← Κύπρος

Αστυνομία ν. Γιάννου Πιριπίτση κ.α., Αρ. Υποθ.: 906/07, 30 Μαρτίου 2011

Αστυνομία ν. Γιάννου Πιριπίτση κ.α., Αρ. Υποθ.: 906/07, 30 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 906/07 Αστυνομία ν. 1. Γιάννου Πιριπίτση 2. Πολύκαρπου Φάντη Κατηγορουμένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαρτίου 2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενους: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Κατηγορούμενοι παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις κατηγορίες 3, 5 και 6 που αφορούν: 3η Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκου, ήτοι της Podzolcova Svetlana (άρθρο 3 του Ν. 3(Ι)/00). 5η Εκμετάλλευση πόρνης (άρθρο 164(Ι) του Ποινικού Κώδικα). 6η Αδίκημα συγκάλυψης (άρθρα 2, 4, 5, 7 του Ν. 61(Ι)/96). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δέκα μάρτυρες, των οποίων παρατίθεται κατωτέρω χρονολογική σύνοψη της μαρτυρίας. Να σημειωθεί πως η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία ξεκίνησε στις 7/9/06 μετά από κατάθεση που έδωσε η παραπονούμενη την ίδια μέρα. Στην κατάθεση της αυτή αφού εξιστόρησε της περιπέτειες της στην μπυραρία BELLA VISTA της Jinka Στεφάνου στο Γέρι, αναφέρθηκε και στην εργοδότηση της στο εστιατόριο ΣΥΝΟΡΑΜΑ ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου 1 τον Ιούνιο του 2006. Εξήγησε ότι παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου 1, μετά την πρώτη εβδομάδα εργασίας της αυτός άρχισε να την απειλεί και να την πιέζει να πηγαίνει με πελάτες για σεξ και επειδή τον φοβόταν άρχισε όντως να πηγαίνει με πελάτες για σεξ. Στο εστιατόριο εργαζόταν και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος επίσης την εκφόβιζε και την απειλούσε προς την ίδια κατεύθυνση και μια φορά την κτύπησε για να την αναγκάσει να πάει με πελάτη. Εκεί εργάζονταν αρχικά εφτά κοπέλες και μετά τέσσερεις και ο πελάτης για να πάρει κοπέλα έπρεπε να ανοίξει μια σαμπάνια αξίας £40, δίνοντας τα λεφτά στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τα έβαζε στην ταμειακή μηχανή. Εκτός από αυτά ο πελάτης έδινε και την κοπέλα £20-30. Στους δύο μήνες που εργάστηκε εκεί η ίδια πήγε με 10 περίπου πελάτες. Διέμενε σε δωμάτιο δίπλα από το εστιατόριο με τις άλλες κοπέλες. Για το σεξ ο πελάτης έπαιρνε την κοπέλα σε δωμάτιο της δικής του επιλογής. Περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2006 δεν άντεξε άλλο την ψυχολογική πίεση και την άσχημη συμπεριφορά οπότε αποφάσισε να πάει στην Αστυνομία όπου με την ίδια κατάθεση κατήγγειλε τόσο την Jinka όσο και τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην παρούσα. Η Μ.Κ.8 Αστ. 2155 Μ. Κωνσταντίνου του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αρχηγείου έλαβε την πιο πάνω κατάθεση της παραπονούμενης στη μητρική της γλώσσα με τη βοήθεια της διερμηνέως Τατιάνας Χριστοφόρου. Προφορικά εξήγησε πως η κατάθεση λήφθηκε στη Ρωσική γλώσσα διότι η παραπονούμενη δήλωσε αφενός ότι αυτή ήταν η μητρική της γλώσσα και αφετέρου ότι δεν γνώριζε την Αγγλική. Όπως είπε η Μ.Κ.8 προσπάθησε να συνομιλήσει με την παραπονούμενη στα Αγγλικά, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό διότι δεν γνώριζε την Αγγλική. Η μάρτυρας είπε πως δεν γνώριζε ούτε διερεύνησε σε τι γλώσσα είχε μιλήσει η παραπονούμενη με άλλα πρόσωπα για τα οποία έλεγε ότι την είχαν απειλήσει. Ο Μ.Κ.5 Αν. Λοχίας Κ. Ξάνθου ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμ. 10) ότι στις 23.10.06 μετέβη με τον Αστ. 1356 στο εστιατόριο «Συνόραμα» όπου εντόπισε και συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Σε έρευνα που ακολούθησε βρήκε σε μια γωνιά πίσω από τις κουρτίνες στον κυρίως χώρο του εστιατορίου ένα άδειο περιτύλιγμα προφυλακτικού το οποίο και παρουσίασε στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 9. Ο Μ.Κ.3 Αν. Λοχίας Ε. Σολέας είπε στην κατάθεση του πως ήταν παρών κατά την έρευνα και πως καθ΄ υπόδειξιν του Μ.