Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελευθερία ΚΟΥΜΟΥΛΛΟΥ ΒΡΑΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 7707/09, 24 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7707/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελευθερία ΚΟΥΜΟΥΛΛΟΥ ΒΡΑΚΑ Κατηγορουμένης ------------------------------- Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κος Αγ. Κορέλλης Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ό,τι καταλογίζεται στην κατηγορουμένη είναι πως την 03/07/08, στο νηπιαγωγείο με την επωνυμία «ΤΙΤΟΛΙΝΟ», επιτέθηκε εναντίον της Σοφίας Πάλμα, ηλικίας 2½ ετών, και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Όπως φαίνεται από την έκθεση του αδικήματος, η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η ακροαματική διαδικασία ήτο πολύ σύντομη. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν παραδεχτά γεγονότα τα οποία συνόψισαν σε έγγραφο που στη συνέχεια ζήτησαν και κατατέθηκε εκ συμφώνου (βλ. έγγραφο Α). Αφότου το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ενσωματώθηκε ως μέρος του μαρτυρικού υλικού. Περαιτέρω, εκ συμφώνου κατατέθηκαν και σωρεία άλλων εγγράφων ως τεκμηρίων. Με αυτό τον τρόπο κατατέθηκαν τα τεκμήρια 1 και 2 για τα οποία δηλώθηκε ότι είναι η κατάθεση και η γραπτή κατηγορία, αντίστοιχα, της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατατέθηκαν και τα τεκμήρια 3, 4 και
- Τα εν λόγω τεκμήρια είναι˙ πιστοποιητικό εγγραφής παιδοκομικού σταθμού με την επωνυμία «ΤΙΤΟΛΙΝΟ», το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του περί Παίδων Νόμου, Κεφ. 352, πιστοποιητικό καταλληλότητας του ίδιου πάντα παιδοκομικού σταθμού και πάλιν δυνάμει του Κεφ. 352, και τέλος, ιατρική βεβαίωση, ημερομηνίας 10/07/08, αναφορικά με Σοφία Πάλμα, στην οποία αναφέρεται ότι την 04/07/08, μετά από παράπονο για χτύπημα στο πρόσωπο (αριστερά παρειά), εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία και διεπιστώθη ότι˙ φαινόταν σημάδι χτυπήματος στο πρόσωπο, πολύ πιθανό από παλάμη (σχήμα που θυμίζει παλάμη - τρία δάχτυλα). Τοπικό οίδημα γενική κατάσταση καλή, νευρολογικά κατά φύση. Στο έγγραφο Α, δηλαδή τα παραδεχτά γεγονότα, αναφέρεται ότι˙ «Η κατηγορουμένη ήταν νηπιαγωγός και ιδιοκτήτρια του νηπιαγωγείου «ΤΙΤΟΛΙΝΟ» το οποίο βρίσκεται στην οδό Αθανάσιου Διάκου 18 στο Στρόβολο κατά τον επίδικο χρόνο. Την επίδικη ημερομηνία η Σοφία Πάλμα ήταν 2½ ετών και φοιτούσε στο νηπιαγωγείο «ΤΙΤΟΛΙΝΟ». Την Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008 και ώρα 1830 ήταν προγραμματισμένη η εκδήλωση του νηπιαγωγείου «ΤΙΤΟΛΙΝΟ» στην αίθουσα εκδηλώσεων του πανεπιστημίου «Intercollege» το οποίο βρίσκεται στη Λευκωσία. Το πρωινό της ίδιας μέρας μεταξύ των ωρών 0930 - 1130 έγινε η πρόβα για την εκδήλωση του νηπιαγωγείου στην αίθουσα εκδηλώσεων του «Intercollege». Τόσο στην εκδήλωση όσο και στην πρόβα της εκδήλωσης συμμετείχε και η Σοφία Πάλμα. Για την εκτέλεση της πρόβας τα παιδιά του νηπιαγωγείου μεταφέρθηκαν με ιδιωτικά αυτοκίνητα στο «Intercollege» από την κατηγορουμένη και τις υπόλοιπες νηπιαγωγούς που εργάζονται στο νηπιαγωγείο. Η Κατηγορούμενη μεταξύ άλλων παιδιών μετέφερε και τη Σοφία Πάλμα από το «Intercollege» στο «ΤΙΤΟΛΙΝΟ» μετά την ολοκλήρωση της πρόβας της εκδήλωσης με το ιδιωτικό της όχημα. Στις 3/7/08 η Σοφία Πάλμα ούρησε στο αυτοκίνητο της κατηγορουμένης και η κατηγορουμένη κτύπησε τη Σοφία καταφέρνοντας της ένα χαστούκι στο αριστερό μάγουλο (αριστερή παρειά) όπου και της προκάλεσε τοπικό οίδημα, σύμφωνα με τα ευρήματα της Δρ. Ε. Μενελάου, η οποία την εξέτασε στις 4/7/08 στο Μακάρειο Νοσοκομείο. Η κατηγορουμένη τον επίδικο χρόνο ήταν επιφορτισμένη με την επιμέλεια και φροντίδα της Σοφίας στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της, ως η νηπιαγωγός της Σοφίας». Παρότι συνιστά πλεονασμό σημειώνεται εδώ ότι το περιεχόμενο του εγγράφου Α, αποτελεί, ένεκα της ιδιότητάς του, και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ανάλογα βεβαίως ισχύουν και για τα αναφερόμενα στα τεκμήρια 3, 4 και 5, εφόσον πρόκειται για τεκμήρια τα οποία αφενός κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, αφετέρου το περιεχόμενο τους συμπίπτει με εκείνο του εγγράφου Α. Μετά την κατάθεση όλων των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Στον αντίποδα η κατηγορουμένη δεν υπέβαλε οιονδήποτε αίτημα και αφότου κλήθηκε σε απολογία επέλεξε, ως άλλωστε ήτο δικαίωμά της, και προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ό,τι ανέφερε είναι πως˙ «Ως παιδαγωγός / νηπιαγωγός έδωσα ένα και μόνο χαστούκι στη μικρή για σκοπούς σωφρονισμού της. Το κορίτσι αυτό παρουσίαζε συνεχώς μια απειθαρχία. Δεν υπάκουε στις συμβουλές, παρατηρήσεις, ούτε στις προειδοποιήσεις μου. Αποκορύφωμα ήταν το γεγονός ότι ούρησε εντός του αυτοκινήτου μου. Τότε της έδωσα ένα και μόνο χαστούκι ως το έσχατο μέτρο σωφρονισμού και τιμωρίας της». Η ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης ολοκλήρωσε την υπόθεση της υπεράσπισης, εφόσον δεν κλήθηκε οιοσδήποτε μάρτυρας. Ως εκ τούτου οι δυο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι η κατηγορουμένη λανθασμένα και άδικα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Στη δοσμένη περίπτωση, σύμφωνα με την υπεράσπιση, η κατηγορουμένη ήτο νηπιαγωγός και συνακόλουθα φύλακας της ανήλικης παραπονουμένης. Συνεπώς, η όποια ενέργεια της κατηγορουμένης διέπεται από τις πρόνοιες του περί Παίδων Νόμου, Κεφ.
- Πρόκειται, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, για ειδικό νόμο. Ένεκα τούτου, δηλαδή της ειδικότητάς του, η κατηγορούσα αρχή αυτόν είναι που όφειλε να επικαλεστεί και όχι το άρθρο 243 του Κεφ.
- Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ο κος Κορέλλης, σε αντίθεση με το άρθρο 243 του Κεφ. 154, το άρθρο 54 του Κεφ. 352 προνοεί συγκεκριμένη υπεράσπιση, δηλαδή ότι φύλακας ο οποίος κατηγορείται για επίθεση σε παιδί δύναται να ισχυριστεί ότι η ενέργεια του συνιστά τιμωρία του παιδιού (βλ. άρθρο 54
(6)του Κεφ. 352). Ως εκ τούτου, ανέφερε ο συνήγορος, η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να επικαλεστεί τον ευνοϊκότερο για την κατηγορουμένη νόμο, τόσο σε θέμα ποινής όσο και υπεράσπισης. Σε αντίθετη περίπτωση η επιλογή της κατηγορούσας αρχής προκαλεί αντινομία και οδηγεί σε παραβίαση της συνταγματικής επιταγής για δίκαια δίκη, εφόσον αποστερεί την κατηγορουμένη ουσιαστικής υπεράσπισης. Αντίθετη εν προκειμένω είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής. Ο κος Παπανικολάου ανέφερε ότι, αφενός η επίδικη συμπεριφορά δεν υπάγεται στις πρόνοιες και των δυο νόμων καθ΄ ότι πρόκειται για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και όχι εκ προθέσεως επίθεση κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει περιττή ταλαιπωρία ή βλάβη στην υγεία, ως αναφέρεται στο άρθρο 54
(1)του Κεφ. 352. Αφετέρου, η κατηγορούσα αρχή δεν είχε υποχρέωση να χρησιμοποιήσει τον ειδικό νόμο, και τέλος, η κατηγορουμένη δεν στερήθηκε οιασδήποτε υπεράσπισης εφόσον εξαρχής γνώριζε το αδίκημα που είχε να αντιμετωπίσει και δεν κατελήφθη εξαπίνης. Προτού εξετάσω τις ομολογουμένως ενδιαφέρουσες εισηγήσεις των δυο πλευρών θεωρώ ότι προέχει η εξέταση της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορουμένης. Έχει νομολογηθεί ότι ο χαρακτήρας τέτοιας δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά μόνο επεξηγεί αποδεδειγμένα γεγονότα (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1997)2 C.L.R. 97). Στη δοσμένη περίπτωση η αναφορά της κατηγορουμένης ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήτο νηπιαγωγός, ότι υπό αυτή την ιδιότητα επιτηρούσε την παραπονουμένη και ότι της έδωσε ένα χαστούκι, επιβεβαιώνεται από τα παραδεχτά γεγονότα. Ανάλογα ισχύουν και για την αναφορά της ότι κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη ούρησε στο όχημά της. Ό,τι όμως παραμένει ανεπιβεβαίωτο, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό εφόσον δεν υποστηρίζεται από αποδεδειγμένα γεγονότα, είναι η αναφορά της κατηγορουμένης ότι η παραπονούμενη δεν υπάκουε στις συμβουλές και παρατηρήσεις που της γίνονταν, καθώς ότι ήτο συνεχώς απειθάρχητη. Περαιτέρω, ούτε η τελευταία αναφορά της κατηγορουμένης μπορεί να γίνει αποδεχτή, δηλαδή ότι το χαστούκι που έδωσε στην παραπονουμένη σκοπούσε σε σωφρονισμό της. Η εν λόγω θέση πρωτοεμφανίστηκε στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης και τίποτε απ΄ όσα αναφέρονται στα παραδεχτά γεγονότα υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, η υπεράσπιση του σωφρονισμού αποτελεί πραγματικό ζήτημα και ως τέτοιο αποφασίζεται από το μαρτυρικό υλικό που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Περί του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στην απόφαση Cleary v. Booth
(1893)1 Q.B.D. 465 όπου στη σελίδα 469 αναφέρεται ότι «It may be a question of fact in each case whether the conduct of the master in inflicting corporal punshiment is right ... (και πιο κάτω) .... It is always a question of fact whether the act done was outside the delegated authority; but in the present case I am satisfied, on the facts, that is was obviously within it». Όπως συνάγεται από τα πιο πάνω, εκεί όπου εγείρεται η υπεράσπιση του σωφρονισμού, αναμένεται να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναμένεται να προσκομίζεται μαρτυρία, είτε από τον ίδιο τον εμπλεκόμενο είτε από τρίτο πρόσωπο, εν σχέσει με ό,τι προηγήθηκε του συμβάντος, ποια ήταν η τυχόν συνομιλία των εμπλεκομένων, καθώς και οι αντιδράσεις τους που οδήγησαν στο συμβάν, ούτως ώστε να δύναται το Δικαστήριο να αντιληφθεί κατά πόσο η πράξη συνιστά τιμωρία ή απλώς επίθεση. Στη δοσμένη περίπτωση απουσία όλων των πιο πάνω δεν επιτρέπει εξαγωγή συμπεράσματος ότι το χαστούκι που η κατηγορουμένη έδωσε στην παραπονουμένη ήτο για σωφρονισμό. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ορθό να σχολιάσω τη θέση της κατηγορουμένης περί σωφρονισμού. Υπό τις περιστάσεις της παρούσης, νοείται ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία δεν περιλαμβάνεται η θέση της κατηγορουμένης ότι η παραπονούμενη ήτο συνεχώς απειθάρχητη, αδυνατώ να αποδεχθώ ότι η επίδικη πράξη συνιστά σωφρονισμό. Στην προκείμενη περίπτωση η παραπονούμενη είναι ηλικίας 2½ ετών, πρόκειται δηλαδή για νήπιο με το οποίο η επικοινωνία είναι δυσχερής. Περαιτέρω, το παράπτωμα της παραπονουμένης ήτο ότι ούρησε στο όχημα της κατηγορουμένης, πράξη συνηθισμένη και φυσιολογική για παιδί τέτοιας ηλικίας. Η δε επίδικη πράξη συνίσταται σε χαστούκι που προκάλεσε στην παραπονουμένη οίδημα παρειάς και μάλιστα άφησε, για μικρό χρονικό διάστημα, εντύπωμα τριών δακτύλων. Υπό τις περιστάσεις, ιδιαίτερα ηλικία, τραυματισμό και παράπτωμα παραπονουμένης, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η επίδικη πράξη συνιστούσε σωφρονισμό. Κρίνω πως η αντίδραση της κατηγορουμένης ήτο καθ΄ όλα υπερβολική και σίγουρα ανάρμοστη, αφενός για το παράπτωμα και αφετέρου για την ηλικία της παραπονουμένης. Συγκεραστικά λοιπόν όλων των πιο πάνω ευρημάτων καταλήγω ότι το χαστούκι που η κατηγορουμένη κατάφερε στην παραπονουμένη δεν ήτο για σωφρονισμό. Περαιτέρω, το οίδημα που προκλήθηκε στην παρειά της παραπονουμένης συνιστά πραγματική σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου οδηγούν σε απόδειξη της κατηγορίας. Ό,τι παραμένει για εξέταση είναι οι προαναφερθείσες εισηγήσεις της υπεράσπισης. Κρίνω πως όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών αθροίζονται στα τρία ερωτήματα που ακολουθούν, απάντηση των οποίων καθορίζει και την τύχη της παρούσης. Τα εν λόγω ερωτήματα είναι˙ (α) είναι η επίδικη πράξη, χαστούκι στην παρειά που ως αποτέλεσμα έχει την πρόκληση τοπικού οιδήματος, επίθεση εν τη εννοία τόσο του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όσο και του άρθρου 54 του Κεφ. 352, (β) νοουμένου ότι το προηγούμενο ερώτημα απαντάται καταφατικά, ενδεχόμενη δίωξη περιορίζει τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα επιβάλλοντας επίκληση των διατάξεων του ειδικού ή επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου και, (γ) θεώρηση των πραγματικών γεγονότων καθώς και των νομικών αρχών που διέπουν την παρούσα υπόθεση αποκαλύπτει παραβίαση της συνταγματικής επιταγής για δίκαια δίκη ένεκα αποστέρησης της κατηγορουμένης ουσιαστικής υπεράσπισης, δηλαδή της αναφερόμενης στο άρθρο 54
(6)του Κεφ. 352 ως σωφρονισμού. Τα πιο πάνω ερωτήματα, με τη σειρά που έχουν τεθεί, είναι ό,τι σπεύδω τώρα να απαντήσω. Όπως ήδη ανέφερα ο συνήγορος κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η επίδικη ενέργεια, δηλαδή το χαστούκισμα της ανήλικης, ορώμενη υπό το φως του αποτελέσματος που επέφερε, οίδημα στην παρειά, δεν μπορεί να υπαχθεί στις πρόνοιες του άρθρου 54 του Κεφ. 352. Είναι αντιληπτό ότι αν τούτη η θέση ευσταθεί, παρέλκει αναγκαιότητα εξέτασης των άλλων ερωτημάτων. Η σχετική εν προκειμένω θέση της κατηγορούσας αρχής θέλει το άρθρο 54 του Κεφ. 352 να τυγχάνει εφαρμογής μόνο εκεί όπου η επίθεση είναι περιορισμένης σοβαρότητας και δεν έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Απλή και μόνο ανάγνωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 54 του Κεφ. 352 αποκαλύπτει ότι το λεκτικό του είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 1 του Children and Young Persons Act του 1933, το οποίο πραγματεύεται το σύγγραμμα Archbold's Pleading, Evidence & Practice, 33η έκδοση, 1954 (βλ. σελίδες 1068 μέχρι και 1070). Για τον ορισμό της φράσης assault, φράση η οποία εντοπίζεται τόσο στον αγγλικό όσο και στον ημεδαπό νόμο, οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος παραπέμπουν στη σελίδα 995 του ίδιου συγγράμματος όπου σχολιασμού τυγχάνει το αδίκημα της κοινής επίθεσης (common assault). Εν τούτοις, θεώρηση του θέματος υπό αυτή και μόνο τη σκοπιά κρίνω ότι είναι ημιτελής. Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33, 37 αναφέρεται ότι˙ «Στην παρούσα υπόθεση, το ενδεχόμενο πρόκλησης βλάβης είναι ουσιώδες στοιχείο της κατηγορίας. Για να καταδικαστεί κάποιος για παράβαση του άρθρου 54 του Κεφ. 352, δεν αρκεί η σκόπιμη επίθεση, κακοποίηση, αμέλεια ή εγκατάλειψη. Απαιτείται αυτή να γίνει με τρόπο που ενδεχομένως να προκαλέσει στον ανήλικο άσκοπη βλάβη στην υγεία του». Από το εν λόγω απόσπασμα επιβεβαιώνεται ότι η επίθεση, ως συστατικό στοιχείο, δεν είναι διακριτή αλλά άρρηκτα συνδεδεμένη με ενδεχόμενο πρόκλησης περιττής ταλαιπωρίας ή βλάβης στην υγεία του θύματος (in a manner likely to cause him unnecessary suffering or injury to health). Αυτή η τελευταία φράση επεξηγείται στο σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) όπου αναφέρεται ότι˙ «The Act contemplates something more than an ordinary assault» (βλ. σελ. 1070). Περαιτέρω, αξίζει να ειπωθεί ότι το σχετικό άρθρο προσδιορίζει τη βλάβη ως περιλαμβάνουσα, μεταξύ άλλων, απώλεια όρασης, ακοής, άκρου ή οργάνου του σώματος. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι τέτοια βλάβη, δηλαδή η κατονομαζόμενη στο νόμο, εκφεύγει των πλαισίων κοινής επίθεσης. Απ΄ όλα τα πιο πάνω συμπεραίνεται ότι το άρθρο 54 του Κεφ. 352 δεν περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις κοινής επίθεσης αλλά καλύπτει και επιθέσεις που ως ενδεχόμενο έχουν την πρόκληση περιττής ταλαιπωρίας ή βλάβης στην υγεία, βλάβη η οποία ενίοτε δυνατό να συνιστά, ή ακόμη και να υπερβαίνει, πραγματική σωματική βλάβη, φερειπειν απώλεια όρασης, ακοής, άκρου ή οργάνου του σώματος. Καταλήγω συναφώς ότι χαστούκι που ως απτέλεσμα έχει την πρόκληση τοπικού οιδήματος καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 54 του Κεφ. 352. Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα θεωρώ ορθή τη θέση του κου Κορέλλη ότι το Κεφ. 352 συνιστά ειδικό νόμο. Εν τούτοις αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Γενικός Εισαγγελέας υπέχει υποχρέωση επίκλησης τούτου του νόμου και όχι άλλου. Κρίνω πως αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης αγνοεί τις πρόνοιες του άρθρου 37 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1. Το σχετικό άρθρο το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο «Διατάξεις σχετικά με αδικήματα δυνάμει δυο ή περισσότερων Νόμων», προβλέπει ότι˙ «όταν πράξη ή παράλειψη αποτελεί αδίκημα δυνάμει δύο ή περισσότερων Νόμων, ο αδικοπραγήσας, εκτός αν φαίνεται το αντίθετο, θα υπόκειται σε διωγμό και τιμωρία δυνάμει εκάστου ή οποιουδήποτε από τους Νόμους αυτούς, αλλά δεν υπόκειται σε τιμωρία δύο φορές για το ίδιο αδίκημα». Στην απόφαση Louca v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 386, 400 επικαλούμενο το Ανώτατο Δικαστήριο τις πρόνοιες του άρθρου 37 του Κεφ. 1 απεφάσισε ότι ήτο καθ΄ όλα νομότυπο για την κατηγορούσα αρχή να διώξει τους κατηγορούμενους δυνάμει του Κεφ. 154 και όχι του περί Τελωνείων Νόμου, Ν. 86/72, οι διατάξεις του οποίου επίσης τύγχαναν εφαρμογής. Απάντηση στο υπό κρίση ερώτημα δίδεται και από τα λεγόμενα της απόφασης Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 377, 381 όπου λέχθηκε ότι˙ «Η εισήγηση των ευπαιδεύτων δικηγόρων των κατηγορουμένων, τόσο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και ενώπιόν μας, αναφορικά με το επίδικο αυτό θέμα, δεν παραγνωρίζει ούτε αμφισβητεί το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να προσάψει κατηγορίες εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για αδικήματα κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα γεγονότα που επικαλείται στοιχειοθετούν παράλληλα και αδικήματα κατά παράβαση των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων 1967-1991, τιμωρούμενα με μικρότερες ποινές. Εισήγηση που θα παραγνώριζε το ως άνω δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα θα ήταν εξ υπαρχής καταδικασμένη να απορριφθεί εφόσο θα προσέκρουε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Louca and another v. Republic
(1984)2 C.L.R. 386, με την οποία υιοθετήθηκε η αρχή που καθιέρωση η απόφαση τριμελούς Εφετείου στην υπόθεση Khalil Mohamed Ali Yollnes and other v. Republic
(1982)2 C.L.R. 46, σύμφωνα με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας διατηρεί το δικαίωμά του να προσάψει κατηγορίες για τα σοβαρότερα αδικήματα ανεξάρτητα αν τα γεγονότα που τα στοιχειοθετούν, στοιχειοθετούν επίσης λιγότερο σοβαρά αδικήματα κατά παράβαση ειδικού νόμου». Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι εκεί όπου τα γεγονότα μιας υπόθεσης καλύπτονται από τις διατάξεις δυο ή και περισσότερων αδικημάτων (duplicated offences) η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα για δίωξη είναι απεριόριστη και δεν κωλύεται από την ειδικότητα οιουδήποτε νόμου, όπως ούτε οιονδήποτε ευνοϊκότερων τούτου διατάξεων. Δύναται ο Γενικός Εισαγγελέας να επιλέξει οιονδήποτε αδίκημα επιθυμεί. Αναφορικά με το τελευταίο ερώτημα αξίζει να σημειωθεί ότι η ισχυριζόμενη από την υπεράσπιση παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της κατηγορουμένης για δίκαια δίκη εδράστηκε σε ένα μόνο λόγο και συγκεκριμένα ότι επίκληση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 αντί του άρθρου 54 του Κεφ. 352, στέρησε την κατηγορουμένη από ουσιαστική υπεράσπιση. Η πιο πάνω θέση καθιστά σαφές ότι η υπεράσπιση εκλαμβάνει ως δεδομένο πως το άρθρο 243 του Κεφ. 154, εν αντιθέσει με το άρθρο 54 του Κεφ. 352, δεν παρέχει ευχέρεια επίκλησης της υπεράσπισης του σωφρονισμού. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που και τα δυο άρθρα παρέχουν ευχέρεια επίκλησης της ίδιας υπεράσπισης, καμία αποστέρηση υπεράσπισης υφίσταται και συνεπώς ο ισχυρισμός περί μη δίκαιας δίκης παραμένει μετέωρος και ασύστατος. Επί του προκειμένου καθοδήγηση άντλησα από το σύγγραμμα Archbold πιο πάνω. Στη σελίδα 997, παράγραφος 1750 όπου σχολιάζεται το αδίκημα της επίθεσης αναφέρεται˙ Lawful correction.] - It is a good defence that the alleged battery was merely the correcting of a child by its parents, the correcting of an apprentice or scholar by its master, or the punishment by a proper officer of offences committed in prisons; 1 Hawk. C. 60, s. 23; c. 62, s. 2; and see Watson v. Christie, 2 B. & P. 224; provided the correction be moderate in the manner, the instrument, and the quantity of it (see ante, p. 942), or that the criminal is punished in the manner appointed by the law. It has been held that even a mayhem may be justified if done by a military officer, for disobedience of orders: Lane v. Degberg, Bull.N.P. 19a. (As to lawfulness of inflicting corporal punishment for offences in prisons, see Prison Act, 1952, s. 18). Περαιτέρω, σχετικές είναι και οι υποθέσεις The King v. Newport (Salon) Justices and others
(1929)2 K.B. 416, Mansell v. Griffin
(1908)1 K.B. 160 και Cleary v. Booth
(1893)1 Q.B. 465, οι οποίες αφορούσαν κατηγορία επίθεσης. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρεται ότι˙ «The question for us is whether the head master of a board school is justified in inflicting corporal punishment upon one of his scholars for an act done outside the limits of the school, and the appellant's counsel has in his argument relied on what might happen if a boy were not punished by the master for such acts. ..... The cases cited to us shew that the schoolmaster is in the position of the parent. What is to become of a boy between his school and his home? Is he not under the authority of his parent or of the schoolmaster? It cannot be doubted that he is; and in my opinion among the powers delegated by the parent to the schoolmaster, such a power as was exercised by the appellant in this case would be freely delegated». Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως παρότι οι εν λόγω αποφάσεις, και συνακόλουθα ο λόγος τους (ratio), χρονολογούνται, δεν σημαίνει ότι έπαυσαν να υφίστανται. Σωματική τιμωρία, υπό μορφή ποινής, κρίθηκε συμβατή των προνοιών του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 1994, re-issue volume 2 στην παράγραφο 19-188 αναφέρεται ότι˙ «In Costelloe-Roberts v. United Kingdom, The Times, March 26, 1993, E.C.H.R., it was held that corporal punishment inflicted in a private boarding school did not constitute degrading punishment under article 3 of the European Convention of Human Rights, as it did not reach the required threshold of severity: article 3 provides that no one "shall be subjected to torture or to inhuman or degrading treatment or punishment". In order for punishment to be degrading and in breach of article 3, the humiliation or debasement must attain a particular level of severity and must in any event be other than the usual element of humiliation inherent in any punishment. The assessment of that minimum level of severity depended on all the circumstances of the case. Factors such as the nature and context of the punishment, the manner and method of its execution, its duration, its physical and mental effects and, in some instances, the sex, age and state of health of the victim must all be taken into account. It was also held that there had been no breach of a person's right to respect for his private life, as guaranteed by article 8». Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι σωματική ποινή είναι επιτρεπτή ως τιμωρία, νοουμένου ότι δεν συνιστά, ως θέμα πραγματικό, εξευτελισμό και βαναυσότητα. Περαιτέρω, συνάγεται ότι γονέας μεταβιβάζει σε παιδαγωγό, διδάσκαλο κλπ τις σχετικές εξουσίες του και συνεπώς ο τελευταίος - παιδαγωγός, διδάσκαλος κλπ - έχει εξουσία τιμωρίας ανήλικου δια σωματικής ποινής. Περαιτέρω, όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι εκεί όπου κατηγορούμενο πρόσωπο είναι παιδαγωγός και αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης σε ανήλικο, συνιστά υπεράσπιση ότι η καταλογιζόμενη σε αυτόν πράξη αποτελούσε νόμιμη διόρθωση (lawful correction) ή σωφρονισμό. Εν κατακλείδι, και αναφορικά με το ερώτημα που έχει τεθεί, καταλήγω ότι εφόσον το άρθρο 243 του Κεφ. 154 δεν αποκλείει την υπεράσπιση του σωφρονισμού, και συνεπώς μπορούσε να εγερθεί στα πλαίσια της παρούσης, η κατηγορουμένη δεν στερήθηκε οιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματος και συνεπώς η σχετική θέση δεν μπορεί να επιτύχει. Έχοντας απορρίψει το σύνολο των αιτιάσεων της υπεράσπισης ό,τι απομένει είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία οδηγούν σε απόδειξη της κατηγορίας. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία που η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει έξω από κάθε λογική αμφιβολία. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο