← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19325/10, 24 Μαρτίου, 2011

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19325/10, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B24 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19325/10 Δημοκρατία V.

  1. Ανδρέα Γρηγορίου
  2. Αναστάσιου Κρασοπούλη
  3. Έλλης Κρασοπούλη Σκορδέλλη
  4. Γρηγόρη Ξενοφώντος Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Μαρτίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Οι κ.κ. Ε. Κλεόπα και Ε. Παπαγαπίου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Μ. Πικής. Για τον Κατηγορούμενο 2: Οι κ.κ. Μ. Γεωργίου, Μ. Κυπριανού και Μ. Αγγελίδου. Για την Κατηγορούμενη 3: Οι κ.κ. Μ. Κυπριανού, Μ. Γεωργίου και Μ. Αγγελίδου. Για τον Κατηγορούμενο 4: Ο κ. Ρ. Βραχίμης. Κατηγορούμενοι: Παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από ενδιάμεση απόφαση που εκδώσαμε στις 21.3.11, με την οποία απορρίψαμε ένσταση του Κατηγορούμενου 4 («η Ένσταση»), για προβολή πλάνων από το Τεκμήριο 102, με σκοπό την αναγνώριση σε αυτά του ιδίου από τον Κώστα Προεστό (ΜΚ37), στη βάση ότι το εγχείρημα δεν προσέκρουε στις πρόνοιες του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 138(Ι)/01 («Ν.138(Ι)01») και του Άρθρου 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («η ενδιάμεση απόφαση»), ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, υπέβαλε αίτημα βάσει των προνοιών του άρθρου 148

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 («Κεφ. 155»), όπως επιφυλάξουμε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα έξι γραπτά νομικά ερωτήματα, οπως τα χαρακτήρησε («τα ζητήματα»): «
(1)Κατά πόσο η οπτικογράφηση ατόμου (4ος κατηγορούμενος) εξερχόμενου από μηχανοκίνητο όχημα σταθμευμένου σε δημόσιο δρόμο έμπροσθεν κτιρίου πολυκατοικίας και εισερχόμενου στο κτίριο της πολυκατοικίας διαμέσου δημόσιου πεζοδρομίου, από κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης (ΚΚΒΠ), εν αγνοία του και χωρίς την συγκατάθεση του παραβιάζει το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνει το άρθρο 15.1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα εγκαταστάθηκε για την προστασία ενοίκου της πολυκατοικίας από τυχόν εγκληματική ενέργεια χωρίς τη νενομισμένη γνωστοποίηση στην Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και στην απουσία προειδοποιητικών πινακίδων για την ύπαρξη του εν λόγω κυκλώματος.
(2)Κατά πόσο η ανυπαρξία προειδοποιητικών πινακίδων (άρθρο 11) για την ύπαρξη του ΚΚΒΠ και η εγκατάσταση του ΚΚΒΠ στην απουσία της νενομισμένης γνωστοποίησης στην Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138(Ι)/2001)καθιστά απαράδεκτη ως μαρτυρία τη προσαγωγή οπτικογραφημένων εικόνων του 4ου κατηγορούμενου από το ΚΚΒΠ.
(3)Κατά πόσο η παραβίαση προνοιών του Ν.138(Ι)/2001 σε ότι αφορά την ανυπαρξία προειδοποιητικών πινακίδων για την ύπαρξη του ΚΚΒΠ (άρθρο 11) και την απουσία της νενομισμένης γνωστοποίησης στην Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για την εγκατάσταση του ΚΚΒΠ (άρθρο 7), καθιστά αφ΄ εαυτής την προσαγωγή οπτικογραφημένων εικόνων του 4ου κατηγορούμενου από το ΚΚΒΠ εκτός πλαισίου του άρθρου 15.2 του Συντάγματος εν όψει της στενής προσέγγισης στο παραδεκτό περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου που κατοχυρώνει το άρθρο 33 του Συντάγματος και η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
(4)Κατά πόσο σε περίπτωση που η οπτικογράφηση του 4ου Κατηγορούμενου από το ΚΚΒΠ υπό τις συνθήκες που αναγράφονται πιο πάνω δεν συνιστά παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος (άρθρο 15.1) αλλά αφορά μόνο παραβίαση του Ν.138(Ι)/2001, το Δικαστήριο δύναται να διατηρεί διακριτική εξουσία για την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας βάσει των καθιερωμένων αρχών του Αγγλικού κοινοδικαίου που εφαρμόζονται στην Κύπρο (David Paris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186) εν όψει του ότι ο εν λόγω νόμος θεσπίστηκε βάσει και ενσωματώνει Ευρωπαϊκές Οδηγίες (Οδηγίες: 1995/46/ΕΚ, 1999/93/EK, 97/66/EK, 2001/29/EK).
(5)Κατά πόσο ο σκοπός επεξεργασίας οπτικογραφημένων εικόνων από ΚΚΒΠ, στην προκειμένη περίπτωση η ποινική δίωξη και απόδειξη της υπόθεσης κατά του 4ου κατηγορούμενου μπορεί βάσει του Ν.138(Ι)/2001 να είναι διαφορετικός από τον αρχικό σκοπό τοποθέτησης του ΚΚΒΠ, ήτοι την πρόληψη και καταστολή εγκληματικών ενεργειών άλλου προσώπου (Φάνος Χατζηγεωργίου) για λόγους που δεν σχετίζονται με τον 4ον κατηγορούμενο.
(6)Κατά πόσο κάποιος επικαλούμενος προσωπική ασφάλεια και προστασία της περιουσίας του μπορεί νόμιμα βάσει των διατάξεων του Ν.138(Ι)/2001 να παρακολουθεί και να οπτικογραφεί εικόνες από τον δημόσιο δρόμο έξω από την κατοικία του κάτω από συνθήκες που αφορούν προσωπικά δεδομένα του 4ου κατηγορούμενου.» Με την υποβολή του αιτήματος εξέφρασε (απλώς), σύμπλευση ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 1, ενώ αντίθεση, οι δικηγόροι των Κατηγορουμένων 2 και 3, στη βάση ότι τυχόν αποδοχή του, πιθανόν να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Η Κατηγορούσα Αρχή πρόβαλε ένσταση στο αίτημα. Κατά τις αγορεύσεις, οι συνήγοροι ενδιέτριψαν επί των θέσεων τους, σύντομα και περιεκτικά, με αναφορά και σε νομολογία. Ήταν θέση του κ. Βραχίμη, ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος, με τα ζητήματα να σταχυολογούνται, σαφώς, ως αμιγώς νομικά και καθοριστικά για τους παραπέρα χειρισμούς του Κατηγορούμενου 4, σε ό,τι αφορά στην προώθηση της Υπεράσπισης του, χωρίς μάλιστα, αυτά να έχουν μέχρι σήμερα απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Πρότεινε ότι, εν πάση περιπτώσει, οι πρόνοιες του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155 και το επιτακτικό δυνάμει αυτών (όπως υπονόησε), παραπομπής ερωτημάτων προς επιφύλαξη για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και όχι από κατηγορούμενο, προξενεί τέτοιας έκτασης ανομοιογενή διάκριση μεταξύ των δύο, που οδηγεί σε παραβίαση του δικαιώματος της ισότητας των όπλων, όπως αυτό κατοχυρώνεται από τα Άρθρα 12
(5), 30
(2)και 30
(3)του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»), δεδομένου ότι, ως εκ τούτης, ο κατηγορούμενος, τίθεται σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής. Το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, υπογράμμισε ο συνήγορος, προϋπήρχε του Συντάγματος και έτσι επιβάλλεται, πια, η ευθυγράμμιση του με το τελευταίο, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 188
(1)του Συντάγματος. Τελικώς, υποστήριξε, οτι η αναφερόμενη δυσμενής διάκριση, παραβιάζει και το Άρθρο 28
(1)του Συντάγματος, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, καθότι δημιουργεί ανισότητα μεταξύ των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (εδώ, του Κατηγορούμενου 4) και της Κατηγορούσας Αρχής, με παρεπόμενο «.να μην αποδίδονται τα ίσα στα όμοια». Έπειτα, είπε, τυχόν απόρριψη του αιτήματος, ίσως αποβεί και καθοριστική στη δυνατότητα του πελάτη του να προωθήσει επαρκώς την Υπεράσπιση του δια της αντεξέτασης του Κώστα Προεστού (Μ.Κ.37) ή ακόμη και άλλων μελλοντικών μαρτύρων κατηγορίας, για λόγους που προσέτι ανάπτυξε. Η κ. Κλεόπα, αντέτεινε ότι δε συντρέχουν τα προαπαιτούμενα για αποδοχή του αιτήματος, αφού τα ζητήματα (όπως εξειδίκευσε), όχι μόνο δε μπορεί να θεωρηθούν ως αμιγώς νομικά, αλλά μήτε και εγειρόμενα κατά τη διάρκεια της δίκης έτσι ώστε να θεωρούνται ενταγμένα εντός των παραμέτρων του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155, απο τη στιγμή που η επιδιωκόμενη γνωμάτευση σε σχέση με αυτά, ουδόλως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κρίσιμη είτε για την περάτωση της αντεξέτασης του Κώστα Προεστού (Μ.Κ.37), είτε για την τελική έκβαση της υπόθεσης, χώρια από το γεγονός ότι το αίτημα, αν και εφόσον εγκρινόταν, θα οδηγούσε σε καθυστέρηση και κατακερματισμό της διαδικασίας, με άκρως ανεπιθύμητα αποτελέσματα ενόψει και της σοβαρότητας της υπόθεσης. Αξιολογήσαμε όλα όσα ανάφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Ανασκοπώντας κανείς τη νομολογία που ερμήνευσε τις πρόνοιες του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155, εξάγει ότι τα ζητήματα των οποίων σκοπείται η επιφύλαξη στο Ανώτατο Δικαστήριο, πρέπει να είναι σαφέστατα νομικά και μάλλον νεοφανή ή και ιδιαίτερης περιπλοκότητας (χωρίς αυτό να αποτελεί απαράβατο κανόνα και να εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις) και να εγείρονται διαρκούσης της δίκης (υπό την έννοια, ότι είναι καθοριστικά για την εξέλιξη της υπόθεσης ή μιας ουσιώδους πτυχής της και επιβάλλεται να αποφασιστούν αυθωρεί έτσι ώστε να δυνηθεί η δικαστική διαδικασία να προχωρήσει προσηκόντως), με την έγκριση τους, να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία όμως πρέπει να ενασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, δεδομένου ότι το περί ου ο λόγος διάβημα χαρακτηρίζεται και από κάποια εξαιρετικότητα, ως εξομοιωνόμενο, εν πολλοίς, με έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης πρωτόδικου δικαστηρίου σε ποινική δίκη, κάτι που οδηγεί, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, σε μεγάλη καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει (ως εκ τούτου και μόνο), ότι τέτοια αιτήματα θα πρέπει να προσεγγίζονται με αρνητισμό και προδιάθεση απόρριψης, καταστρατηγώντας κατ' αυτό τον τρόπο την παρεχόμενη νομοθετική δυνατότητα (βλ. μεταξύ άλλων, Louca and Another v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 386, 406-407 και In Re Charalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, 42). Θεωρούμε σκόπιμο (λόγω της φύσης της εισήγησης και των δυνητικώς δραστικών επιδράσεων που θα μπορούσε να έχει στα υπόλοιπα θέματα σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτή), να ενασχοληθούμε, τώρα με τα συνταγματικής υφής ζητήματα περί των οποίων επιχειρηματολόγησε ο κ. Βραχίμης. Δε συγκλίνουμε με τις τοποθετήσεις του συνηγόρου. Αντιθέτως, συγκλίνουμε με εκείνες της κ. Κλεόπα. Τα περί αναγκαιότητας συνταγματικής εναρμόνισης των προνοιών του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155, έχουν ήδη αποφασισθεί στην υπόθεση Πατίκκη και Άλλου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 175, 182-183 (στην οποία παρέπεμψε η κ. Κλεόπα, όχι όμως και ο κ. Βραχίμης). Εκεί, αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχει (σε σχέση με τα συζητούμενα), πρόβλημα ισότητας όπλων, επειδή η παραπομπή θέματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, δε συνιστά διαδικαστικό δόρυ, ούτε και παρέχει οποιοδήπο­τε πλεονέκτημα στην αιτούσα πλευρά, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα εναρμόνισης του με τις πρόνοιες του Συντάγματος. Σημειώθηκε επίσης ότι, ακόμη και στην περίπτωση που το αίτημα υποβάλλεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η αποδοχή του δε θα πρέπει να θεωρείται (και δε είναι), δεδομένη, μια και το Δικαστήριο πρέπει, σε πρώτο στάδιο, να καταλήξει στο αν τα προς επιφύλαξη ζητήματα θεωρούνται «εγειρόμενα», κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, όπως και καίρια είτε για το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης είτε για την κρίση κάποιας πτυχής που προοιωνίζει το αποτέλεσμα, ειδάλλως ενδέχεται να απορριφθεί, όπως έγινε (προσθέτουμε), στην υπόθεση The Republic v. The Assize Court at Kyrenia, Ex Parte The Attorney-General of the Republic
(1971)2 C.L.R. 222, 228. Επι τη βάσει λοιπόν αυτής της συλλογιστικής, όλες οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του Κατηγορούμενου 4, που αφορούν στα των συνταγματικών πτυχών που ανάπτυξε, δε θα μπορούσαν παρά να απορριφθούν αφού τούτη συμπαρασύρει ανατρεπτικά και τον πυρήνα των επιχειρημάτων που πρόταξε. Ως εν παρόδω, θεωρούμε αρμόζον να επισημάνουμε το οξύμωρο που εκφράζεται απο το γεγονός οτι από τη μια, καλούμαστε απο τον Κατηγορούμενο 4, να κηρύξουμε το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, ως αντισυνταγματικό λόγω αντίθεσης του με τις πρόνοιες του Άρθρου 28
(1)του Συντάγματος ή ακόμη και αυτές των Άρθρων 12 και 30 (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω) και από την άλλη, να μας ζητεί, με βάση τις ίδιες πρόνοιες, την επιφύλαξη ζητημάτων για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αποφαινόμαστε, ότι το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, διόλου δεν προσκρούει στις προαναφερθείσες συνταγματικές πρόνοιες (ή στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), και ούτε χρειάζεται να εναρμονιστεί (όπως ειπώθηκε), με το Σύνταγμα - και αφήνουμε κατά μέρος το αν η τοποθέτηση του δικηγόρου θα μπορούσε (κατά μια λογική), να προκαλέσει ερωτήματα ως προς το κατά πόσον μας καλούσε να παραβιάσουμε την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και να νομοθετήσουμε, κατ΄ουσίαν, προσθέτοντας στις κρίσιμες πρόνοιες τέτοια διατύπωση ώστε να τις προσαρμόσουμε με το γράμμα και πνεύμα του Συντάγματος. Άρα, οι σχετικές θέσεις του Κατηγορούμενου 4, απορρίπτονται. Πριν προχωρήσουμε με ανάλυση ως προς το αν τα ζητήματα θα μπορούσαν να καταταχθούν ως αμιγώς νομικά, παρεμβάλλουμε, ότι θεωρούμε μάλλον αδόκιμη την παραπομπή από τον κ. Βραχίμη, στην υπόθεση Louis Tourist Agency (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 143, 152, αναφορικώς με τον καθορισμό του όρου «νομικό σημείο», προς κατάδειξη (από ό,τι κατανοήσαμε), μιας ενδεχομένως, ευρύτερα επιτρεπτής πρόσμιξης πραγματικών γεγονότων και νόμου κατά τον καθορισμό ζητημάτων, ως αμίκτως νομικών ή όχι, σε σύγκριση με το τι (κατά την αντίληψη του συνηγόρου), θα ηταν επιτρεπτό βάσει του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155 και της νομολογίας που το ερμήνευσε. Κατά την άποψη μας, η εν λόγω απόφαση, δε μπορεί να αποβεί καθόλου βοηθητική επί του αναλυόμενου, λόγω τού ότι το σκεπτικό της δεν αφορά στο άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155 (ή έστω, στο παρόμοιο, άρθρο 149), αλλά στη ριζικώς, διαφορετικής μορφής διαδικασία έφεσης με υπόμνημα από απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (case stated). Αν υιοθετούνταν η ερμηνεία που εμμέσως προσπάθησε να προσδώσει ο κ. Βραχίμης, στον όρο «νομικό ζήτημα» (όπως απαντάται στο άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155), τότε, δεδομένης και της ευρύτητας που απέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στον όρο «νομικό σημείο» στη Louis Tourist Agency (Αρ. 1) (ανωτέρω), όλη η νομολογία που αφορά στην ερμηνεία του υπό κρίση άρθρου, αναποδράστως θα καταλυόταν, εξοβελίζοντας ταυτοχρόνως και την πεμπτουσία πίσω από τη σκοπιμότητα θέσπισης του. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε εξειδικευμένως με το θέμα τού τι αποτελεί αμιγές νομικό ζήτημα βάσει του άρθρου 148
(1)του Κεφ. 155, στην υπόθεση In Re HjiCostas
(1984)1 C.L.R. 513, 519, όπου δηλώθηκε ότι τούτο, δε μπορεί να αποσυναρτηθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία αφορά, νοουμένου ότι δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Λέχθηκε ότι: «What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law». Αυτά είναι που είχαμε κατά νου, διαμορφώνοντας τη κρίση μας επί του προκείμενου θέματος. Παρενθετικώς, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι απρόσφορη με τα συζητούμενα θεωρούμε και την παραπομπή από τον κ. Βραχίμη στην υπόθεση The Republic v. Kalli (No.1)
(1961)C.L.R. 266, 271, αφού εκεί, εκτός του ότι το θέμα αφορούσε στην αποδεκτότητα μαρτυρίας (ομολογίας κατηγορούμενου), η συζήτηση από την Πλειοψηφία, δεν περιστράφηκε, αυστηρώς, γύρω από τον προσδιορισμό του επίδικου ζητήματος ως νομικώς ανόθευτου ή συμμιγούς με πραγματικά γεγονότα. Επανερχόμαστε στα του προσδιορισμού των ζητημάτων ως αυθεντικώς νομικών ή όχι, για να εκφράσουμε την απόκλιση μας με τις απόψεις του δικηγόρου του Κατηγορούμενου 4, περί του αντιθέτου. Εξηγούμε. Το «Ερώτημα
(1)», περιλαμβάνει αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος 4, οπτικογραφήθηκε από το Κλειστό Κύκλωμα Βίντεο-Παρακολούθησης («ΚΚΒΠ»), εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεση του και ότι εξέρχεται από μηχανοκίνητο όχημα που βρίσκεται σταθμευμένο σε δημόσιο χώρο, μπροστά από κτήριο πολυκατοικίας, εισερχόμενος εκεί δια μέσου δημόσιου πεζοδρομίου. Όλα αυτά όμως, αποτελούν αμφισβητούμενα γεγονότα και επομένως δε μπορούν να αγνοηθούν έτσι ώστε να οδηγήσουν σε άλλους συνειρμούς περί ταξινόμησης του ζητήματος ως γνησίως νομικού ή έστω, να το εντάξουν εντός των πλαισίων που οριοθέτησε η νομολογία μας, όπως είδαμε πιο πάνω. Το «Ερώτημα
(2)», εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το δικαίωμα ενημέρωσης (όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 11 του Ν.138(Ι)/01), προϋποθέτει απαρεγκλίτως και την ύπαρξη προειδοποιητικών πινακίδων (από ό,τι αντιλαμβανόμαστε στον επίδικο χώρο ή παρακειμένως αυτού). Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν προκύπτει από το αναφερόμενο άρθρο. Εκτός τούτου, δε μπορεί να παραγνωριστεί και το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμμιά συζήτηση κατά την Ένσταση επί της πτυχής αυτής από τον κ. Βραχίμη, με αποτέλεσμα ούτε και εμείς να ασχοληθούμε εξειδικευμένα, υπό αυτό το πρίσμα, στην ενδιάμεση μας απόφαση. Τα ίδια αφορούν (αντιστοίχως) και στις σχετικές με αυτά αναφορές στο «Ερώτημα
(3)». Ακόμη, δεν ορίζεται με την απαραίτητη σαφήνεια τι είναι που εννοείται με τον όρο «.καθιστά απαράδεκτη ως μαρτυρία.» (με αναφορά την προσαγωγή οπτικογραφημένων εικόνων του Κατηγορούμενου 4, από το ΚΚΒΠ), με αιωρούμενο το ερώτημα τού αν το απαράδεκτο αυτό, αφορά στην απόρριψη της μαρτυρίας ως μη αποδεκτής λόγω σύγκρουσης με πρόνοιες του Κεφ. 9, ή κάποιους άλλους αποδεικτικούς κανόνες (ποιους, δε γνωρίζουμε) ή πιο συγγεκριμμενοποιημένα, στην κατάταξη της ως παρανόμως ληφθείσας κατά παράβαση συγκεκριμένων (αλλά, ομοίως απροσδιορίστων), θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του. Το «Ερώτημα
(3)», πέραν αυτών που αναφέρθηκαν ως κατ΄ αναλογίαν σχετικά, στα πλαίσια ανάλυσης του «Ερωτήματος
(2)» και εκτός του ότι οι τελευταίες τέσσερις γραμμές του χαρακτηρίζονται από ασάφεια, προσμειγνύει, με τρόπο που δε συζητήθηκε κατά την Ένσταση, τη θεωρούμενη ως συνακόλουθη, παραβίαση των Άρθρων 15.2 και 33 του Συντάγματος ένεκα παραβίασης των άρθρων 7 και 11 του Ν.138(Ι)/01. Ας σημειωθεί ότι δεν είχε γίνει καμιά αναφορά στο Άρθρο 33, κατά την Ένσταση και ως εκ τούτου, δε μπορεί, εν προκειμένω, να θεωρηθεί ότι αποτελεί ζήτημα που εγείρεται κατά τη διαδικασία. Το «Ερώτημα
(4)», εκτός του ότι και αυτό δε συζητήθηκε κατά την Ένσταση (με τις ίδιες συνέπειες όπως πιο πάνω), προσδιορίζει αορίστως (και εκλαμβάνει ως δεδομένο), το ότι ο Ν.138(Ι)/01 «.θεσπίστηκε βάσει και ενσωματώνει Ευρωπαϊκές Οδηγίες (Οδηγίες: 1995/46/ΕΚ, 1999/93/ΕΚ, 97/66/ΕΚ, 2001/29/ΕΚ)». Αυτό όμως, δε φαίνεται να συνάγεται από το περιεχόμενο του νομοθετήματος. Το κατά πόσον, ενδεχομένως, κάποιες από τις πρόνοιες του (δεν ειδικεύτηκε, ποιές), τυγχάνει να συμπίπτουν (ή έστω να ενσωματώνουν), μέρος ή κάποιες από τις προαναφερθείσες Οδηγίες, δε θα μπορούσε, με κάθε σεβασμό, να κατατάξει τα πράγματα στο επίπεδο που θα επιθυμούσε ο κ. Βραχίμης, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα απουσίαζε το σημαντικότερο και δη, το αν, τωόντι, οι όποιες νομοθετικές πρόνοιες θεσπίστηκαν, ως θέμα γεγονότος, βάσει των εν λόγω Οδηγιών και όχι αλλιώς. Το «Ερώτημα
(5)», εκτός του ότι είναι (και αυτό) ασαφές και δε συζητήθηκε κατά την Ένσταση (με αποτέλεσμα να μη θεωρείται ωσαύτως ως εγειρόμενο κατά τη δίκη), περιέχει αμφισβητούμενα γεγονότα, ήτοι τα περί πρόληψης και καταστολής «.εγκληματικών ενεργειών άλλου προσώπου (Φάνος Χατζηγεωργίου) για λόγους που δε σχετίζονται με τον 4ο κατηγορούμενο». Μηδέ και φαίνεται ότι σκοπός της επεξεργασίας των όποιων οπτικογραφημένων εικόνων από το ΚΚΒΠ, ήταν η ποινική δίωξη και απόδειξη της υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου 4. Το «Ερώτημα
(6)», είναι και αυτό γενικό και αόριστο, περιλαμβάνοντας γεγονότα περί των οποίων δεν παρατηρείται συμφωνία μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορούμενου 4, όπως φερ' ειπείν, το ότι δε φαίνεται να προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία ζήτημα παρακολούθησης οποιουδήποτε, από το ΚΚΒΠ ή θέμα προσδιορισμού των προσωπικών του δεδομένων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες, φερόμενα, οπτικογραφήθηκαν εικόνες «..από τον δημόσιο δρόμο έξω από την κατοικία του κάτω από συνθήκες που αφορούν προσωπικά δεδομένα του.» (χωρίς λεπτομέρειες περί αποστάσεων και μετρήσεων) κάτι που, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Οδηγίας που παραθέσαμε στην ενδιάμεση μας απόφαση, έχει τη δική του σημασία στο πεδίο αυτό. Καταλήγουμε ότι τα ζητήματα δεν είναι αμιγώς νομικά, εντός των πλαισίων που ορίζει το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155. Έστω όμως και να τα θεωρούσαμε ως τέτοια, επ΄ουδενί δε θα συμπεραίναμε ότι αυτά εγείρονται κατά τη διάρκεια της δίκης, ως ορίζει το άρθρο 148
(1)του Κεφ.
  1. Έχουμε ήδη προβεί σε κάποιες σχετικές επισημάνσεις επί διαφόρων πτυχών των ζητημάτων, στα πλαίσια της προηγηθείσας ανάλυσης. Θα ασχοληθούμε αμέσως και με άλλες. Η άποψη του κ. Βραχίμη, ότι η γραμμή αντεξέτασης του Κώστα Προεστού (Μ.Κ.37) «. ενδεχομένως να είναι πολύ διαφορετική αν δειχθεί αυτό το βίντεο ή όχι και θα είναι καθοριστική για το πια γραμμή υπεράσπισης θα παρουσιάσει ο τέταρτος κατηγορούμενος αναφορικά με την παρούσα υπόθεση» (με επακόλουθο να μη μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία με τον υφιστάμενο μάρτυρα στο εδώλιο, δίχως τα εν λόγω ζητήματα να έχουν αποφασιστεί πρώτα από το Ανώτατο Δικαστήριο), καθόλου δε χαρακτηρίζεται από τη σαφήνεια που θα αναμενόταν προς επίρρωση τέτοιου ισχυρισμού. Πρώτα και κυρίως, δεν αντανακλά οποιαδήποτε βεβαιότητα ως προς το αν τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου 4, θα επηρεαστούν με τον τρόπο που εισηγείται, αφού ένας τέτοιος επηρεασμός (κατά το συνήγορο), ενδέχεται να επισυμβεί. Παρά ταύτα, σε άλλο στάδιο της αγόρευσης, τα λεχθέντα του θα μπορούσαν, κατά μια προσέγγιση, να εκληφθούν ως δηλωτικά βεβαιότητας περί ενός τέτοιου επηρεασμού. Εντούτοις, οι παρατηρηθείσες παλινδρομήσεις, καθόλου δε βοήθησαν στο να χαλυβδώσουν το συλλογισμό, όσον χαλαρά και αν ήθελαν αντικριστεί τα πράγματα επί αυτής της πτυχής στο προκείμενο στάδιο. Δεν αντιληφθήκαμε, για ποιο λόγο ο ευπαίδευτος δικηγόρος, δε θα μπορούσε να είναι πιο ακριβής (όπως είπε), σε σχέση με αυτά που ανάφερε επί του θέματος, δοσμένου μάλιστα τού ότι δεν είχε ενδοιασμούς στο να εικάσει περί των στοχεύσεων της Κατηγορούσας Αρχής εν σχέσει με τη χρησιμοποίηση των επίδικων πλάνων στο Τεκμήριο
  2. Μας είπε, ότι (όπως υποθέτει), σκοπός της δεν είναι μόνον η αναγνώριση του πελάτη του από τον Κώστα Προεστό (Μ.Κ.37), αλλά και η δημιουργία θεμελίου για συνακόλουθη αναφορά στις κινήσεις του, κατά τη συγκεκριμένη μέρα που φαίνεται να καλύπτουν τα πλάνα, με επιδίωξη την ενίσχυση της αξιοπιστίας κάποιου Φάνου Χατζηγεωργίου (ο οποίος, αντιλαμβανόμαστε, ίσως κληθεί και ως μάρτυς κατηγορίας), σε σχέση με αναφορές του σε κατάθεσή του (όπως μας αναφέρθηκε), με αποτέλεσμα, τούτο, να επενεργήσει εναντίον του πελάτη του. Τίποτε από όλα αυτά τα γενικόλογα και διφορούμενα δε θα ήταν δυνατόν να δικαιολογήσουν, ευλόγως και αντικειμενικώς (κατά τα αναφερθέντα στην υπόθεση, The Republic v. Sampson
(1977)2 C.L.R. 1, 71-72), την έκφραση φόβου εκ πλευράς Κατηγορούμενου 4, ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα απέβαινε επιβλαβής στα της Υπεράσπισης του. Ούτε και θα μπορούσαν να κατατάξουν την επίλυση των ζητημάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο ως κρίσιμη αφού τίποτε απολύτως δεν εμποδίζει τον κ. Βραχίμη, από του να αντεξετάσει τον Κώστα Προεστό (Μ.Κ. 37) ή οποιονδήποτε άλλον μάρτυρα χρειαστεί, με υπόψη και αυτά που υπολογίζει ότι κρύβονται πίσω από την επιθυμία της Κατηγορούσας Αρχής να τον καλέσει για να αναγνωρίσει τον πελάτη του στα επίδικα πλάνα. Κανένα από τα ζητήματα αυτά (κατά παράφραση ανάλογης διαπίστωσης στην Pastellopoulos v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 165, 174), ως εκ της φύσεως τους - και για τους λόγους που εξηγήθηκαν - δεν είναι αναγκαίο να επιλυθεί αμέσως έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η συνέχιση της δίκης συμφώνως του νόμου και της πρακτικής των περί ποινικής δικονομίας κανόνων. Το ότι, όπως είπε ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 4, τα ζητήματα δεν καλύπτονται από νομολογία (και τούτο είναι γεγονός), δε θα μπορούσε να αλλοιώσει την προσέγγιση στη βάση των προρρηθέντων δεδομένων (ιδιαίτερα, απουσιάζουσας της διαπίστωσης περί του κεφαλαιώδους της σημασίας τους για την εξέλιξη της δίκης, όπως έγινε για παράδειγμα, στην Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, 48), μια και κάτι τέτοιο θα καθιστούσε την ενασχόληση αφηρημένα θεωρητική, επιλογή απαράδεκτη κατά το δικό μας σύστημα δικαίου, όπως συναφώς καθοδηγεί η Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and Another
(1982)2 C.L.R. 63,
  1. Για όλους τους αναλυθέντες λόγους, τίποτε δε θα μπορούσε λογικώς να δικαιολογήσει έγκριση του αιτήματος. Ενόψει της διαπίστωσης μας ότι τα ζητήματα δεν είναι αμιγώς νομικά, δεν παρίσταται ανάγκη ως εκ της προδιαγραφόμενης απόρριψης του αιτήματος - και συμφώνως κάποιων συναφών επισημάνσεων στην υπόθεση, The Republic v. Sampson (ανωτέρω) 72 - να εκφράσουμε τη δική μας γνώμη επί αυτών, πέραν από του να επαναλάβουμε για τους παρόντες σκοπούς (και για ό,τι θα μπορούσε να αξίζει), το περιεχόμενο της ενδιάμεσης μας απόφασης ημερομηνίας 23.3.
  2. Το αιτημα απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.