Επί τοις Αφορώσι τον Λουκή Λουκαϊδη, Αρ υποθ. 1/11, 18 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αρ υποθ. 1/11 Επί τοις Αφορώσι τον Λουκή Λουκαϊδη, δικηγόρο Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Κατηγορούμενος παρών, δι' αυτόν ο κ. Χρίστος Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της καταφρόνησης του Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 44
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος την 7.1.11 εντός της αιθούσης Δικαστηρίου, μέσα στα πλαίσια διαδικασίας απεκάλεσε τον δικαστή «ακατάλληλο πρόσωπο για να είναι δικαστής» και ακολούθως αμέσως μετά απεχώρησε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Να σημειωθεί ότι αποχωρώντας από το Δικαστήριο είπε στον Δικαστή ότι θα τον καταγγείλει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου με επιστολή του ημερομηνίας 25.2.11 διόρισε δυνάμει του άρθρου 44 του άνω νόμου το παρών Δικαστήριο δια να εκδικάσει το πιο πάνω πλημμέλημα. Την 8.3.11 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για απάντηση ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου ζήτησε χρόνο ώστε να εξετάσει θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου εκδίκασης της υπόθεσης συνεπεία του άρθρου 44
(9)του Ν.14/
- Το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα αναβολής και όρισε την υπόθεση δια την 16.3.11 ότε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Κατηγορουμένου προέβη στις εισηγήσεις που θα αναφερθούν πιο κάτω. Να σημειωθεί ότι εφοδίασε το Δικαστήριο και με την αγόρευση του σε γραπτή μορφή. Οι εισηγήσεις του συνηγόρου είναι οι ακόλουθες και αναφέρονται συνοπτικά.
- Το «παραπονούμενο» Δικαστήριο την 7.1.11 επέλεξε και κατήγγειλε την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 44
(9)(βλ. πρακτικό δικαστηρίου ημερ 7.1.11) και συνεπώς το θέμα έληξε εκεί. Η διαδικασία που ακολούθησε το πιο πάνω Δικαστήριο εν συνεχεία, ήτοι να ενεργοποιήσει τη διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 44
(3)έως
(8)είναι καθ' υπέρβαση εξουσίας και καθυστερημένη. 2. Δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται από το άρθρο 44
(1)(α),
(3)έως
(8)με αποτέλεσμα την εκθεμελίωση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εισήγηση αυτή με βάση το άρθρο 44
(3)έπρεπε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαδραματίσθησαν το γεγονότα αυθημερόν να παραπέμψει το θέμα στο Ανώτατο Δικαστήριο, αφού πρώτα ενημερώνετο ο «πταίστης» και ακολούθως να παραπεμφθεί σε άλλο δικαστή προς εκδίκαση. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ενώ έπρεπε να παραπεμφθεί το θέμα στο Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 7.1.11 και την ίδια ημέρα ενώπιον του δικαστηρίου που θα εκδίκαζε, τελικά απεστάλη ειδοποίηση στον κατηγορούμενο στις 3.3.11 να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για τα περαιτέρω δυνάμει του άρθρου 44
(1)(α)
(7)του Ν.14/
- Εφόσον λοιπόν η διαδικασία που τηρήθηκε μέχρι την ειδοποίηση ημερ. 3.3.11 ήταν αντίθετη με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, στερεί το παρόν δικαστήριο από την απαραίτητη δικαιοδοσία να επιληφθεί περαιτέρω του όλου θέματος.
- Δεν έχει θεσπιστεί διαδικαστικός κανονισμός σύμφωνα με το άρθρο 44
(8)και συνεπώς πάσχει ο διορισμός του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης Πρόεδρος άλλου Δικαστηρίου για ευνόητους λόγους. 4. Η συμπεριφορά για την οποία ο κατηγορούμενος παρεπέμφθει σε εκδίκαση είναι λόγια ή συμπεριφορά εν τη εννοία του άρθρου 44
(9)του Ν.14/60 από δικηγόρο ο οποίος προέβαλε εκ μέρους του διαδίκου πελάτη που εκπροσωπούσε τους ισχυρισμούς ή θέσεις του. Είναι δικαίωμα του συνηγόρου να ζητήσει εξαίρεση του δικαστή εάν πιστεύει ότι το Δικαστήριο ενήργησε με προκατειλημμένο τρόπο, τα λόγια και η συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστούσαν στην πραγματικότητα, προβολή των θέσεων του πελάτη και ακριβώς λίγες μέρες μετά κατεχωρήθει σχετικό γραπτό αίτημα. Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή όλες τις εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένου. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προβλέπεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Ν 14/60 όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα από το άρθρο 44
(1)(α). Το ίδιο άρθρο στο εδάφιο
(9)προβλέπει τα ακόλουθα: «Για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης δικηγόρου και του δικαιώματος δίκαιης δίκης διαδίκου τον οποίο δικηγόρος εκπροσωπεί, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)λόγια ή συμπεριφορά από μέρους δικηγόρου όταν εμφανίζεται σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου και προβάλλει εκ μέρους του διάδικου που εκπροσωπεί τους ισχυρισμούς ή θέσεις του, ή προσάγει μέσα απόδειξης ή εξετάζει ή αντεξετάζει μάρτυρες. Νοείται ότι η έλλειψη σεβασμού δικηγόρου προς οποιοδήποτε δικαστή, με λόγια ή συμπεριφορά στις περιπτώσεις που αναφέρονται πιο πάνω, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα το οποίο, το δικαστήριο ενώπιο του οποίου διαπράχθηκε, δύναται να το καταγγείλει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του περί Δικηγόρων Νόμου, το οποίο εξετάζει την καταγγελία κατά προτεραιότητα». Από το πρακτικό της 7.1.11 στην υπόθεση 8270/10 που είναι σχετικό με το εξεταζόμενο θέμα φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος στην αίθουσα του Δικαστηρίου προτού ακόμα καταχωρηθεί στον Πρωτοκολλητή διοριστήριο του στην άνω υπόθεση προέβη σε αίτημα εξαίρεσης του δικαστή διότι κατά τον ίδιο «μιλούσε κατά τρόπο προκατειλημμένο ο οποίος τους θύμωσε και τους είπε απειλητικά μπάτε μέσα στο Δικαστήριο». Εν συνεχεία το δικαστήριο θεώρησε ότι τα πιο πάνω «θα πρέπει να τεθούν ενώπιο του αρμοδίου οργάνου για να εξετάσει κατά πόσο απ' αυτή τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τη στάση του προκύπτει οτιδήποτε το επιλήψιμο από πειθαρχική άποψη». Κάλεσε αμέσως μετά τον Κατηγορούμενο αν έχει οτιδήποτε να αναφέρει και τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να θέτει τις δικές του θέσεις, εκ νέου το αίτημα για εξαίρεση του Δικαστή και την όλη αντιμετώπιση του θέματος από δική του σκοπιά. Το Δικαστήριο τον κάλεσε να ομιλεί πιο αργά ώστε να καταγράφονται τα όσα έλεγε. Τότε ακολούθησε η συμπεριφορά αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης η οποία έχει ως ακολούθως: «κ. Λουκαϊδης: Μην με διακόπτεις όπως εσείς δεν θέλετε να σας διακόπτω. Η στενογράφος δεν έδειξε να διαμαρτύρεται. Δικαστήριο: Πρόθεση του Δικαστηρίου είναι να καταγράφονται επ' ακριβώς αυτά που λέτε. κ. Λουκαϊδης: O Δικαστής είναι ακατάλληλος να είναι δικαστής και γι' αυτό θα φύγω από το Δικαστήριο σας. Θα σας καταγγείλω στο Δικαστικό Συμβούλιο. (Ο κ. Λουκαϊδης αποχωρεί από την αίθουσα)». Όπως είναι γνωστό «την μόνη αυθεντική εικόνα δικαστικής διαδικασίας παρέχουν τα πρακτικά του δικαστηρίου και σ' αυτά εφαρμόζεται το τεκμήριο της κανονικότητας». (Βλ. Μορφίτης ν Δήμου Λεμεσού
(2002)2 Α.Α.Δ 375, Σιακατίδου
(2009)1(Β) Α.Α.Δ 992,998). Με δεδομένα τα πιο πάνω, ήτοι ακόμη τη μη νομότυπη εμφάνιση του Κατηγορουμένου δικηγόρου στην υπόθεση 8270/10 και συνεπώς τη μη νομιμοποίηση του να εκπροσωπεί διάδικο, το αίτημα εξαίρεσης του δικαστού ως προκατειλημμένου και η παράκληση του δικαστού να ομιλεί πιο αργά ώστε να καταγράφονται τα όσα έλεγε ο Κατηγορούμενος από τη στενογράφο, πραγματικά αδυνατώ να αντιληφθώ πώς τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος πιο πάνω δια τον δικαστή και αμέσως μετά να εγκαταλείψει την αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς άδεια απειλώντας μάλιστα το δικαστή με καταγγελία στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, συνάδουν με «προβολή εκ μέρους του διαδίκου ισχυρισμών ή θέσεων του». Τι σχέση μπορεί να έχει αίτημα δια εξαίρεση δικαστού επί τη βάση ότι είναι προκατελειμμένος, με τη φράση του Κατηγορούμενου «ο δικαστής είναι ανίκανος να είναι δικαστής». Επίσης τι ισχυρισμούς ή θέσεις προέβαλλε δια τον πελάτη του διάδικο ο Κατηγορούμενος όταν εγκατέλειπε την αίθουσα του Δικαστηρίου χωρίς άδεια. Είμαι της γνώμης ότι σε καμία περίπτωση η άνω συμπεριφορά και λόγια καλύπτονται από το εδάφιο 9 του άρθρου 44. Αβάσιμη επίσης είναι και η εισήγηση ότι επειδή το Δικαστήριο αμέσως μετά την άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, έδωσε οδηγίες ώστε τα πρακτικά να αποσταλούν στο Γενικό Εισαγγελέα για εξέταση για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, το θέμα έληξε εκεί. Το ότι παρεπέμφθηκαν τα πρακτικά ως ανωτέρω δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο απεφάσισε ότι οι ενέργειες του Κατηγορουμένου ως ανωτέρω έχουν εκτεθεί, συνιστούσαν πειθαρχικό παράπτωμα εν τη εννοία του εδαφίου
(9)και πολύ περισσότερο η τυχόν παραπομπή του Κατηγορουμένου από τον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων δεν συνεπάγεται ακύρωση της παρούσας διαδικασίας. Δεν εμποδίζεται η παράλληλη εξέταση του θέματος από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 44 και από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων βάσει του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 εφόσον δεν εφαρμόζεται το εδάφιο
(9)όπως στην παρούσα περίπτωση. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 12.2 του Συντάγματος που προβλέπει ότι «ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτό αδίκημα». Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολούθησε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου επιδείχθη η πιο πάνω συμπεριφορά μέχρι και του διορισμού μου παρατηρώ τα ακόλουθα. Η διαδικασία είναι αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 εδάφιο
(3)μέχρι το εδάφιο
(5). Θα ήταν ασφαλώς καλύτερα να ακολουθείτο την 7.1.11, ή εγγύτερα προς αυτή εάν ήταν δυνατό, η προβλεπόμενη από το εδάφιο
(3)και
(4)διαδικασία. Εν τούτοις έστω και με τον τρόπο και χρόνο που έγινε δεν είναι εκτός του νομοθετήματος. Το εδάφιο
(3)δεν θέτει χρονικά πλαίσια διενέργειας των προβλεπόμενων σ' αυτό υπό του Δικαστηρίου προς τις κατευθύνσεις που αναφέρει. Εκεί που ήθελε νομοθέτης να θέσει χρονικά πλαίσια το έπραξε, βλ. εδάφιο
(2)όπου σαφώς ορίζει ότι το Δικαστήριο «κατά την ίδια ημέρα που διεπράχθη το αδίκημα επιληφθή της εκδικάσεως του αδικήματος». Το Δικαστήριο ως άνω ακολούθησε τη προβλεπόμενη διαδικασία ως φαίνεται από το πρακτικό ημερομηνίας 3.2.11 όσο αφορά το Κατηγορούμενο. Εν συνεχεία την ίδια ημερομηνία απετάθη γραπτώς στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαβιβάζοντας ταυτόχρονα τα πρακτικά ημερομηνίας 7.1.11 και 3.2.11 όπως και όλη την αναγκαία και προβλεπόμενη από το Νόμο πληροφόρηση. Ακολούθησε ο διορισμός μου στις 25.2.11. Παρατηρείται στις πιο πάνω ενέργειες κάποια σχετική χρονική καθυστέρηση αλλά και η διαδικασία που ακολουθήθη έστω και αν δεν είναι η καλύτερη που θα μπορούσε να ήτο, εν τούτοις δεν είναι εκτός της προβλεπόμενης από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44 και σίγουρα δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Το ίδιο ισχύει πιστεύω και για το θέμα που ηγέρθη αναφορικά με τη μη θέσπιση δικονομικού κανονισμού αναφορικά με τη δικονομία και πρακτική σε σχέση με τον ορισμό δικαστή δυνάμει των εδαφίων
(3)-
(4)του άρθρου 44. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου γραπτώς με διόρισε «δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44 ως τον αρμόδιο δικαστή για να εκδικάσω το πιο πάνω πλημμέλημα. Συνεπώς ο διορισμός μου έγινε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση από αρμόδιο όργανο και δεν είναι εντός της δικαιοδοσίας μου να αποφασίσω οτιδήποτε που αφορά την εγκυρότητα του. Επίσης ο νόμος δεν προβλέπει το διορισμό Δικαστή από άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο όπως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου. Ο περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παράβαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο Νόμος του 2010, Ν.2
(1)/10, τον οποίο είχε υπόψη του ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, ρητά ορίζει το διορισμό Προέδρου άλλου Δικαστηρίου κάτω από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται (βλ. άρθρα 6 και 8). Εδώ ο νομοθέτης επέλεξε να αφήσει την επιλογή στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως και έγινε. Τέλος η ειδοποίηση ημερομηνίας 3.3.11 που στάληκε στον Κατηγορούμενο ώστε να εξασφαλίσει την παρουσία του στο Δικαστήριο ώστε να αντιμετωπίσει την κατηγορία ως ανωτέρω, δεν αναφέρει μόνο το εδάφιο
(7)του άρθρου 44 αλλά και το εδάφιο (1α) που προβλέπει το υπό εξέταση πλημμέλημα. Επίσης σύμφωνα με το εδάφιο
(5)η εκδίκαση του αδικήματος την ίδια ημέρα που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική. Για όλους τους πιο πάνω λόγους όλες οι ενστάσεις του Κατηγορουμένου απορρίπτονται. (Υπ.) .......... Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ\ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο