← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ιωάννη Πιριπίτση κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 248/09, 30 Μαρτίου, 2011.

Δημοκρατία ν. Ιωάννη Πιριπίτση κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 248/09, 30 Μαρτίου,

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2011:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 248/09 Δημοκρατία ν.
  2. Ιωάννη Πιριπίτση
  3. Γιώργου Σάββα Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαρτίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ρ. Μαπουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Κουτσόφτας). Για την Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Χρ. Τριανταφυλίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Δ. Μιχαηλίδης). Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1, στην συνέχεια ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει 12 κατηγορίες κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου που Αναθεωρεί το Νομικό πλαίσιο που διέπει την Ειδική Προστασία των Προσώπων που είναι Θύματα Εμπορίας και Εκμετάλλευσης και για Συναφή Θέματα Ν.87

(1)/07, πιο κάτω αναφερόμενου ως του Νόμου. Να παρεμβληθεί ότι όλες οι κατηγορίες που αφορούσαν τον κατηγορούμενο 2 ανεστάλησαν την 5.5.
  1. Το κατηγορητήριο, αρχικά, αποτελείτο από 146 κατηγορίες και αφού ανεστάλησαν οι 134 παρέμειναν τελικά 12 προς εκδίκαση. Συνοπτικά αποτελούνται από τρεις ενότητες. Τέσσερις κατηγορίες για την εμπορία ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 17 του Νόμου και στα άρθρα 5, 6 και 20 του Κεφ.154 (κατηγορίες 8, 89, 127 και 130). Τέσσερις κατηγορίες για την εκμετάλλευση εργασίας προσώπου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 8 και 17 του Νόμου (κατηγορίες 9, 90, 128 και 131). Τέσσερις κατηγορίες για την παρακράτηση προσωπικών εγγράφων από το νόμιμο κάτοχο τους κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 13 και 17 του Νόμου (κατηγορίες 10, 91, 129 και 132). Οι κατηγορίες ως ενότητες αφορούν ξεχωριστά πρόσωπα. Πριν κληθούν οι μάρτυρες κατηγορίας, οι δύο πλευρές προέβηκαν σε κατάθεση παραδεκτών γεγονότων, (ΠΓ1 και 2) που εγκρίθηκαν από το δικαστήριο, συνοδευόμενα από κάποια παραδεκτά έγγραφα. Δεν θα παραθέσουμε το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων, θα περιοριστούμε στη παράθεση κάποιων εξ αυτών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουμε υπόψη μας το σύνολο τους όπως και τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν ως μέρος αυτών. Μετά από καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και αναζητείτο. Την 11.12.08 έγιναν έρευνες δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων έρευνας στην οδό Αγίου Ιλαρίωνος 60 στο Καϊμακλί όπου διατηρεί δωμάτια και φιλοξενεί πρόσωπα από τη Ρουμανία ο κατηγορούμενος. Εκεί εντοπίστηκαν 11 πρόσωπα από τη Ρουμανία από τους οποίους λήφθηκαν καταθέσεις. Κατά την έρευνα που ακολούθησε παραλήφθηκαν 201 διαβατήρια και 97 ταυτότητες Ρουμανίας, 2 δελτία εγγραφής αλλοδαπών, μια άδεια οδηγού Ρουμανίας, μία ταυτότητα Μολδαβίας και ένα διαβατήριο Μολδαβίας. Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην αστυνομία στις 13.12.08 και συνελήφθηκε. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο σε γραπτή απάντηση που ο ίδιος έγραψε ανάφερε, « Έχω να δηλώσω ότι αυτή η υπόθεση είναι στημένη, εγώ ότι έκαμα ήταν μέσα στα νόμιμα πλαίσια δεν ξεγέλασα άνθρωπο. Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο και δεν έχω να δηλώσω οτιδήποτε άλλο». Υπέγραψε και το έντυπο για τα δικαιώματα επικοινωνίας του με δικηγόρο. Στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση και στη γραπτή κατηγορία απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ο ΜΚ1 Γεώργιος Σάββα Ανδρέου στην κατάθεση του (έγγραφο Α) ανέφερε ότι το τελευταίο διάστημα ήταν μέτοχος σε μια εταιρεία ονόματι Mate Job στο Βουκουρέστι που ασχολείτο με την εξεύρεση εργασίας σε Ρουμάνους. Έκαναν διαφημίσεις και αγγελίες και προκαθόριζαν συνεντεύξεις με τους ενδιαφερόμενους. Οι περισσότεροι ήταν για τις οικοδομές και ορισμένοι για ξενοδοχειακές εργασίες. Ανάλογα με το γραφείο, η προμήθεια στη Ρουμανία κυμαινόταν από €200 - €
  2. Ο κατηγορούμενος έστελνε τα αεροπορικά εισιτήρια. Η εταιρεία του έστειλε στον κατηγορούμενο δυο τρία άτομα. Υπέγραφαν δυο συμβόλαια, το ένα αφορούσε τις συνθήκες εργοδότησης και το άλλο τα έξοδα που θα πλήρωναν στο γραφείο τους. Διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέταση ότι εξηγούσε λεπτομερώς τις ειδικότητες που χρειάζονταν στις οικοδομές καθώς και για τα ωράρια και ορισμένες φορές και για τον μισθό τους. Πολλές φορές οι εργάτες δεν έλεγαν την αλήθεια γιατί ήθελαν πάση θυσία να έλθουν Κύπρο να δουλέψουν, και ενώ ήταν ανειδίκευτοι δήλωναν ότι είχαν πείρα. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο, οι πληροφορίες που έδινε στους εργάτες ήταν πως έπρεπε να ανταποκρίνονται στη δουλειά τους, και τις πλείστες φορές, αν τα έξοδα τα κάλυπτε ο κατηγορούμενος, γνώριζαν πως όταν θα έρχονταν στην Κύπρο έπρεπε να εξοφλήσουν κάποια έξοδα, γιατί τις πλείστες περιπτώσεις ούτε το εισιτήριο δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Τους έλεγε ότι έπρεπε να πληρώσουν στην Κύπρο το εισιτήριο τους και κάποια άλλα έξοδα. Την προμήθεια του κατηγορούμενου δεν την γνώριζε αλλά τους έλεγε ότι υπήρχε και η προμήθεια στην Κύπρο την οποία όμως δεν προσδιόριζε γιατί αυτή εξαρτάτο από τον εργοδότη. Επειδή οι εργάτες δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν, γινόταν προφορική συμφωνία να τους αποκόπτεται ένα ποσό μηνιαίως από τον μισθό τους μέχρι να ξοφλήσουν τα συγκεκριμένα έξοδα και ήταν όλοι σύμφωνοι. Το ποσό αυτό απεκόπτετο σε 3-4 μήνες. Όμως πολλές φορές ο εργοδότης όταν διαπίστωνε ότι το άτομο αυτό δεν ήταν σοβαρό ή ήταν μεθύστακας ή είχε τάση να τον εγκαταλείψει, στη προσπάθεια του να καλύψει τα εισιτήρια ή οτιδήποτε άλλα έξοδα είχε, μπορούσε να αποκόψει και σε ένα ή δυο μήνες. Αυτούς που έστειλε στον κατηγορούμενο, αφού τους εξήγησε τους όρους, οι ίδιοι του είπαν, ότι ο κατηγορούμενος στέλνει τα εισιτήρια τα οποία θα τους αποκόψει στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως μεσάζων για εργοδότες στην Κύπρο και πλήρωνε εξ ιδίων του έξοδα, για τα οποία οι εργάτες ήταν ενήμεροι ότι θα τα ελάμβανε από την μισθοδοσία τους. Παράπονα για τις συνθήκες εργασίας τους γίνονταν, είτε αληθή είτε ψευδή, αλλά αφορούσαν τους εργοδότες τους και όχι τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τι έλεγαν στους εργάτες στη Ρουμανία. Ο Nistor Gabriel (ΜΚ2) από τη Ρουμανία στην κατάθεση του στην αστυνομία (έγγραφο Β1) ανέφερε ότι είδε μια διαφήμιση στην εφημερίδα. Πήρε τηλέφωνο και του είπε μια γυναίκα να πάει στο αεροδρόμιο και θα έχει δωρεάν εισιτήριο για να μεταβεί στην Κύπρο, όπου θα τους περίμενε να τους παραλάβει συγκεκριμένο άτομο. Δεν του ανέφερε οτιδήποτε για το μισθό που θα έπαιρνε, ούτε για προμήθεια. Στο αεροδρόμιο τους παρέλαβε ο κατηγορούμενος, μαζί με κάποιον Ρουμάνο, και τους μετέφεραν στο Καϊμακλί. Ο κατηγορούμενος τους ζήτησε τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα για να τα φωτοτυπήσει και του έδωσε την ταυτότητα του. Το πρωί πήγε στο γραφείο και ζήτησε την ταυτότητα του και ο κατηγορούμενος του είπε πως αν δεν του δώσει Λ.Κ.850 ως προμήθεια δεν θα του την δώσει και τον πήρε δουλειά σε κάποιον. Εκεί εργάστηκε 9 μέρες και ενώ έπρεπε να πληρωθεί Λ.Κ.170 δεν του έδωσε τίποτε λέγοντας του ότι τα έδωσε στον κατηγορούμενο για την προμήθεια του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος τον πήρε εργασία στον Γιάννη ΓΙΠΑ που του απέκοψε από τους μισθούς του Λ.Κ.850 γιατί όπως του είπε τα έδωσε στον κατηγορούμενο για την προμήθεια. Είπε στον Γιάννη ότι πλήρωσε ήδη άλλες Λ.Κ.170 και αυτός του απάντησε ότι δεν γνώριζε τίποτε. Ακολούθως ο ΓΙΠΑΣ του επέστρεψε την ταυτότητα του. Κατέθεσε επίσης ότι το ποσό των Λ.Κ.850 δεν του το είχαν αναφέρει, ενώ για το εισιτήριο του είπαν στη Ρουμανία ότι το πλήρωσε κάποιος Γιάννης, αλλά δεν γνώριζε πόσα κόστιζε. Έμεινε να δουλέψει για να πάρει πίσω τα έγγραφα του γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Το γραφείο στη Ρουμανία του ανέφερε ότι θα πλήρωνε προμήθεια για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε και για το εισιτήριο αλλά δεν του είπαν ποσό, ούτε και πως θα απεκόπτετο. Το ποσό των Λ.Κ.850 αποκόπηκε σε 3, 4, 5 μήνες, δεν θυμόταν ακριβώς. Τα ταξιδιωτικά του έγγραφα τα πήρε από τον εργοδότη του. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι δεν έκαμε κάποια συμφωνία με τον κατηγορούμενο στη Ρουμανία, και το αεροπορικό εισιτήριο δεν θα του το πλήρωνε ως δώρο. Μετά που ήλθε Κύπρο έμαθε ότι θα πλήρωνε για τις υπηρεσίες και για την εξεύρεση εργοδότη. Την ταυτότητα του αρχικά την κρατούσε ο κατηγορούμενος και μετά την έδωσε στον εργοδότη του. Όταν αποκόπηκε το ποσό ο εργοδότης του επέστρεψε την ταυτότητα. Ο Neculai Marin (ΜΚ3) στην κατάθεση του (έγγραφο Γ1) αναφέρει ότι είδε μια αγγελία σε εφημερίδα ότι κάποιο γραφείο ζητούσε εργάτες για την Κύπρο. Επισκέφτηκε το γραφείο και μια κυρία του είπε ότι πρέπει να πληρώσει 150 ευρω προμήθεια και όταν πάει στην Κύπρο θα έπρεπε να πληρώσει Λ.Κ.850 στον κατηγορούμενο και ο μισθός του θα ήταν Λ.Κ.700 το μήνα και δωρεάν διαμονή και διακίνηση. Επίσης δεν θα πλήρωνε το αεροπορικό εισιτήριο. Δέχτηκε και πλήρωσε την προμήθεια. Στο αεροδρόμιο τον παρέλαβε ο κατηγορούμενος μαζί με δέκα άλλους ομοεθνείς του και τους μετέφερε στο Καϊμακλί. Τους ζήτησε τα διαβατήρια και τις ταυτότητες για να τις φωτοτυπήσει. Την επομένη όταν του ζήτησαν τα έγγραφα τους, αυτός τους είπε ότι αν δεν πληρώσουν την προμήθεια δεν θα τα επέστρεφε. Ακολούθως τους πήρε δουλειά στον Γιάννη τον ΓΙΠΑ. Έμεναν στο Τσέρι αλλά οι συνθήκες ήταν άθλιες και ήθελε να φύγει. Ο ΓΙΠΑΣ από τον πρώτο μισθό του έκοψε μερικά χρήματα τα οποία έδωσε στον κατηγορούμενο ενώ τον δεύτερο μισθό, τον έκοψε όλο και τον έδωσε του κατηγορούμενου και ο τελευταίος του επέστρεψε τα έγγραφα του. Κατέθεσε επίσης ότι στη Ρουμανία υπέγραψε συμβόλαιο ότι η προμήθεια θα καταβαλλόταν σε ένα χρόνο και όταν έδειξε το συμβόλαιο του κατηγορούμενου αυτός του είπε ότι δεν συμφωνεί. Δεν είχε όμως το συμβόλαιο. Την προμήθεια την έκοψαν σε 3-4 μήνες. Ο κατηγορούμενος δεν του επέστρεψε την ταυτότητα όταν την πήρε για να την φωτοτυπήσει και δεν γνώριζε αν την είχε ο κατηγορούμενος ή ο εργοδότης του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε το συμβόλαιο στη Ρουμανία και γνώριζε ερχόμενος Κύπρο ότι θα πλήρωνε Λ.Κ.850 προμήθεια νοουμένου ότι θα είχε δωρεάν διαμονή και διακίνηση στην εργασία του. Το σπίτι που έμενε είχε νερό, αποχωρητήριο, ρεύμα, κρεβάτια ένα τραπέζι και τέσσερεις καρέκλες. Δεν είχε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Οι αποκοπές από τον μισθό του γίνονταν από τον εργοδότη του και μόλις συμπληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.850 σταμάτησε να του αποκόπτει και του επέστρεψε και την ταυτότητα του. Δεν γνώριζε πότε ο κατηγορούμενος έδωσε την ταυτότητα του στον εργοδότη του. Ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος (ΜΚ4) ιδιοκτήτης της εταιρείας ΓΙΠΑΣ που ασχολείται με οικοδομικές σιδηροκατασκευές στην κατάθεση του (έγγραφο Δ) ανέφερε ότι εργοδοτεί 40-60 άτομα οι περισσότεροι των οποίων είναι Ρουμάνοι. Τους έφερνε ο κατηγορούμενος που διατηρεί γραφείο εξευρέσεως εργασίας. Η συμφωνία που είχε με τον κατηγορούμενο ήταν κάθε 15 ημέρες που πλήρωνε τους εργοδοτούμενους, του έλεγε πόσα του όφειλαν για τα έξοδα και την προμήθεια του και στη παρουσία του κάθε εργοδοτούμενου, αφού ήδη είχαν συμφωνήσει το ποσό που έπρεπε να του δώσουν, έδινε στον κατηγορούμενο μέρος του μισθού των υπαλλήλων και το υπόλοιπο το έδινε στους ίδιους. Τα διαβατήρια των υπαλλήλων τα είχε ο ίδιος για να τους γράψει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και μετά τα επέστρεφε στον κατηγορούμενο. Διευκρίνισε επίσης κατά την κυρίως εξέταση, ότι την ώρα που πλήρωνε τους εργοδοτούμενους, απέκοπτε σταδιακά το ποσό που στην παρουσία του συμφωνούσαν με τον κατηγορούμενο ότι χρωστούσαν. Τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα του τα έδινε ο κατηγορούμενος για να τους γράψει στις Κοινωνικές ασφαλίσεις και στον υπάλληλο τα επέστρεφε σε μια εβδομάδα ή ανάλογα 10 ημέρες όταν τελείωναν οι εγγραφές. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι δεν είδε τα σπίτια που έμεναν οι εργοδοτούμενοι, αλλά αν του έλεγαν ότι ήταν άθλιες οι συνθήκες θα μεριμνούσε. Επανέλαβε ότι οι εργοδοτούμενοι και ο κατηγορούμενος συμφωνούσαν το σύνολο του ποσού που έπρεπε να πληρώσουν καθώς και το επιμέρους ποσό που θα απεκόπτετο από την πληρωμή τους και τους έλεγε ότι θα το απέκοπτε αυτός σταδιακά. Τέλος, ο Raicu Marious Daniel (ΜΚ5) στην αστυνομική κατάθεση του (έγγραφο Ε1) ανέφερε ότι είδε μια αγγελία σε κάποια εφημερίδα που ζητούσαν εργάτες στην Κύπρο για διάφορες εργασίες. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για γραφείο εξευρέσεως εργασίας. Του εξήγησαν ότι θα έπρεπε να πληρώσει ένα ποσό για τα εισιτήρια του, πράγμα που έκαμε πληρώνοντας κάποιον στο αεροδρόμιο της Ρουμανίας. Του εξηγήθηκε ότι ο μισθός του στην Κύπρο θα ήταν €1.100 το μήνα χωρίς να του λεχθεί ακριβώς τι δουλειά θα έκανε. Του λέχθηκε επίσης ότι στο αεροδρόμιο θα τον παραλάμβανε μια κοπέλα και θα τον έπαιρνε στο γραφείο του Γιάννη και αυτός θα τους έβρισκε δουλειά. Όταν έφθασε στην Κύπρο μαζί με άλλους ομοεθνείς του η κοπέλα, ονόματι Alina, τους ζήτησε τα διαβατήρια για να τα φωτοτυπήσει και να τα επιστρέψει και τους οδήγησε σε ένα αυτοκίνητο με οδηγό κάποιον Γιώργο. Εκ των υστέρων διαπίστωσε ότι ο Γιώργος ήταν οδηγός του Ρώσου εργοδότη του. Ο Γιώργος τους πήρε σε ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό και έμεναν εκεί ακόμα 20 άτομα. Επειδή δεν του άρεσαν οι συνθήκες ζήτησε να φύγει και ο Γιώργος τους πήρε στο γραφείο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος τους είπε να μην ανησυχούν και θα τους βρει άλλη εργασία. Ζήτησε το διαβατήριο του και τους είπε ότι τα είχε η γραμματέας του, η Alina, και θα το πάρει όταν συγκεκριμένα ο ίδιος του καταβάλει το ποσό των €
