Αστυνομία ν. Μαρία Νεοφύτου κ.α., Αιτ. Προφυλάκισης Αρ. 71/11, 24 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αιτ. Προφυλάκισης Αρ. 71/11 Αστυνομία ν. 1. Μαρία Νεοφύτου 2. Γεώργιος Κονναρής 3. Ηλίας Κονναρής. 24 Φεβρουαρίου, 2011. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αστυνομία: κα Κάρνου με την κα Χ¨Αθανασίου για τον Γενικό Εισαγγελέα Για τον 2ον ύποπτο: κ. Λουϊζίδης Για τον 3ον ύποπτο: κα Φ. Νικολάου Ύποπτοι 2, 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της ημερομηνίας 23/2/2011 η Αστυνομία ζήτησε την 8ήμερη κράτηση της 1ης ύποπτης η οποία είναι Δημόσιος Κατήγορος στην Αστυνομική Εισαγγελία Λεμεσού και των υπόπτων 2 και 3 οι οποίοι είναι ιδιώτες δικηγόροι, πατέρας και γιος, διατηρούντες γραφείο στη Λεμεσό. Όπως ανέφερε ενόρκως ο Υπαστυνόμος Κουμέττου εναντίον και των τριών διερευνούνται αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημμελημάτων, συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης καθώς και αδικήματα κατάρτισης πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, συμβιβασμού κακουργημάτων, και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ για την 1η διερευνούνται επιπλέον και αδικήματα κατάχρησης εξουσίας, δόλου και κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό, παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος και δεκασμός δημοσίου λειτουργού. Μετά την κυρίως εξέταση του Υπαστυνόμου η 1η ύποπτη δήλωσε πως δεν θα έφερε ένσταση στην 4ήμερη κράτηση της χωρίς αναγνώριση οποιασδήποτε ευθύνης και με τη σύμφωνη γνώμη της εκπροσώπου της Αστυνομίας εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα, αφού η αίτηση για την 1η περιορίστηκε στις 4 ημέρες, σ' αντίθεση με τους υπόλοιπους για τους οποίους συνεχίστηκε η διαδικασία. Τα γεγονότα παρατίθενται στη μαρτυρία του Υπαστυνόμου Κουμέττου αλλά εν συντομία μπορούν να λεχθούν τα εξής: Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε μετά από καταγγελία δικηγόρου της Δημοκρατίας όταν μετά από εμφάνιση της στο Ανώτατο Δικαστήριο προς υποστήριξη έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης διαπιστώθηκε ότι η ίδια είχε στην κατοχή της από το φάκελο της υπόθεσης διαφορετική κατάθεση ουσιώδους μάρτυρα σε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα από αυτήν που είχε κατατεθεί πρωτοδίκως στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 5.6.09 ως Τεκμήριο 38. Αντίγραφο της τελευταίας είχε στην κατοχή του και ο 3ος ύποπτος ο οποίος εμφανίζετο επίσης στο Ανώτατο Δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορουμένης - εφεσίβλητης πελάτιδος του. Οι επιστημονικές εξετάσεις που ακολούθησαν για το Τεκμήριο 38 κατέδειξαν ότι αυτή είναι πλαστογραφημένη και για την πλαστογράφηση της χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της πολλαπλής έγχρωμης αναπαραγωγής της πρωτότυπης κατάθεσης. Ο μάρτυρας ανέφερε τις αλλοιώσεις που έγιναν. Επίσης διαπιστώθηκε ότι και η κατάθεση που βρισκόταν στην κατοχή του 3ου υπόπτου ήταν φωτοαντίγραφο της πλαστογραφημένης αυτής κατάθεσης. Τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της πραγματικής κατάθεσης που είχε δώσει ο εν λόγω μάρτυρας, πράγμα που ισχύει για αυτή που κρατούσε η δικηγόρος της Δημοκρατίας. Από τις έρευνες της Αστυνομίας διαπιστώθηκε πως η ακρόαση πρωτοδίκως της ποινικής υπόθεσης 10140/08 είχε ξεκινήσει στις 16.12.08 και η Κατηγορούσα Αρχή είχε εκπροσωπηθεί από την αρχή μέχρι το τέλος από την 1η ύποπτη. Δικηγόρος της κατηγορουμένης ήταν αρχικά άλλος ο οποίος και αντικαταστάθηκε στις 9.3.09 από τον 2ο ύποπτο. Ο πρώτος δικηγόρος παρέδωσε την αρχική κατάθεση μαζί με αντίγραφα του μαρτυρικού υλικού τα οποία είχε παραλάβει από την Εισαγγελία Λεμεσού, στον 2ο ύποπτο. Στις 5.6.2009 δηλώθηκαν από τους υπόπτους 1 και 2 στο Πρωτόδικο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 38, όπως έχει ήδη λεχθεί. Σημειώνεται ότι άλλη αυτόπτης μάρτυρας είχε καταθέσει στο Δικαστήριο ότι είδε την κατηγορουμένη να περνά με κόκκινο και μετά τη σύγκρουση να εγκαταλείπει την σκηνή, ενώ για το θύμα ότι φορούσε το κράνος του, καθώς και ότι η ίδια ακολούθησε την κατηγορουμένη μέχρι που έφθασαν σε αδιέξοδο, όπου μεταξύ άλλων η τελευταία της ζήτησε να πει στην Αστυνομία ότι είχε περάσει με πράσινο φως. Το Τεκμήριο 38 έφερε αλλοιώσεις που σχετίζοντο με αυτά τα σημεία και ειδικότερα αφορούν δύο δηλώσεις της συνοδηγού στο όχημα της κατηγορούμενης προς τον μάρτυρα για το αν η οδηγός έλεγε να τηλεφωνήσουν Αστυνομία, για το αν κτύπησαν κάποιο νεαρό και μια δήλωση (που δεν διευκρινίζεται ποιος την έκαμε) για το αν ο άλλος οδηγός φορούσε ή όχι κράνος Για ό,τι έχει σημασία, στο τέλος το πρωτόδικο δικαστήριο αθώωσε την κατηγορουμένη στις κατηγορίες για αμελή οδήγηση, οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας και την καταδίκασε για την εγκατάλειψη του τόπου ατυχήματος. Δήλωσε όμως στην απόφαση του πως απέρριπτε όσα ανέφερε η αυτόπτης μάρτυρας επειδή αυτά αντίκειντο προς το περιεχόμενο της παραδεκτής κατάθεσης του άλλου μάρτυρα δηλαδή στο Τεκμήριο 38. Νομική πτυχή. Όσον αφορά τη νομική πτυχή σχετικά με τέτοιες αιτήσεις αρκεί να σημειωθεί πως σύμφωνα με τη νομολογία μας, απαιτείται να καταδειχθεί ότι:
- i)υπάρχει μαρτυρία για τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος,
- ii)ότι υπάρχουν γνήσιες και εύλογες υπόνοιες εναντίον του υπόπτου και iii) ότι η κράτηση είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση του ανακριτικού έργου. (βλ. Stamatari and another v. Police
(1983)2 C.L.R. 107). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση στην παρούσα περίπτωση θεωρώ πως δεν αμφισβητείται ότι υπάρχει μαρτυρία επιστημονική πως η συγκεκριμένη κατάθεση που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 38 στο Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει υποστεί αλλοιώσεις και η έγχρωμη αναπαραγωγή της που παρουσιάστηκε ως παραδεκτό γεγονός δεν είναι η γνήσια κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα. Γνήσιο αντίγραφο της πραγματικής του κατάθεσης φέρεται να είναι αυτό που είχε στην κατοχή της η δικηγόρος της Δημοκρατίας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η διαπίστωση αυτή καταδεικνύει την ύπαρξη μαρτυρίας για τα αδικήματα κατάρτισης πλαστού, κυκλοφορίας πλαστού και παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία, δηλαδή υπ. αρ. 3-7 στην αίτηση της Αστυνομίας. Για τα υπόλοιπα αδικήματα που διερευνούνται εναντίον των υπόπτων 2 και 3 δεν φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία, όπως ούτε και για το συμβιβασμό κακουργήματος αν ληφθεί υπόψιν πως το ΠΚ123 απαιτεί την ύπαρξη μαρτυρίας για την απαίτηση, αποδοχή, λήψη ή απόπειρα λήψης περιουσίας ή ωφελήματος βάσει συμφωνίας ότι θα συμβιβάσει ή θα συγκαλύψει κακούργημα, κάτι για το οποίο σαφώς δεν υπάρχει μαρτυρία εναντίον των υπόπτων 2, 3. Σημειώνω πως με βάση την υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 495 η απλή πληροφορία για ανάμειξη κάποιου σε έγκλημα απογυμνωμένη από κάθε ίχνος μαρτυρίας δεν μπορεί να αποτελέσει το βάθρο για την κράτησή του, πράγμα που ισχύει για τις πληροφορίες ότι έχουν δοθεί χρήματα για τέτοιο σκοπό. Παραμένουν λοιπόν τα υπόλοιπα αδικήματα τα οποία έχουν ως πυρήνα την πλαστογραφία για την κυκλοφορία πλαστής κατάθεσης. Και για τα δύο αδικήματα απαιτείται η ύπαρξη γνώσης και ειδικότερα για την κυκλοφορία αυτό τονίζεται ρητώς στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, ενώ για τα άρθρα 331 και επόμ. απαιτείται όπως αυτό γίνεται επί σκοπώ καταδολιεύσεως. Στην παρούσα περίπτωση για κανέναν από τους δύο υπόπτους δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ότι είχαν εμπλακεί στην πλαστογράφηση της κατάθεσης. Τέτοιο στοιχείο επιχειρείται να εξαχθεί μέσα από την κυκλοφορία της πλαστής κατάθεσης πρωτοδίκως για τον 2ο ύποπτο και κατ' έφεσιν όσον αφορά τον 3ον ύποπτο. Βασικά όμως από πλευράς μαρτυρίας το μόνο που υπάρχει μέχρι στιγμής είναι όσα εξάγονται από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας και κάποιες εκτιμήσεις στις οποίες έκαμε αναφορά ο Υπαστυνόμος, δηλαδή ότι η πλαστογραφημένη κατάθεση υπήρχε στο φάκελο που κρατούσε η 1η ύποπτη από τον οποίο την έβγαλε και την παρέδωσε στο Δικαστήριο συμφωνώντας με τον 2ον ύποπτο να δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα πράγμα που έπραξαν. Όλες δε οι ενδείξεις κατά την Αστυνομία είναι πως σ' αυτό το στάδιο έλαβε αντίγραφο και ο 2ος ύποπτος και είναι αυτό που πολύ αργότερα είχε μαζί του στο Ανώτατο Δικαστήριο ο 3ος ύποπτος. Επ' αυτών των γεγονότων εξετάζεται η ύπαρξη εύλογων υπονοιών για τους υπόπτους 2 και 3 ή κάποιον απ' αυτούς. Η σκέψη στην οποίαν οδηγείται η Αστυνομία είναι πως εφόσον ο 2ος ύποπτος είχε ήδη στην κατοχή του αντίγραφο της γνήσιας κατάθεσης ανάμεσα στα έγγραφα που παρέλαβε από τον αρχικό δικηγόρο, άρα γνώριζε ότι αυτή που είχε η 1η ύποπτη και έδωσαν στο δικαστήριο ήταν πλαστογραφημένη. Αυτή ακριβώς η γνώση (αν υπήρχε) όντως θα οδηγούσε σε στοιχείο για συμμετοχή στην κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου και ίσως να δικαιολογούσε και τις απαιτούμενες εύλογες υπόνοιες και για γνώση περί της πλαστογραφίας αλλά και ανάμειξη στη συνωμοσία. Υπό τις περιστάσεις όμως που φαίνεται να έγινε η παρουσίαση της πλαστογραφημένης κατάθεσης, δηλαδή εντός δικαστηρίου, από ένα πρόσωπο που ευλόγως αναμενόταν να κατέχει την πρωτότυπη κατάθεση δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η συναίνεση στη χρήση της συνιστά και γνώση για την πλαστότητα της ή έστω κατά τρόπο που να δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες για κάτι τέτοιο. Σημειώνεται πώς οι αλλοιώσεις που έγιναν στην κατάθεση φέρεται να ήταν σε μερικές λέξεις, ενώ κατά τα άλλα αυτή που παρουσιάστηκε έφερε τα ίδια χαρακτηριστικά με την αρχική όπως την γενική εξωτερική εμφάνιση, τον γραφικό χαρακτήρα και την αρίθμηση (κυανούν). Όπως προκύπτει από σχετικές αποφάσεις η υποψία είναι εύλογη εάν η μαρτυρία ευλόγως συνδέει τον ύποπτο και τέτοια είναι η μαρτυρία η οποία τείνει κατά λογική προέκταση να συνδέσει τον ύποπτο με το αδίκημα (υπ. Ζαφίροβα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 234, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2003), 2 Α.Α.Δ. 375). Τα στοιχεία πρέπει να δημιουργούν εξ αντικειμένου την εύλογη υποψία και στην παρούσα δεν θεωρώ ότι οι υποψίες φθάνουν στο επίπεδο των εύλογων, δηλαδή δικαιολογημένων υπονοιών εναντίον οποιουδήποτε των υπόπτων. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής παρέλκει κατά τη γνώμη μου η εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων, που αφορούν την αναγκαιότητα κράτησης. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και οι ύποπτοι αφήνονται ελεύθεροι. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο