← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 228/09, 14 Μαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Χρυσάνθου, Αρ. Υπόθεσης: 228/09, 14 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 228/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Χρυσάνθου Κατηγορούμενος ------------------------------- Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κος Νεοφύτου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα του άρθρου 149

(6)(β) του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Τηλεπικοινωνιών Υπηρεσιών Νόμου, Ν.112(Ι)/04, ήτοι˙ αποστολή μηνύματος ενοχλητικού χαρακτήρα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς είναι εν πολλοίς παραδεκτά εφόσον οι συνήγοροι των δυο πλευρών προέβησαν σε εκ συμφώνου κατάθεση σωρείας εγγράφων για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Από τα παραδεχτά γεγονότα συνάγεται ότι την 25/07/07 ο Νικόλας Ξυνιάτος (στη συνέχεια παραπονούμενος) υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία ότι ελάμβανε ενοχλητικά τηλεφωνήματα. Παρακολουθήθηκε ο αριθμός τηλεφώνου του από τη CYTA, δημόσιο εν προκειμένω δίκτυο επικοινωνίας, σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός, και αποκαλύφθηκε ότι˙ μεταξύ 16/04/07 με 04/06/07 έλαβε δεκατρία τηλεφωνήματα από το τηλέφωνο με αριθμό 99481362, ενώ μεταξύ 15/04/07 με 14/05/07 έλαβε πέντε τηλεφωνήματα από τον αριθμό 99518774 (βλ. τεκμήριο 3). Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των δυο αυτών αριθμών τηλεφώνου είναι˙ του πρώτου η Έλενα Χρυσάνθου, εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορουμένου, και του δεύτερου η Δέσπω Χαραλάμπους, αδελφότεκνη του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα). Σε κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο ίδιος είναι ο κάτοχος και χρήστης του τηλεφώνου με αριθμό 99481362. Δέχεται περαιτέρω ότι ο ίδιος είναι που τηλεφώνησε στον παραπονούμενο, τόσο από τον αριθμό 99481362 όσο και από τον αριθμό 99518774, προβάλει όμως τον ισχυρισμό ότι ο λόγος που έπραξε τούτο ήτο για να ζητήσει από τον παραπονούμενο να σταματήσει να ενοχλά τη μητέρα του, ενώ αναφέρει περαιτέρω ότι η σύζυγος του παραπονουμένου είναι η φίλη του. Σημειώνεται ότι σε δεύτερη κατάθεση που έδωσε ο παραπονούμενος αναγνώρισε τις προαναφερόμενες δεκαοκτώ κλήσεις, αντικείμενο των κατηγοριών ένα και δυο, ως ενοχλητικές. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ορθό να σχολιάσω ό,τι σχετικό του επίδικου άρθρου. Η παράγραφος (β) του εδαφίου
(6)του άρθρου 149 αναφέρει ότι˙ «πρόσωπο το οποίο αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες». Συστατικά λοιπόν στοιχεία είναι η επίμονη χρήση δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή ανησυχίας. Η επίμονη χρήση εκλαμβάνεται να σημαίνει˙ αφενός εμμονή και εντονότητα και συγκεκριμένα επαναλαμβανόμενη χρήση του δικτύου σε τέτοιο βαθμό που συνάγεται ενόχληση ή παρενόχληση ή ανησυχία. Μπορεί να πει κανείς ότι ένας μεγάλος αριθμός τηλεφωνημάτων σε μια συγκεκριμένη ημέρα ή έστω μικρή χρονική περίοδο, καταδεικνύει αφεαυτού επίμονη χρήση με σκοπό την ενόχληση ή παρενόχληση. Από την άλλη επίμονη χρήση δυνατό να προκύπτει και από πολύ μικρό αριθμό τηλεφωνημάτων, νοουμένου ότι ο παραλήπτης των τηλεφωνημάτων καθιστά σαφές στον αποστολέα ότι το τηλεφώνημά του είναι ανεπιθύμητο. Επί του προκειμένου σημειώνω ότι˙ ενίοτε ενόχληση συνιστά και ένα μόνο τηλεφώνημα για το οποίο γνωρίζει ο αποστολέας ότι είναι ανεπιθύμητο, λόγου χάριν όπου το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος είναι προσβλητικού ή υβριστικού περιεχομένου, άλλοτε ενόχληση συνιστά ο χρόνος του τηλεφωνήματος, φέρειπειν προχωρημένη ώρα και τέλος, ενόχληση συνιστά και αυτή καθεαυτή η επίμονη διενέργεια τηλεφωνήματος, δηλαδή επαναλαμβανόμενη κλήση ενός αριθμού. Όπως προανέφερα, σε αυτή την τελευταία περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι όπου αποδεικνύεται αριθμός τηλεφωνημάτων, ο οποίος αντικειμενικά κρινόμενος καταδεικνύει επιμονή, εξάγεται συμπέρασμα ενόχλησης εφόσον η επιμονή δεν τυγχάνει άλλης λογικής εξήγησης. Από την άλλη στις δυο πρώτες περιπτώσεις το περιορισμένο των τηλεφωνημάτων αποκλείει συμπέρασμα επιμονής. Εν τούτοις ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις όταν η μαρτυρία φανερώνει ότι εξαρχής ο κατηγορούμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ή του γνωστοποιήθηκε στην πορεία ότι τα τηλεφωνήματά του, έστω σποραδικά, είναι ανεπιθύμητα, συνέχιση διενέργειας κλήσεων και δη σε μεταμεσονύκτιες ώρες η με προσβλητικό περιεχόμενο, καταδεικνύει επιμονή και κατ΄ επέκταση ενόχληση. Στην προκείμενη περίπτωση τόσο τα τηλεφωνήματα της πρώτης κατηγορίας όσο και της δεύτερης, δεν αποδεικνύουν αφεαυτών επιμονή. Στην πρώτη περίπτωση είναι 13 τηλεφωνήματα που αφορούν την περίοδο από 16/04/07 μέχρι και 04/06/07, ενώ στη δεύτερη είναι 5 τηλεφωνήματα που αφορούν την περίοδο από 15/04/07 μέχρι και 14/05/
  1. Περαιτέρω διερεύνηση των εν λόγω τηλεφωνημάτων (βλ. τεκμήριο 3) αποκαλύπτει ότι μόνο σε μια περίπτωση δέχθηκε ο παραπονούμενος δυο τηλεφωνήματα σε μια ημέρα (βλ. ημερ. 02/05/07) ενώ τα υπόλοιπα είναι διασκορπισμένα στις υπόλοιπες ημερομηνίες. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι κάποια εκ των τηλεφωνημάτων διενεργήθηκαν σε σχετικά προχωρημένη ώρα δηλαδή 20:39, 21:38, 21:45, 22:06, 22:30, 22:41 και 23:
  2. Εν τούτοις, και πάλι κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η διενέργεια και μόνο των επίδικων τηλεφωνημάτων δεν οδηγεί σε συμπέρασμα επίμονης ενόχλησης. Διαφωνώ εν προκειμένω με τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ενόχληση αποδεικνύεται υποκειμενικά, σύμφωνα δηλαδή με ότι αναφέρει ο εκάστοτε παραπονούμενος. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε τέτοιο συμπέρασμα αναμένεται να συνδεθεί το τηλεφώνημα, έστω και ένα, με άλλη ενοχλητική ενέργεια λόγου χάριν˙ εξύβριση, απειλή, ή ακόμη επίστηση της προσοχής του αποστολέα του τηλεφωνήματος ότι τα τηλεφωνήματα του είναι ανεπιθύμητα. Εδώ εν προκειμένω εντοπίζεται και το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή˙ είχαν τα επίδικα τηλεφωνήματα περιεχόμενο και αν ναι, ποιο και περαιτέρω, είχε βάσιμο λόγο ο κατηγορούμενος να απευθύνει τα εν λόγω τηλεφωνήματα στο Μ.Κ.1, και αν ναι ποιο; Είναι με βάση τα πιο πάνω επίδικα θέματα που κρίνεται η αξιοπιστία των παραπονούμενου και κατηγορούμενου, χωρίς πάντα να παραγνωρίζεται ότι η αξιολόγηση μάρτυρα επιτυγχάνεται όχι μόνο με ατομική εξέταση των ισχυρισμών του αλλά και κατόπιν αντιπαραβολής και διερεύνησης των ισχυριζομένων ενός εκάστου με την αντικειμενική υπόσταση του μαρτυρικού υλικού στο σύνολό του. Έχοντας υπ΄ όψιν μου όλα τα πιο πάνω αναφέρω ότι ο παραπονούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατ΄ αρχάς, ήτο διστακτικός στις απαντήσεις του αφήνοντας να νοηθεί ότι έκρυβε από το Δικαστήριο ουσιώδεις πτυχές των γεγονότων που περιβάλλουν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Δεν παραλείπω ακόμη ότι με την υποβολή του παραπόνου (βλ. τεκμήριο 8) ανέφερε ότι δεν υποψιάζετο κανένα, στη συνέχεια (βλ. τεκμήριο 9), όταν πλέον αναγνώρισε τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορουμένου ανέφερε ότι με τον τελευταίο είχε επαγγελματικές διαφορές. Κατά την ακροαματική διαδικασία διεφάνη ότι οι διαφορές δεν ήτο επαγγελματικές αλλά προσωπικές, όπως δηλαδή απεκάλυψε ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του από την πρώτη στιγμή, δηλαδή ότι η σύζυγος του παραπονουμένου είναι η φίλη, νοείται η ερωμένη, του κατηγορουμένου. Πέραν τούτου όμως, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το περιεχόμενο των τηλεφωνημάτων ήτο υβριστικό. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τις ύβρεις, δηλαδή το αντικείμενο των τηλεφωνημάτων, ανέφερε ότι δεν ενθυμάτο. Ό,τι λοιπόν προκαλεί έκπληξη είναι˙ αφενός η απόκρυψη τόσο από την αστυνομία όσο και από το Δικαστήριο του γεγονότος ότι με τον κατηγορούμενο είχε σοβαρές προστριβές οικογενειακής και προσωπικής υφής και αφετέρου, ότι ενώ ισχυρίζεται ότι ο αποστολέας των τηλεφωνημάτων τον εξύβριζε ούτε στην αστυνομία αλλά ούτε και στο Δικαστήριο κατονόμασε τον κατηγορούμενο ως τον εν λόγω αποστολέα. Θα ανέμενε κανείς ότι εφόσον ο παραπονούμενος γνώριζε τον κατηγορούμενο από προηγούμενη επαγγελματική συνεργασία θα ήτο εις θέση να αναγνωρίσει τη φωνή του όταν τον εξύβριζε και από την πρώτη στιγμή να δήλωνε την υποψία του στην αστυνομία, ιδιαίτερα λόγω της σοβαρής οικογενειακής και προσωπικής αντιπαράθεσης που είχαν. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο παραπονούμενος δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Πλην του ότι δέχθηκε τα εν λόγω τηλεφωνήματα, παραδεκτό άλλωστε γεγονός, δεν μπορώ να δεχθώ ότι περιεχόμενο τούτων των τηλεφωνημάτων ήτο η εξύβριση του παραπονουμένου. Από την άλλη, εξυπηρέτηση ίδιου συμφέροντος εντοπίζεται και στη μαρτυρία του κατηγορουμένου, για τους ίδιους άλλωστε λόγους που αφορούν τον παραπονούμενο. Εν τούτοις οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου παρέμειναν σταθεροί και ακλόνητοι ενώ δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι από την πρώτη στιγμή δέχθηκε ότι ο ίδιος είναι ο αποστολέας των εν λόγω τηλεφωνημάτων και περαιτέρω ότι ο λόγος που απηύθυνε τούτα στον παραπονούμενο ήτο για να σταματήσει να ενοχλεί τη μητέρα του. Η αποκάλυψη του κατηγορουμένου, ό,τι σχετικό των προσωπικών θεμάτων που αφορούν τον ίδιο και τον παραπονούμενο, συνοδευόμενη με παραδοχή διενέργειας των τηλεφωνημάτων, καταδεικνύει την πρόθεσή του για αποκάλυψη της αλήθειας και καθιστά τη μαρτυρία του αληθοφανή και αξιόπιστη. Δεν μπορεί ακόμη να αγνοηθεί ότι παρά την επίμονη αντεξέταση που έτυχε από το συνήγορο κατηγορούσας αρχής ο κατηγορούμενος όχι μόνο παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του, έδωσε και πειστικούς λόγους για τις όποιες ενέργειές του. Ανέφερε εν προκειμένω ότι δεν κατήγγειλε τις απειλές που λάμβανε η μητέρα του καθ΄ ότι τις θεωρούσε κενές περιεχομένου, ό,τι όμως τον προβλημάτιζε ήτο η ανησυχία της μητέρας του. Ύποπτο για τον κατηγορούμενο πρόσωπο, εν σχέσει με τις απειλές, δεν ήτο μόνο ο παραπονούμενος αλλά και ο αδελφός της φιλενάδας του, καθώς και ο πατέρας της. Επεξήγησε περαιτέρω ότι συναντήθηκε με τον αδελφό, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν έκανε ο ίδιος τα απειλητικά τηλεφωνήματα. Ανέφερε δε ότι με τον πατέρα της κοπέλας δεν επεδίωξε συνάντηση καθ΄ ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Γι΄ αυτούς λοιπόν τους λόγους προσπαθούσε να επικοινωνήσει μόνο με τον παραπονούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω τον κατηγορούμενο αξιόπιστο και αποδέχομαι ότι ο λόγος που τηλεφώνησε στον παραπονούμενο ήτο για να του ζητήσει να μην ενοχλά τη μητέρα του. Συγκεραστικά όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι τα επίδικα στις δυο κατηγορίες τηλεφωνήματα έγιναν από τον κατηγορούμενο. Βρίσκω εν τούτοις ότι τίποτα δεν διαμείφθηκε μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονουμένου, καθ΄ ότι, ως ανέφερε ο κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος έκλεινε το τηλέφωνο. Παρεμβάλλω εδώ πλείστα τόσα των 18 τηλεφωνημάτων καταδεικνύουν, σύμφωνα με το τεκμήριο 3, συνομιλία μερικών δευτερολέπτων και εν πάση περιπτώσει όχι πέραν του ενός λεπτού. Δοθέντος ότι οδηγίες του παραπονουμένου ήτο απάντηση των τηλεφωνημάτων και κατ΄ επέκταση πληκτρολόγηση συγκεκριμένου κωδικού αριθμού, δεν θεωρώ ότι διαφοροποιείται το συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί μη συνομιλίας των δυο, κατηγορούμενου και παραπονούμενου. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος τηλεφωνούσε στον παραπονούμενο ήτο για να του ζητήσει να μην ενοχλά τη μητέρα του. Ως εκ των πιο πάνω, και εφόσον στην προκείμενη περίπτωση ο αριθμός των τηλεφωνημάτων δεν αποδεικνύει αφεαυτού επίμονη ενόχληση, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το εν λόγω συστατικό στοιχείο τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη κατηγορία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις δυο κατηγορίες. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.