  3. Αυτός αντέδρασε και είπε ότι δεν συμφωνεί και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν έχει επιλογή και θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό για να πάρει το διαβατήριο του. Έκαμε επανειλημμένες προσπάθειες να το πάρει αλλά ο κατηγορούμενος αρνείτο να του το δώσει και το κρατεί χωρίς την συγκατάθεση του. Τον πήρε σε διάφορους τόπους και εργάστηκε με υπεύθυνο τον Ρώσο που του έδωσε μόνο €100 για το φαγητό, γιατί τα υπόλοιπα, €450, όπως του είπε ο Ρώσος, δεν ήταν δικά του αλλά του κατηγορούμενου. Κατέθεσε επίσης ότι έμαθε ότι ο Ρώσος κρατούσε το διαβατήριο του, όταν του είπε ότι θα του το έδινε αν τον πλήρωνε €
  4. Πληρώθηκε μόνο €50 για φαγητό και τα υπόλοιπα, τα κράτησε ο Ρώσος για προμήθεια. Όταν μίλησε με τον κατηγορούμενο για το διαμέρισμα που έμεναν και τον ρώτησε τι συμβαίνει με τα χαρτιά τους, αυτό τους είπε ότι πρέπει να πληρώσει τα €800 της προμήθειας διαφορετικά δεν θα τους έδινε τα χαρτιά. Δεν πλήρωσε το ποσό γιατί στο μεταξύ έφυγε από τον Ρώσο και αργότερα το διαβατήριο του το έδωσε η αστυνομία Ομορφίτας. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι από τον Ρώσο πήρε μόνο €50 και σε σχετική υπόδειξη ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι το ποσό ήταν €100 εξήγησε ότι αφορούσε δύο εβδομάδες και δεν το έγραψε η αστυνομία. Δεν γνώριζε τι συμφωνία έκαμε το γραφείο στη Ρουμανία με τον κατηγορούμενο, αλλά το συμβόλαιο του άλλα έγραφε και διαφορετικά βρήκε τα πράγματα όταν ήλθε. Η Alina του είπε ότι θα εργαστεί για τον Ρώσο που ήταν ο εργοδότης του που του πρόσφερε διαμονή σε ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό. Τα λεφτά του τα πήρε ο Ρώσος που ήταν ο εργοδότης του και όχι ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία υπό μορφή γραπτής δήλωσης. Σύμφωνα με την δήλωση του διατηρεί γραφείο εξευρέσεως εργασίας για αλλοδαπούς και συνεργαζόταν με διάφορα γραφεία στη Ρουμανία. Δεν παρευρισκόταν στις συναντήσεις στην Ρουμανία ούτε και γνώριζε τι έλεγαν μεταξύ τους. Η συμφωνία του με τα γραφεία ήταν να ενημερώνει ποιας ειδικότητας εργοδοτούμενοι χρειάζονταν από εργοδότες που επικοινωνούσαν μαζί του και όταν εύρισκαν εργοδοτούμενους τους έστελλαν στην Κύπρο. Τους παραλάμβανε και είτε έμεναν για ένα βράδυ σε δικά του υποστατικά και την επομένη τους μετέφερε στους εργοδότες τους, είτε τους μετέφερε απευθείας από το αεροδρόμιο στους εργοδότες τους. Οι εργοδότες είχαν την αποκλειστική ευθύνη για την παροχή διαμονής σε αυτούς. Η συμφωνία που είχε με τα διάφορα γραφεία ήταν να παίρνει προμήθεια €800-850 ανά εργοδοτούμενο. Πολλές φορές οι εργοδοτούμενοι δεν είχαν να πληρώσουν το αεροπορικό εισιτήριο και το πλήρωνε ο ίδιος. Την προμήθεια και το αεροπορικό εισιτήριο όφειλαν να του τα καταβάλουν αλλά επειδή δεν είχαν χρήματα απεκόπτετο, από τον εργοδότη τους, σταδιακά από τον μισθό τους. Όταν έφθαναν οι εργοδοτούμενοι στην Κύπρο κρατούσε το διαβατήριο τους και την επομένη το υπέβαλλε μαζί με τα υπόλοιπα χαρτιά για την εξασφάλιση άδειας εργασίας. Μόλις εξασφαλίζετο η άδεια παραμονής και εργασίας, που έπαιρνε περίπου 10-15 ημέρες, παρέδιδε τις άδειες μαζί με τα διαβατήρια στον εργοδότη του κάθε εργοδοτούμενου. Ο κάθε εργοδότης είχε ευθύνη απέναντι του να αποκόπτει τα χρήματα με την σύμφωνο γνώμη και εν γνώσει του κάθε εργοδοτούμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έχει γραφείο εξευρέσεως εργασίας στο όνομα της εταιρείας Y.P. Trading Services Ltd και συνεργαζόταν με διάφορα γραφεία εξευρέσεως εργασίας στη Ρουμανία για να τον προμηθεύουν με εργάτες. Η σχέση μεταξύ τους καθοριζόταν με συμβόλαιο και οι όροι σε σχέση με την αμοιβή του ήταν να καλύπτει τα εισιτήρια τους, τα έξοδα της εταιρείας στην Ρουμανία, την μεταφορά τους από το αεροδρόμιο στον εργοδότη τους και τα χαρτιά τους στα διάφορα Υπουργεία. Τα έξοδα του γραφείου στην Ρουμανία ήταν €
  5. Οι εργάτες για όλα αυτά υπέγραφαν με το γραφείο συμφωνία στην Ρουμανία, ουσιαστικά ήταν προσφορά που έδιναν και υπεγράφετο και ο κάθε εργοδοτούμενος είχε αντίγραφο. Όταν έρχονταν στην Κύπρο τους έδειχναν το έγγραφο και γνώριζαν τι είχαν να πληρώσουν και αναγραφόταν και ο τρόπος εξόφλησης. Δηλαδή ότι το ποσό ήταν €800 και θα απεκόπτετο από τον εργοδότη τους σταδιακά σε 4-5 μήνες. Τα €800 συμπεριλάμβαναν την προμήθεια του γραφείου στην Ρουμανία, τα αεροπορικά εισιτήρια και την προμήθεια της εταιρείας του. Για την επίδικη υπόθεση ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν εισιτήριο μετ' επιστροφής γιατί η Ρουμανία δεν ήταν ακόμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το εισιτήριο κόστιζε Λ.Κ.250-
  6. Στην περίπτωση που οι εργοδοτούμενοι πλήρωναν τα €200 στην Ρουμανία, τότε όφειλαν μόνο €
  7. Η Alina που ήταν υπάλληλος του έπαιρνε τα διαβατήρια μαζί με τα χαρτιά και τα έβαζε σε φάιλς και τα έδιναν στους εργοδότες τους. Τις άδειες εργασίας τις εξασφάλιζε είτε ο ίδιος είτε οι εργοδότες τους. Κρατούσε τα διαβατήρια μέχρι να εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες και μετά τα παρέδινε όλα στον εργοδότη τους. Αρνήθηκε ότι κατακρατούσε τα διαβατήρια των εργατών πέραν των τριών μηνών μέχρι να εξοφληθεί και επανέλαβε ότι τα παρέδινε στους εργοδότες τους και δεν μπορούσε να τα κρατεί ο ίδιος γιατί γίνονταν έλεγχοι στα εργοτάξια από το Υπουργείο Εργασίας και τις συντεχνίες. Στο τέλος της υπόθεσης ο κ. Τριανταφυλλίδης αναφερόμενος στην μαρτυρία υπέβαλε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στην συμφωνία που συνομολογείτο μεταξύ των παραπονουμένων και εκείνων που διευθετούσαν την μετάβαση τους στην Κύπρο. Περαιτέρω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε από τους εργοδότες να μην επιστρέφουν τα διαβατήρια των υπαλλήλων τους μέχρι να εισπράξει τα οφειλόμενα. Ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να πληρωθεί τα ποσά που κατέβαλλε καθώς και την αμοιβή του που συμφωνούσε με τα γραφεία στη Ρουμανία. Ο ΜΚ4 κατέθεσε ότι απέκοπτε το ποσό της αμοιβής του κατηγορούμενου στην παρουσία των παραπονουμένων και χωρίς διαμαρτυρία από αυτούς. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει εξαναγκασμός εκ μέρους του κατηγορουμένου και καμιά κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του. Ο κ. Μαππουρίδης με αναφορά σε διατάξεις του σχετικού Νόμου εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατακρατούσε τα διαβατήρια των παραπονουμένων εξαναγκάζοντας τους να του καταβάλουν προμήθεια από την εργασία τους. Η εκμετάλλευση ήταν αποτέλεσμα του εξαναγκασμού και της κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του ως συνέπεια της στρατολόγησης των παραπονουμένων. Κατά συνέπεια σύμφωνα με την εισήγησή του αποδείχθηκαν όλες οι κατηγορίες σε βάρος του κατηγορουμένου. Έχουμε παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες όταν κατέθεταν ενώπιον μας και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λάβαμε υπόψη μας όλες τις συνιστώσες παραμέτρους και τους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη ως μέτρο κρίσης και αξιολόγησης ενός μάρτυρα. Ο Γεώργιος Ανδρέου (ΜΚ1) άφησε πολύ καλή εικόνα στο δικαστήριο και η μαρτυρία του ήταν σταθερή και σαφής. Δεν περιείχε αντιφάσεις και η γενική εντύπωση είναι πως κατέθεσε με ειλικρίνεια την αλήθεια. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Εξ αυτής, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, εξάγεται ως εύρημα ότι το γραφείο που ήταν μέτοχος στη Ρουμανία έκανε διαφημίσεις και σχετικές αγγελίες στον εγχώριο τύπο της Ρουμανίας για ενδιαφερόμενους να εργαστούν στην Κύπρο. Υπογράφονταν δύο συμβόλαια, το ένα για την προμήθεια του γραφείου του στην Ρουμανία και το άλλο για τις συνθήκες εργοδότησης τους στην Κύπρο. Τις πλείστες των περιπτώσεων οι υπάλληλοι δεν είχαν χρήματα να καταβάλουν τα έξοδα του αεροπορικού τους εισιτηρίου για την μετάβαση τους στην Κύπρο και τα έξοδα αυτά τα κατέβαλλε ο κατηγορούμενος για λογαριασμό τους. Οι εργοδοτούμενοι γνώριζαν ότι ερχόμενοι στην Κύπρο, γιατί τους έλεγε ο ίδιος, θα έπρεπε να πληρώσουν πέραν των αεροπορικών τους εισιτηρίων και κάποια άλλα έξοδα καθώς και την προμήθεια του κατηγορουμένου. Για τα έξοδα αυτά, επειδή οι εργάτες δεν είχαν χρήματα να τα πληρώσουν, γινόταν προφορική συμφωνία ότι θα τους απεκόπτετο ένα ποσό μηνιαίως από τον μισθό τους, σε 3 με 4 μήνες, μέχρι να τα εξοφλήσουν. Ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως μεσάζων για εργοδότες στην Κύπρο και οι εργάτες γνώριζαν ότι τα έξοδα του ο κατηγορούμενος θα τα ελάμβανε από τον μισθό τους. Πολύ καλή επίσης ήταν η εντύπωση αλλά και η συνολική εικόνα που άφησε στο δικαστήριο ο ΜΚ4 Γιάννης Παναγιωτόπουλος, ιδιοκτήτης της εταιρείας ΓΙΠΑΣ και εργοδότης των παραπονουμένων, ΜΚ2 και
  8. Έδωσε με σαφήνεια εξηγήσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο, αλλά και με τους παραπονούμενους και ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός ως προς την ακολουθητέα διαδικασία αποπληρωμής της προμήθειας του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και δεν περιείχε ουσιαστικές αντιφάσεις, ούτε και διακρίναμε οτιδήποτε που να προκαλεί αρνητική εντύπωση στην συνολική εικόνα του ως μάρτυρα της αλήθειας. Η μόνη αντίφαση που εντοπίζεται, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία ανέφερε ότι αυτός είχε τα διαβατήρια των εργατών μέχρι να τους εγγράψει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και στην συνέχεια τα επέστρεφε στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι μετά την εγγραφή τους τα επέστρεφε στον υπάλληλο. Η αντίφαση αυτή είναι επουσιώδης και δεν κρίνεται ικανή να ανατρέψει την πολύ καλή εικόνα του μάρτυρα, ούτε και κατατάσσεται ως μέρος μιας αναληθούς προσπάθειας του για να παραπλανήσει το δικαστήριο. Άλλωστε και οι ΜΚ2 και 3 επιβεβαίωσαν ενόρκως ότι τα έγγραφα τους τα παρέλαβαν από αυτόν. Εκ της μαρτυρίας του, που γίνεται πλήρως αποδεχτή, εξάγεται ως εύρημα, σε σχέση με τα ταξιδιωτικά έγγραφα των εργατών, ότι τα ελάμβανε από τον κατηγορούμενο και τα επέστρεφε σε αυτούς μετά την εγγραφή τους στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αποτελεί επίσης περαιτέρω εύρημα μας ότι στην παρουσία του, ο κατηγορούμενος και οι εργοδοτούμενοι, συμφωνούσαν μεταξύ τους το σύνολο του ποσού που όφειλαν στον κατηγορούμενο και έπρεπε να του καταβάλουν, καθώς και το επιμέρους ποσό, που όπως ο ίδιος τους έλεγε, θα τους το απέκοπτε σταδιακά από τον μισθό τους. Η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν αντιφατική και η εντύπωση είναι ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με διαφορετικό τρόπο από ότι ήσαν στην πραγματικότητα. Έτσι για παράδειγμα και ενώ στην κατάθεση του στην αστυνομία αρνήθηκε ότι γνώριζε ότι θα κατέβαλλε προμήθεια στον κατηγορούμενο και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι θα είχε δωρεάν το αεροπορικό εισιτήριο για την μετάβαση του στην Κύπρο, αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι στην Ρουμανία του είπαν ότι το εισιτήριο το πλήρωσε κάποιος Γιάννης, αλλά δεν γνώριζε πόσα κόστιζε. Βεβαίως εδώ να παρεμβάλουμε πως εύκολα μπορούσε να διαπιστώσει, με ένα απλό τηλεφώνημα, πόσα κόστιζε το εισιτήριο και να επικαλείται συνεπώς άγνοια του κόστους δεν σημαίνει, ούτε και ισοδυναμεί ότι θα έχει δωρεάν εισιτήριο ως ήταν η εκδοχή του στην κατάθεση του, δεδομένου ότι δέχτηκε αντεξεταζόμενος πως το εισιτήριο δεν αποτελούσε δώρο. Αντιφατικός επίσης παρουσιάστηκε και για το θέμα της προμήθειας του κατηγορουμένου, αφού τελικά δέχτηκε κατά την αντεξέταση ότι το γραφείο στην Ρουμανία του ανέφερε ότι θα πλήρωνε προμήθεια όπως και το κόστος του εισιτηρίου, αλλά δήθεν δεν του ανέφεραν το ποσό καθώς και τον τρόπο που θα απεκόπτετο. Ειδικά ως προς το τελευταίο, η σαφής μαρτυρία του ΜΚ4 ανατρέπει τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς του, όπως και τους ανακόλουθους και αντιφατικούς ισχυρισμούς του ότι ο κατηγορούμενος αρνείτο να του δώσει την ταυτότητα του μέχρι να τον εξοφλήσει. Ούτε και θα είχε κάποια λογική ο κατηγορούμενος να ζητά προκαταβολικά την πληρωμή ολόκληρης της αμοιβής του για να επιστρέψει την ταυτότητα του, γιατί αν έτσι είχαν τα πράγματα αυτό θα έπρεπε να γινόταν πριν έλθει στην Κύπρο. Ανακόλουθος ήταν και στο θέμα της ταυτότητας του γιατί σύμφωνα με τον ΜΚ4 την επέστρεφε στους εργοδοτούμενους μετά την εγγραφή τους στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και όχι μετά την σταδιακή εξόφληση της προμήθειας του κατηγορούμενου, όπως ήταν ο ισχυρισμός του. Ο δε ισχυρισμός του ότι ανέφερε στον ΜΚ4 ότι κάποιος άλλος εργοδότης του απέκοψε ένα ποσό Λ.Κ.170 δεν επιβεβαιώθηκε από αυτόν, δεν τέθηκε καν τέτοιο θέμα στον ΜΚ4, ούτε και προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, όπως για παράδειγμα από τον κατ' ισχυρισμό προηγούμενο εργοδότη του. Εκ της μαρτυρίας του ΜΚ4 συνάγεται ότι ο μάρτυρας όχι μόνο γνώριζε, αλλά συμφώνησε στην παρουσία του, για το ακριβές ποσό που όφειλε στον κατηγορούμενο για τις προσφερθείσες υπηρεσίες, όπως και γνώριζε και αποδέχτηκε την σταδιακή αποκοπή ενός ποσού από τον μισθό του εκ μέρους του ΜΚ
  9. Συνάγεται ότι η μαρτυρία του ήταν εντελώς αντιφατική και απείχε από την αλήθεια και κρίνεται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου απορρίπτεται καθ' ολοκληρίαν. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν στο ίδιο μήκος και του ιδίου επιπέδου με αυτή του ΜΚ2 και παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Ουσιαστικά στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο ΜΚ4 απέκοψε από τον μισθό του την προμήθεια του κατηγορουμένου από δύο μισθούς σε αντίθεση με τον ΜΚ4 που κατέθεσε ότι για την αποκοπή της προμήθειας γινόταν συμφωνία, στην οποία ήταν παρών ο ίδιος και ενημέρωνε τους εργοδοτούμενους για το επί μέρους ποσό που θα απέκοπτε από τον μισθό τους. Ενόρκως και αντιφατικώς κατέθεσε ότι η αποκοπή έγινε σε 3 με 4 μήνες, γεγονός που αναδεικνύει την αναξιοπιστία του. Αντιφατικός και ψευδής ήταν επίσης ο ισχυρισμός στην κατάθεση του ότι μετά που ο ΜΚ4 του απέκοψε το ποσό, ο κατηγορούμενος του επέστρεψε τα έγγραφα, αφού ενόρκως κατέθεσε, όπως και αντεξεταζόμενος, ότι αυτά του τα επέστρεψε ο ΜΚ4, όπως ακριβώς ήταν και η αποδεχτή μαρτυρία του ΜΚ
  10. Επικαλέστηκε συμβόλαιο για την αποκοπή της προμήθειας σε ένα χρόνο το οποίο, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αποδεχτεί, χωρίς από την μια να παρουσιαστεί τέτοιο συμβόλαιο και δίχως από την άλλη να υποβληθεί οτιδήποτε σε σχέση με αυτό στον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας άφησε τις χείριστες των εντυπώσεων και η μαρτυρία του πέραν των αντιφάσεων που έχουν υποδειχθεί ήταν, ως προς τα ουσιαστικά ζητήματα, σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του εργοδότη του (ΜΚ4). Κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και η μαρτυρία του είναι πλήρως απορριπτέα. Τέλος και σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ5 αυτή ήταν εντελώς συγχυσμένη, αόριστη και ανακριβής. Έκαμε αναφορά σε κάποιο Ρώσο τον οποίο άλλοτε αποκαλούσε εργοδότη του και άλλοτε ως υπεύθυνο ο οποίος κρατούσε το διαβατήριο του. Επικαλέστηκε και αυτός συμβόλαιο χωρίς να παρουσιαστεί τέτοιο έγγραφο, ούτε καν αναφορά σε όρους αυτού δεν έγινε, ώστε να διαφανεί τι ακριβώς προνοούσε το έγγραφο αυτό. Πέραν της αόριστης και συγχυσμένης αναφοράς του στον Ρώσο, δεν εξηγήθηκε ούτε και δόθηκε μαρτυρία ποιος ήταν αυτός και ποια η σχέση του, αν υπήρχε, με τον κατηγορούμενο. Πέραν των αντιφάσεων ως προς τι ακριβώς ποσά του απέκοψε ο πιο πάνω Ρώσος και πότε, αλλά και για λογαριασμού ποιου τα απέκοπτε, αν όντως του απέκοπτε, και ανεξάρτητα από αυτές, καίρια αντιφατικός ήταν και ως προς το ποιος τελικά κρατούσε το διαβατήριο του, αφού αλλού ανέφερε ότι το κρατούσε ο κατηγορούμενος, (δες την κατάθεση του στην αστυνομία) ενώ ενόρκως ανέφερε ότι το κρατούσε ο Ρώσος. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος αρνείτο να του το επιστρέψει αν δεν πληρωνόταν προηγουμένως την προμήθεια του, αντιφάσκει με την εκδοχή του ότι το διαβατήριο του το κρατούσε ο Ρώσος. Τέλος και ως προς τον ισχυρισμό ότι το διαβατήριο του παραδόθηκε, τελικά, από την αστυνομία Ομορφίτας, δεν οδηγεί πουθενά. Και ο λόγος είναι γατί σύμφωνα με την κατάθεση του αστυφύλακα 51 Παναγιώτη Γιάγκου (ΠΓ2), το διαβατήριο του δεν συμπεριλαμβανόταν σε αυτά που βρέθηκαν στα υποστατικά του κατηγορουμένου, και δεν υπάρχει κάποια άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το διαβατήριο του ΜΚ
  11. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του ήταν αντιφατική, ασύνδετη και αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου επιβεβαιώνεται στα βασικά και ουσιαστικά ζητήματα από τους ΜΚ1 και
  12. Διατηρούσε γραφείο εξευρέσεως εργασίας και συνεργαζόταν για τον σκοπό αυτό με γραφεία στη Ρουμανία. Κατέβαλε για λογαριασμό των εργοδοτουμένων, παραπονουμένων, το αεροπορικό τους εισιτήριο και οι υπηρεσίες που τους παρείχε, για την εξεύρεση εργοδότη, ήταν εν γνώσει των παραπονουμένων, έναντι αμοιβής. Η καταβολή της αμοιβής γινόταν, σε συμφωνία με τους παραπονούμενους και στην παρουσία τους, με τον εργοδότη τους, ώστε να του καταβάλλεται ένα ποσό μηνιαίως από τον εργοδότη τους που το απέκοπτε σταδιακά από τον μισθό τους. Τα διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά τους έγγραφα τα κρατούσε μέχρι την εξασφάλιση της άδειας εργασίας και παραμονής τους και στη συνέχεια τα παρέδινε στον εργοδότη τους, ο οποίος μετά την εγγραφή τους στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις τα επέστρεφε σε αυτούς. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Αναφορικά με την κατηγορία της εμπορίας ενηλίκων προσώπων, η μαρτυρία του ΜΚ1 που ήταν μέτοχος σε γραφείο εξευρέσεως εργασίας στη Ρουμανία κατέδειξε ότι γίνονταν διαφημίσεις και σχετικές αγγελίες στον εγχώριο τύπο της Ρουμανίας για ενδιαφερόμενους να εργαστούν στην Κύπρο και συνεργαζόταν με το γραφείο του κατηγορούμενου. Υπογράφονταν δύο συμβόλαια, το ένα για την προμήθεια του γραφείου του στην Ρουμανία και το άλλο για τις συνθήκες εργοδότησης τους στην Κύπρο καθώς και για τα άλλα έξοδα, αεροπορικά εισιτήρια, και την προμήθεια του κατηγορουμένου στην Κύπρο. Οι παραπονούμενοι, όπως και οι ίδιοι παραδέχτηκαν, είδαν τις αγγελίες αυτές και σε συνεννόηση με το γραφείο στη Ρουμανία, υπό τις πιο πάνω συνθήκες, ήλθαν για να εργαστούν στην Κύπρο. Για να μπορούσε συνεπώς να στοιχειοθετηθεί αδίκημα κάτω από τις πρόνοιες των άρθρων 2 μέχρι και 5 του Νόμου, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε απειλές, ή χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, είτε απαγωγή ή δόλο και απάτη, ως ορίζει το άρθρο 5(α) μέχρι (δ), είτε να καταχραστεί την εξουσία που είχε με τρόπο ώστε οι παραπονούμενοι να μην έχουν άλλη αποδεκτή δυνατότητα ώστε να υπαχθούν στην κατάχρηση ή παροχή ή λήψη πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί του άλλου προσώπου. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τους παραλάμβανε, είτε ο ίδιος είτε δια της εκπροσώπου του, από το αεροδρόμιο για να τους μεταφέρει στην συνέχεια στους εργοδότες τους δεν συνιστά αδίκημα κάτω από τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Όπως ούτε συνιστά αδίκημα το γεγονός ότι κατέβαλε τα αεροπορικά εισιτήρια των παραπονουμένων για να έλθουν να εργαστούν στην Κύπρο. Προς αποφυγήν επαναλήψεως τα ίδια κατ' αναλογία ισχύουν και για την κατηγορία της εκμετάλλευσης στην εργασία, με την προσθήκη ότι η τμηματική αποκοπή εκ του μισθού των παραπονουμένων, από τον εργοδότη τους, για την εξόφληση προς τον κατηγορούμενο της προμήθειας και του κόστους του εισιτηρίου τους, πέραν του γεγονότος ότι αυτό ήταν ήδη γνωστό στους παραπονούμενους πριν έλθουν στην Κύπρο, αυτό, ως κατέδειξε η μαρτυρία, γινόταν με την σύμφωνο γνώμη και την συγκατάθεση τους. Και εν πάση περιπτώσει επρόκειτο για συμφωνηθείσα αμοιβή και όχι προϊόν ή αποτέλεσμα από την εκμετάλλευση στην εργασία ή γιατί υποβλήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία ή κάποιας μορφής δουλεία ή υποτέλειας, ως οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 8 του Νόμου. Τέλος και σε σχέση με την κατηγορία της παρακράτησης των προσωπικών εγγράφων, δηλαδή της ταυτότητας και των διαβατηρίων των παραπονουμένων, από την αποδεκτή μαρτυρία τόσο του ΜΚ4 όσο και του κατηγορουμένου αποτέλεσε εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε τα έγγραφα αυτά για όσο χρονικό διάστημα απαιτείτο για να εξασφαλίσει την έκδοση, από τις αρμόδιες Αρχές, των σχετικών αδειών των παραπονουμένων και στην συνέχεια τα παρέδινε στον εργοδότη τους, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδινε στους παραπονουμένους, με εξαίρεση την περίπτωση του ΜΚ5 για τον οποίο το ζήτημα παρέμεινε εντελώς αδιευκρίνιστο και εν πάση περιπτώσει ασύνδετο με τον κατηγορούμενο. Στην διατύπωση του άρθρου 13 του Νόμου δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις σχετικές κατηγορίες, δεν φαίνεται να καλύπτονται ταξιδιωτικά έγγραφα που δεν εκδίδονται, είτε δυνάμει του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, ή δυνάμει του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, αφού η μαρτυρία αφορούσε ταξιδιωτικά έγγραφα των Αρχών της Ρουμανίας. Ανεξάρτητα από αυτό σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων θα πρέπει να διενεργείται στα πλαίσια διάπραξης ή πρόθεσης διάπραξης αδικημάτων που προβλέπει ο Νόμος, ή να γίνεται με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει παράνομα την προσωπική ελευθερία οποιουδήποτε θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί η διάπραξη ή η πρόθεση διάπραξης ποινικού αδικήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου στα πλαίσια του Νόμου. Η δε κράτηση εκ μέρους του, των διαβατηρίων ή άλλων εγγράφων των παραπονουμένων μέχρι να εκδοθούν οι σχετικές άδειες από τα Αρμόδια Τμήματα, δεν συνιστά ούτε και αποτελεί αδίκημα στα πλαίσια του Νόμου. Ούτε και έχει καταδειχθεί ότι αυτό έγινε με σκοπό να περιορίσει την προσωπική ελευθερία των ΜΚ2, 3 και 5, αφού μάλιστα ο ΜΚ5 άλλαξε μόνος του τον εργοδότη του. Να παρεμβάλουμε πως για τις κατηγορίες 89, 90 και 91 δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία και ίσως εκ παραδρομής δεν είχαν αποσυρθεί από τον κ. Μαππουρίδη. Εν κατακλείδι, στη βάση των όσων έχουμε αναλύσει και επεξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών. Τα έξοδα που ανέρχονται σε €215 να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.