← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2123/10, 14 Μαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2123/10, 14 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 2123/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Κωνσταντίνος ΑΝΔΡΕΟΥ
  2. Χριστόδουλος ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Κ. Σαββίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες ότι στις 8.6.2008 στην οδό Αγίου Σπυρίδωνα, στον Αστρομερίτη, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής RJ836: · Χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 49

(1)και 54 και 59 του Περί άδειας οδήγησης Νόμου 94 (ι) 2001 και ΚΔΠ 359/04 και Κ.Δ.Π. 312/07, (κατηγορία 1). · Χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο υπέρ τρίτου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια Υπέρ Τρίτου) Νόμου, 96(ι)/00 και Κ.Δ.Π. 312/07, (κατηγορία 2). · Χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72 και Κ.Δ.Π. 312/07, (κατηγορία 3). Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης λήψης απαραίτητων μέτρων από ιδιοκτήτη για αποτροπή χρησιμοποίησης μηχανοκίνητου οχήματος από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή χρησιμοποίησης του οχήματος RJ836 από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, δηλαδή από τον Κατηγορούμενο 1, κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Α, του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/00 και Κ.Δ.Π.312/07, (κατηγορία 4). Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία στη διάρκεια της οποίας έγινε και δίκη εντός δίκης σε σχέση με την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, Κωνσταντίνου Ανδρέου, η οποία τελικά με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτή και κατατέθηκε ως Τεκμήριο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν θεωρώ σωστό να την αναπαράξω. Αναφορά, όπου χρειάζεται, θα γίνει και στα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία ότι ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ. 3334 Μ. Χρίστου, δεν είδε τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής RJ836, αλλά στηρίχθηκε στη μαρτυρία/καταγγελία που του έγινε σε σχέση με το θέμα αυτό από τον Μ.Κ.2 Μιχάλη Βοσκού. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και ως τέτοιο και εύρημα του Δικαστηρίου ότι τον Κατηγορούμενο 1 ανέκοψε ο Μ.Κ.2, του ζήτησε να σταματήσει πράγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 έπραξε, ο Μ.Κ. 2 προσέγγισε το όχημα του και ενώ συνομιλούσε με τον Κατηγορούμενο 1, έβαλε το χέρι του μέσα από το ανοικτό παράθυρο του οδηγού και πήρε τα κλειδιά από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 και ακολούθως κάλεσε την Αστυνομία. Στο μέρος έφτασε ο Μ.Κ.1 ο οποίος παρέλαβε τον Κατηγορούμενο 1, ειδοποίησε τον πατέρα του και μετέφερε τον Κατηγορούμενο 1 στον Σταθμό οδηγώντας ο ίδιος το όχημα του Κατηγορούμενου 1 και ο Κατηγορούμενος 1 ήταν συνοδηγός. Από την δοθείσα μαρτυρία φαίνεται επίσης ότι ο λόγος που ο Μ.Κ.2 προέβηκε σε αυτές τις πράξεις, ήταν η πληροφόρηση που είχε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος και συνεπώς δεν είχε άδεια οδήγησης. Η πληροφόρηση του Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος, ήταν από κάποιους γνωστούς του και σε καμία περίπτωση από επίσημες πηγές, ούτε και γνώριζε την ημερομηνία γέννησης του Κατηγορούμενου
  1. Διαφάνηκε όμως, ότι τα κίνητρα του Μ.Κ.2 ήταν πολύ διαφορετικά αφού όπως ο ίδιος έχει αναφέρει εκτεταμένα κατά τη μαρτυρία του, είχε προηγούμενες διαφορές με τον Κατηγορούμενο 1 και τον πατέρα του, Κατηγορούμενο 2, σε σχέση με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 κατ΄ επανάληψη μαζί με διάφορους φίλους του στάθμευαν αυτοκίνητα απέναντι από το σπίτι του Μ.Κ.2 και σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το σπίτι του Μ.Κ.2 δεν βρίσκεται εντός του χωριού Αστρομερίτη, αλλά έξω από αυτό, και έδιναν την εντύπωση ότι παρακολουθούσαν το σπίτι του. Βέβαια, όπως ο Μ.Κ.2 έχει αναφέρει δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο 1 προς οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του ή τον ίδιο, αλλά ήταν πολύ ενοχλημένος για το γεγονός αυτό και πολλές φορές κατάγγειλε στην Αστυνομία τον Κατηγορούμενο 1, αλλά ουδέποτε μπόρεσε η Αστυνομία να συλλάβει τον Κατηγορούμενο 1 είτε να οδηγεί αυτοκίνητο, είτε να παρακολουθεί το σπίτι του. Ήταν η θέση του Μ.Κ.1 ότι όταν ο Κατηγορούμενος 1 διακομίστηκε στο Σταθμό για κατάθεση, δεν τελούσε υπό σύλληψη και ότι ο Μ.Κ.1 είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 1 να τον ακολουθήσει στο Σταθμό, πράγμα που ο Κατηγορούμενος 1 έπραξε με τη θέληση του. Ήταν επίσης θέση του Μ.Κ.1 ότι ειδοποίησε τηλεφωνικά τον πατέρα του Κατηγορούμενου 1 και Κατηγορούμενο 2 να προσέλθει στο Σταθμό και να φέρει μαζί του όλα τα πιστοποιητικά και έγγραφα σε σχέση με το εν λόγω όχημα, πράγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 έπραξε και ότι σε καμία περίπτωση δεν λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 χωρίς να είναι παρών ο Κατηγορούμενος 2, πατέρας και κηδεμόνας του. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, σε σχέση με την ανακριτική κατάθεση που έλαβε ο Μ.Κ.1 από τον Κατηγορούμενο 1, έγινε δίκη εντός δίκης, καθότι θέση του συνηγόρου υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 ήταν ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 ο οποίος ήταν ανήλικος λήφθηκε στην απουσία του πατέρα του, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε παράνομα υπό σύλληψη και ότι ήταν προϊόν εκμαίευσης μετά από υπόσχεση που δόθηκε από τον Μ.Κ.1 στον Κατηγορούμενο 1 ότι δεν θα καταχωρείτο οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον του, παρά μόνο θα του γινόταν κάποια παρατήρηση. Όπως έχει ήδη επίσης αναφερθεί, το Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, αποδέχθηκε την κατάθεση της εν λόγω κατάθεσης, η οποία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο. Βασική θέση της υπεράσπισης η οποία είχε τεθεί από την αρχή είναι ότι όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, καθώς επίσης και η οποιαδήποτε λήψη μαρτυρίας έγινε σε σχέση με αυτή την υπόθεση, θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο και να απορριφθούν, αφού έχουν γίνει κατά παράβαση Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 1 και ειδικότερα: · Η οποιαδήποτε ενέργεια του Μ.Κ.2 αρχικά να ανακόψει τον Κατηγορούμενο 1 και ακολούθως να του πάρει από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου του τα κλειδιά, έγιναν καθ΄ υπέρβαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου
  2. · Ο Μ.Κ.2 δεν είχε κανένα δικαίωμα να ανακόψει τον Κατηγορούμενο 1 χωρίς να γνωρίζει με βεβαιότητα κατά πόσο ήταν ανήλικος ή όχι, μόνο και μόνο επειδή είχε πληροφόρηση ότι ήταν ανήλικος. · Ο Μ.Κ.2 με την ενέργεια του να ανακόψει τον Κατηγορούμενο 1 ουσιαστικά προέβηκε σε σύλληψη του η οποία ήταν παράνομη αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που το άρθρο 15 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προνοεί σε σχέση με σύλληψη ατόμου από ιδιώτη. · Η παράνομη αυτή ενέργεια του Μ.Κ.2 συμπαρασύρει σε ακυρότητα οτιδήποτε έγινε μετέπειτα, δηλαδή την μεταφορά του Κατηγορούμενου 1 στο Σταθμό και τη λήψη κατάθεσης από αυτόν δεδομένου πάντα ότι ο Μ.Κ.1 ο οποίος προέβηκε στις πιο πάνω ενέργειες βασίστηκε στη μαρτυρία - καταγγελία του Μ.Κ.2 και σε καμιά περίπτωση ο ίδιος δεν είχε δει τον Κατηγορούμενο 1 να διαπράττει οποιοδήποτε αδίκημα. · Ο Μ.Κ.2 προέβηκε σε παράνομη σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 και/ή σε παράνομη κατακράτηση της περιουσίας των Κατηγορουμένων 1 και 2, κινούμενος από αλλότριους σκοπούς οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τα κατ΄ ισχυρισμό αδικήματα που αποδίδονται στους Κατηγορουμένους 1 και
  3. · Η μεταφορά του Κατηγορούμενου 1 στο Σταθμό από τον Μ.Κ.1 και πάλι αποτελούσε σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 για την οποία δεν υπήρχε καμία υπόνοια και/ή μαρτυρία αφού όλα τα προηγηθέντα έγιναν κατά παράβαση Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 1 ως ανωτέρω. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση που οι θέσεις του συνηγόρου ευσταθούν, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από την απαλλαγή και αθώωση και των δύο Κατηγορουμένων και αυτό είναι το θέμα που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Είναι η θέση μου, με βάση την ουσιαστικά αναντίλεκτη μαρτυρία, ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Μ.Κ.2 ανέκοψε τον Κατηγορούμενο 1, τον σταμάτησε, τον εμπόδισε ουσιαστικά να φύγει από το μέρος και του πήρε και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, ουσιαστικά καταδεικνύουν ότι το εν λόγω πρόσωπο έθεσε τον Κατηγορούμενο 1 υπό σύλληψη ή τουλάχιστον παρεμπόδισε την προσωπική του ελευθερία. Σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)(α) και (β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κάθε ιδιώτης μπορεί χωρίς ένταλμα να συλλάβει πρόσωπο το οποίο διαπράττει στην παρουσία του αδίκημα τιμωρούμενο με θανατική ποινή ή φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή να συλλάβει πρόσωπο το οποίο εύλογα υποπτεύεται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα που τιμωρείται ως ανωτέρω αν το πρόσωπο που προβαίνει στη σύλληψη έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι αυτός που θα συλληφθεί δυνατό να διαφύγει την τιμωρία. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία ο Μ.Κ.2 προέβηκε σε σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, γνώριζε από πληροφόρηση ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ανήλικος και συνεπώς δεν είχε άδεια οδηγού, ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε οτιδήποτε για το θέμα ασφάλειας, αλλά επειδή τα δύο αδικήματα είναι μεταξύ τους αλληλένδετα θεωρώ ότι μπορούν να εξεταστούν μαζί. Σύμφωνα με τον Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο 94
(1)/2001 απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Πρόσωπο το οποίο οδηγεί όχημα σε δρόμο χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1000 λίρες (ως ήταν τότε) ή και στις δύο αυτές ποινές. Άδεια οδήγησης σύμφωνα με τον ίδιο Νόμο, χορηγείται σε άτομο που έχει συμπληρώσει ηλικία 17 ετών σε ότι αφορά μοτοποδήλατα και 18 ετών σε ότι αφορά μηχανοκίνητα δίκυκλα και αυτοκίνητα σαλούν. Σύμφωνα με το Νόμο που προνοεί για την Υποχρεωτική Ασφάλιση για Ευθύνη έναντι Τρίτου, πρόσωπο το οποίο οδηγεί χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου τιμωρείται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1000 λίρες (ως ήταν τότε) ή και στις δύο αυτές ποινές και θα στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδήγησης. Προκύπτει δηλαδή σαφέστατα ότι τα αδικήματα που ο Μ.Κ.2 θεώρησε ότι διέπραξε ο Κατηγορούμενος 1, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης κατώτερη των δύο ετών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)(α) και (β), του Κεφ.
  1. Επομένως, η σύλληψη και κατακράτηση του Κατηγορούμενου 1 από τον Μ.Κ.2 δεν ήταν νόμιμη σε καμία περίπτωση, πόσο μάλλον η πράξη του να κατακρατήσει τα κλειδιά του οχήματος του Κατηγορούμενου 1 μέχρι να έρθει στο μέρος ο Μ.Κ.
  2. Καθίσταται επίσης σαφές ότι ο Μ.Κ.1 όταν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1 να τον ακολουθήσει στο Σταθμό, πάντοτε σύμφωνα με την άποψη μου επίσης αποτελεί στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του Κατηγορούμενου 1 η οποία έχει γίνει συνεπεία και πάλι παράβασης του δικαιώματος της προσωπικής του ελευθερίας, αφού ο Μ.Κ.1 δεν είχε καμία προσωπική διαπίστωση διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος από τον Κατηγορούμενο 1, παρά μόνο βασίστηκε στα όσα ο Μ.Κ.2 είχε διαπιστώσει τα οποία όπως έχω αναφέρει ως προϊόντα συνταγματικής παράβασης δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου 1 δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. Οι αρχές που διέπουν το θέμα, δηλαδή των αποτελεσμάτων παράνομης πράξης είναι πολύ καλά γνωστές και δεν χρήζουν καμίας αμφιβολίας. Οτιδήποτε είναι αποτέλεσμα παράνομης πράξης και οποιαδήποτε μαρτυρία έχει εξασφαλιστεί συνεπεία παρανομίας είναι μολυσμένη και δεν έχει καμία αποδεικτική ισχύ αφού η Νομολογία επιβάλλει όπως σε περίπτωση παραβίασης συνταγματικών διατάξεων και δη θέματα προσωπικής ελευθερίας δεν υπάρχει η δυνατότητα αποδοχής μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αντίθετα είναι υποχρέωση των Δικαστηρίων να αποκλείουν από τη μαρτυρία αποδεικτικά στοιχεία που αποτελούν προϊόν παραβίασης του δικαιώματος προσωπικής ελευθερίας Κατηγορουμένου όπως επίσης και στοιχείων αιτιωδώς συναφών προς την παραβίαση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Police v. Georghiades
(1983)2 CLR 33, Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR 65, Merthodja v.Police
(1987)2 CLR 227, Αστυνομία ν. Χριστόδουλος Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, στην παρούσα περίπτωση τα όσα έχουν γίνει από τον Μ.Κ.2 τα οποία έχουν όπως έχω αναφέρει γίνει κατά παράβαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας του Κατηγορούμενου 1 δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα έχουν γίνει από τον Μ.Κ.1 εφόσον αποτελούν συνέχεια των παρανόμων ενεργειών και πράξεων του Μ.Κ.
  2. Η πιο πάνω θέση μου καταδεικνύει και την κατάληξη της παρούσα υπόθεσης που δεν είναι άλλη από την αθώωση και απαλλαγή και των δύο Κατηγορουμένων από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.