Κ.5 έλαβε αριθμό φωτογραφιών τις οποίες παρουσίασε ως Τεκμήριο 6. Προφορικά εξήγησε πως οι φωτογραφίες αρ. 9-13 αποτυπώνουν το σημείο στο οποίο βρέθηκε το περιτύλιγμα του προφυλακτικού καθώς και το ίδιο το προφυλακτικό. Ο Μ.Κ. 4 Αστ. 865 Ν. Τόμα είπε πως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 8. Ο Μ.Κ.2 Αστ. 2561 Σ. Νικολάου είπε πως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος του απάντησε πως ό,τι είχε να πει θα το έλεγε στο δικαστήριο. Ο Μ.Κ.7 Λοχ. 593 Π. Ιορδάνου είπε ότι στις 24.10.06 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος στη σχετική επίστηση απάντησε: «Δεν έχω σχέση με έτσι πράματα εγώ». Επίσης είπε πως αργότερα την ίδια μέρα τού έλαβε και ανακριτική κατάθεση, την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 14. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 2839 Ν. Γιάγκου είπε ότι στις 24.10.06 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος απάντησε: «Δεν παραδέχομαι τίποτε». Ο Μ.Κ.9 Ανδρέας Κυριάκου είπε πως υπηρετεί στο Τμήμα Μεταναστεύσεως και πως μεταξύ των καθηκόντων του είναι ο χειρισμός των αδειών παραμονής των αλλοδαπών. Για την παραπονούμενη είπε πως αυτή έφθασε στην Κύπρο για πρώτη φορά στις 13.4.02 και έφυγε στις 10.4.03. Μετά από αίτηση της Jinka ημερ. 6.12.05 εκδόθηκε νέα θεώρηση εισόδου για την παραπονούμενη για τρεις μήνες από τις 20.12.05. Στις 18.1.06 υπεβλήθη αίτηση για ανανέωση, η οποία εκκρεμούσε στις 30.10.06 που έδωσε την κατάθεση του ο μάρτυρας (Τεκμ. 17). Στην προφορική της μαρτυρία η παραπονούμενη υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε για τις ημερομηνίες άφιξης της στην Κύπρο και δέχθηκε ότι μπορεί να έκαμε λάθος σ΄ αυτές που ανέφερε στην κατάθεση της, πράγμα που απέδωσε στο χρόνο που είχε περάσει. Ερωτήθηκε αν έδωσε και δεύτερη κατάθεση στην Αστυνομία και απαντώντας καταφατικά της υποδείχθηκε κατάθεση ημερ. 11.9.07 την οποία αναγνώρισε και υπέδειξε την υπογραφή της, οπότε σημειώθηκε ως Τεκμήριο 12. Στην επανεξέταση της όμως είπε πως αυτή τη δεύτερη κατάθεση της, που ήταν στα Αγγλικά, δεν την έγραψε η ίδια, αλλά η Αστυνομία η οποία της την έδωσε να τη διαβάσει και να την υπογράψει και παρότι την υπέγραψε εξήγησε πως δεν την είχε αντιληφθεί σωστά. Μάλιστα απολογήθηκε επειδή δέχθηκε να την υπογράψει χωρίς την παρουσία διερμηνέα λόγω του ότι βιαζόταν πάρα πολύ εκείνη την ημέρα και είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα και έτσι την υπέγραψε χωρίς να ήταν απόλυτα προσεκτική. Στο Τεκμήριο 12 η παραπονούμενη αναφέρει ότι γνωρίζει να διαβάζει και να γράφει Αγγλικά πολύ καλά και ότι για την υπ. 906/07 (παρούσα) δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη, προσθέτοντας ότι δεν έχει κανένα παράπονο από τους κατηγορούμενους και ότι ο κατηγορούμενος 1 της έδωσε το ποσό των £300 για την εγγύηση που του είχε δώσει από προηγουμένως και έτσι το θέμα έληξε. Επίσης είπε πως δεν ήθελε να καταθέσει στο δικαστήριο για την υπόθεση επειδή δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον των κατηγορουμένων και ότι δεν εργάστηκε καθόλου σ΄ αυτούς. Μετά από αυτή την ερώτηση και απάντηση στην επανεξέταση της, ζητήθηκε και δόθηκε άδεια στην υπεράσπιση να προβεί σε περαιτέρω αντεξέταση της για το θέμα της δεύτερης κατάθεσης της. Στα πλαίσια αυτά εξήγησε πως διάβασε πολύ βιαστικά την κατάθεση αυτή όταν την υπέγραψε και δεν αντιλήφθηκε σωστά το περιεχόμενο της. Είπε πως είδε σίγουρα το ποσό των £300 και όπως κατάλαβε (τότε) το παράπονο της αφορούσε αυτό το ποσό και έτσι την υπέγραψε. Αντιλήφθηκε, όπως εξήγησε, μόνο ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα σε σχέση με το μισθό της και υπέγραψε επειδή ήταν βέβαιη ότι αυτά που έγραψε η Αστυνομία και της έδωσε να υπογράψει ήταν ορθά, χωρίς να μπορεί να τα αντιληφθεί όλα και χωρίς να φανταστεί ότι έκαναν τέτοιο λάθος οι αστυνομικοί. Προσέθεσε πως αντιλήφθηκε το πραγματικό περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής το Φθινόπωρο του 2009 ή το Χειμώνα του 2010 όταν την πήραν τηλέφωνο από την Αστυνομία και την ρωτούσαν αν όντως είχε δώσει τέτοια κατάθεση. Εν τούτοις δεν πήγε να δώσει νέα κατάθεση και να εξηγήσει τι έγινε επειδή όπως είπε δεν γνώριζε ότι έπρεπε να πράξει κάτι τέτοιο. Σε άλλο σημείο απάντησε πως όταν ρωτήθηκε κατά την δεύτερη κατάθεση από τον αστυνομικό αν μιλά Αγγλικά τού είχε πει ότι καταλάβει λίγα. Όταν της έδωσαν την κατάθεση να υπογράψει δεν τους είπε ότι δεν καταλάβαινε επειδή απλά εκείνη τη στιγμή ήθελε να φύγει από εκεί όσο πιο σύντομα και τα παράβλεψε όλα για να φύγει, καταλαβαίνοντας μόνο ότι είχε υπογράψει ένα χαρτί στο οποίο έλεγε ότι δεν είχε κανένα παράπονο από τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τα χρήματα. Όπως προσέθεσε περαιτέρω, περί τα τέλη του 2009-αρχές του 2010 της τηλεφώνησε η αστυνομικός Μαργαρίτα, που την ενημέρωνε για την υπόθεση αυτή, και όταν εκείνη της εξήγησε με πιο απλά λόγια το περιεχόμενο της κατάθεσης (Τεκμ. 12) τότε κατάλαβε ότι είχε κάμει λάθος που την υπέγραψε, εφόσον δεν ήθελε να πει όλα αυτά που είχαν γραφτεί. Ο Μ.Κ.10 Αστ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου είναι ο αστυφύλακας που έλαβε τη δεύτερη αυτή κατάθεση από την παραπονούμενη. Όπως είπε υπηρετούσε τότε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και εκεί έλαβε την κατάθεση μετά από οδηγίες του υπεύθυνου λοχία 1591, ο οποίος ήταν παρών επίσης και την προσυπέγραψε. Ο Λοχίας αυτός του είπε ότι η παραπονούμενη γνώριζε να μιλά και να γράφει Αγγλικά καλά και να της πάρει κατάθεση στα Αγγλικά αφού δεν ήθελε μεταφραστή στη μητρική της γλώσσα. Προσέθεσε πως η παραπονούμενη έλεγε τι ήθελε να πει και ο ίδιος κατέγραφε την κατάθεση. Αναγνώρισε ότι δεν είχε εμπλοκή με την υπόθεση ο ίδιος και παρότι δεν συνηθίζεται να λαμβάνεται κατάθεση από μη εμπλεκόμενο, είπε πως όφειλε να το πράξει αφού του δόθηκαν οδηγίες από τον Σταθμάρχη. Είπε πως την πρωτότυπη κατάθεση την παρέλαβε ο Λοχ. 1591, ο οποίος ανέλαβε να την προωθήσει παρακάτω στους εξεταστές. Στην αντεξέταση του προσέθεσε πως μετά το πέρας της κατάθεσης της η παραπονούμενη τη διάβασε και την υπέγραψε. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους και οι δύο υιοθέτησαν τις γραπτές ανακριτικές καταθέσεις τους (Τεκμ. 8, 14) με ανώμοτες δηλώσεις τους αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος 1 στη γραπτή κατάθεση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου ΣΥΝΟΡΑΜΑ. Για την παραπονούμενη είχε πει πως το 2006 είχαν έρθει με μιαν πρώην εργοδοτούμενη του και του ζήτησαν εργασία. Ειδικά για την παραπονούμενη είπε πως της έβαλε συμβόλαιο στο Υπουργείο Εργασίας και διέμενε κοντά του στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος 60, ενώ παράλληλα ο ίδιος είπε στον κατηγορούμενο 2, που έμενε εκεί, ότι αυτή δεν θα εργαζόταν μέχρι να βγουν τα συμβόλαια της. Ξεκαθάρισε πως σε καμιά φάση δεν εργάστηκε κοντά του, προσθέτοντας ότι αυτή έψαχνε διάφορους τρόπους να παραμείνει στην Κύπρο λέγοντας του ότι θα γίνετο πολιτική πρόσφυγας και ότι θα κατήγγελλε την προηγούμενη εργοδότρια της (Jinka) για πορνεία, με σκοπό να παρατείνει τη διαμονή της στην Κύπρο. Για το διαχωρισμό του εστιατορίου με κουρτίνες εξήγησε πως επειδή είναι πολύ μεγάλο έκοψε το ένα τέταρτο με κουρτίνες και το ανοίγει μόνο όταν έχει αρκετό κόσμο για να παίζουν οι πελάτες στα μπιλιάρδα. Αρνήθηκε ότι εξωθούσε κοπέλες στην πορνεία λέγοντας ότι ο ίδιος δεν πηγαίνει στο μαγαζί και δεχόμενος ότι για κάποιο διάστημα άφησε τον κατηγορούμενο να κάθεται στο μαγαζί και να του τηλεφωνά εάν υπήρχε πρόβλημα, τον οποίο και σταμάτησε ένα μήνα πριν (την κατάθεση του εννοείται), επειδή δεν υπήρχε καθόλου δουλειά. Για το προφυλακτικό που βρέθηκε στο χώρο πίσω από τις κουρτίνες είπε πώς μπορεί να είναι και δικό του αφού χρησιμοποιεί αυτός εκείνο το χώρο. Ο κατηγορούμενος 2 στη δική του κατάθεση (Τεκμ. 14) ανέφερε πως λόγω παχυσαρκίας δεν εργάζεται και λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας από το 1994. Κατ΄ εξαίρεση εργάστηκε σε δύο περιόδους στην μπυραρία «Συνόραμα» του φίλου του κατηγορούμενου 1, ο οποίος του πρότεινε να πάει στην μπυραρία για να τον βοηθά. Στα πλαίσια αυτά εργάστηκε στην εν λόγω μπυραρία την περίοδο Μαρτίου 2003 έως Απρίλιο του 2004 και από το Μάρτιο (του 2006) έως τον Αύγουστο του 2006. Είπε πως τα καθήκοντά του εκεί ήταν να κάνει διάφορες δουλειές όπως το ψώνισμα των φρούτων, το κόψιμο τους και η τοποθέτηση τους σε πιατάκια για να τα βγάζουν τα γκαρσόνια έξω στους πελάτες και κάποτε ασκούσε καθήκοντα D.J. Δέχθηκε πως με το όνομα Svetlana γνώριζε μια κοπέλα από τη Μολδαβία η οποία εργαζόταν στο «Συνόραμα», χωρίς να γνωρίζει το επίθετο της. Αυτή εργαζόταν για την εξυπηρέτηση των πελατών δηλαδή καθόταν με τους πελάτες για παρέα και αυτοί αν ήθελαν την κερνούσαν ποτά. Την περιέγραψε ως μια ψηλή κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά, με λίγο κόκκινο χρώμα. Για μια άλλη κοπέλα με το όνομα Svetlana Reaboi εκτίμησε πως ήταν μια φίλη της (πρώτης) η οποία είχε επισκεφθεί την Podzolcova στο «Συνόραμα» μια φορά. Αρνήθηκε ότι οποτεδήποτε ο ίδιος εκφόβισε, απείλησε ή κτύπησε υπάλληλο για να πάει για σεξ με πελάτη λέγοντας ότι είναι παρεξήγηση διότι η αλήθεια είναι πως αν κάποιος πελάτης ήθελε να ανοίξει μια σαμπάνια για μια κοπέλα ή και να της κεράσει ποτό τότε αυτός πληρωνόταν την αξία του ποτού αναλόγως του τι κερνούσε ο πελάτης στην κοπέλα και όχι για να πάει για σεξ μαζί του. Όπως είπε η αξία της σαμπάνιας ήταν £40 και μετά το τέλος της δουλειάς τους αν μια κοπέλα ήθελε να πάει κάπου με κάποιον πελάτη αυτό δεν ενδιέφερε τον ίδιο, ο οποίος έκλεινε τη μουσική και το μαγαζί και έφευγε, χωρίς να γνωρίζει τι έκαναν παρακάτω οι κοπέλες. Ο ίδιος όλες τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των ποτών που έκαναν κάθε νύκτα τις έδινε την επόμενη μέρα στον κατηγορούμενο 1. Ο Μ.Υ.1 Λοχ. 1591 Μιλτιάδης Δημητρίου στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμ. 18) είπε μεταξύ άλλων πως στις 11.9.07 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και το απόγευμα της ημέρας εκείνης ήταν υπηρεσία μαζί με τον Μ.Κ.10. Περαιτέρω είπε πως εκείνη την ημέρα περί τις 17:45 μ.μ. ήρθε στο Σταθμό η παραπονούμενη συνοδευόμενη από κάποιο άντρα από τη Γεωργία και είπε (στον Μ.Υ.1) πως ήθελε να δώσει μια κατάθεση σχετικά με ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε στο δικαστήριο εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφέροντας και τον αριθμό της παρούσας (906/07). Ο ίδιος γνώριζε τον κατηγορούμενο 1 ως επιχειρηματία, η κοπέλα δεν του είπε γιατί ήθελε να δώσει κατάθεση και η συνομιλία του μαζί της γινόταν στα Αγγλικά. Αντιλήφθηκε ότι μιλούσε και καταλάβαινε Αγγλικά και όταν τη ρώτησε, εκείνη είπε πως ήξερε να διαβάζει και να γράφει Αγγλικά και ερωτώμενη σχετικά είπε πως δεν ήθελε μεταφραστή στα Ρωσικά. Έτσι φώναξε τον Μ.Κ.10 και του έδωσε οδηγίες να της πάρει κατάθεση στα Αγγλικά, εξηγώντας του ότι μίλησε μαζί της στα Αγγλικά και ήταν καλά. Ακολούθως ο Μ.Κ.10 της πήρε κατάθεση στα Αγγλικά στην παρουσία του ιδίου (του Μ.Υ.1) και του Γεωργιανού που τη συνόδευε. Μετά που τέλειωσε η κατάθεση ο Μ.Κ.10 της την έδωσε και την διάβασε μεγαλοφώνως μπροστά τους και μετά την υπέγραψε μπροστά σε όλους. Ο Μ.Υ.1 προσέθεσε πως τώρα υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Μόρφου ως Αξιωματικός Υπηρεσίας στο Κ.Ε.Μ. και πως κανένας δεν του ζήτησε ή τον ενημέρωσε ότι τον ζητούσαν για να δώσει κατάθεση για την υπόθεση αυτή πριν επικοινωνήσει μαζί του δικηγόρος από το γραφείο που υπερασπίζεται τους κατηγορούμενους στις 21.1.20011 για να έρθει να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος εξήγησε πώς ετοιμάστηκε η δήλωση που κατέθεσε στο δικαστήριο (Τεκμ. 18) και αναφέρθηκε στις συνθήκες λήψης της δεύτερης κατάθεσης από την παραπονούμενη. Προσέθεσε πως λίγες μέρες μετά και χρησιμοποιώντας τον αριθμό της υπόθεσης έμαθαν από την Εισαγγελία Λευκωσίας ποιου Τμήματος ήταν η υπόθεση, οπότε ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο Μ.Κ.10 να την πάρει στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, πράγμα που του είπε ότι έπραξε και ο ίδιος θεώρησε το θέμα λήξαν. Δέχθηκε πως γνώριζε τους κατηγορούμενους και πριν τη λήψη της κατάθεσης αυτής αφού ήταν κάτοικοι της περιοχής αστυνόμευσης του. Ο Μ.Υ.2 Μιχάλης Χατζηνικόλας είπε πως εργάζεται στην καφετέρια «Le Cafe». Είπε πως εργοδότησαν την παραπονούμενη τον Απρίλιο του 2007 ως καθαρίστρια, η οποία μετά από δυο-τρεις μήνες μετακινήθηκε στο μπαρ όπου φτιάχνει καφέδες μέχρι σήμερα. Ο ίδιος είχε επαφή μαζί της μετά από αυτή τη μετακίνηση της και εξήγησε πως κανένας από το υπόλοιπο προσωπικό που έρχεται σε επαφή μαζί της δεν έκανε παράπονο ότι έχει πρόβλημα να συνεννοηθεί μαζί της στα Αγγλικά. Εξέφρασε τη γνώμη πως η παραπονούμενη μιλά τα απαραίτητα Αγγλικά λέγοντας παράλληλα πως ο ίδιος δεν είναι σε θέση να κρίνει το επίπεδο των Αγγλικών κάποιου άλλου εκφράζοντας και αδυναμία να θυμηθεί για την περίοδο του 2007 πώς ήταν τα Αγγλικά της παραπονούμενης. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Εισερχόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώ ορθότερο να σημειώσω σ΄ αυτό το στάδιο σχετικά με το θέμα τα εξής: (
  2. i)Το δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν όμως τη μαρτυρία του ως το αντικείμενο αξιολόγησης από το δικαστήριο παραδεκτής κατά το δίκαιο της αποδείξεως μαρτυρίας. Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου ως του κριτή της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν μπορεί να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε αρχή η οποία περιορίζει εκ προοιμίου την ευχέρεια του να αξιολογήσει κατά τον τρόπο που το ίδιο το δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα που καταθέτει ενώπιον του, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αποδεικτικός κανόνας αποκλεισμού της μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι έχουν προβεί σε αντιφατικές καταθέσεις (βλ. υπ. Ηροδότου ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 175, Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65). (ii) Oι βασικές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσης και ως γνωστό η νομολογία μας έχει καθιερώσει, ως θέμα πρακτικής, την αρχή ότι ενδείκνυται ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου. Πρόκειται για κανόνα πρακτικής για αυτό και καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί στην αποδοχή και μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης νοουμένου όμως ότι το δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ελλοχεύει να κριθεί η ενοχή των κατηγορούμενων χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας της παραπονούμενης (βλ. υπ. Μεϊτανής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 177, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65). (iii) Υπενθυμίζεται επίσης πως παρότι το σύνολο του περιεχομένου της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου γίνεται δεκτό ως μαρτυρία (υπ. Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ. 55), εντούτοις αυτό αξιολογείται και κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται, το δε δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του κατηγορούμενου και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή ή περιέχει δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του κατηγορούμενου (υπ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ξεκινώντας από τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 πρέπει να παρατηρήσω ότι όλοι είχαν μικρή και υποβοηθητική συμμετοχή στη διερεύνηση της υπόθεσης, εξ ου και για τα όσα ανέφεραν δεν αντεξετάστηκαν. Τους θεωρώ όλους ως αξιόπιστους και ειλικρινείς και τα όσα ανέφεραν καθίστανται και ευρήματα μου. Σημειώνω μόνο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 πως το περιτύλιγμα του προφυλακτικού εντοπίστηκε εντός του εστιατορίου στο σημείο που υποδεικνύεται στις φωτ. 9 και επ. του Τεκμηρίου 6. Παρομοίως περιορισμένη ήταν και η μαρτυρία και συμμετοχή των Μ.Κ.7 και Μ.Κ.9, στους οποίους αν και υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση αυτές ήταν μάλλον διευκρινιστικές και δεν στόχευαν στην αμφισβήτηση των λεχθέντων από τους μάρτυρες αυτούς. Παρακολουθώντας και αυτούς τους θεωρώ επίσης αξιόπιστους και ειλικρινείς και δέχομαι τα όσα ανέφεραν, τα οποία επίσης καθίστανται ευρήματα μου. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 ο οποίος ως γραφέας στο Τμήμα Μετανάστευσης γνωρίζει πολύ καλά τα περί αδειών παραμονής και εργοδότησης των εμπλεκομένων αλλοδαπών στην παρούσα υπόθεση σημειώνω: (
  1. i)Ότι στις 17.4.06 κατόπιν αίτησης της Jinka Στεφάνου, ιδιοκτήτριας της BELLA VISTA PUB στο Γέρι εκδόθηκε θεώρηση εισόδου και παραμονής εργασίας για 3 μήνες στη Svetlana Reaboi, από τη Μολδαβία. (
  2. ii)Ότι η Svetlana Podzolcova (παραπονούμενη) ήρθε στην Κύπρο στις 13.4.02 με θεώρηση εισόδου, παραμονής και εργασίας στην μπυραρία BELLA VISTA PUB και αναχώρησε στις 10.4.03. Στις 8.12.05 υπεβλήθη νέα αίτηση από την Jinka Στεφάνου για την παραπονούμενη και εκδόθηκε θεώρηση εισόδου, παραμονής και εργασίας για 3 μήνες από τις 20.12.05. Στις 18.1.06 έγινε αίτηση για ανανέωση της άδειας της η οποία εκκρεμούσε ακόμα στις 30.10.06 που έδωσε την κατάθεση του ο Μ.Κ.9. Αξιόπιστη και ειλικρινή θεωρώ γενικά και τη Μ.Κ.8 η οποία έλαβε την αρχική κατάθεση της παραπονούμενης (Τεκμ. 16). Θεωρώ όμως πως υπερέβαλλε στο θέμα της μη γνώσης της Αγγλικής γλώσσας από την παραπονούμενη. Είναι απολύτως φυσιολογικό και ορθό το ότι έλαβε την κατάθεση στη μητρική γλώσσα της παραπονούμενης και αυτό ως θέμα πρακτικής κατά τη λήψη καταθέσεων από αλλοδαπούς. Ακριβώς επειδή ακολουθείται αυτή η πρακτική δεν φαίνεται λογικό να διερεύνησε τη γνώση της στην Αγγλική γλώσσα και δεν δέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας της. Άλλωστε αν τίθετο τέτοιο θέμα τότε ίσως θα έπρεπε η Αστυνομία να διερευνούσε περαιτέρω και το πώς συνεννοείτο η παραπονούμενη με τους εργοδότες της, τους συναδέλφους της και τους πελάτες όλα αυτά τα χρόνια. Σημειώνεται εν πάση περιπτώσει πως η ίδια η παραπονούμενη στην αντεξέταση της δέχθηκε πως καταλάβαινε λίγα Αγγλικά, πράγμα που δήλωσε, όπως είπε, στο Μ.Υ.1 όταν πήγε στο Σταθμό Ομορφίτας, για τη δεύτερη κατάθεση (Τεκμ. 12), ο οποίος και δίδει λεπτομερέστερη μαρτυρία για αυτό το θέμα. Η δεύτερη αυτή κατάθεση της αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο στην υπόθεση, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αφενός λόγω του περιεχομένου της και αφετέρου λόγω των εξηγήσεων που θα έπρεπε να δοθούν με την προοπτική να γίνουν δεκτές από το δικαστήριο ως πειστικές για μια τέτοια συμπεριφορά χωρίς να αναιρούν το περιεχόμενο της αρχικής κατάθεσης ή να τραυματίζουν την εικόνα της κατά τρόπο που να μην μπορεί το δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία της για όσα ανέφερε στην αρχική της κατάθεση. Είναι γεγονός πως η παραπονούμενη περιορίστηκε στην κυρίως εξέταση της στο να αναγνώσει την αρχική κατάθεση της ως μέρος της εξέτασης αυτής και δεν της υποβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη ουσιαστική ερώτηση. Είναι επίσης γεγονός πως για τα όσα ανέφερε σ΄ αυτή την αρχική κατάθεση στην πραγματικότητα δεν της υποβλήθηκε κάποια ερώτηση στην αντεξέταση της, ούτε και της υποβλήθηκε κάτι εν σχέσει με τα όσα εκεί περιέγραψε. Αυτό σύμφωνα με τη νομολογία μας θα μπορούσε να έχει από μόνο του καταλυτικές συνέπειες ως προς την αξιοπιστία της και τα ευρήματα του δικαστηρίου, θα ήταν υπέρ της εκδοχής της, νοουμένου ότι δεν δημιουργείτο ζήτημα από την μεταγενέστερη κατάθεση της. Πλην όμως είναι θέμα λογικής πως γνώριζε για τη δεύτερη κατάθεση της με την οποία αναιρούσε τα πάντα και θα ανέμενα από την ίδια να αναφερόταν στην κυρίως εξέταση της από μόνη της σ΄ αυτήν, δίδοντας πειστικές και επαρκείς εξηγήσεις για τη συμπεριφορά της αυτή. Αντί αυτού ούτε η ίδια, ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξαν να αναφερθούν στο θέμα αυτό. Το θέμα αφέθηκε στην υπεράσπιση η οποία, όπως διεφάνη, είχε γνώση επίσης για τα γεγονότα και υπέβαλε σχετική ερώτηση στην αντεξέταση με αποτέλεσμα να προκληθεί η παρουσίαση της δεύτερης κατάθεσης. Και μόνο στην επανεξέταση επιχειρήθηκε να δοθούν κάποιες εξηγήσεις από την παραπονούμενη, πράγμα που οδήγησε και στην άδεια για περαιτέρω αντεξέταση της μάρτυρος. Τελικά όμως ακόμα και με αυτό τον τρόπο οι συνθήκες και ιδιαίτερα οι λόγοι και τα κίνητρα που οδήγησαν την παραπονούμενη σ΄ αυτή τη δεύτερη κατάθεση κρίνω πως δεν αποκαλύφθηκαν ή και δεν φωτίστηκαν επαρκώς, με αποτέλεσμα να πλανάται κάποια σκιά στην αξιοπιστία της. Αντιθέτως υπάρχει άλλη μαρτυρία (π.χ. του ΜΚ10) που την διαψεύδει στο θέμα της γνώσης της Αγγλικής γλώσσας. Δεν χρειάζεται και δεν στηρίζομαι μόνο στα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.10 και Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 για να επιβεβαιώσω την άποψη μου ότι η παραπονούμενη είχε τέτοια γνώση της Αγγλικής που της επέτρεπε να αντιληφθεί τι υπέγραφε και εν πάση περιπτώσει να καταλάβει τουλάχιστον πως με αυτή ακύρωνε τα όσα είχε καταθέσει ένα χρόνο προηγουμένως. Παρόλα αυτά όμως ο Μ.Κ.10, τον οποίο παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, υπήρξε αξιόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας και δέχομαι τη μαρτυρία του. Επιβεβαιώνει και αυτός πως η παραπονούμενη μιλούσε Αγγλικά και πως ο ίδιος κατέγραψε τα λεγόμενα της. Αλλά για τον Μ.Υ.2 αρκεί να αναφέρω πως τελικά και ο ίδιος δέχθηκε στην αντεξέταση του πως δεν είχε ιδιαίτερη επαφή με την παραπονούμενη και πως εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να θυμηθεί για την περίοδο του 2007 ποια ήταν η κατάσταση των Αγγλικών της παραπονούμενης, η οποία τον πρώτο καιρό εργαζόταν ως καθαρίστρια και μετά έφτιαχνε καφέδες. Από την μαρτυρία του δεν θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την επίδικη περίοδο. Όσον αφορά τον Λοχ. 1591 (Μ.Υ.1) είναι πρόσωπο που μου έδωσε την εντύπωση πως δεν ήρθε στο δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσει στην ανεύρεση της αλήθειας. Αντιθέτως το ύφος του, η όλη ανάμιξη του στην υπόθεση και τα λεγόμενα του ενόρκως μου δημιούργησαν την εικόνα ότι αποκλειστικός του σκοπός από την αρχή ήταν να διευκολύνει τους κατηγορούμενους. Καταρχάς είναι πράγματι αξιοπερίεργο το πώς αναμίχθηκε στην υπόθεση αυτή και δυστυχώς ούτε αυτό το κομμάτι έχει διερευνηθεί δεόντως κατά τη μαρτυρία του. Ίσως η εκ των προτέρων γνωριμία του με τους κατηγορούμενους να ήταν η αρχή του νήματος προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν μπορεί να λεχθεί κάτι με βεβαιότητα. Ο ίδιος ήταν ο υπεύθυνος λοχίας στο Σταθμό Ομορφίτας και εξέταζε, όπως είπε, την περίοδο εκείνη υποθέσεις μικροπαραβάσεων. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για την ανάμιξη του σε αυτή την υπόθεση που αφορούσε μαστροπεία και εκμετάλλευση γυναικός. Η δική του εξήγηση ότι όταν έλαβαν την κατάθεση της παραπονούμενης δεν γνώριζε για τι είδους υπόθεση επρόκειτο είναι τουλάχιστον αφελής και ανυπόστατη αφού στο ίδιο το κείμενο της δεύτερης αυτής κατάθεσης αναφέρεται ότι η υπόθεση αφορούσε αδίκημα πορνείας («.that the case 906/07 that involves offence of "prostitute"») και συνεπώς το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να ειδοποιήσει τον εξεταστή της υπόθεσης ή να στείλει την παραπονούμενη στο Τμήμα που διερεύνησε την υπόθεση ή τουλάχιστον να φροντίσει όπως η κατάθεση φθάσει στον ανακριτή. Ως προς το τελευταίο, επίσης διαψεύδεται από τον συνάδελφο του (Μ.Κ.10) ο οποίος αναφέρει πως ήταν ο Μ.Υ.1 που παρέλαβε την κατάθεση για να τη διαβιβάσει όπου δει, πράγμα που ο τελευταίος αρνήθηκε προσπαθώντας να επιρρίψει αυτή την ευθύνη στον Μ.Κ.10, χωρίς όμως να πείσει ότι έτσι έγινε. Υπενθυμίζω τη σύγχυση και αμηχανία του Μ.Υ.1 όταν ερωτήθηκε μετά από σχετικό ισχυρισμό του, για το πώς ήξερε ο Μ.Κ.10 σε ποιο Τμήμα να πάρει την κατάθεση αφού πριν ισχυρίζετο πως δεν ήξεραν ποιαν υπόθεση αφορούσε. Να σημειώσω και ένα άλλο ισχυρισμό της παραπονούμενης ο οποίος παρέμεινε αδιευκρίνιστος. Είπε η παραπονούμενη πως όταν πήγε στον κατηγορούμενο 1 να πάρει τα χρήματα της ήταν εκεί και ένας αστυνομικός και μετά αυτός ο αστυνομικός με τον κατηγορούμενο 1 μπήκαν σ΄ ένα αυτοκίνητο και η ίδια με τον Γεωργιανό (που τη συνόδευε) σ΄ άλλο και πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου εκεί της είπαν να δώσει την κατάθεση. Δεν ερωτήθηκε και δεν εξήγησε ποιος ήταν αυτός ο αστυνομικός που ήταν σε χώρο του κατηγορούμενου 1 και ποιοι ήταν αυτοί που της είπαν να δώσει τη δεύτερη αντιφατική και ανατρεπτική κατάθεση ούτως ώστε να είναι σε θέση και το δικαστήριο να ελέγξει τους λόγους αυτούς και τη σημασία μιας τέτοιας κατάθεσης, υπό τις περιστάσεις που δόθηκε. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1 και 2, μέσα από την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 παραμένει αναμφισβήτητο πως αυτός είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου-μπαρ (όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος) «Συνόραμα», το οποίο ευρίσκεται στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος 60, στο Καϊμακλί. Αυτό είναι παραδεκτό και από τον κατηγορούμενο 2 στην κατάθεση του, ο οποίος παραδέχεται πώς κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι Μάρτιο μέχρι Αύγουστο του 2006 εργαζόταν εκεί, πράγμα που δέχεται και ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος τον αποκαλεί «υπεύθυνο». Ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του ισχυρίζεται ότι είπε στον κατηγορούμενο 2 να μην εργαστεί η κατηγορούμενη εκεί, ο δε κατηγορούμενος 2 δέχεται ότι εργαζόταν κάποια Svetlana για την οποίαν όλα δείχνουν ότι ήταν η παραπονούμενη, με βάση τις δηλώσεις του κατηγορούμενου 2 οι οποίες και δεν δεσμεύουν τον κατηγορούμενο 1 αφού δεν στηρίζονται σε ένορκη μαρτυρία του συγκατηγορούμενου του (βλ. υπ. Rasit v. Aστυνομίας, Ποιν. Εφ. 46/10 + 47/10 ημερ. 25.10.10). Η ίδια η παραπονούμενη στην δεύτερη αυτή της κατάθεση φέρεται να αναιρεί ακόμα και τον ισχυρισμό περί εργοδότησης της και συναφώς αναφέρει για τα χρήματα που έλαβε (£300) ότι ήταν επιστροφή της εγγύησης που είχε δώσει, διασυνδέοντας έτσι το θέμα με τις διαδικασίες εξασφάλισης άδειας εργασίας. Δεν θα έλεγα ότι η παραπονούμενη μου έδωσε την εικόνα προσώπου που έλεγε ψέματα όσον αφορά το θέμα της εργοδότησης της στο Συνόραμα, ιδιαίτερα όταν αυτό συνάδει και με τις αναφορές του κατηγορούμενου 2. Όπως ανέφερα και πιο πριν τα όσα ανέφερε για τις συνθήκες εργασίας της στην πραγματικότητα παρέμειναν αναντίλεκτα κατά την αντέξεταση της και θα ήμουν διατεθειμένος να τα δεχθώ και να στηριχθώ σ' αυτά αφού γενικά κατά την παρουσία της στο δικαστήριο μου έδωσε καλή εικόνα, με εξαίρεση το θέμα της προηγούμενης αντιφατικής της κατάθεσης, για το οποίο θα ανέμενα περισσότερες και πειστικές εξηγήσεις, οι οποίες δεν έχουν δοθεί. Η αντιφατική της κατάθεση, υπό τις περιστάσεις που ανέφερα αφαιρεί μέρος από την αξιοπιστία της και δεν προσφέρει στο δικαστήριο την ασφάλεια και βεβαιότητα που θα ήταν απαραίτητη για να στηριχθεί στη μαρτυρία της χωρίς οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία ως προς τα λεγόμενα της. Η κατάληξη μου είναι πως αντιλήφθηκε πλήρως τι είχε αναφέρει στην δεύτερη κατάθεση της και πως αν τυχόν είχε πιεστεί να πράξει κάτι τέτοιο όφειλε να το αναφέρει με την πρώτη ευκαιρία στην Αστυνομία ή τουλάχιστον στο δικαστήριο. Εφόσον δεν το έπραξε παρέμεινε ανοικτό το ενδεχόμενο στο μυαλό μου να ευσταθούν τα όσα είπε στη δεύτερη της κατάθεση ότι δεν είχε ανάμιξη στην υπόθεση υπό την έννοια ότι δεν ευσταθούν όσα είπε για τους κατηγορούμενους 1 και 2. Δεν μπορώ υπό τις περιστάσεις αυτές να στηριχθώ στη μαρτυρία της και διατηρώντας την αμφιβολία αυτή δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την απόρριψη των κατηγοριών και οι κατηγορούμενοι ως εκ τούτου αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες 3, 5 και 6. Τα έξοδα €520 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.