← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Έλενας Κουμίδου, Ποιν. Υπ.: 19066/10, 10 Μαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Έλενας Κουμίδου, Ποιν. Υπ.: 19066/10, 10 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Ποιν. Υπ.: 19066/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Έλενας Κουμίδου Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Μαρτίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενη: κ. Χ. Θεοδώρου με τον κ. Μενελάου Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη σε 1 κατηγορία για απόσπαση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, σε 5 για πλαστογραφία και σε 5 για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα περί τις αρχές Απριλίου 2008 ο παραπονούμενος γνωστοποίησε στην κατηγορούμενη την πρόθεση του να εγγράψει εταιρεία. Η κατηγορούμενη προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει αφού εργαζόταν για αρκετά χρόνια πριν ως έκτακτη γραφέας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, λέγοντας του ότι γνώριζε όλες τις διαδικασίες. Του εξήγησε δε ότι θα απαιτείτο η συμπλήρωση κάποιων εντύπων, καθώς και η καταβολή ποσού €600. Μετά από λίγες ημέρες η κατηγορούμενη πήρε τις αιτήσεις στο σπίτι του παραπονούμενου ζητώντας του να συμπληρωθούν και αυτός της έδωσε €35 για να πληρωθούν τα τέλη για την εγγραφή της εταιρείας με όνομα G.P.S LTD. Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία κατά την οποίαν η κατηγορούμενη είπε στον παραπονούμενο πως αυτό το όνομα υπήρχεν ήδη και μετά από άλλες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αποφάσισαν να εγγραφεί εταιρεία με το όνομα G.T.C.S LTD. Περί τα μέσα Μαΐου 2008 η κατηγορούμενη ζήτησε και το ποσόν των €600 που είχεν αναφέρει αρχικώς και ο παραπονούμενος το έδωσε για να ολοκληρωθεί η εγγραφή. Η κατηγορούμενη υποσχέθηκε ότι θα έφερνε τα σχετικά έγγραφα. Όταν πέρασαν λίγες μέρες ο παραπονούμενος άρχισε να ζητά τα εν λόγω έγγραφα και η κατηγορούμενη στις 29.5.08 απέστειλε μέσω φαξ τα σχετικά έντυπα στο γραφείο της Μ.3, η οποία την ίδια μέρα ενέγραψε την εταιρεία G.T.C.S LTD στο Μητρώο Φ.Π.Α με βάση αυτά που παρέλαβε, ενώ και ο παραπονούμενος προχώρησε στην εγγραφή αυτοκινήτου επ' ονόματι της εταιρείας αυτής. Στις 30.5.08 η Μ.3 πήγε προσωπικά στο γραφείο της κατηγορούμενης στο Εφοριακό Συμβούλιο οπότε και παρέλαβε από αυτήν ένα φάκελο με τα έγγραφα της εταιρείας δηλαδή:
  2. i)Tο Πιστοποιητικό Σύστασης
  3. ii)Το Πιστοποιητικό Διεύθυνσης iii) Το Πιστοποιητικό Μετόχων
  4. iv)Το Πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέως
  5. v)Το Ιδρυτικό και Καταστατικό της Εταιρείας Την ίδιαν ημέρα σ' επικοινωνία που είχε με το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών η Μ.3 πληροφορήθηκε ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν ήταν έγκυρα και πιθανόν να είχαν πλαστογραφηθεί αφού τα στοιχεία που περιείχαν ανήκαν σε άλλες ήδη εγγεγραμμένες εταιρείες. Όταν παρουσιάστηκαν τα έγγραφα στον Έφορο διαπιστώθηκε πως τόσο το όνομα GTCS LTD, όσον και ο αριθμός που περιείχαν ανήκαν σε δύο ξεχωριστές εταιρείες. Η υπόθεση καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ και από περαιτέρω εξετάσεις που περιελάμβαναν και γραφολογική εξέταση με δείγματα που είχαν ληφθεί διαπιστώθηκαν τα αδικήματα του κατηγορητηρίου που αφορούν εκτός από την απόσπαση των €635 με ψευδείς παραστάσεις τις πλαστογραφίες των πέντε προαναφερθέντων εγγράφων και την κυκλοφορία τους από την κατηγορούμενη. Όταν επιστήθηκε η προσοχή στην κατηγορούμενη αυτή απάντησε "παραδέχομαι και απολογούμαι". Νομική Πτυχή: Τα σοβαρότερα από τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι οι πλαστογραφίες των εγγράφων και οι κυκλοφορίες τους, δηλαδή οι κατηγορίες 2 έως 11, για τα οποία το Π.Κ. 337 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη, ενώ για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις στο άρθρο 298 του Π.Κ. προβλέπεται φυλάκιση μέχρι και 5 έτη. Οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές συνιστούν και τη βάση από την οποία ξεκινά το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει. Τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορούμενη δεν σχετίζονται μεν με την πλαστογραφία εγγράφων των ιδιωτικών συναλλαγών (π.χ. επιταγές, πιστωτικές κάρτες, πληρεξούσια κ.λ.π.) για τα οποία ούτως ή άλλως έχει λεχθεί πως διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα και έχουν επιβληθεί επίσης αυστηρές ποινές από τα δικαστήρια (βλ. υπ. Butucaru Rares κ.α. ν. Αστυνομίας

(2008)2 ΑΑΔ 699, Girleanu v. Γεν. Εισ., Ποιν. Εφ. 182/08 και 184/08, ημερ. 13.3.09), πλην όμως τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου ανήκουν στα αδικήματα για τα οποία ο νόμος προνοεί την αυξημένη ποινή των 10 ετών συγκριτικά με την απλή πλαστογραφία για την οποία προνοεί την μικρότερη ποινή φυλάκισης των 3 ετών. Είναι σαφές πως ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει μεγαλύτερη σοβαρότητα σε τέτοιου είδους αδικήματα προφανώς θέλοντας να ενισχύσει με μεγαλύτερο κύρος τα επίσημα έγγραφα και την εμπιστοσύνη που αυτά εμπνέουν, αναγνωρίζοντας την σημασία τους στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Τέτοια έγγραφα ενδέχεται να έχουν μεταξύ άλλων και την οικονομική τους σημασία όπως π.χ. είναι και τα έγγραφα που αφορούν την σύσταση μιας εταιρείας και τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για αυτήν. Το να εμφανίζεται στις συναλλαγές ένα ανύπαρκτο στην πραγματικότητα νομικό πρόσωπο είναι κάτι που από μόνο του εμπεριέχει κινδύνους για την οικονομική πραγματικότητα ενός τόπου, όπως ήδη έχει διαφανεί στην παρούσα με την έγγραφή στο Φ.Π.Α. και με την εγγραφή περιουσίας επ' ονόματι μιας ανύπαρκτης εταιρείας. Στην υποθ. Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 72 για την πλαστογραφία και κυκλοφορία δήλωσης μεταβίβασης μετοχών επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών μετά από ακρόαση (με βάση το άρθρο 333) με την παρατήρηση μάλιστα του Εφετείου ότι ήταν επιεικής και αφού τονίστηκε με αναφορά σε παλαιότερες υποθέσεις ότι τα αδικήματα πλαστογραφίας ευρίσκονται σε έξαρση (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 216, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 286 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1). Στην υποθ. Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 για πλαστογραφία ειδικών ψηφισμάτων εταιρείας, μετά από ακρόαση και παρά την καθυστέρηση επικυρώθηκε φυλάκιση 15 μηνών. Στην Γερμανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 189/08, ημερ. 23.2.09 για κυκλοφορία πλαστού πιστοποιητικού επιτυχίας στην Αγγλική γλώσσα από πυροσβέστη επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών επίσης μετά από ακρόαση. Πιο πρόσφατα στην υπ. Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 214/09, ημ. 29.1.10 που αφορούσε επίσης πλαστογραφία επισήμων εγγράφων (κατά παράβαση του ΠΚ337) η 18μηνη ποινή αν και κρίθηκε αυστηρή δεν θεωρήθηκε υπερβολική. Στην Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 227/09, ημερ. 19.3.10 η 12μηνη φυλάκιση σε Κοινοτάρχη και Γραμματέα της ΣΠΕ για πλαστογραφία εγγράφων της ΣΠΕ η 12μηνη φυλάκισης μειώθηκε σε 6 μήνες ενόψει του ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος και των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου. Παρά την ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής εντούτοις το καθήκον για εξατομίκευση δεν ατονεί υπό τον όρο όμως ότι δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής. Στα πλαίσια αυτά προσμετρούν και λαμβάνω υπόψιν προς όφελος της κατηγορουμένης τα εξής:
  1. i)Το λευκό της ποινικό μητρώο το οποίο της δίδει το δικαίωμα να κριθεί με μεγαλύτερη επιείκεια.
  2. ii)Την συνεργασία της με την Αστυνομία, την ομολογία της και την παραδοχή της στο δικαστήριο η οποία της δίδει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή, αν και υπό τις περιστάσεις που έχει εξιχνιαστεί η υπόθεση πρέπει να παρατηρήσω πως σίγουρα είχε περιορισμένες επιλογές, αφού ήδη διαπιστώθηκε η πλαστότητα μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Δεν παραγνωρίζεται όμως πως η παραδοχή στο δικαστήριο καταδεικνύει τη μεταμέλεια της και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα. iii) Το ότι πρόκειται για μια μεμονωμένη πράξη της, χωρίς και εδώ να παραγνωρίζεται ότι υπήρξε κάποιος σχεδιασμός και κάποια εμμονή στην πραγματοποίηση αυτού που ανέλαβε χωρίς να αποσυρθεί από τον αρχικό της στόχο.
  3. iv)Το ότι η μεταμέλεια της επιβεβαιώνεται και από την αποζημίωση του παραπονούμενου, αν και ούτε αυτό το στοιχεί είναι βαρυσήμαντο κατά την επιμέτρηση (σύμφωνα με την υποθ. Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 46).
  1. v)Όσον αφορά την επίκληση καθυστέρησης στη δίωξη διευκρινίστηκε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού πριν την παρούσα είχε καταχωριστεί το 2009 η υποθ. 21835/09 η οποία παρότι είχε επιδοθεί στην κατηγορούμενη, εντούτοις λόγω μη εμφάνισης της είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης το οποίο δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί, με αποτέλεσμα ο Γενικός Εισαγγελέας να καταχωρίσει αναστολή ποινής δίωξης. Δεν διαπιστώνεται λοιπόν καθυστέρηση η οποία να οφείλεται είτε στις διωκτικές αρχές είτε στο δικαστήριο. Ανεξαρτήτως τούτου, βεβαίως υπήρξαν μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης οι οποίες θα αναφερθούν παρακάτω και θα ληφθούν δεόντως υπόψιν.
  2. vi)Λαμβάνω υπόψιν ως προς τις προσωπικές περιστάσεις τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπως αυτά έχουν επεξηγηθεί και συμπληρωθεί από τον κ. Θεοδώρου. Η κατηγορούμενη είναι σήμερα 34 ετών άγαμη και έχει μια μεγαλύτερη έγγαμη αδελφή. Ο πατέρας τους απεβίωσε (τον Μάρτιο του 2010) από καρκίνο ενώ και η μητέρα τους αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας για τα οποία έχει υποβληθεί το 2007 σε καρδιοχειρουργική επέμβαση μιτροειδούς βαλβίδας και παρουσιάζει συχνά επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας επισυνάπτονται ιατρικές γνωματεύσεις για την κατάσταση της τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2010, οι οποίες είχαν δοθεί προς υποστήριξη της αίτησης της για αλλοδαπή οικιακή βοηθό. Να προστεθεί πως η μητέρα πάσχει επιπλέον και από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και παρουσιάζει λειτουργική και κοινωνική έκπτωση σοβαρής μορφής, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του συζύγου της, ο οποίος (θάνατος) φαίνεται πως ήταν τραυματική εμπειρία τόσο για την μητέρα όσο και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η κατηγορούμενη μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο φοίτησε για ένα χρόνο σε κολλέγιο στον Κλάδο Γραμματειακών Σπουδών και αργότερα εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος σε κατάστημα υλικών οικοδομής και στη συνέχεια ως έκτακτη γραφέας στον Έφορο Εταιρειών, στα Δικαστήρια και στο Εφοριακό Συμβούλιο μέχρι το 2008, όταν και τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της αφού έγινε γνωστή η ανάμειξη της στα επίδικα αδικήματα. Για λίγο καιρό εργάστηκε σε Κλινική αλλά και πάλι τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της για τον ίδιο λόγο. Από τότε παραμένει άνεργη και ευρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση λόγω της άσχημης οικονομικής της κατάστασης. Δηλώνει ότι θα προβεί επιτακτικά σε προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας το συντομότερο δυνατό. Το τελευταίο διάστημα η εν λόγω Κλινική άρχισε να την απασχολεί περιστασιακά σε κάποιες εξωτερικές εργασίες. Όσον αφορά τα αδικήματα αναφέρεται από την ίδια πως έπραξε με επιπολαιότητα και νιώθει προσβολή καθότι έχει βιώσει τον κοινωνικό στιγματισμό. Ο συνήγορος της κ. Θεοδώρου στην δική του αγόρευσης εξήγησε πως πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό το οποίο οφείλεται κυρίως σε ασφυκτικές πιέσεις που της ασκήθηκαν από ανθρώπους του υποκόσμου για αποπληρωμή χρεών της που σχετίζονται με τον τζόγο. Οι πιέσεις αυτές την οδήγησαν να ενεργήσει παρορμητικά και με προχειρότητα αδιαφορώντας μάλιστα για την ανακάλυψη των πράξεων της. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω η κατηγορούμενη είχε κατά την επίδικη περίοδο ψυχολογική εξάρτηση από τον τζόγο, αλλά τώρα έχει επιτύχει την απεξάρτηση της από την καταστροφική αυτή συνήθεια. Σήμερα διαμένει με την 60χρονη μητέρα της προς την οποίαν (αναφέρεται ότι) είναι υποστηρικτική φροντίζοντας για την μετάβαση της για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζει τα επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής/αρρυθμίες και επιβάλλεται να εισαχθεί άμεσα στο νοσοκομείο. Έγινε επίσης επίκληση του ότι η κατηγορούμενη μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα φαίνεται να βιώνει αρκετά δύσκολες καταστάσεις εφόσον κλήθηκε να χειριστεί το πένθος του πατέρα της καθώς και τα προβλήματα υγείας και τις ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες της μητέρας της. Έχω εξετάσει με κάθε προσοχή όλα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όσα έχουν αναφερθεί από τον κ. Θεοδώρου για την κατηγορούμενη. Είναι γνωστή η αρχή πως τόσο οι προσωπικές όσο και τα τυχόν ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος λαμβάνονται υπόψιν. Όμως σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας (υπ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Η παρούσα είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις και συνεπώς η όποια εξατομίκευση δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, δηλαδή στην παρούσα ο καταρτισμός πλαστών επισήμων εγγράφων με σκοπό μάλιστα το οικονομικό όφελος (βλ. Γεν. Εισ. ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267). Οι οικονομικές δυσκολίες δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για την καταφυγή στην διάπραξη αδικημάτων, ενώ όσον αφορά τις επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου αν και συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής, όπως έχει τονιστεί στην υποθ. Domotov v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328, η οποία μάλιστα αφορούσε την ανάγκη φύλαξης των παιδιών των δύο κατηγορουμένων τα οποία στην μια περίπτωση ήταν με τη μητέρα τους η οποία έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση και στην άλλη είχαν εγκαταλειφθεί από την μητέρα τους και η 76χρονη γιαγιά που τα πρόσεχε ήταν ασθενής. Έτσι και στην παρούσα παρότι η ύπαρξη της ασθενούς μητέρας της κατηγορούμενης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, εντούτοις ο παράγοντας αυτός δεν φθάνει μέχρι του σημείου να επηρεάσει το είδος της ποινής, ιδιαίτερα συνυπολογιζόμενου και του ότι υπάρχει ακόμα μια αδελφή με την οποίαν αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη διατηρεί πολύ καλές σχέσεις, λειτουργούν υποστηρικτικά μεταξύ τους και λογικά αναμένεται ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην περίπτωση αυτή. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω έχω την γνώμη πως η μοναδική κατάλληλη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνω κατάλληλη και επιβάλλω στην κατηγορούμενη: Στην 1η κατηγορία 4 μήνες φυλάκιση. Στις κατηγορίες 2-11 φυλάκιση 9 μηνών σε κάθε κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους και να ξεκινούν από τις 4.3.11 που η κατηγορούμενη τέθηκε υπό κράτηση. Εξέτασα με προσοχή και την εισήγηση για αναστολή ενόψει των ομολογουμένως ελαστικότερων διατάξεων του Ν.186
(1)/03 καθώς και της σχετικής νομολογίας μετά την εν λόγω τροποποίηση, αλλά δεν συμφωνώ ότι με βάση τα όσα έχουν προαναφερθεί δικαιολογείται τέτοια διαταγή. Όλοι οι σχετικοί παράγοντες έχουν κατά τη γνώμη μου ληφθεί επαρκώς υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (υπ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδης, Ποιν. Εφ. 53/09 ημερ. 8.10.09). Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Τα τεκμήρια κατάσχονται. (Υπ.) ............ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.