου που διενήργησε στα αρχεία της υπηρεσίας διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος, ιδιοκτήτης της μπυραρίας «Havana» και «Black night», την 17/07/08 υπέβαλε παράπονο ότι οι αλλοδαπές Elena Cudievscaia (Μ.Κ.5) και Karina Sarkisyan (Μ.Κ.6) εγκατέλειψαν το χώρο διαμονής και εργασίας τους. Σύμφωνα περαιτέρω με τον υπαστυνόμο, και πάλιν δυνάμει ελέγχου στα αρχεία της υπηρεσίας, διαπίστωσε ότι την 23/07/08 οι εν λόγω αλλοδαπές υπέβαλαν παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, την 18/07/08 οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 μετέβησαν στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και υπέβαλαν παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου εν σχέσει με εργασιακές διαφορές. Σύμφωνα με την κατάθεση του αστ. 1148 (βλ. τεκμήριο 34) ό,τι ανέφεραν είναι πως ο κατηγορούμενος δεν τους κατέβαλε οφειλόμενους μισθούς, τις είχε περιορισμένες στο χώρο διαμονής τους, και τις απειλούσε ότι θα τις βάλει στο stop-list. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο τεκμήριο, ένεκα του ότι ο αστυφύλακας ήτο κοινωνός παραπόνου που οι εν λόγω παραπονούμενες υπέβαλαν στο ΚΙ.Σ.Α. την προηγούμενη ημέρα εναντίον του κατηγορουμένου και αφορούσε καταγγελία για εξώθηση τους σε πορνεία, τις ρώτησε σχετικά. Τόσο η Μ.Κ.5 όσο και η Μ.Κ.6 ανέφεραν στον αστυφύλακα πως δεν είχαν πει κάτι τέτοιο στο ΚΙ.Σ.Α. και πιθανότατα τέτοια εντύπωση να προέκυψε ένεκα κακής χρήσης της αγγλικής γλώσσας. Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 26 προκύπτει ότι τα κέντρα αναψυχής με την επωνυμία «Havana Pub» και «Black night» είναι μπυραρίες Β τάξης και εγγεγραμμένος διευθυντής τούτων είναι ο Αντώνης Δημητρίου, δηλαδή ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 27 και 28 συνάγεται ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 είναι αλλοδαπά πρόσωπα. Η Μ.Κ.5 αφίχθηκε στην Κύπρο σε δυο περιπτώσεις. Η πρώτη ήταν στις 24/12/06, ενώ αργότερα, την 31/01/07 έλαβε προσωρινή άδεια εργασίας και παραμονής ως εργάτρια με ισχύ μέχρι την 03/07/
- Εν τέλει αναχώρησε από την Κύπρο την 23/06/07 για να επιστρέψει εκ νέου την 21/07/
- Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση υπέβαλε αίτηση εξασφάλισης άδειας παραμονής και εργασίας ως barmaid στην μπυραρία «Havana». Σχετική άδεια εγκρίθηκε με ισχύ μέχρι την 16/10/
- Περαιτέρω, την 11/06/08 το συμβόλαιο εργασίας της Μ.Κ.5 ανανεώθηκε μέχρι την 18/10/
- Από την άλλη η Μ.Κ.6 αφίχθηκε στην Κύπρο την 18/03/
- Την 11/04/08 αποτάθηκε για προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας ως barmaid η οποία της παραχωρήθηκε και είχε ισχύ μέχρι την 30/05/
- Την 05/05/08 αποδεσμεύθηκε από την εργασία της και την 06/05/08 αποτάθηκε για νέα άδεια παραμονής και εργασίας με εργοδότη τον κατηγορούμενο. Παραχωρήθηκε σχετική άδεια με ισχύ μέχρι την 05/11/
- Όλα τα πιο πάνω συνιστούν το περιεχόμενο των εγγράφων που οι δυο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου. Χωρίς να παραγνωρίζονται οι κανόνες αξιολόγησης που πιο κάτω επεξηγούνται σημειώνω ότι εξέταση του Δικαστηρίου κατέδειξε πως όλα τα ανωτέρω ταυτίζονται με την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενόρκως. Περαιτέρω, τίποτα δεν δικαιολογεί απόρριψη αυτής της πτυχής του μαρτυρικού υλικού. Κατ΄ ακολουθία, όλα τα πιο πάνω συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.7, σύμβουλος κοινωνικών θεμάτων στην υπηρεσία ΚΙ.Σ.Α., ανέφερε ότι την 17/07/08 την επισκέφθηκαν στο γραφείο της οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 και της ανέφεραν ότι ενώ εργοδοτήθηκαν ως barmaid σε συγκεκριμένη μπυραρία ο εργοδότης τους, ονόματι Αντώνης, τις υποχρέωνε να εργάζονται σε τρεις μπυραρίες και μεταξύ των καθηκόντων τους ήτο να κάθονται με τους πελάτες και να δέχονται να τις κερνούν ποτά και ακόμη να κάνουν sex έναντι αμοιβής. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 της ανέφεραν περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος τις απειλούσε πως αν δεν ακολουθούσαν τις οδηγίες του θα τις έδιωχνε από την Κύπρο. Ένεκα όλων των πιο πάνω η Μ.Κ.7 προέτρεψε τις δυο κοπέλες να μεταβούν στην αστυνομία και να καταγγείλουν το συμβάν. Την 21/07/08, ανέφερε η μάρτυρας, επικοινώνησε με τις δυο κοπέλες και τις ρώτησε εάν προέβηκαν σε καταγγελία. Εκείνες της απάντησαν ότι πήγαν στην αστυνομία αλλά δεν ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος τις εξανάγκαζε σε πορνεία όπως ούτε ότι της απειλούσε. Τότε, σύμφωνα με τη Μ.Κ.7, τους επεξήγησε ότι συγκεκριμένο τμήμα της αστυνομίας επιλαμβάνεται τέτοιου είδους υποθέσεις και έτσι, αφότου προηγουμένως μίλησε με την υπεύθυνη του συγκεκριμένου τμήματος, διευθέτησε συνάντηση των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 στο εν λόγω τμήμα και τους γνωστοποίησε το τηλέφωνο επικοινωνίας. Παρεμβάλλω εδώ ότι καθεμία εκ των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 έδωσε στην αστυνομία τρεις γραπτές καταθέσεις. Οι ημερομηνίες τούτων είναι˙ 18/07/08, 22/07/08 και 30/07/
- Είναι περαιτέρω γεγονός πως και οι δυο παραπονούμενες στην πρώτη κατάθεση που έδωσαν στην αστυνομία (18/07/08) όχι μόνο δεν ανέφεραν οτιδήποτε σχετικό πορνείας, διέψευσαν και σχετική πληροφόρηση που κατείχε ο αστυφύλακας που ελάμβανε την κατάθεση. Στη συνέχεια, στη δεύτερη και τρίτη κατάθεσή τους, ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος τις εξωθούσε σε πορνεία και τις εκβίαζε πως αν δεν εκτελούσαν τις εντολές του θα τις έδιωχνε από την Κύπρο. Η δε Μ.Κ.4, η έτερη παραπονούμενη, κλήθηκε και έδωσε κατάθεση στην αστυνομία την 30/07/08, δηλαδή μετά την καταγγελία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, στην οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την εξωθούσε σε πορνεία. Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, αστυφύλακες, ανέφεραν ότι την 28/07/08 μετέβησαν στην μπυραρία «Havana» την οποία και ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Ακολούθως συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος από τον οποίο και λήφθηκε κατάθεση. Το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνουν οι καταθέσεις των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
- Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους δυο αυτούς μάρτυρες ως πελάτες, στα πλαίσια πορνείας που διεξήγαγε ο κατηγορούμενος στις μπυραρίες του, μιας εκ των παραπονουμένων, και συγκεκριμένα της Μ.Κ.
- Μάλιστα ο Μ.Κ.9 αναγνώρισε έντυπα ξενοδοχείου (βλ. τεκμήρια 13Α έως 13Ε) ως αποδείξεις συγκεκριμένου ξενοδοχείου οι οποίες αποτυπώνουν πληροφορίες που ο ίδιος παρείχε σε κάθε περίπτωση που μετέβαινε εκεί μαζί με τη Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.8 δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Θέση του μάρτυρα ήτο πως γνώρισε τη Μ.Κ.5 στη μπυραρία του κατηγορουμένου και ότι τη συμπάθησε και έβγαινε μαζί της. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, η Μ.Κ.5 δεν ελάμβανε άδεια από τον εργοδότη της για να βγει μαζί του, εφόσον ο εργοδότης της ανέφερε ότι˙ μετά που τελειώνει την εργασία της μπορεί να πάει όπου θέλει. Ο μάρτυρας (Μ.Κ.8) ανέφερε ακόμη πως σε κάποιο στάδιο η Μ.Κ.5 του είπε πως ο εργοδότης της ήθελε το μάρτυρα να πληρώνει οκτώ ποτά ούτως ώστε να δύναται η ίδια να βγει έξω μαζί του αλλά, σύμφωνα με το μάρτυρα, δεν γνωρίζει αν τούτο ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο δε Μ.Κ.9 ανέφερε πως σε μια περίπτωση άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει ότι για να αφήσει μια από τις κοπέλες να βγει έξω με πελάτη, είτε κατά τη διάρκεια της ημέρας είτε αφότου σχολάσει, έπρεπε ο πελάτης να κεράσει στην κοπέλα τέσσερα ποτά αξίας δέκα λιρών έκαστο. Περαιτέρω, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι για κάποιο χρονικό διάστημα είχε σχέση μαζί με τη Μ.Κ.5 και έτσι έρχονταν σε σεξουαλική επαφή. Παρόλα αυτά, θέση του Μ.Κ.9 ήταν ότι συμφωνία για sex έκανε με την κοπέλα, εν προκειμένω τη Μ.Κ.5, και μόνο εάν η ίδια ήθελε. Με τον κατηγορούμενο συμφωνούσε μόνο την έξοδο, δηλαδή να της επιτρέψει να φύγει. Τέλος, η θέση του Μ.Κ.9 ήταν ότι η Μ.Κ.5 ουδέποτε πήρε οδηγίες από οιονδήποτε για να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του, ενώ το όποιο χρηματικό ποσό ή τα όποια αντικείμενα της αγόρασε, τα εκλαμβάνει ως δώρο που της έκανε στα πλαίσια της σχέσης που είχαν. Ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στη δε φειδωλή ανώμοτη δήλωση του ανέφερε ότι είναι αθώος. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης από την υπεράσπιση ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων των δυο πλευρών. Αφενός ο κος Παφίτης εισηγήθηκε την απόρριψη της μαρτυρίας των τριών παραπονουμένων ένεκα διαφορών που έχουν από το περιεχόμενο των καταθέσεων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου καθώς και της μαρτυρίας των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το συνήγορο, κατά την αντεξέταση οι παραπονούμενες άλλαζαν τη θέση τους κατά το δοκούν και η μαρτυρία τους σφύζει αντιφάσεων και αναληθειών. Αφετέρου η κα Μιχαήλ ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία των παραπονουμένων είναι ειλικρινής και ότι οι τυχόν αντιφάσεις που παρατηρούνται είναι επουσιώδεις. Κάλεσε συναφώς το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη και να καταλήξει ότι αποδείχθηκαν τα αδικήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου είχα πάντα κατά νου ότι ο χαρακτήρας δήλωσης που διενεργείται τοιουτοτρόπως είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά επεξηγεί αποδεδειγμένα μόνο γεγονότα (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 είναι αστυφύλακες στο επάγγελμα. Η μαρτυρία τους συνίσταται στις ενέργειες που έκαναν μετά που οι παραπονούμενες προέβησαν σε καταγγελία. Οι ενέργειες των εν λόγω μαρτύρων καθώς και τα αποτελέσματα τους δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω, οι εν λόγω μάρτυρες άφησαν θετικές μόνο εντυπώσεις. Εν πρώτοις, από τη μαρτυρία τους ελλείπουν αντιφάσεις, ανακρίβειες και υπερβολές, και περαιτέρω, η μαρτυρία τους συνάδει με και εν πάση περιπτώσει δεν αντικρούεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Ως εκ των πιο πάνω τη μαρτυρία αυτών των μαρτύρων την αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη. Θετική εντύπωση άφησε όμως και η Μ.Κ.
- Αμφισβητήθηκε η μάρτυρας επί του ότι με τις ενέργειες της εξώθησε τις παραπονούμενες Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 να αναφέρουν, ψευδώς, τα όσα εν τέλει κατήγγειλαν στην αστυνομία. Κάτι τέτοιο εν τούτοις δεν υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό. Η μάρτυρας απάντησε με γλαφυρότητα και σαφήνεια για κάθετί το οποίο ερωτήθηκε και ιδιαίτερα για τη στιχομυθία που είχε με τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Δεν διαπιστώνεται ορθή η θέση της υπεράσπισης περί υπερβάλλοντος ζήλου της μάρτυρος, που οδήγησε σε ψευδή καταγγελία. Είμαι της γνώμης πως η λογική επιτάσσει ότι άτομα που χειρίζονται τέτοιας φύσης καταγγελίες οφείλουν να είναι, διεισδυτικά, να συμπαρίστανται στον καταγγέλλοντα και βεβαίως να ενδιαφέρονται παρέχοντας ψυχολογική υποστήριξη. Καταλήγω εν προκειμένω ότι η Μ.Κ.7 δεν υπερέβη των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της, καθώς ότι καμία από τις ενέργειες της κρίνεται μεμπτή. Οι παραπονούμενες Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 μου έκαναν πολύ αρνητική εντύπωση. Κρίνω πως η μαρτυρία τους ήτο επιτηδευμένη και στόχο είχε την εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων και όχι την αποκάλυψη της αλήθειας. Στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού εντοπίζονται αντιφάσεις στα λεγόμενα των παραπονουμένων, καθώς και άλογες τούτων ενέργειες, οι οποίες καταδεικνύουν σκοπιμότητα και ψεύδος στη μαρτυρία τους. Για τη Μ.Κ.4 παρατηρώ ότι τόσο στη δια ζώσης μαρτυρία της, όσο και στη γραπτή κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 19) ανέφερε ότι την πρώτη φορά που συνάντησε τον κατηγορούμενο μίλησαν για την εργασία της και ζητήθηκε η γνώμη της για αγοραίο έρωτα, δηλαδή κατά πόσο ήτο πρόθυμη να κάνει έρωτα με πελάτες της μπυραρίας έναντι αμοιβής. Μάλιστα η ίδια απήντησε ότι είναι πρόθυμη να βγαίνει με πελάτες αλλά μόνο με αυτούς που η ίδια επιθυμεί. Παρά τη θέση αυτή, που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ομογνωμία μεταξύ Μ.Κ.4 και κατηγορουμένου, στη συνέχεια η μάρτυρας ήτο έντονη ότι ο λόγος δια τον οποίο εξαναγκαζόταν, και όχι επιθυμούσε, να βγαίνει έξω με πελάτες, ήταν οι άσχημες φωνές του κατηγορουμένου, εξύβριζε όλες τις κοπέλες, καθώς και οι απειλές του πως θα τις εκδίωχνε. Ως εκ των πιο πάνω διερωτάται κανείς, ποιον από τα δυο ισχύει και που κρύβεται η αλήθεια; Ήθελε και η ίδια να βγαίνει με πελάτες ή ο κατηγορούμενος την απειλούσε και της συμπεριφέρετο άσχημα και με αυτόν τον τρόπο την εξανάγκαζε σε πορνεία; Η αντίφαση στα λεγόμενα της Μ.Κ.4 δεν περιορίζεται στα πιο πάνω. Πέραν των απειλών η μάρτυρας επικαλέστηκε και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Διευρύνεται έτσι η απορία, ποιο απ΄ όλα ισχύει˙ τα οικονομικά προβλήματα, η πίεση του κατηγορουμένου ή η βούληση της ίδιας; Πέραν των πιο πάνω, βασική θέση της Μ.Κ.4 ήτο πως ο κατηγορούμενος τις είχε έγκλειστες, δεν τις άφηνε να έχουν φίλο και ήλεγχε κάθε τους κίνηση. Μάλιστα όταν η μάρτυρας έφυγε από την εργασία του κατηγορουμένου και παράλληλα το χώρο διαμονής που τους παρείχε, ο τελευταίος εξοργίστηκε και άρχισε, σύμφωνα με τη Μ.Κ.4, να υβρίζει και να απειλεί πως θα την σκοτώσει. Παρά τα πιο πάνω η Μ.Κ.4 δέχθηκε πως φιλικό της πρόσωπο την βοήθησε να συμπληρώσει και να υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου, καθώς ότι τη μετέφερε στη σχετική υπηρεσία, ενώ αργότερα την επέστρεψε στο χώρο διαμονής της όπου μάζεψε τα πράγματά της, άφησε σχετική επεξηγηματική σημείωση στον κατηγορούμενο και αναχώρησε από το μέρος. Εν πρώτοις όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν πως η μάρτυρας συνδέετο φιλικά με τούτο το πρόσωπο και είχε άνεση κινήσεων να πράξει όσα ανέφερε. Πέραν όμως τούτων, παρ΄ ότι ακόμη και την ώρα που μαρτυρούσε διατείνετο ότι φοβόταν τον κατηγορούμενο ένεκα των απειλών που ξεστόμισε για τη ζωή της, δέχθηκε πως σε κάποιες περιπτώσεις συνάντησε τον κατηγορούμενο στη Λήδρας και αντάλλαξαν φωνές και πολύ περισσότερο ότι σε μια περίπτωση που η Μ.Κ.5 γιόρταζε τα γενέθλιά της σε μια από τις μπυραρίες του κατηγορουμένου, μετέβη και η ίδια για να της ευχηθεί χρόνια πολλά. Αυτή συνεπώς η παραδοχή της Μ.Κ.4 φανερώνει ότι˙ είτε δεν φοβόταν τον κατηγορούμενο και τις απειλές του, ως άφησε να νοηθεί, είτε ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε τέτοιες απειλές. Όποιος όμως και αν είναι ο λόγος ότι συνάγεται είναι πως η Μ.Κ.4 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αν η μάρτυρας δεν φοβόταν τον κατηγορούμενο και τις απειλές του τότε τίποτα δεν την υποχρέωνε να πράξει όσα η ίδια ισχυρίζεται ότι έπραξε, ενώ από την άλλη, αν ο κατηγορούμενος δεν την φοβέριζε και δεν την απειλούσε τότε καμία καταπίεση και εκμετάλλευση ελάμβανε χώραν. Το παράλογο στη μαρτυρία της Μ.Κ.4 εντοπίζεται βεβαίως στην παραδοχή της ότι μετέβη στη μπυραρία του προσώπου που φοβόταν σε βαθμό εξαναγκασμού σε πορνεία, για ασήμαντο λόγο, δηλαδή για να ευχηθεί σε τρίτο πρόσωπο που γιόρταζε τα γενέθλιά του. Όλα τα πιο πάνω χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η Μ.Κ.4 κατάγγειλε τούτα όταν η αστυνομία επικοινώνησε μαζί της, δηλαδή μετά πάροδο τριών μηνών αφότου εγκατέλειψε την εργασία του κατηγορουμένου και όταν πλέον οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 προέβησαν σε καταγγελία. Ομολογουμένως ανάλογα ισχύουν και για τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Ό,τι εγείρει διάφορα ερωτήματα είναι πως σύμφωνα με τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι δυο κοπέλες μετέβησαν στην αστυνομία στις 15/07/08 και εκεί, παρότι ερωτήθηκαν για πορνεία και σεξουαλική εκμετάλλευση, αρνήθηκαν το κάθετί. Περαιτέρω, και την 17/07/08 μετέβησαν στην Υ.Α.Μ. Λευκωσίας και μάλιστα συνοδευόμενες από συνήγορο, αλλά και πάλιν δεν ανέφεραν οτιδήποτε. Εν τέλει, καταγγελία υπέβαλαν την 17/07/08 όταν πλέον μετέβησαν στην υπηρεσία ΚΙ.Σ.Α., για να την αναιρέσουν όμως την 18/07/08 όταν μετέβησαν στην αστυνομία. Παρόλα αυτά την 22/07/08 επανέφεραν εκ νέου την καταγγελία που αρχικά υπέβαλαν, τούτη όμως τη φορά στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας και όχι στο ΚΙ.Σ.Α.. Ό,τι διερωτάται κανείς είναι γιατί οι δυο παραπονούμενες δεν υπέβαλαν την καταγγελία τους την πρώτη στιγμή που τους δόθηκε η ευχέρεια, δηλαδή την 15/07/08 όταν στην απουσία του κατηγορουμένου ερωτήθηκαν σχετικά από τον αστ.
- Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ό,τι προβάλλετο ως απάντηση σε αυτό το ερώτημα ήτο η φοβία που ένοιωθαν οι παραπονούμενες λόγω του ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής τους ο κατηγορούμενος τις απειλούσε πως εάν έκαναν κάτι τέτοιο θα τις εξαφάνιζε εφόσον έχει γνωριμίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα στην αστυνομία. Ομολογώ ότι τέτοιες απειλές είναι ικανές να κρατήσουν παραπονούμενο πρόσωπο, ιδιαίτερα ξένο στον τόπο και την κοινωνία που διαδραματίζεται το συμβάν, μακριά από τις αρμόδιες αρχές. Τέτοια όμως συμπεριφορά αναμένεται σε όλες τις παραμέτρους του θέματος και όχι αλά κάρτ επιλογή. Στην προκείμενη περίπτωση διερωτώμαι γιατί ο φόβος και οι απειλές δεν συγκράτησαν τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 μακριά από την αστυνομία την 15/07/08; Πως σε εκείνη την περίπτωση δεν φοβήθηκαν να καταγγείλουν τον κατηγορούμενο για άρνηση καταβολής μισθών και άλλων δικαιωμάτων, όπως άδεια ανάπαυσης. Τι οδήγησε τις Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 να πιστεύουν ότι ο κατηγορούμενος θα τις εξαφάνιζε, ως οι απειλές του, μόνο εάν τον κατάγγελλαν για πορνεία και όχι για οτιδήποτε άλλο. Πέραν των πιο πάνω, πως δικαιολογείται η στάση τους στην Υ.Α.Μ. την 17/07/08 όταν πλέον συμβουλεύθηκαν συνήγορο και όταν εκεί μετέβησαν οικειοθελώς, χωρίς παρότρυνση και κατ΄ επέκταση αποφασισμένες πλέον για διαλεύκανση της υπόθεσης; Ανάλογα όμως ισχύουν και για την αναίρεση της καταγγελίας τους, δηλαδή όταν την 18/07/08 αρνήθηκαν στην αστυνομία (Τ.Α.Ε. Λευκωσίας) ό,τι ενωρίτερα κατάγγειλαν στο ΚΙ.Σ.Α. Κρίνω πως η επεξήγηση των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 περί φόβου ότι η αστυνομία καλύπτει και συνδράμει τον κατηγορούμενο είναι ευτελής και ανίκανη να επεξηγήσει το αλλοπρόσαλλο της συμπεριφοράς τούτων, συμπεριφορά η οποία, στο σύνολο της, βρίσκεται εκτός λογικών πλαισίων και διέπεται από αστάθεια και αμφιταλάντευση. Δεν παραγνωρίζεται τέλος ότι την 15/07/08, μετά τη φαινομενική διευθέτηση των διαφορών που οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 είχαν με τον κατηγορούμενο, η πρώτη φορά που υπέβαλαν παράπονο είναι η 16/07/08, και πάλιν στον αστ. 4018, και αιτία του παραπόνου δεν είναι άλλη από το ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε εισιτήρια για αναχώρησή τους από την Κύπρο αυθημερόν και όχι μετά πάροδο κάποιων ημερών, ως είχαν συμφωνήσει παρουσία του αστ.
- Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, πιστεύω, τη σκοπιμότητα της καταγγελίας των παραπονουμένων, καθώς και το αναιτιολόγητο της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς τους. Η εν γένει συμπεριφορά τους καταδεικνύει ότι η καταγγελία περί πορνείας υπεβλήθη όταν ο πρώτος ισχυρισμός τους, ο οποίος εδράζετο σε εργασιακές διαφορές δεν τελεσφόρησε. Υπό το φως αυτών των δεδομένων η μαρτυρία τους δεν κρίνεται αξιόπιστη. Περαιτέρω, για τη Μ.Κ.5 η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά δεν περιορίζεται μόνο στα πιο πάνω. Κατά την ακροαματική διαδικασία ήτο έντονη πως ο εξαναγκασμός σε πορνεία και οι επάλληλες απειλές ήτο από την πρώτη στιγμή που εργοδοτήθηκε από τον κατηγορούμενο. Εν τούτοις το μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε εκ συμφώνου φανερώνει ότι όταν εξέπνευσε η συμφωνία εργοδότησης, ανανεώθηκε για περαιτέρω χρονικό διάστημα. Από την άλλη, η Μ.Κ.5 δέχθηκε πως σε κάποιες περιπτώσεις εκμυστηρεύτηκε στον κατηγορούμενο προσωπικά και οικογενειακά της προβλήματα. Αποκορύφωμα δε είναι ότι περίπου τρεις μήνες πριν αποχωρήσει από την εργασία του κατηγορουμένου μερίμνησε, μέσω του κατηγορουμένου και του ιμπρεσάριου της, να έλθει στην Κύπρο για να εργαστεί και η μητέρα της. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν πως η εντονότητα στους ισχυρισμούς της μάρτυρος, σε βαρυσήμαντες κατά τα άλλα καταγγελίες, δεν συνάδει με τη συμπεριφορά της που προηγείται των καταγγελιών. Ουδεμία λογική εξήγηση μπορεί να διαφοροποιήσει το συνειρμικό πλέον συμπέρασμα ότι η μάρτυρας δεν φοβόταν τον κατηγορούμενο, ότι τον εμπιστευόταν και γι΄ αυτό άλλωστε διευθέτησε την κάθοδο της μητέρας της στην Κύπρο για να εργαστεί, και τέλος, ότι και η ίδια ήτο ευχαριστημένη στην εργασία της και γι΄ αυτό αποδέχτηκε ανανέωσή της. Κατ΄ ακολουθία, οι πράξεις της μάρτυρος που προηγούνται της καταγγελίας όχι μόνο δεν υποστηρίζουν, αναιρούν τους επίδικους ισχυρισμούς της. Κρίνεται εδώ κατάλληλο να υποδειχθεί περαιτέρω ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.5 διαφέρει ουσιωδώς από τη μαρτυρία των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
- Τόσο ο Μ.Κ.8 όσο και ο Μ.Κ.9 δέχονται ότι είχαν σχέση με τη Μ.Κ.5 και κατ΄ επέκταση, είχαν μαζί της σεξουαλική επαφή. Παρόλα αυτά, κανείς εκ των δυο δέχεται ότι γι΄ αυτή τη σεξουαλική επαφή κατέβαλλε αμοιβή και δη στον κατηγορούμενο. Μοναδική για τούτο μαρτυρία είναι εκείνη της Μ.Κ.
- Δεν παραγνωρίζονται εν προκειμένω τα ζοφερά σημεία της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 που πιο πάνω παρατίθενται εν εκτάσει. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζεται ακόμη ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.8 παρέμεινε αναμφισβήτητη από την υπεράσπιση. Το σύνολο της παρουσίας των δυο μαρτύρων (Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9) στο εδώλιο του μάρτυρα, οι επεξηγήσεις παράπλευρων πτυχών της σχέσης τους με τη Μ.Κ.5, και η ετοιμότητά τους να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και ιδιαίτερα να αποδεχθούν αυτή τη σχέση, που για το Μ.Κ.9 ήτο εξωσυζυγική, δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αυτή εν τούτοις η κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα πως η Μ.Κ.5 ψεύδετο όταν έλεγε πως οι δυο αυτοί μάρτυρες κατέβαλλαν στον κατηγορούμενο αμοιβή ούτως ώστε να έχουν μαζί της σεξουαλική επαφή. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω τη μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, δεν την αποδέχομαι ως ορθή και αληθή. Η εν λόγω κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου είναι μετέωρες και δεν υποστηρίζονται από πραγματικά γεγονότα. Για μόνο λόγο ότι ο Μ.Κ.9 άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει ότι για να βγει κοπέλα έξω με πελάτη ο τελευταίος οφείλει να πληρώσει τέσσερα ποτά αξίας δέκα λιρών έκαστο, δεν αποδεικνύονται τα επίδικα αδικήματα. Κατ΄ αρχάς η αναφορά του Μ.Κ.9˙ να βγει η κοπέλα έξω, δεν παραπέμπει, δίχως άλλο, σε αγοραίο έρωτα. Περαιτέρω, ζητούμενο εδώ δεν είναι η όποια γενική και αόριστη σεξουαλική εκμετάλλευση του συνόλου των εργοδοτουμένων του κατηγορουμένου, αλλά τα αναφερόμενα στις κατηγορίες. Επί του προκειμένου οι Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 κρίνονται αναξιόπιστες. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.9 ήτο κάθετος ότι ο ίδιος ουδέποτε κατέβαλε στον κατηγορούμενο οιονδήποτε ποσό ούτως ώστε να έχει σεξουαλική επαφή με τη Μ.Κ.
- Το όποιο ποσό έδωσε στη Μ.Κ.5 καθώς και αντικείμενα που της αγόρασε, τα ενέταξε στη μεταξύ τους σχέση και τα χαρακτήρισε ως δώρα, ιδιαίτερα δε εφόσον μαζί της ήτο που συμφωνούσε, νοουμένου ότι και η ίδια αποδέχετο, κατά πόσο θα είχαν σεξουαλική επαφή. Ανάλογα όμως ισχύουν και για τον Μ.Κ.8 ο οποίος ουδέποτε πλήρωσε τη Μ.Κ.5 για να συνευρεθούν σεξουαλικά. Η δε μαρτυρία της Μ.Κ.7 δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνει τις αναλήθειες που οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 της ανέφεραν. Εφόσον η μαρτυρία των τελευταίων κρίθηκε αναξιόπιστη, το εξακοής σκέλος της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 ουδέν αντίκτυπο έχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει έξω από κάθε λογική αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των σχετικών κατηγοριών. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο