Δημοκρατία ν. Sarbjit Singh κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 8000/10, 4.4.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2011:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 8000/10 Δημοκρατία ν.
- Sarbjit Singh
- Μάμας Προκοπίου Κίτας
- Αντώνης Προκοπίου Κίτας Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.4.11 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Κουτσόφτας) Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Δ. Ζαβαλλής Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Ρ. Βραχίμης Για τον Κατηγορούμενο 3: Η κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, και ως αυτουργοί την διάπραξη των αδικημάτων της ύβρισης θρησκευμάτων, της παράνομης εισόδου σε τόπο ταφής, της εκταφής πτώματος χωρίς διάταγμα αρμοδίου δικαστηρίου, και της προσβολής της μνήμης τεθνεώτα. Οι κατηγορίες αφορούν τον τάφο και τη σορό του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλλου και του μακαρίτη Σάββα Ππόλου εκ Δικώμου. Τέλος αντιμετωπίζουν την κατηγορία της απαίτησης περιουσίας με απειλές. Επίσης ο κατηγορούμενος 3, πέραν των πιο πάνω κατηγοριών, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες για την προαγωγή άλλων προς διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Αναλυτική αναφορά σε αυτές θα γίνει στη συνέχεια όταν αυτές θα εξετάζονται ξεχωριστά. Κατατέθηκε δεκασέλιδο έγγραφο, ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και έτυχαν της έγκρισης του δικαστηρίου. Θα παραθέσουμε όσα εξ' αυτών κρίνονται σημαντικά και σκιαγραφούν σε αδρές γραμμές το ιστορικό της υπόθεσης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε τα υπόλοιπα, τα οποία έχουμε πλήρως κατά νου και λήφθηκαν δεόντως υπόψη μας κατά την διαμόρφωση της τελικής δικαστικής μας κρίσης. Στις 22.11.2008 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος και στις 12.12.2008 απεβίωσε. Την Δευτέρα 15.12.2008 τάφηκε η σορός του στο κοιμητήριο Αγίου Νικολάου Κάτω Δευτέρας. Έκτοτε καθημερινά επισκεπτόταν το χώρο ο Μενέλαος Ιωάννου μαζί με ένα εκ των επί καθήκοντι αστυνομικών. Στις 11.12.2009 και ώρα 0800 ο Μενέλαος Ιωάννου, πρώην οδηγός του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου και ο Αστυφ. 993 Χ. Δημοσθένους μετέβηκαν στο κοιμητήριο για να φροντίσουν τον τάφο. Με την άφιξη τους στο κοιμητήριο διαπίστωσαν ότι η ταφόπετρα είχε μετακινηθεί, ο τάφος είχε σκαφτεί και η σορός του Προέδρου δεν βρισκόταν εντός του φερέτρου. Αμέσως ενημερώθηκε η Αστυνομία. Οι δράστες προέβηκαν στην εκταφή της σορού, χωρίς να προκαλέσουν οποιαδήποτε βεβήλωση. Για να γίνει κατορθωτή η εκταφή της σορού μετακίνησαν τη μαρμάρινη πλάκα που κάλυπτε τον τάφο βάρους 300 κιλών. Το φέρετρο και το σκέπαστρο παρέμειναν σφηνωμένα στο έδαφος. Εντός του φερέτρου δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη των δραστών ή άλλα ευρήματα. Επίσης, οι δράστες έριξαν στο χώρο γύρω από τον τάφο άσπρη σκόνη, η οποία όπως διαπιστώθηκε ήταν γύψος. Καθόλη τη διάρκεια της νύκτας 11.12.2009 προς 12.12.2009 έβρεχε. Στις αρχές του ίδιου μήνα ο 1ος κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι του Αντρέα Πενταγίτη, υπαλλήλου στο αγρόκτημα το οποίο βρίσκεται εντός της Στράκκας. Του κτύπησε την πόρτα και όταν ο Αντρέας Πενταγίτης άνοιξε είδε τον 1ο κατηγορούμενο. Τον ρώτησε «που είναι σπίτι του Προέδρου» και ο Πενταγίτης του υπέδειξε την κατεύθυνση και ξαναμπήκε στο σπίτι του. Την 1.03.10 ώρα 13:25 ένας άγνωστος άνδρας, που μετά τη σύλληψη του διαπιστώθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1, κτύπησε το κουδούνι της κατοικίας της κας Φωτεινής Παπαδοπούλου. Του απάντησε μέσω του θυροτηλεφώνου η οικιακή βοηθός και ζητούσε να του ανοίξει να μπει αλλά αυτή του αρνήθηκε. Αυτός άρχισε να φωνάζει και τελικά η οικιακή βοηθός του έδωσε το κινητό τηλέφωνο του Μενέλαου Ιωάννου για να τον πείσει να φύγει. Δεν μπορεί όμως να δώσει ακριβή περιγραφή του. Οι κινήσεις του καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα της κατοικίας. Την 6.3.10 ένα πρόσωπο που μετά τη σύλληψη του διαπιστώθηκε ότι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο του Μενέλαου Ιωάννου από τηλεφωνικό θάλαμο και του ζητούσε επίμονα το τηλέφωνο της κας Φωτεινής αλλά ο Ιωάννου δεν του το έδωσε. Αυτός του είπε ότι ήξερε που είναι ο Πρόεδρος και ο Ιωάννου του ζήτησε να βρεθούν να μιλήσουν. Το πρόσωπο αυτό δεν δέχτηκε και έκλεισε το τηλέφωνο. Το ίδιο πρόσωπο ξανατηλεφώνησε του Ιωάννου από άλλον τηλεφωνικό θάλαμο αλλά και πάλι ο Ιωάννου δεν του έδινε το τηλέφωνο. Την 7.3.10 ξανατηλεφώνησε και τελικά ο Ιωάννου τον έπεισε να τηλεφωνηθούν για να συναντηθούν την Δευτέρα 8.3.10 η ώρα 0900 το πρωί. Εν τω μεταξύ ο Ιωάννου ενημέρωσε και την κα Φωτεινή Παπαδοπούλου για τα γεγονότα αυτά. Η ώρα 1000 της 8.3.10 πρόσωπο που στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ήταν ο 1ος κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και διευθέτησαν να συναντηθούν σ' ένα φυτώριο πιο πάνω από την Στράκκα ονόματι «Αροκάρια». Αυτός όμως δεν παρουσιάσθηκε και ξανατηλεφώνησε μετά του Ιωάννου. Επέμενε να μιλήσει τηλεφωνικώς με την κα Φωτεινή Παπαδοπούλου και τότε ο Ιωάννου του έδωσε το τηλέφωνο της Μαρίας Γιωρκάτζη, προσποιούμενος ότι ήταν της κας Φωτεινής Παπαδοπούλου. Ο Ιωάννου αμέσως ενημέρωσε την Μαρία Γιωρκάτζη και μετά πάροδο λίγης ώρας ο 1ος κατηγορούμενος της τηλεφώνησε από κάποιο τηλεφωνικό θάλαμο. Ακολούθως συναντήθηκαν στο χώρο στάθμευσης της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στην Δευτερά. Συγκεκριμένα η κ. Γιωρκάτζη μαζί με τον Ιωάννου τον συνάντησαν στο χώρο στάθμευσης. Η Μαρία Γιωρκάτζη τότε τον έπεισε να τους πει που ήταν η σορός του Προέδρου και θα τον βοηθούσαν. Ο 1ος κατηγορούμενος τους είπε τα ακόλουθα: «Το highway Λεμεσού έξοδος Τσέρι, το μεγάλο κοιμητήριο στα δεξιά κοίταξε το τάφο τέσσερα, τέσσερα, μηδέν, οκτώ». Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος έφυγε. Ο Μενέλαος Ιωάννου ενημέρωσε τότε τηλεφωνικώς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας κ. Κύπρο Μιχαηλίδη ο οποίος με την σειρά του ενημέρωσε τον Λοχ.855 Κ. Ξάνθου. Η Μαρία Γιωρκάτζη μαζί με τον Μενέλαο Ιωάννου μετέβηκαν στο κοιμητήριο Στροβόλου όπου εντόπισαν ένα τάφο που έγραφε 4.4.09 αλλά επειδή δεν ανταποκρινόταν επ' ακριβώς στην περιγραφή που έδωσε ο 1ος κατηγορούμενος δεν ήταν σίγουροι αν αυτός ήταν ο τάφος που εννοούσε. Τότε αφίχθηκε και ο Λοχ.855 όμως λόγω του προχωρημένου της ώρας η Μαρία Γιωρκάτζη έφυγε από το κοιμητήριο και έμειναν εκεί ο Μενέλαος Ιωάννου και ο Λοχ.
- Αποφάσισαν τότε να ερευνήσουν τον τάφο που αναγραφόταν η ημερομηνία θανάτου 4.4.
- Στον τάφο αναγραφόταν το όνομα Σάββα Ππόλο εκ Δικώμου, ημερομηνία θανάτου 4.4.
- Ο Λοχ.855 εντόπισε τότε τον Ιάκωβο Ιακωβίδη, εγγονό του Σάββα Ππόλου και ο τελευταίος έδωσε την προφορική του συγκατάθεση για να ερευνήσει τον τάφο. Τότε ο Λοχ.855 μαζί με τον Μενέλαο Ιωάννου μετακίνησαν μερικώς την μαρμάρινη πλάκα οπότε και διαπίστωσαν ότι το χώμα από κάτω ήταν υπερβολικά ψηλό. Ο Λοχ.855 έσκαψε λίγο με ένα ξύλο και εντόπισε ένα σημείο με μαύρο ύφασμα το οποίο ήταν πολύ ύποπτο. Αμέσως έθεσε την σκηνή υπό φρούρηση και στο μέρος κατέφθασαν εμπειρογνώμονες της Αστυνομίας με επικεφαλής τον Ανώτερο Αστυνόμο Ν. Κερίμη καθώς και οι ιατροδικαστές δρ. Σ. Σοφοκλέους και δρ. Ν. Χαραλάμπους. Ο ιατροδικαστής δρ. Ν. Χαραλάμπους παρέλαβε δείγμα από την σορό, αφού σφραγίστηκε από τον Λοχ.725 και ο Α/Αστ.1700 μετέφερε το δείγμα και το παρέδωσε αυθημερόν στον δρ. Μ. Καριόλου του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας για επιστημονική εξέταση. Από εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού αυτό ταυτίστηκε πλήρως με την σορό του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Τάσσου Παπαδόπουλου. Εν τω μεταξύ ο 1ος κατηγορούμενος η ώρα 20.04 της ίδια νύκτας τηλεφώνησε στην Μ Γιωρκάτζη από τηλεφωνικό θάλαμο και της ανάφερε «είδες κυρία είναι αλήθεια γιατί μπλέκεις την Αστυνομία». Στις 8-9.3.10 από τις επιτόπιες εξετάσεις της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι στο κοιμητήριο Στροβόλου υπάρχει μία μεγάλη είσοδος μόνο στην νότια πλευρά η οποία πάντοτε διατηρείται ανοικτή. Περαιτέρω σύμφωνα με τον φροντιστή του κοιμητηρίου Πέτρο Αβρααμίδη ο Σάββας Ππόλος τάφηκε στις 6.4.09, με αριθμό τάφου Α
- Στον συγκεκριμένο τάφο η Χρυσούλλα Σουγλίδου, κόρη του Σάββα Ππόλου διαπίστωσε, την 3.1.10, όταν επισκέφθηκε το τάφο ακαταστασία, βρήκε λίγο γδαρμένη την ταφόπλακα αλλά δεν της κίνησε οποιαδήποτε περιέργεια. Η άλλη θυγατέρα του αποβιώσαντος Σάββα Ππόλου Αθηνούλλα Ιακωβίδου, επισκέφθηκε για τελευταία φορά τον τάφο του πατέρα της την 1.3.
- Όταν στις 8.3.10 και περί ώρα 22.20 ενημερώθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας ότι εντοπίστηκε σορός που πιστεύεται ότι είναι η σορός του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, υπέβαλε καταγγελία τόσο εκ μέρους της όσο και εκ μέρους της αδελφής της για την προσβολή της μνήμης του πατέρα της που συντελέστηκε από τρίτους οι οποίοι χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειας άνοιξαν και έσκαψαν τον τάφο ενώ μέσα ήταν ο πατέρας τους. Την ίδια ημέρα ο 1ος κατηγορούμενος επικοινώνησε ξανά με την Μαρία Γιωρκάτζη από τηλεφωνικό θάλαμο στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας. Αμέσως μετέβηκαν στην περιοχή οι Αστ.542 και 4280 και βάσει της περιγραφής που τους δόθηκε εντόπισαν τον 1ο κατηγορούμενο να περιφέρεται στην Ορόκλινη. Σε ερώτηση που του έκαμαν για τα στοιχεία του, τους υπέδειξε μία πλαστή Βουλγάρικη ταυτότητα. Ηγέρθησαν υποψίες ότι η ταυτότητα ήταν πλαστή και πιθανό να μην ήταν αληθή τα στοιχεία που είχαν και τον κάλεσαν και προσήλθε μαζί τους στην Αστυνομία. Ο 1ος κατηγορούμενος ανακρινόμενος εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση και η Γ. Αστ.4837 Π. Ιωσήφ κατέγραψε την θεληματική του κατάθεση με την βοήθεια διερμηνέα στην παρουσία του Λοχ.
- Την ίδια ημέρα συνελήφθηκαν με δικαστικά εντάλματα ο 1ος κατηγορούμενος όπου μετά την επίστηση της προσοχής του στο νόμο απάντησε «θέλω να συνεχίσω την κατάθεση μου για να σας πω ούλλη την αλήθεια», ο 2ος κατηγορούμενος όπου μετά την επίστηση της προσοχής του στο νόμο απάντησε «Εντάξει κάμετε την δουλειά σας». Επίσης συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα και ο κατάδικος στις Κεντρικές φυλακές, 3ος κατηγορούμενος ο οποίος απάντησε «εγώ εθώρουντο που την τηλεόραση». Μετά την σύλληψη του 2ου κατηγορούμενου ερευνήθηκε η οικία και τα υποστατικά του στην Αθηαίνου από όπου παραλήφθηκαν διάφορα εργαλεία. Το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του υπ. αρ. BAV577, κόκκινου χρώματος, μεταφέρθηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας όπου διαφυλάχθηκε. Οι Μαρία Γιωρκάτζη, Μενέλαος Ιωάννου και Αντρέας Πενταγίτης είδαν και αναγνώρισαν τον 1ο κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ (Ε) Αρχηγείου. Ο 20ς κατηγορούμενος στις 12.3.10 ενώ ήταν υπό κράτηση στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου ανάφερε στον προηγούμενο δικηγόρο του ότι επιθυμούσε να προβεί σε θεληματική κατάθεση για την υπόθεση. Την ίδια μέρα ο Αστυνόμος Λεοντίου μαζί με τον Λοχ. 636 μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου όπου κατέγραψαν την θεληματική κατάθεση του 2° κατηγορούμενου. Την 12.3.10, οι ΑΔΕ Λευκωσίας κ. Κύπρος Μιχαηλίδης και Υπ/μος Ν. Σιάηλος επισκέφθηκαν τον 3ο κατηγορούμενο στις Κεντρικές Φυλακές όπου ο τελευταίος ανακρινόμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση. Στις 14.3.10 ο Α/Αστ.1538 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο με την βοήθεια του διερμηνέα στην παρουσία του Λοχ.
- Ο γιος του αείμνηστου τέως προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, Νικόλας Παπαδόπουλος σε γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι "εγώ και η οικογένεια μου έχουμε παράπονο για τη σύληση του τάφου και την κλοπή της σορού του πατέρα μου". Καταγράφονται επίσης ως παραδεκτό γεγονός οι επισκέψεις του κατηγορούμενου 2 προς τον αδελφό του (κατηγορούμενο 3) στις Κεντρικές φυλακές. Στα πιο πάνω πλαίσια και με δεδομένα πλέον τα παραδεκτά γεγονότα η κατηγορούσα αρχή κάλεσε μόνο δύο μάρτυρες. Τον Μενέλαο Ιωάννου (ΜΚ1) και την Μαρία Γιωρκάτζη (ΜΚ2). Αμφότεροι υιοθέτησαν τις γραπτές καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία. Ο Ιωάννου (ΜΚ1) έδωσε τέσσερις καταθέσεις στην αστυνομία. Μεγάλο μέρος από το περιεχόμενο τους αποτέλεσε μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Θα περιοριστούμε συνεπώς στα απαραίτητα που επικεντρώνονται κυρίως στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο 1 καθώς στο περιεχόμενο της συνομιλίας τους κατά την μεταξύ τους συνάντηση, μαζί με την ΜΚ
- Στην κατάθεση του (Β3) αναφέρει ότι μετά την αποτυχημένη συνάντηση που θα γινόταν στο φυτώριο Αροκάρια, ο κατηγορούμενος 1 του τηλεφώνησε και του είπε «εν θέλεις πρόεδρο, εντάξει εγώ αύριο φεύκω Συρία». Αναφορικά με την συνάντηση τους, μαζί με την Μαρία Γιωρκάτζη, αναφέρει ότι μόλις έφθασαν πίεσαν τον κατηγορούμενο 1 και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και συζήτησαν. Τους έλεγε ότι ήθελε λεφτά και η ΜΚ2 δεν τον πίστευε. Αυτός φοβόταν ότι θα τον παγίδευαν αλλά τελικά τον έπεισαν και τους είπε που ήταν η σορός. Του υποσχέθηκαν να τον βοηθήσουν για να πάει στο εξωτερικό. Ενόρκως εξήγησε, σε σχετική ερώτηση, πως αντιλαμβάνεται την έννοια της εκταφής από θρησκευτικής και κοινωνικής άποψης και ανέφερε ότι επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινώς τον τάφο και άναβε καντήλι, γιατί το επιβάλλει η θρησκεία μας. Ο κατηγορούμενος 1 όταν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο ήταν ανήσυχος, ίσως φοβόταν και τους είπε ότι ξέρει που είναι ο Πρόεδρος και ήθελε βοήθεια. Του είπαν, μαζί με την ΜΚ2 ότι αν δεν βρουν και βεβαιωθούν ότι είναι η σορός του μακαρίτη του Προέδρου δεν έχει τίποτα, και μετά βλέπουν. Ο ίδιος επέμενε και ήθελε βοήθεια και στην επιμονή του συμφώνησαν να βρεθούν την άλλη ημέρα για να τον βοηθήσουν να φύγει στο εξωτερικό γιατί τους έλεγε ότι φοβόταν ότι θα τον σκοτώσουν. Σε ερωτήσεις του κ. Ζαβαλλή και αν κατά την γνώμη του, όταν αντίκρισε τον τάφο ανοικτό, ένοιωσε προσβολή της χριστιανικής ορθοδόξου θρησκείας, ή ήταν μια ενέργεια εναντίον του προσώπου του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, απάντησε ότι όλα τα αισθήματα μπορούσες να τα σκεφτείς εκείνη τη στιγμή. Όπως το έθεσε «τι πιο βάρβαρο υπάρχει που να γίνεται η σύληση ενός τάφου και του τέως Προέδρου». Αντεξεταζόμενος από τον κ. Βραχίμη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν πολύ φοβισμένος και τους είπε ότι φοβόταν την ζωή του και ήθελε να φύγει από την Κύπρο, αλλά δεν τους είπε ποιος τον εκφόβιζε. Ο λόγος που ζήτησε κάποια χρήματα ήταν για να βοηθηθεί για να φύγει από την Κύπρο αλλά δεν του έδωσαν «ούτε σεντ» για τις πληροφορίες που τους έδωσε, απλά με την υπόσχεση να βρουν τον Πρόεδρο και μετά βλέπουν. Κατά την αντεξέταση του από την κα Πιερούδη επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος 1 χρειαζόταν βοήθεια και τον έπεισαν ότι θα τον βοηθούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αντελήφθη ότι γνώριζε που ήταν θαμμένη η σορός και ήθελε βοήθεια και τους είπε χωρίς να πληρώσουν οτιδήποτε. Στην ερώτηση ότι σε καμιά περίπτωση δεν τους είπε ότι αν δεν του δώσουν λεφτά δεν θα τους έλεγε που είναι η σορός, απάντησε ότι «δεν έγινε κάτι τέτοιο». Φοβόταν για την ζωή του και ήθελε να πάει στο εξωτερικό να κάμει μια καινούργια ζωή. Η Μαρία Γιωρκάτζη (ΜΚ2) κόρη της Φωτεινής Παπαδοπούλου στην κατάθεση της (Γ1) αναφέρει ότι την 8.3.10 και ώρα 14.55 της τηλεφώνησε ένας άγνωστος άνδρας που μιλούσε σπαστά ελληνικά και της είπε «ξέρω που ενιη, θέλω λεφτά και φοούμαι για την ζωή μου». Της είπε να βρεθούν στο σχολείο στην Δευτερά. Προηγουμένως είχε πληροφορηθεί από τον ΜΚ1 ότι θα της τηλεφωνούσε κάποιος άγνωστος που ισχυριζόταν ότι γνώριζε που ήταν η σορός του τέως Προέδρου. Τελικά συμφώνησαν να βρεθούν μαζί του σε κάποιο μέρος, όπως και έγινε. Πήγαν με το αυτοκίνητο του ΜΚ1 και μόλις σταμάτησαν ο κατηγορούμενος πήγε κοντά τους και του είπαν να μπει μέσα αλλά αυτός κοντοστάθηκε. Τελικά τον έπεισαν και μπήκε. Μόλις μπήκε μέσα τους είπε « εγώ ξέρω που είναι αλλά φοούμαι ζωή μου να πεθάνω. Θέλω να μου δώσεις λεφτά να φύω». Τον ρώτησε πόσα θέλει και αυτός της είπε ότι είχε πει του Μελή (ΜΚ1) ότι θέλει €100.
- Του απάντησε ότι είναι πολλά και αυτός της είπε «εν χαράμ που ζητάω λεφτά αλλά έχω ανάγκη τα λεφτά και θα κάμω καινούργια ζωή στην Βουλγαρία». Του ζήτησαν να τους πει που είναι για να σιγουρευτούν ότι είναι αλήθεια αυτά που τους έλεγε, και αυτός αντέδρασε ότι τον αμφισβητούσαν αλλά μετά του πέρασε. Τον διαβεβαίωσαν ότι αν είναι αλήθεια θα του έδιναν λεφτά και τον πίεσαν να τους πει σύντομα πριν νυχτώσει. Τότε σκέφτηκε για λίγο και τους είπε που ήταν θαμμένη η σορός. Στην συνέχεια της ξανατηλεφώνησε και την τελευταία φορά της είπε «είδες κυρία που σου έλεγα» και της ξαναζήτησε χρήματα. Του είπε να βρεθούν με ένα αστυνομικό για να τον βοηθήσουν και αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι ήθελε μόνο λεφτά. Έκτοτε δεν ξαναμίλησε μαζί του. Κατέθεσε επίσης ότι επισκεπτόταν πολλές φορές τον τάφο του τέως Προέδρου γιατί πίστευε ότι ήταν ένας χώρος ιερός για την οικογένεια και ειδικά για την ίδια ήταν ένας τρόπος να δείξει την αγάπη της προς τον πατέρα της. Όταν αντίκρισε τον τάφο άδειο, όλη η οικογένεια ταράχτηκε, ένοιωσαν ανασφάλεια και φόβο. Κανένας δεν ήξερε ποιοι και γιατί το έκαμαν και νόμιζαν ότι ήθελαν να τιμωρήσουν την οικογένεια, ή αν ήταν πολιτικοί, ή αν ήταν για λεφτά, κανένας δεν γνώριζε τίποτε. Ήταν μια δύσκολη περίοδος για όλους τους, ιδιαίτερα για την μητέρα τους. Στην ερώτηση πως αντιμετώπισαν το θέμα από συναισθηματικής άποψης ανέφερε ότι για την οικογένεια ήταν σαν να ξαναπερνούσαν ακόμα μια δεύτερη κηδεία. Ενώ περίμεναν κάπου να ανακουφιστεί ο πόνος τους είχαν να ξαναπεράσουν αν όχι χειρότερα, τα ίδια πράγματα. Έτυχε πολλές φορές να ανάψει καντήλι στον τάφο και να καπνίσει το μνήμα ως αυθόρμητο συναίσθημα. Της ζητήθηκε να εξηγήσει με περισσότερη λεπτομέρεια όσα λέχθηκαν τηλεφωνικώς μεταξύ της και του κατηγορούμενου
- Όπως εξήγησε, όταν την πήρε για πρώτη φορά τηλέφωνο αυτός νόμιζε ότι μιλούσε με την μητέρα της. Της είπε ότι γνώριζε που ήταν η σορός. Όταν του ζήτησε να της πει, αυτός της είπε ότι ήθελε κάποια λεφτά για να φύγει στο εξωτερικό γιατί φοβόταν για την ζωή του, και του είπε να κανονίσουν να βρεθούν. Κατά την συνάντηση όταν μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο ήταν αρκετά φοβισμένος και τους είπε ξανά την ίδια ιστορία, ότι φοβόταν για την ζωή του. Ουσιαστικά η μάρτυρας επανέλαβε το περιεχόμενο της κατάθεσης της. Όταν έγινε γνωστό από την τηλεόραση ότι βρέθηκε η σορός, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και της είπε « είδες κυρία ότι είναι αλήθεια; Θέλω κάποια λεφτά για να φύγω σε παρακαλώ γιατί φοβούμαι». Ξαναμίλησε μαζί του την επομένη και της ζητούσε κάτι, έστω €1000, για να περάσει. Ήταν πολύ φοβισμένος και σε απεγνωσμένη κατάσταση. Ήθελε κάτι για να περάσει, να φάει και αυτή του έλεγε να παραδοθεί στην αστυνομία. Δεν αντεξετάστηκε από τον κ. Ζαβαλλή ούτε και από τον κ. Βραχίμη. Αντεξεταζόμενη από την κα Πιερούδη αναφορικά με τον λόγο που τους ζήτησε τα χρήματα απάντησε ότι ήταν για να φύγει από την Κύπρο γιατί φοβόταν την ζωή του. Πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος ένοιωθε τύψεις για ότι έκαμε, ίσως να φοβόταν κάποιους άλλους που ήταν αναμεμειγμένοι και διέπραξαν το έγκλημα μαζί. Ερωτήθηκε αν ο κατηγορούμενος έθεσε επιτακτικά ως προϋπόθεση να του δώσουν χρήματα για να τους πει που βρισκόταν η σορός, ή τα ζήτησε απλά ως βοήθεια, και απάντησε «σαν βοήθεια, απλώς επειδή τα είχε ανάγκη επειδή ήταν φοβισμένος, ένοιωθε τύψεις και αφού μας είπε που ήταν η σορός χωρίς να πάρει τίποτα οπότε αυτό δείχνει ότι ήταν διατεθειμένος να μας πει που ήταν η σορός». Στην ερώτηση αν δεν του δίνονταν τα χρήματα θα έλεγε ούτως ή άλλως που ήταν η σορός, απάντησε «νομίζω πως ναι, δηλαδή ένοιωθε την ανάγκη για να μας πει», «ανεξάρτητα από το αν έπαιρνε χρήματα ή όχι». Μετά το τέλος της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Να προσθέσουμε εδώ ότι κατατέθηκαν στο δικαστήριο οι καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε δυο καταθέσεις στην αστυνομία. Σε συντομία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε και του είπε ότι θα πήγαιναν σε κάποιο νεκροταφείο να ξεθάψουν κάποιο πτώμα. Του είπε ακόμα ότι ο αδελφός του, που είναι στη φυλακή, του ζήτησε να κάμει την δουλειά αυτή και θα χρησιμοποιούσαν το πτώμα ώστε ο αδελφός του να βγει από αυτήν. Τέλος του είπε ότι ο αδελφός του θα έκανε κάποια δουλειά στη φυλακή και θα κέρδιζε αρκετά χρήματα και θα του έδινε και του ίδιου και θα τον βοηθούσε. Στην συνέχεια περιγράφει πότε και πως πήγαν καθώς και τον τρόπο που εισήλθαν στο κοιμητήριο και ξέθαψαν την σορό. Όταν βρήκαν τον τάφο ήταν βράδυ και έβρεχε και δεν είδε το όνομα που αναγραφόταν σε αυτόν. Βοήθησε τον κατηγορούμενο 2 σε δυο περιπτώσεις για να ισοπεδώσουν το χώμα. Ακολούθως περιγράφει πως μετέφεραν τη σορό στο αυτοκίνητο, και ο κατηγορούμενος 2 έριξε άσπρο τσιμέντο γύρω από τον τάφο γιατί δεν ήθελε να αφήσει τεκμήρια. Στην συνέχεια αναφέρει ότι πήγαν προς το χωριό Τσέρι, όπου στα αριστερά τους ήταν ένα κοιμητήριο και ο κατηγορούμενος 2 που οδηγούσε το αυτοκίνητο εισήλθε από την ανοικτή πόρτα και στάθμευσε. Τον βοήθησε και μετέφεραν τη σορό σε ένα τάφο, που θυμόταν ότι έγγραφε στην ταφόπλακα 04.04.2008 ή
- Τον βοήθησε και μετακίνησαν την ταφόπλακα και ο κατηγορούμενος 2 έβαλε μέσα τη σορό και στη συνέχεια έβαλαν την ταφόπλακα στη θέση της. Την επομένη ημέρα είδε στην τηλεόραση ότι η σορός ανήκε στον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και φοβήθηκε πάρα πολύ. Ένα μήνα πριν συλληφθεί, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και τον πήρε στο κοιμητήριο που είχαν θάψει τη σορό. Εκεί με την χρήση γαντιών μετακίνησαν τη ταφόπλακα και πήραν λάσπη από διπλανό κενό τάφο και την έβαλαν πάνω από τη σορό. Ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε €
- Τις επόμενες ημέρες δεν ένοιωθε καλά και αφού το συζήτησε με την φίλη του, αυτή τον συμβούλευσε να το καταγγείλει στην αστυνομία, αλλά αυτός φοβόταν. Προσπάθησε να βρει το τηλέφωνο της οικογένειας του τέως Προέδρου αλλά δεν τα κατάφερε. Στην συνέχεια περιγράφει τις ενέργειες που έκαμε και τις επισκέψεις του στο σπίτι της οικογένειας καθώς και την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ΜΚ
- Ανέφερε του ΜΚ1 ότι γνώριζε ποιος μετακίνησε τη σορό και που είναι θαμμένη, αλλά το πρόσωπο αυτό δεν θα τον άφηνε έτσι και ήθελε βοήθεια, λίγα χρήματα, για να πάει στην Ινδία. Ο ΜΚ1 του είπε ότι θα τον βοηθούσαν και διευθέτησαν την συνάντηση. Παρούσα στη συνάντηση ήταν και η ΜΚ2 και του ζήτησαν να τους πει τι γνωρίζει. Αυτός ήθελε να του πουν κατά πόσο θα τον βοηθούσαν και του είπαν να τους εμπιστευτεί. Στη συνέχεια τους εξήγησε που ήταν θαμμένο το πτώμα, και ότι ο τάφος φέρει ημερομηνία 4.4.08 ή του
- Του ζήτησαν να πάει μαζί τους αλλά φοβόταν και όπως του είπαν αν αυτά που τους είπε ήταν αλήθεια θα τον βοηθούσαν. Τον ερώτησαν πόσα χρήματα ήθελε και ανέφερε ένα ποσό €50.000-100.
- Αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας τηλεφώνησε για να μάθει αν βρήκαν τη σορό, και η απάντηση ήταν πως κάτι βρήκαν και να τηλεφωνήσει την επομένη, όπως και έπραξε. Στη συνέχεια συνελήφθηκε. Στο δικαστήριο κατέθεσε γραπτή δήλωση την οποία και υιοθέτησε. Αναφέρει ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 σε ποιον ανήκε το πτώμα και αυτός του είπε σε κάποιο συγγενή ενός φίλου του και πως ο αδελφός του που είναι φυλακή του ζήτησε να κάμει τη δουλειά και θα χρησιμοποιούσε το πτώμα για να βγει από τη φυλακή. Επαναλαμβάνει μεγάλο μέρος από τα γεγονότα που εξιστορεί στις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, και ως εκ τούτου η επανάληψη κρίνεται αχρείαστη. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Μαππουρίδη ανέφερε ότι το σημαντικό για τον ίδιο δεν ήταν να πάρει χρήματα από την οικογένεια, αλλά να μην έχει προβλήματα. Δεν εμπιστευόταν κανένα γι' αυτό ήθελε να βρεθεί με την οικογένεια. Δεν είχε πρόθεση να εκβιάσει την οικογένεια γιατί αν σκοπός του ήταν ο εκβιασμός δεν θα πήγαινε στο σπίτι της οικογένειας. Το σημαντικό ήταν να φύγει από την Κύπρο. Στην ερώτηση ότι ήθελε χρήματα επειδή αποκάλυψε το τάφο, η θέση του ήταν ότι τη στιγμή εκείνη δεν είχε χρήματα και δεν μπορούσε να αγοράσει ούτε εισιτήριο. Σε ερωτήσεις του κ. Βραχίμη επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να τον βοηθήσει και ότι επρόκειτο για τη σορό του πατέρα κάποιου και θα του έδινε κάποια χρήματα. Αρνήθηκε ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο 2 σε δυο δόσεις το ποσό των €
- Αντεξεταζόμενος από την κα Πιερούδη κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν του είπε ότι η σορός ήταν του τέως Προέδρου, αυτό το έμαθε μετά από την τηλεόραση, ενώ με τον κατηγορούμενο 3 δεν είχε καμιά επαφή. Όταν έμαθε ότι επρόκειτο για την σορό του τέως Προέδρου και ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 γιατί δεν του το είπε, αυτός του απάντησε ότι δεν είναι δουλειά του να ερωτά και ότι «ήταν δουλειά του αδελφού του». Όταν ζήτησε οικονομική βοήθεια από την οικογένεια του τέως Προέδρου φοβόταν μήπως το μάθει ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος του είχε πει να μην πει σε κανένα τίποτε. Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του αναφέρει ότι σε κάποια επίσκεψη που έκαμε στον αδελφό του στις φυλακές, κατηγορούμενο 3, του είπε να ξεθάψει και να πιάσει το πτώμα του Προέδρου Παπαδόπουλου και μετά να δώσει τη πληροφορία για να βοηθηθεί. Ο αδελφός του επέμενε και του ζήτησε να μάθει που ήταν το νεκροταφείο. Όποτε τον έβλεπε στις φυλακές αυτός επέμενε αλλά δεν του έδινε απάντηση και του έλεγε να δούμε. Σε κάποιο στάδιο βρήκε τον κατηγορούμενο 1 και του ζήτησε να τον βοηθήσει να πιάσει το πτώμα του Προέδρου Παπαδόπουλου και αυτός δέκτηκε και του είπε να κάμουν τη δουλειά την επομένη. Στην συνέχεια περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο ενέργησαν και πως έγινε η εκταφή του πτώματος. Βρήκαν επίσης άσπρη σκόνη σε ένα σπιτάκι και ο κατηγορούμενος 1 την έριξε με το φτυάρι γύρω από τον τάφο. Ακολούθως αναφέρει ότι πήγαν σε κάποιο κοιμητήριο στο Τσέρι και περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο άνοιξαν κάποιο τάφο και έβαλαν μέσα, μαζί με τον κατηγορούμενο 1, τη σορό του τέως Προέδρου. Σε μεταγενέστερη συνάντηση του με τον κατηγορούμενο 1 του ανέφερε ότι δεν ένοιωθε καλά και ήθελε να πανε πίσω και να σκεπάσουν το πτώμα με χώμα και ο κατηγορούμενος δέκτηκε. Σε μια δύο ημέρες πήγαν στο νεκροταφείο όπου είχαν θάψει τη σορό και περιγράφει τις διάφορες ενέργειες που έκαμαν εκεί. Δεν πλήρωσε τίποτε στον κατηγορούμενο 1 γιατί δεν είχε χρήματα, αλλά ούτε και αυτός του ζήτησε χρήματα. Απολογείται προς την οικογένεια του τέως Προέδρου για αυτά που έκαμε. Για τις μετέπειτα ενέργειες του κατηγορούμενου 1 δεν γνώριζε τίποτε, ούτε του είπε να ζητήσει χρήματα από την οικογένεια του Προέδρου. Στο δικαστήριο κατέθεσε γραπτή δήλωση, αφού προηγήθηκε αίτημα από τον δικηγόρο του να δώσει μαρτυρία κεκλεισμένων των θυρών, το οποίο και απερρίφθη, για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση απόφαση μας. Στη γραπτή του δήλωση παραδέχεται ότι ξέθαψε το πτώμα και το έθαψε σε άλλο τάφο. Αυτό έγινε χωρίς τη θέληση του αλλά από φόβο για την ζωή του και της οικογένειας του. Παραδέχεται ότι ήταν ο αδελφός του, κατηγορούμενος 3, που του ζήτησε και επέμενε να ξεθάψει τον Πρόεδρο γιατί πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό θα βοηθηθεί και ο ίδιος. Επίσης χρειαζόταν να γίνει η δουλειά αυτή και για λόγους ξεκαθαρίσματος λογαριασμών της νύχτας. Στη συνέχεια αναφέρει διάφορα πρόσωπα και ότι με τον τρόπο, τη συμπεριφορά και τις κινήσεις τους κατάλαβε ότι αν δεν συνεργαζόταν μαζί τους, για να ξεθάψουν το πτώμα του τέως Προέδρου, θα τον σκότωναν. Παρόλο που σκέφτηκε να πάει στην αστυνομία σκέφτηκε πως ούτε αυτή θα μπορούσε να τον προστατέψει γιατί πρόκειται για επικίνδυνα άτομα. Υπό τον φόβο των απειλών και με την βοήθεια του κατηγορούμενου 1 τελικά έκαμε τη «δουλειά». Δεν τους είπε όμως που έθαψε το πτώμα γιατί φοβόταν ότι αν τους αποκάλυπτε που το έκρυψε δεν θα τον είχαν ανάγκη και θα τον σκότωναν. Στις πιέσεις τους και για να τους ξεφορτωθεί τους παρέπεμψε στον αδελφό του. Ένας εξ' αυτών, κάποιος Αλέξης του έστειλε το ποσό των €1500, γιατί αυτός που τον βοήθησε ήθελε χρήματα, και τα έδωσε στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος τον πίεζε και του έδωσε ακόμα €500 από δικά του χρήματα. Δεν συνεννοήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 να ζητήσουν χρήματα από την οικογένεια του Προέδρου. Ο λόγος που αποφάσισε να μιλήσει είναι γιατί έμαθε ότι διάφορα από τα άτομα που τον απειλούσαν, άλλα συνελήφθηκαν και άλλα είναι στο εξωτερικό. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Μαππουρίδη επανέλαβε ότι ήταν ο αδελφός του που του ζήτησε να βοηθήσει σε αυτή την επιχείρηση για να αποκομίσει και ο ίδιος οφέλη. Μετά από κάποιες πιέσεις του αδελφού του αποφάσισε να το πράξει γιατί σε κάποιο στάδιο θα επωφελείτο. Σε κανένα στάδιο δεν είπε του κατηγορούμενου 1 ότι θα επωφελείτο ο αδελφός του από τις ενέργειες τους. Δεν ανέφερε στη κατάθεση του για τα τρίτα πρόσωπα για λόγους ασφαλείας, γιατί μπορούσε να πείραζαν την οικογένεια του. Δεν φοβόταν τον αδελφό του, αλλά υπήρχαν άλλοι πίσω από αυτόν που είχε μαζί τους κάποιες συμφωνίες που δεν τις γνώριζε. Δεν ενημέρωσε τον αδελφό του για τις απειλές που δεχόταν αλλά του έστειλε μετά μήνυμα και αυτός του είπε «θα δούμε». Τον πίεσαν τόσο πολύ ώστε μη έχοντας επιλογή αναγκάστηκε να το κάμει. Έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο €2.200, εκ των οποίων τα €1500 του τα έδωσαν αυτοί που τον απειλούσαν, γιατί τους είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήθελε βοήθεια για να φύγει. Μετά που έκαμε την δουλειά δεν είχαν λόγο να τον απειλούν γι' αυτό και του έστειλαν και τα χρήματα. Παρά τις πιέσεις δεν τους έλεγε που έθαψε τη σορό και για να τους αποφύγει τους είπε ότι το είπε του αδελφού του και να εξηγηθούν μαζί του. Ενημέρωσε τον αδελφό του που ήταν θαμμένη η σορός αρχές Φεβρουαρίου. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ζαβαλλή επέμενε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό €2.
- Κατέθεσε δε, επί σχετικών ερωτήσεων της κας Πιερούδη, ότι στον κατηγορούμενο 1 δεν ανέφερε ότι οι ενέργειες τους σχετίζονταν με τον κατηγορούμενο 3, ούτε και γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 προσέγγισε την οικογένεια του τέως Προέδρου για να ζητήσει οικονομική βοήθεια. Τέλος ο κατηγορούμενος 3 έδωσε δύο μακροσκελείς καταθέσεις στην αστυνομία. Η πρώτη κατάθεση (11.3.10) είναι άσχετη με πληθώρα αορίστων αναφορών σε ζητήματα παντελώς άσχετα με τα υπό συζήτησιν αδικήματα. Η δεύτερη κατάθεση, όπως και η πρώτη, καλύπτει σωρεία ασχέτων θεμάτων. Για ότι αφορά εδώ αναφέρει ότι έλαβε γνώση του άνομου εγχειρήματος ώστε να επιρριφθούν οι ευθύνες σε κάποιους τρίτους, για να τους ξεφορτωθούν, και παρά την αρχική του άρνηση, γιατί ο «Πρόεδρος ήταν ένας πατριώτης», τελικά πείστηκε να λάβει μέρος, γιατί αποκαλύπτοντας εκ των υστέρων που ήταν η σορός του Προέδρου, θα ζητούσε ανταλλάγματα, να φύγει με τη σύζυγο και το μωρό του σε μια μη Ευρωπαϊκή χώρα. Ως αποτέλεσμα είπε το σχέδιο στον αδελφό του, κατηγορούμενο 2, και του ζήτησε να ξεθάψουν τη σορό του τέως Προέδρου και να πάρουν το λείψανο. Αρχικά ο αδελφός του φοβήθηκε και δεν δεχόταν, αλλά μετά από πιέσεις τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο. Ο αδελφός του είχε υπόψη του κάποιον για να τον βοηθήσει, τον οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε, ούτε και ο αδελφός του ήθελε να του πει ποιος ήταν, αλλά ήθελε κάποια λεφτά. Μέσω της αδελφής του Μαρίας του έστειλε κάποια χρήματα. Μετά την εκτέλεση του σχεδίου, ο κατηγορούμενος 2 του είπε που έθαψαν τη σορό αλλά δεν θυμόταν το όνομα που αναγραφόταν στον τάφο. Στη συνέχεια και σε συνομιλία που είχε με τον αδελφό του, συζήτησαν το ενδεχόμενο να υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα στα σακούλια που χρησιμοποίησαν και του είπε να πάει στον τάφο και να βγάλει τα σακούλια για να μην βρεθούν αποτυπώματα, πράγμα που έγινε. Τότε έμαθε από τον αδελφό του ότι η σορός ήταν θαμμένη σε κάποιο τάφο που έγραφε 4.4 και με τα αρχικά του μακαρίτη Σ.Π. Δεν είχε οποιαδήποτε οικονομικά κίνητρα και το έκαμε για να αποφυλακιστεί. Στην μαρτυρία του στο δικαστήριο, ουσιαστικά επανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 επανέλαβε ότι αρχικά ήταν αρνητικός στην εκτέλεση του σχεδίου και αυτός τον παρακαλούσε. Επίσης κάποιος Αλέξης, μέλος της ομάδας, του είπε ότι πίεσαν τον αδελφό του λίγο παραπάνω από το κανονικό για να κάμει τη δουλειά. Όταν είδε από την τηλεόραση ότι έγινε η δουλειά και τηλεφώνησε στον αδελφό του, αυτός του είπε ότι το έκαμε γιατί φοβόταν ότι θα τον σκότωναν. Αρχικά δεν γνώριζε που ήταν θαμμένη η σορός και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα είπε του αδελφού του ότι έπρεπε να γνωρίζει και έτσι του είπε. Οι άλλοι όμως δεν γνώριζαν που ήταν θαμμένη. Διαχώρισε τα κίνητρα τα δικά του από τους άλλους κατ΄ ισχυρισμό συνεργάτες του και τέλος ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 προσέγγισε την οικογένεια του τέως Προέδρου. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Μαππουρίδη πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος 2 σε κάποια επίσκεψη στις φυλακές, του είπε ότι δεν ένοιωθε καλά να είναι «πεταξούμενο» το σώμα του τέως Προέδρου και θεώρησε σωστό να πάει να βγάλει τα σακούλια και να βάλει χώμα από πάνω. Αρχικά δεν γνώριζε που ήταν θαμμένη η σορός, αλλά τον πίεζαν και αυτόν οι συνεργάτες του και έτσι πίεσε τον αδελφό του για να του πει. Επανέλαβε ότι θα χρησιμοποιούσε τη γνώση του ως προς το που ήταν θαμμένη η σορός για να βγει από τη φυλακή. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν προσκόμισαν μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος 3 κάλεσε προς υπεράσπιση του δυο μάρτυρες. Την αδελφή του Μαρία Φιλίππου (ΜΥ2) η οποία στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι πριν την κλοπή της σορού του τέως Προέδρου ο αδελφός της, κατηγορούμενος 3, την έστειλε σε κάποιον ονόματι Αλεξούι που της έδωσε ένα φάκελο σφραγισμένο, τον οποίον στη συνέχεια έδωσε στην σύζυγο του κατηγορούμενου
- Αντελήφθηκε ότι επρόκειτο για χρήματα, αλλά η ίδια δεν έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο 2 ούτε και στον κατηγορούμενο
- Στην μαρτυρία της στο δικαστήριο κατέθεσε ότι το πιο πάνω περιστατικό έγινε μετά την εκταφή της σορού του τέως Προέδρου. Ο Φάνος Χ΄ Γεωργίου (ΜΥ3) έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας ουσιαστικά υιοθέτησε και μέρος από αυτήν επανέλαβε στο δικαστήριο. Η μαρτυρία του συμπυκνώνεται στο ότι, άκουσε από κάποιο Ανδρέα Γρηγορίου ότι στην υπόθεση ενέχετο και κάποιος Ζαβράντωνας, αλλά μετά τις συλλήψεις της αστυνομίας, διαπιστώθηκε, και έτσι το θεώρησε και ο ίδιος, ότι αυτό που του είπε ο Γρηγορίου ήταν ψέμα. Πέραν αυτού δεν γνώριζε τίποτε άλλο για την κρινόμενη υπόθεση. Δεν αντεξετάστηκε από τον κ. Μαππουρίδη, ενώ σε ερωτήσεις του κ. Βραχίμη κατέθεσε ότι δεν γνώριζε τι έλεγαν μεταξύ τους οι Γρηγορίου και Ζαβράντωνας για το θέμα της κλοπής της σορού, ούτε και ρώτησε τον Ζαβράντωνα γι' αυτό το θέμα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων σε ξεχωριστές αγορεύσεις αγγίζουν ουσιαστικά τα ίδια θέματα. Ο κ. Ζαβαλλής για τον κατηγορούμενο 1 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί η κατηγορία της συνομωσίας γιατί ο κατηγορούμενος 1 δεν ήλθε σε κάποια συμφωνία με τους άλλους κατηγορούμενους, και κυρίως με τον κατηγορούμενο 3, ούτε και γνώριζε την τοποθεσία ή σε ποιον ανήκε η σορός. Αναφορικά με την 2η και 5η κατηγορία ήταν η εισήγηση του ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών αυτών, και τέλος με αναφορά στην μαρτυρία εισηγήθηκε ότι δεν έχουν αποδειχθεί ούτε η 6η κατηγορία. Ο κ. Βραχίμης για τον κατηγορούμενο 2 αναφέρθηκε στην ερμηνεία του εξαναγκασμού και της απειλής όπως και της κατάστασης ανάγκης, και με βάση την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της πιο πάνω υπεράσπισης. Αναλύει περαιτέρω τα άρθρα 138 και 140 του Ποινικού Κώδικα και προβάλει την θέση ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 138, καθόσον δε αφορά την 5η και 11η κατηγορία είναι η θέση του ότι η εκταφή της σορού δεν συνιστά εξύβριση της μνήμης του αποθανόντα, εκτός αν συνοδεύεται με τέτοια άλλη συμπεριφορά που να προσβάλλει τον βίο του τεθνεώτος, όταν αυτός ευρισκόταν εν ζωή. Εν σχέση προς την 6η κατηγορία με αναφορά στην μαρτυρία είναι η εισήγηση του ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και από αυτήν. Η κα Πιερούδη για τον κατηγορούμενο 3 και σε σχέση με την κατηγορία της συνομωσίας και στην βάση της μαρτυρίας ότι ο 1ος και 3ος κατηγορούμενος δεν ήλθαν σε επαφή εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνομωσίας, αφού ελλείπει το στοιχείο της συνεννόησης, της επικοινωνίας και τελικά της συμφωνίας. Γίνεται αναφορά στα συστατικά στοιχεία του άρθρου 138 του Ποινικού Κώδικα και ήταν η θέση της ότι δεν έχουν αποδειχθεί αυτά, ενώ σε σχέση με το άρθρο 140 του Ποινικού Κώδικα εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η είσοδος των κατηγορουμένων στον τόπο ταφής ήταν παράνομη, ούτε και ότι η πρόθεση τους ήταν να υβριστεί η θρησκεία ή τα αισθήματα οποιονδήποτε προσώπων. Σε σχέση με την κατηγορία της προσβολής της μνήμης αποθανόντος με αναφορά στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και όσα εξηγήθηκαν στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 καθώς και στην Δημητρίου ν. Στόκκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 293 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτή η κατηγορία. Τέλος για την κατηγορία της απαίτησης περιουσίας, επαναλαμβάνει όσα οι δυο άλλοι δικηγόροι ανέφεραν, και με αναλυτική αναφορά στην μαρτυρία ήταν η θέση της ότι δεν αποδειχθηκε η κατηγορία, στην βάση των όσων έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Ειδικότερα δε ως προς τον κατηγορούμενο 3 ήταν η θέση της πως η μαρτυρία κατέδειξε ότι αυτός αγνοούσε παντελώς τις ενέργειες του κατηγορούμενου
- Ο κ. Μαππουρίδης για την κατηγορούσα αρχή με αναφορά σε νομολογία σε σχέση με την συνομωσία προβάλλει την θέση ότι, στην βάση της μαρτυρίας, η κατηγορία έχει αποδειχθεί για όλους τους κατηγορουμένους. Η μετακίνηση της ταφόπλακας και η ενέργεια των κατηγορουμένων να ξεθάψουν και να μετακινήσουν την σορό συνιστά βεβήλωση αντικειμένου και κατ' επέκταση εξύβριση της θρησκείας κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 138, ενώ ένα εκ των συστατικών στοιχείων του άρθρου 140 είναι η παράνομη είσοδος σε τόπο ταφής, δηλαδή στον τάφο. Εσφαλμένη θεωρεί την αναφορά από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων στο άρθρο 99 εν σχέσει με την εξύβριση της μνήμης αποθανόντα γιατί με την καταγγελία των συγγενών του αποβιώσαντα και με την προσβολή των αισθημάτων τους έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 202Α του Κεφ.
- Η κακοβουλία των κατηγορουμένων εμφαίνεται και αποδεικνύεται από το εσκεμμένο της πράξης τους. Με αναφορά στην Τούμπας (ανωτέρω) η θέση του κ. Μαππουρίδη ήταν ότι ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε €50.000-100.000 γεγονός που υποδηλώνει ότι, ανεξάρτητα αν δεν δόθηκε το ποσό αυτό, προτάχθηκε απαίτηση και η υπόσχεση ότι θα τον βοηθούσαν οικονομικά, συνιστά αφ' εαυτής απειλή και δεν απαιτείται να υπάρξει βία ή εκφοβισμός για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Πριν προχωρήσουμε στην επί μέρους αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ 661, υπεδείχθη ότι η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρος έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. Και μέσα σε αυτά τα πλαίσια, και σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες και παραμέτρους που αναγνωρίζει η νομολογία ότι καθορίζουν και οριοθετούν το μέτρο κρίσης ενός μάρτυρα θα αξιολογηθεί η μαρτυρία στο σύνολό της. Η εντύπωση βέβαια που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι αποσυνδεδεμένη και απομονωμένη από τα λεγόμενα του αλλά και της ουσίας των ισχυρισμών του. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και της αντιπαραβολής της με την υπόλοιπη μαρτυρία στη βάση της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας. Κρίνεται αναγκαίο, στο παρόν στάδιο, να τεθεί η νομική βάση επί της οποίας, καθόσον αφορά τους κατηγορούμενους, θα προσεγγιστεί η μαρτυρία τους. Συνεκδικάστηκαν και έδωσαν διάφορες καταθέσεις στην αστυνομία και επιπλέον έδωσαν και προφορική μαρτυρία στο δικαστήριο. Αποτελεί βασικό κανόνα ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορουμένου, ούτε και αποτελεί μαρτυρία εναντίον του (Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ.209). Όταν όμως ο συγκατηγορούμενος επιλέγει και δίνει μαρτυρία, είναι επιθυμητό, ως ζήτημα πρακτικής, το δικαστήριο να αυτοπροειδοποιείται ότι ο μάρτυρας, είτε είναι μάρτυρας κατηγορίας, είτε είναι συγκατηγορούμενος, όπως είναι η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να είναι μάρτυρας με ίδιον σκοπό ή έχει δικό του σκοπό να εξυπηρετήσει (R v. Prater
(1960)44 Cr. App. R. 83 που επικροτήθηκε στην Zisimides v. Republic
(1978)2 C.L.R 382, 425, Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599) και Bo κ.ά v. Δημοκρατίας κ.ά
(2007)2 Α.Α.Δ. 294). Το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το Δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου τούτου συναυτουργού, και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση, έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει. Στην υπόθεση R v. Pattison and Laws
(1974)58 Cr. App. R 417, εξηγείται ότι παρόμοια προειδοποίηση πρέπει να δίνεται όταν ο μάρτυρας έχει φανερό ελατήριο για να μεταθέτει την ευθύνη από τον εαυτό του σε κάποιον άλλο, γιατί ένας τέτοιος μάρτυρας θεωρείται τόσο σπιλωμένος που δύσκολα ένα δικαστήριο μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Κατά συνέπεια η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των κατηγορουμένων θα διενεργηθεί υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, με δεδομένο ότι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνομωσία, γεγονός που τους καθιστά άνευ ετέρου συναυτουργούς στην διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Το περιεχόμενο συνεπώς των καταθέσεων που έδωσαν στην αστυνομία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε βάρος των συγκατηγορουμένων τους, όχι όμως και η ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του δικαστηρίου. Έχοντας θέσει το νομικό υπόβαθρο, θα προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Καθόσον αφορά τη μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 Ιωάννου και Γιωρκάτζη δεν έχουμε κανένα δισταγμό για το απόλυτα αληθές αλλά και το ακριβές της μαρτυρίας τους. Κατέθεσαν με πλήρη ειλικρίνεια και αμεσότητα σε όσα διαδραματίστηκαν στην παρουσία τους. Το πλείστο μέρος της μαρτυρίας τους συνάδει και με τα παραδεκτά γεγονότα. Επί μέρους αναφορές στην μαρτυρία τους θα γίνει στη συνέχεια και όπου κρίνεται αναγκαίο, με δεδομένο εξ αρχής συμπέρασμα ότι η μαρτυρία τους γίνεται πλήρως αποδεκτή με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων. Οι κατηγορούμενοι στις εθελούσιες καταθέσεις τους ομολογούν και παραδέχονται την εμπλοκή και ανάμειξη τους, ο καθένας για τον εαυτό του, στην εκταφή της σορού του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην ομολογία ενός κατηγορουμένου έχει εξεταστεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας αποκαλύπτει ότι μια ειλικρινής και σαφής ομολογία από μόνη της είναι αρκετή και μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη, χαρακτηρισθείσα ως η βασιλίδα των μαρτυριών (Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166), χωρίς όμως αυτό να είναι απόλυτο και αποτελεί θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 υπεδείχθη ότι η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα που δεν διέπραξαν. Όμως είναι φρόνιμο, ως εξηγείται, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα λάθους. Σημειώνουμε ότι και ενόρκως ευθέως παραδέχτηκαν την εμπλοκή τους, προβάλλοντας ο καθένας τους λόγους που τους ώθησαν να το πράξουν. Η ένορκη μαρτυρία και των τριών κατηγορουμένων, ως άμεσα εμπλεκόμενων και συναυτουργών δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με την πλήρη επιφύλαξη και την σαφή προειδοποίηση μας για το άμεσο συμφέρον που έχει ο καθένας εξ' αυτών. Η εκδοχή που πρόβαλε ενόρκως ο κατηγορούμενος 1 συνάδει ουσιαστικά με την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Συνάδει όμως και επιβεβαιώνεται ως προς διάφορα γεγονότα και καθοριστικά σημεία από τα παραδεκτά γεγονότα. Έτσι για παράδειγμα ότι έριξαν άσπρο τσιμέντο - άσπρη σκόνη σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα- γύρω από τον τάφο του τέως Προέδρου γιατί δεν ήθελαν να αφήσουν τεκμήρια. Άλλωστε, σημειώνουμε, είναι και το πρόσωπο που τελικά υπέδειξε στους ΜΚ1 και 2 που ήταν θαμμένη η σορός του Προέδρου, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και οδήγησε τελικά στην ανεύρεσή της. Ορθή επίσης κρίνεται η μαρτυρία του και σε σχέση με την επίσκεψη του στο σπίτι του τέως Προέδρου, αφού συνάδει και πάλι και επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα, όπως και για τις μετέπειτα ενέργειες και συναντήσεις του, αφού επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των ΜΚ1 και
- Χαρακτηριστικά οι κινήσεις του καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα της κατοικίας του τέως Προέδρου, ενώ τα τηλεφωνήματα που είχε με τον ΜΚ1 και μετέπειτα με την ΜΚ2 καθώς και όσα έλαβαν χώρα κατά την συνάντηση του με τους ΜΚ1 και 2 επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες αυτούς. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται αξιόπιστος με κάποιες επιφυλάξεις ως προς επί μέρους λεπτομέρειες και πτυχές στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια κατά την εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του σε συνάρτηση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αποδεχόμαστε συνεπώς ότι ο κατηγορούμενος 2, ήταν το πρόσωπο που του ζήτησε να τον βοηθήσει στο όλο άνομο εγχείρημα και αποτελεί περαιτέρω εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι ο αδελφός του που ήταν φυλακή του ζήτησε να προβούν στην «δουλειά αυτή και θα χρησιμοποιούσαν το πτώμα ώστε ο αδελφός του να βγει από την φυλακή». Προσθέτουμε ακόμα ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του δεν είχε κάποια επαφή με τον κατηγορούμενο 3, ούτε και προέκυψε ότι τον γνώριζε καν, γεγονός που ενισχύει την εκδοχή του για τις προς αυτόν δηλώσεις του κατηγορουμένου 2 για την εμπλοκή του κατηγορουμένου
- Και τούτο, δεδομένου ότι δεν ήλθε ποτέ σε επαφή με τον κατηγορούμενο 3, θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον, ούτε και θα είχε κάποιον πραγματικό λόγο ή και συμφέρον να επινοήσει τον διάλογο και τις δηλώσεις του κατηγορουμένου 2, ως προς την εμπλοκή του κατηγορουμένου 3, τέτοιας φύσης και δυναμικής και με τέτοια μάλιστα ακρίβεια. Και προσθέτουμε ότι επιβεβαιώνεται τόσο από την παραδοχή του κατηγορουμένου 3 στην μαρτυρία του, όσο και από τις αντίστοιχες παραδοχές του κατηγορουμένου 2 στην δική του μαρτυρία καθόσον αφορά τα κίνητρα του κατηγορουμένου 3 για να βγει από τη φυλακή. Τα οποία ο κατηγορούμενος 1, προφανώς, και δεδομένου ότι δεν υπήρξε περί αντιθέτου μαρτυρία, δεν θα μπορούσε να τα γνώριζε αν δεν του το έλεγε ο κατηγορούμενος
- Στο σημείο αυτό να προσθέσουμε ότι η μικροαντίφαση που φαίνεται να παρουσιάζεται στη μαρτυρία του, κυρίως κατά την αντέξετασή του από την κα Πιερούδη, ως προς το πότε ακριβώς του είπε ο κατηγορούμενος 2 για την εμπλοκή του κατηγορούμενου 3, πριν δηλαδή ή μετά την εκταφή του τέως Προέδρου, κρίνεται ως εντελώς επουσιώδης και άνευ σημασίας, αφού το ζητούμενο δεν είναι πότε του το είπε, αλλά αν όντως του έκαμε τη συγκεκριμένη αναφορά την οποία και αποδεχόμαστε ότι έγινε για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει. Για τους λόγους αυτούς, απορρίπτουμε την εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ότι ποτέ δεν ανέφερε στον κατηγορούμενο 1 για την εμπλοκή του αδελφού του, και ότι το όλο εγχείρημα θα γινόταν για να βοηθηθεί και να αποφυλακιστεί. Εκ της μαρτυρίας του γίνεται επίσης αποδεκτό ότι όταν ζήτησε χρήματα από την οικογένεια του τέως Προέδρου, φοβόταν μήπως το μάθει ο κατηγορούμενος 2 γιατί του είχε πει να μην πει σε κανένα τίποτε. Συνάδει πλήρως και επιβεβαιώνεται απ' αυτού από την μαρτυρία των ΜΚ1 και
- Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ήταν σε άμεση σύγκρουση και αντίφαση με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Όχι ως προς τις παραδοχές που προβαίνει σε αυτή, στις ίδιες παραδοχές προέβη και στην κατάθεση του, αλλά ως προς τους λόγους για τους οποίους έλαβε μέρος ως το καθοριστικό και ουσιαστικό εκτελεστικό όργανο. Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε, κρίνουμε πως η εκδοχή του κατηγορουμένου 2 αποτελεί υστερόβουλο εφεύρημα και αφελές κατασκεύασμα και προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις του για να απεγκλωβιστεί και να αποποιηθεί από τις ευθύνες που τον βάραιναν και να τις μετατοπίσει αλλού. Αποτελεί μια εντελώς ανυποστήρικτη και αφελή εκδοχή που δεν αντέχει σε κάποια σοβαρή κριτική. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε οικειοθελώς στην αστυνομία αναφέρει σαφώς και απεριφράστως ότι κατόπιν επιμονής του αδελφού του «για να δώσει μετά την πληροφορία και να βοηθηθεί» αποδέκτηκε και εκτέλεσε το άνομο έργο του, στην μαρτυρία του στο δικαστήριο και στην προσπάθεια του να απεγκλωβιστεί επινόησε ένα καθόλου ευφάνταστο σενάριο, διάτρητο από αντιφάσεις και αυτοανατροπές. Δεν θα αναφερθούμε στο σύνολο της ένορκης μαρτυρίας του, αλλά θα περιοριστούμε σε ορισμένα βασικά και χαρακτηριστικά στοιχεία εξ αυτής που αναδεικνύουν το παντελώς αναξιόπιστο και ψευδές του όλου εγχειρήματος. Η πρώτη εμφανής παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι πως τίποτε από όσα κατέθεσε στο δικαστήριο δεν τα ανέφερε στην κατάθεση του στην αστυνομία. Η εξήγηση που έδωσε, ότι τα πρόσωπα που κατ΄ ισχυρισμό τον εκβίαζαν και απειλούσαν την ζωή του αν δεν εκτελούσε τα σχέδια τους, γιατί τώρα άλλοι εξ αυτών βρίσκονται στη φυλακή και άλλοι στο εξωτερικό και «έτσι σήμερα μπορεί να μιλήσει», αντιφάσκει και ανατρέπεται με αυτόν τούτο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του, αφού αμέσως μετά αναφέρει πως τα πρόσωπα αυτά θα τον «βάλουν στόχο» και θα «απειλείται για πάντα η ζωή του» γι' αυτό ζητά από το δικαστήριο να μην αποκαλύψει ότι έδωσε κατάθεση, αίτημα που ως λέχθηκε απερρίφθη με ενδιάμεση απόφαση μας. Και αφού θα τον βάλουν στόχο και θα απειλείται για πάντα η ζωή του, πως τότε αποφάσισε να μιλήσει, έστω και υπό τον μανδύα του αιτήματος για κεκλεισμένων των θυρών, δοθέντος ότι, εν όψει ακριβώς της μαρτυρίας του, και πάλι θα παρέμενε στόχος. Θα διαφοροποιούντο δηλαδή τα πράγματα ανάλογα με τον τρόπο που θα έδινε μαρτυρία, και όχι με το γεγονός αυτής καθαυτής της μαρτυρίας του. Οι ισχυρισμοί που πρόβαλε και οι δικαιολογίες που τους θεμελιώνουν αντιφάσκουν μεταξύ τους και το λιγότερο, αποτελούν κακόγουστο θεατρινισμό για να προσδώσει έμφαση και υπόσταση στους ισχυρισμούς του. Στη συνέχεια θα εξηγήσουμε αναλυτικότερα ότι το σύνολο της ένορκης εκδοχής του επί του συγκεκριμένου αποτελεί ένα μωσαϊκό αστήρικτων αντιφάσεων και ανατροπών. Παρόλο που στην κατάθεση του ανέφερε ότι «δεν έδωσε, ούτε του ζήτησε να του δώσει ο κατηγορούμενος 1 ούτε ένα ευρω», στη μαρτυρία του έγινε πολλή προσπάθεια, και αυτή αντιφατική ως προς το ύψος του ποσού, να πείσει ότι έδωσε διάφορα χρηματικά ποσά στον κατηγορούμενο 1, τα οποία μάλιστα του τα έδωσε κάποιος εκ των κατά τα άλλα εκβιαστών του. Αν βεβαίως η διασύνδεση των χρημάτων αυτών σχετίζεται με τη μαρτυρία της αδελφής του Μαρίας Φιλίππου (ΜΥ2), ή υπονοείται ότι αυτή του τα έδωσε, είναι προφανές ότι η μάρτυρας αυτή ήταν σε πλήρη αντίφαση με τη κατάθεση της. Και τούτο γιατί ενώ στην κατάθεση της ανέφερε ότι τον φάκελο με τα χρήματα καθώς και το όλο συμβάν έγινε πριν την εκταφή της σορού του τέως Προέδρου, στην μαρτυρία της και σε σύγκρουση με τη κατάθεση της στοχευμένα και εσκεμμένα, για να υποστυλώσει τους ισχυρισμούς των αδελφών της, διαφοροποιήθηκε ότι αυτό έγινε μετά την εκταφή της σορού. Σε κάθε περίπτωση όμως η μάρτυρας κατέθεσε ότι τον φάκελο τον έδωσε στη σύζυγο του κατηγορούμενου 3 και όχι στον κατηγορούμενο
- Επί του συγκεκριμένου θα επανέλθουμε στη συνέχεια εξετάζοντας τη νομική πτυχή του θέματος. Σύνοψη της ένορκης εκδοχής του ήταν πως ενώ από την μια τον πίεσε ο αδελφός του (κατηγορούμενος 3), για να εκτελέσει το σχέδιο για να βοηθηθεί και να αποφυλακιστεί, από την άλλη, κάποιοι τρίτοι που βρίσκονταν πίσω από τον αδελφό του τον εκβίασαν και τον απείλησαν ώστε να εξαναγκαστεί να το εκτελέσει. Η εκδοχή από μόνη της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και εγγενείς αντιφάσεις. Παραγνωρίζει δε εντελώς ότι ο ουσιαστικός λόγος που εκτέλεσε το σχέδιο δεν ήταν άλλος από το να βοηθήσει τον αδελφό του συμμεριζόμενος ουσιαστικά την διεφθαρμένη και αποτρόπαιη ιδέα του. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί το γεγονός ότι ενώ δήθεν εκβιαζόταν από κάποιους τρίτους να κάμει κάτι το οποίο ουσιαστικά δεν ήθελε, δεν ανέφερε τίποτε στον αδελφό του για τους ισχυριζόμενους εκβιασμούς και απειλές. Και εκτέλεσε το σχέδιο, δήθεν παρά την θέληση του, και στη συνέχεια ανέφερε στον αδελφό του ότι απειλήθηκε η ζωή του και αναγκάστηκε να το θέσει σε εφαρμογή. Που βεβαίως επρόκειτο για ιδέα του αδελφού του. Προβλήθηκε ένας εντελώς παράλογος ισχυρισμός ο οποίος δεν αντέχει στη λογική και κατ' επέκταση σε κάποια στοιχειώδη κριτική ανάλυση. Είτε ήταν ιδέα του αδελφού του και την εφάρμοσε για να τον βοηθήσει, είτε τον απείλησαν τρίτοι. Και αφού δεχόταν απειλές γιατί δεν το ανέφερε στον αδελφό του και το κράτησε μυστικό και του το είπε εκ των υστέρων. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που αβίαστα εξάγεται είναι πως πρόκειται για αστήρικτες και αφελείς δικαιολογίες που επιβεβαιώνονται και από σχετική απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση, ότι το έκαμε γιατί θα επωφελείτο ο αδελφός. Τα υπόλοιπα περί απειλών και εξαναγκασμού αποτελούν μεταγενέστερες σκέψεις και ευτελείς δικαιολογίες. Παράλογος και άτοπος ήταν επίσης ο ισχυρισμός του πως όταν έκαμε τη δουλειά αρνήθηκε να αποκαλύψει στους τρίτους τον χώρο ταφής της σορού και για να τους ξεφορτωθεί τους παρέπεμψε στον αδελφό του. Το ερώτημα είναι γιατί δεν τους «ξεφορτώθηκε» εξ αρχής όταν κατ΄ ισχυρισμό τον απειλούσαν παραπέμποντας τους στον αδελφό του, αφού «βρίσκονταν πίσω από αυτόν» παρά μόνο τήρησε σιγή και εκτέλεσε το σχέδιο, για το οποίο, ούτως ή άλλως ήταν ο αδελφός του που του ζήτησε να το πράξει. Και σχετικώς με αυτά, εντελώς παράλογος κρίνεται ο ισχυρισμός του ότι ενώ απειλήθηκε και εκτέλεσε το σχέδιο, στη συνέχεια δεν απεκάλυπτε που έθαψε τη σορό. Και παρόλα αυτά οι εκβιαστές, του απέστειλαν και χρήματα για να πληρώσει τον συνεργάτη του. Και συναφώς με αυτά, πως και δεν τον απείλησαν να τους αποκαλύψει που έθαψε τη σορό αφού αυτό ήταν το τελικώς ζητούμενο. Αν όπως κατέθεσε απεκάλυπτε που ήταν θαμμένη η σορός δεν θα τον είχαν πλέον ανάγκη και θα τον σκότωναν, τότε γιατί το απεκάλυψε στον αδελφό του και τους παρέπεμψε μάλιστα σε αυτόν για να τους ξεφορτωθεί. Και πως τους ξεφορτώθηκε, έστω και με αυτό τον τρόπο, γιατί αν η μυστικότητα της πληροφορίας αποτελούσε το κατ' ισχυρισμό εχέγγυο της ζωής του, η αποκάλυψη της στον αδελφό του για να τη μεταφέρει στους τρίτους, και πάλι κατέληγε στον ίδιο παρανομαστή, καθότι και πάλι εξακολουθούσε να παραμένει έκθετος και να κινδυνεύει. Είναι η διαπίστωση μας πως ο κατηγορούμενος 2 κατέφυγε σε ενσυνείδητα ψεύδη και αφελείς επινοήσεις για να αποποιηθεί τις ευθύνες του και να τις μεταθέσει σε άλλους. Ήταν επίσης η θέση του πως όταν πήγε, για δεύτερη φορά, στο νεκροταφείο όπου έθαψαν τη σορό για να βάλουν χώμα και να την σκεπάσουν, ο κατηγορούμενος 3 δεν γνώριζε ακόμα που ήταν θαμμένη. Μετά το γεγονός αυτό τον πληροφόρησε που περίπου βρισκόταν, ενώ ταυτόχρονα δεχόταν και τηλεφωνήματα από τους άλλους για να τους πει που ήταν. Και όλα αυτά τα τοποθέτησε περίπου στις αρχές Φεβρουαρίου του
- Παραγνώρισε όμως και ξέχασε εντελώς ότι τα χρήματα που δήθεν του έστειλαν οι εκβιαστές σύμφωνα με την εκδοχή του, του δόθηκαν τα Χριστούγεννα. Με άλλα λόγια τον απείλησαν να εκτελέσει ένα παράνομο σχέδιο. Αφού το εκτέλεσε φοβούμενος τη ζωή του, στη συνέχεια δεν φοβήθηκε και δεν αποκάλυπτε που έθαψε τη σορό, ενώ δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα για να αποκαλύψει το σημείο της ταφής. Από την άλλη, οι εκβιαστές και χωρίς να γνωρίζουν που ήταν θαμμένη η σορός, του απέστειλαν και χρήματα για να πληρώσει τον βοηθό του. Και μέχρι τον Φεβρουάριο να τηλεφωνούν και να ζητούν να μάθουν που έθαψε τη σορό. Πρόκειται περί ενός παιδαριώδους και αφελούς σεναρίου, πλήρως αντιφατικού χωρίς στοιχειώδες ίχνος σεβασμού προς τη λογική και την αλήθεια. Το σενάριο που πρόβαλε για εξαναγκασμό και απειλές κατά της ζωής του απορρίπτεται ως παντελώς αναξιόπιστο και ψευδές. Η μαρτυρία του επί του προκειμένου αποτελεί ανούσιο μύθευμα και υστερόβουλο κατασκεύασμα. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 3, ήταν στο ίδιο μήκος με εκείνη του κατηγορούμενου 2, και βρίθει από σωρεία ασχέτων θεμάτων, αντιφάσεων και αοριστολογιών με στοχευμένη ως διαφάνηκε, την επίρριψη αφενός των ευθυνών σε τρίτους, και αφετέρου να βοηθήσει την εκδοχή του αδελφού του. Είναι για το λόγο αυτό που στα ουσιαστικά ζητήματα ήταν σε άμεση αντίφαση με τις γραπτές του καταθέσεις, ενώ περαιτέρω ενόρκως πρόβαλε ισχυρισμούς που ποτέ δεν προβλήθηκαν σε αυτές. Το κύριο μέλημα και βασική του προσπάθεια ήταν να υποστηρίξει και να προσδώσει κύρος και υπόσταση στους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 2 και τίποτε περισσότερο. Έτσι και στην προσπάθεια του να επιβεβαιώσει τον αδελφό του, κατέθεσε ότι μετά που είδε στην τηλεόραση ότι έγινε η «δουλειά» του τηλεφώνησε και αυτός του είπε ότι αναγκάστηκε να το κάμει γιατί φοβόταν ότι θα τον σκότωναν, παραγνωρίζοντας βεβαίως, όπως και ο αδελφός του, ότι αυτός του ζήτησε να ξεθάψει τη σορό του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας για να βοηθηθεί, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε τρίτους. Και όλα αυτά σε κάθετη αντίφαση με όσα ανέφερε στις καταθέσεις του στην αστυνομία. Η ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 κρίνεται ως μια αντιφατική και ανεπιτυχής προσπάθεια για να δικαιολογήσει όλα όσα ο ίδιος επινόησε και σκέφτηκε και έθεσε σε εφαρμογή. Όσα αναφέραμε σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εκτελέσει τα σχέδια του αδελφού του και προς αποφυγή επαναλήψεων, κατ΄ αναλογία ισχύουν και για τον κατηγορούμενο
- Απορρίπτεται, για τους ίδιους λόγους που εξηγήσαμε και αναλύσαμε εξετάζοντας την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, ως εντελώς αναξιόπιστη και ψευδής. Να προσθέσουμε ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 Χ΄ Γεωργίου ήταν άσχετη και τίποτε δεν πρόσθεσε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και όσα προέκυψαν εξ αυτής, εκ των ομολογιών που προβαίνουν στις καταθέσεις τους και στις ανάλογες παραδοχές που προέβηκαν ενώπιον μας, αλλά και εκ των άλλων κατατεθέντων τεκμηρίων καθώς και των παραδεκτών γεγονότων, σε συντομία και σε ότι αφορά τα επίδικα θέματα, καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος 3 ζήτησε από τον αδελφό του, κατηγορούμενο 2, να προβεί στην «κλοπή» της σορού του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου, γιατί έκρινε ότι θα χρησιμοποιούσε την πληροφορία και θα βοηθούσε με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του για να αποφυλακιστεί από την ισόβια κάθειρξη που εξέτιε. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 με την βοήθεια του κατηγορούμενου 1, εισήλθαν εντός του κοιμητηρίου που ήταν θαμμένος ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος, και αφού μετακίνησαν την ταφόπλακα ξέθαψαν τη σορό, μεταφέροντάς την σε άλλο κοιμητήριο όπου και την έθαψαν στον τάφο του μακαρίτη Σάββα Ππόλου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Αρ.20 και 21 Κεφ.154 Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες κάτω από τα άρθρα 20 και 21 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τη νομολογία το μεν άρθρο 20 δε δημιουργεί αφ' εαυτού ποινικό αδίκημα αλλά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του, το δε άρθρο 21 δεν αποτελεί ουσιαστική πρόνοια στοιχειοθέτησης αυτοτελούς αδικήματος, αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στον καθορισμό της κοινής ευθύνης προσώπων στη διάπραξη αδικήματος προκύπτοντος ως πιθανή συνέπεια από την ενέργεια του ενός, στα πλαίσια της κοινής επιδίωξης παράνομου σκοπού. Διαφέρει δε από το άρθρο 20 κατά το ότι εκείνο καθορίζει την κοινή ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος, σε αντίθεση με το άρθρο 21 που δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο αδίκημα του άρθρου 20, αλλά αν στα πλαίσια των ενεργειών που γίνονται για τη πραγμάτωση του κοινού σκοπού, ανεξάρτητα αν αυτός συνιστά ποινικό αδίκημα, προέκυψε ως πιθανή συνέπεια άλλο ποινικό αδίκημα. Η νομολογία ξεκάθαρα υποδεικνύει ότι, αν το τελικό αποτέλεσμα είναι στα πλαίσια εκείνα ως πιθανή συνέπεια, φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό παρά το ότι η πράξη αυτή καθαυτή που συνιστά το αδίκημα έγινε μόνο από τον ένα (Νικολάου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 και Ιγνατίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 502). Στην Νικολάου (ανωτέρω σελ.494), επεξηγείται περαιτέρω, ότι η αγγλική νομολογία επεκτείνει την αρχή αυτή και σε ασυνήθεις συνέπειες της εκτέλεσης του κοινού σκοπού, εφόσον συνεχίζουν να είναι στα πλαίσια του κοινού σκοπού και δεν συνιστούν συνέπειες υπέρβασης του (βλπ επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Binnington κ.ά (Αρ.1)
(2008)2 Α.Α.Δ. 108). Είναι επίσης νομολογημένο (Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5) ότι για να καταδικαστεί συνεργός, θα πρέπει να υπάρχει πρόθεση συνέργειας και τουλάχιστον να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα, και τούτο ισχύει ακόμα και σε αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Α. 2η, 11η και 13η Κατηγορία. Ύβριση θρησκευμάτων. Αρ.138 Κεφ.154 Το άρθρο 138 του Κεφ.154 όπως φαίνεται και από τον τίτλο του, στοχεύει αλλά και επιδιώκει την αποτροπή αναίτιων και αδικαιολόγητων προσβολών στις θρησκευτικές αντιλήψεις του κοινού. Μια αποτροπή που κρίνεται αναγκαία σε μια Δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία που ο πληθυσμός της αποτελείται από άτομα που πρεσβεύουν και ακολουθούν διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και λατρευτικές αντιλήψεις. Το πιο πάνω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το αντίστοιχο άρθρο 295 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα και συνεπώς, κρίνεται χρήσιμη η αναφορά στο σύγγραμμα του Sir Hari Singh Gour, Indian Penal Code, 11η Εκδ. 3 Τόμος σελ.2325, στο οποίο αναλύεται και επεξηγείται το σχετικό άρθρο. Αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ύπαρξη πρόθεσης για την καθύβριση, ή τουλάχιστο η γνώση της πιθανότητας ότι οι συγκεκριμένες πράξεις ενδέχεται να εκληφθούν ως καθύβριση της θρησκείας συγκεκριμένης τάξης προσώπων. Στην τάξη προσώπων σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα μπορεί να περιλαμβάνονται ακόμα και 2 άτομα τα οποία μπορούν να καταταχθούν ως ομάδα προσώπων. Η φράση ομάδα προσώπων σημαίνει οποιαδήποτε πρόσωπα που ανήκουν σε κάποια συγκεκριμένη πίστη. Οι καταστροφικές πράξεις, θα πρέπει να στοχεύουν και να έχουν ως αντικείμενο είτε τόπο λατρείας, ή αντικείμενο που να θεωρείται ιερό από την τάξη των προσώπων. Αυτά εκ του νόμου καθορίζονται και θεωρούνται ως εκφράζοντα την θρησκεία. Δεν είναι βέβαια εύκολο κάθε φορά να καθοριστεί αν ένα αντικείμενο είναι ιερό, ή αν ένας χώρος αποτελεί χώρο λατρείας. Κοινά τυπικά και ενδεικτικά παραδείγματα χώρων λατρείας είναι οι εκκλησίες, ναοί, τεμένη και συναγωγές. Οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε χώρος ο οποίος είναι αφιερωμένος ως λατρευτικός για κάποια θεότητα αποτελεί χώρο λατρείας, ανεξαρτήτως του χώρου και της θεότητας που λατρεύεται. Υποδεικνύεται (σελ.2339) ότι σε όλες τις χώρες τόποι ταφής ή αποτέφρωσης και τα νεκροταφεία θεωρούνται ως αντικείμενα σεβασμού (veneration). Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, ως εξηγείται, είναι στους ώμους της κατηγορούσης αρχής να αποδείξει κάθε φορά αν ο βεβηλωμένος χώρος συνιστά χώρο λατρείας, ή το ότι συγκεκριμένο αντικείμενο είναι ιερό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι συγκεκριμένες ομάδες θεωρούν τα νερά κάποιων ποταμών ως ιερά, αλλά το βάρος είναι στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει το γεγονός αυτό. Και ο λόγος είναι προφανής. Θα μπορούσε κάθε φορά και για διαφορετικούς λόγους να προβάλλονται διάφορα αντικείμενα, υποκειμενικώς θεωρούμενα, από κάποια ομάδα ή τάξη προσώπων ως ιερά, ή κάποιοι χώροι ως λατρευτικοί χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Εξηγείται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός αντικειμένου που είναι ιερό, από εκείνο που είναι απλώς αντικείμενο σεβασμού, παρόλο που δεν είναι ιερό. Επεξηγείται (από απόσπασμα Ινδικού Δικαστηρίου)ότι: « There is a distinction, not arbitrary, between objects which are objects of respect and even veneration and objects which are held sacred: as an example of the former, I may refer to place of sepulture (not actually consecrated as in the case of ground specially consecrated for that purpose according to the rites of Christian churches), as distinguished from a place for worship to the deity or where an idol, or altar is kept». Η πιο πάνω διάκριση και διαφοροποίηση κρίνεται αναγκαία, γιατί από τη μια το άρθρο 295 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα πραγματεύεται χώρους λατρείας και αντικείμενα που θεωρούνται ιερά, ενώ από την άλλη το άρθρο 297 του ίδιου Κώδικα, ειδικότερα, πραγματεύεται παράνομες επεμβάσεις σε χώρους ταφής και νεκρώσιμων τελετών. Προστίθεται πως το άρθρο 297 του Ινδικού Κώδικα είναι παρόμοιο με το άρθρο 140 του δικού μας Ποινικού Κώδικα επί των οποίων εδράζονται η 3η και 12η κατηγορία. Τίθεται ως παράδειγμα ότι το μνήμα (tomb) ενός μωαμεθανού αγίου είναι μεν αντικείμενο σεβασμού, όχι όμως και ιερό αντικείμενο, εκτός αν υπάρχει μαρτυρία ότι έχει αφιερωθεί στα θεία (consecrated). Το κριτήριο κάθε φορά είναι η ιερότητα του αντικειμένου υπό την πραγματική και κυριολεκτική έννοια του όρου και από την θρησκευτική αντίληψη των πραγμάτων και όχι με την υποκειμενική, είτε ακόμα την μεταφορική έννοια της λέξης. Εκείνο που ενδεχομένως υποκειμενικώς κρίνεται ή και αναγνωρίζεται ή ακόμα προβάλλεται ως ιερό, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι είναι και ιερό και κατατάσσεται ως τέτοιο από θρησκευτική, λατρευτική και δογματική έποψη. Εκείνο που στοχεύει αλλά και προστατεύει ο Νόμος είναι το κατά θρησκεία ιερό αντικείμενο. Το ζήτημα κάθε φορά είναι αν θίγονται θρησκευτικές πεποιθήσεις και θρησκευτικές ευαισθησίες, αφού ακριβώς αυτό προστατεύεται με το άρθρο αυτό, ο σεβασμός δηλαδή των θρησκευτικών αντιλήψεων και αισθημάτων διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων, ανεξάρτητα αν με κάποια πράξη η ενέργεια θίγονται βάναυσα τα αισθήματα, η αξιοπρέπεια και η προσωπική ευαισθησία των ανθρώπων. Επιδίωξη του Νομοθέτη είναι η αποφυγή καλλιέργειας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και φανατισμού, του θρησκευτικού μίσους και των παθών, που οδηγούν σε θρησκευτικές έριδες και αντιπαλότητες μέσα σε μια πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική κοινωνία, με ενέργειες που έχουν ως έρεισμα αλλά και στοχεύουν τα θρησκευτικά αισθήματα του κοινού, με αποτέλεσμα να οδηγούν σε διαμάχες, αντιπαραθέσεις ακόμα και σε αιματοχυσίες μεταξύ διαφορετικών φυλετικών και θρησκευτικών ομάδων. Ιερό, σύμφωνα με λεξικά της Ελληνικής γλώσσας σημαίνει αυτό που έχει σχέση με το θείο, αφιερωμένο σε θεότητα (Μπαμπινιώτη Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Επίτομο Λεξικό Ήλιου). Εξάγεται συνεπώς αβίαστα το συμπέρασμα ότι το κατά πόσο ένα αντικείμενο είναι ιερό, έστω και αν θεωρείται ως τέτοιο από ομάδα προσώπων, θα πρέπει να αποδειχθεί με μαρτυρία. Το θεμελιακό ερώτημα κάτω από το άρθρο 138 είναι αν η θρησκεία με την οποία σχετίζεται, το αναγνωρίζει ως τέτοιο. Κατά συνέπεια και με αναφορά στην 2η κατηγορία τόσο στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι, «αφού εισήλθαν εντός του Κοιμητηρίου Αγίου Νικολάου όπου ήταν θαμμένος ο Τάσος Παπαδόπουλος, τέως από την Δευτερά, βεβήλωσαν τον τάφο του μετακινώντας την ταφόπλακα και στην συνέχεια ξεθάβοντας τη σορό του», ανάλογη είναι η διατύπωση και στην 11η κατηγορία, αλλά και ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων μας ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, για να μπορούσε να στοιχειοθετηθεί κατηγορία κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 138 θα έπρεπε να προσκομισθεί μαρτυρία για να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι το αντικείμενο το οποίο βεβηλώθηκε είναι, σύμφωνα με τα δόγματα και τις ιεροτελεστίες της Ορθοδόξου Πίστεως, ιερό ή ότι ο συγκεκριμένος χώρος αποτελεί τόπο λατρείας. Η απάντηση του ΜΚ1 Μενέλαου Ιωάννου ως προς το πως αντιλαμβάνεται την έννοια της εκταφής από θρησκευτικής και κοινωνικής άποψης, ότι δηλαδή «δεν νομίζω για εμάς τους χριστιανούς να έχει πιο ιερό χώρο από τον τάφο κάποιου μας ανθρώπου και όταν αντίκρισα τον τάφο συλημένο τα αισθήματα δεν μπορώ να τα περιγράψω, ήταν κάτι το τρομακτικό» δεν μπορεί να κριθεί επαρκής και ικανοποιητική απόδειξη ότι ο τάφος ή η ταφόπλακα αποτελούν χώρο λατρείας ή ιερά αντικείμενα, πάντα βέβαια με την έννοια που έχει επεξηγηθεί. Ούτε και το άναμμα καντηλιού στο τάφο από τον ΜΚ1 γιατί ως κατέθεσε το επιβάλλει η θρησκεία μας αποτελεί απόδειξη για την ιερότητα του χώρου, ή του αντικειμένου, υπό την πιο πάνω έννοια. Τα ίδια σχόλια μπορούν να λεχθούν και για την μαρτυρία της ΜΚ2 Μαρίας Γιωρκάτζη. Κατέθεσε ότι επισκεπτόταν πολλές φορές το κοιμητήριο γιατί «ήταν ένας χώρος ιερός για εμάς, ειδικά για μένα και ήταν ένας τρόπος για να δείξω την αγάπη μου προς τον πατέρα μου». Η οικογένεια σύμφωνα με την μάρτυρα «ταράχθηκε, νοιώθαμε ανασφάλεια, φόβο για το λόγο ότι κανένας δεν ήξερε ποιοι το έκαμαν και το λόγο που το έκαμαν αυτό το πράγμα και σίγουρα νομίζαμε ότι ήθελαν να τιμωρήσουν την οικογένεια ή αν ήταν πολιτικοί ή αν ήταν για λεφτά». Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της ανέφερε ότι για την οικογένεια ήταν σαν να ξαναπερνούσαν ακόμα μια δεύτερη κηδεία. Άναβε και η ίδια το καντήλι στον τάφο, γιατί αυτό ένοιωθε και ήταν ένα αυθόρμητο συναίσθημα. Η κατά τα άλλα ειλικρινής, αυθόρμητη και με ανθρώπινη διάσταση και απολύτως αξιόπιστη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων κατηγορίας, όσο και αν κρίνεται και είναι απόλυτα κατανοητή, δεν είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος τάφος είναι αντικείμενο ιερό ή ότι αποτελεί λατρευτικό χώρο, με την έννοια που έχει εξηγηθεί και εντός της εννοίας, του σκοπού και της εμβέλειας του άρθρου 138. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι ο τάφος ενός νεκρού αποτελεί χώρο εκτίμησης και απόλυτου σεβασμού, πόσω δε μάλλον όταν πρόκειται για πρώην Πρόεδρο ενός Κράτους, πλην όμως αυτό από μόνο του δεν καθιστά, κατά την ταπεινή μας άποψη, εκ προοιμίου, και κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 138 τον χώρο είτε λατρευτικό ή τον τάφο, ή την ταφόπλακα με την έννοια του αντικειμένου, ως ιερό, εκτός και αν υπάρχει σαφής, ικανοποιητική και ξεκάθαρη προς τούτο μαρτυρία που να αποδεικνύει το συστατικό αυτό στοιχείο. Και το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους της κατηγορούσης αρχής και δεν το έχει αποσείσει. Κρίνεται ακόμα πως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το υπό κρίσιν θέμα αντικείμενο δικαστικής γνώσης και να εξαχθεί εξ αυτής συμπέρασμα και εύρημα περί της ιερότητας του χώρου ή του τάφου. Στην Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1993)1 Α.Α.Δ 352 υπεδείχθη ότι: «Δικαστική γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση». Γενικότερα για το ποια θέματα μπορεί το δικαστήριο να λάβει δικαστική γνώση παραπέμπουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κλεάνθους
(1999)2 Α.Α.Δ.
- Τα πιο πάνω αποσπάσματα από την μαρτυρία κρίνουμε πως επιβεβαιώνουν την κατάληξη ότι αναμφίβολα έχουν θιγεί βάναυσα, με τον χειρότερο μάλιστα και πρωτοφανή τρόπο τα αισθήματα και η αξιοπρέπεια της οικογένειας, και όχι μόνο, αφού πρόκειται για πρώην Πρόεδρο του Κράτους, πλην όμως καθόσον αφορά την στοιχειοθέτηση κατηγορίας κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 138 κρίνουμε, και αυτή είναι η κατάληξη μας, ότι αυτή από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε απόδειξη των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας και κατ' επέκταση σε καταδίκη των κατηγορουμένων. Όσα έχουν αναφερθεί αφορούν και τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής, χάριν αποφυγής επαναλήψεως, και στις κατηγορίες σε σχέση με τον μακαρίτη Σάββα Ππόλο τέως εκ Δικώμου. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσονται στις κατηγορίες 2, 11,
- Β. 3η και 12η Κατηγορία. Παράνομη Είσοδος σε τόπο ταφής. Αρ.140 Κεφ.
- Σε αντίθεση με τα πιο πάνω σαφώς ευκολότερα και διαυγή είναι τα ζητήματα που εγείρονται κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου
- Το γεγονός και μόνο ότι σκάφτηκε ο τάφος, ο χώρος ταφής, συνιστά αδίκημα, νοουμένου ότι θα αποδειχθεί ότι ο παραβάτης είχε πρόθεση να θίξει τα αισθήματα οποιουδήποτε προσώπου, ή γνωρίζει ότι ενδέχεται να θιγούν τα αισθήματα οποιουδήποτε προσώπου. Σκόπιμα δεν αναφερόμαστε στην καθύβριση της θρησκείας που αναφέρεται στο άρθρο αυτό, αφού το θέμα το έχουμε διεξέλθει στα πλαίσια του άρθρου
- Και βεβαίως δεν είναι ορθή η θέση της υπεράσπισης ότι η είσοδος σε κοιμητήριο δεν μπορεί να κριθεί παράνομη, εκτός αν αποδειχθεί η εκ των προτέρων πρόθεση για διάπραξη αδικήματος, αφού υποκείμενο προστασίας από τον Νόμο δεν είναι το κοιμητήριο, ως ένας ενιαίος χώρος προορισμένος για ταφή, αλλά αυτός τούτος ο συγκεκριμένος χώρος ταφής, δηλαδή ο τάφος. Και στην προκειμένη περίπτωση το προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί, είτε μέσα από την αποδεχτή μαρτυρία και τα ευρήματα μας, είτε ακόμα και από τα παραδεχτά γεγονότα. Για τους ίδιους λόγους κρίνεται πως έχει αποδειχθεί ακόμα ένα συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η ασέβεια στο λείψανο νεκρού. Ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα μια εκ των διαφορών του άρθρου αυτού από το άρθρο 138, είναι πως στην περίπτωση του άρθρου 140 είναι αρκετό να θιγούν τα αισθήματα έστω και ενός προσώπου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, σε αντίθεση με το άρθρο 138 που απαιτείται ομάδα προσώπων. Επίσης δεν είναι αναγκαίο να είναι συγγενής ή φίλος του νεκρού το πρόσωπο που θίγηκαν τα αισθήματα του. Από όσα έχουν παρατεθεί από τα αποσπάσματα της μαρτυρίας τόσο του ΜΚ1 όσο και της ΜΚ2 και όσα σχόλια έχουν ήδη αναφερθεί επ' αυτής, κρίνεται πως αβίαστα έχει αποδειχθεί ως απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, το γεγονός ότι έχουν θιγεί τόσο τα αισθήματα της οικογένειας του τέως Προέδρου, όσο και του ΜΚ
- Τέλος, και σε σχέση με την πρόθεση, είναι ζήτημα γεγονότων και εξαρτάται από τις ιδιαίτερες κάθε φορά συνθήκες της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αδικημάτων που η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία που συνήθως είναι δύσκολη. Είναι γνωστή η αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι το στοιχείο της ένοχης διάνοιας αποδεικνύεται, κατά κανόνα, συμπερασματικά, από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 175). Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 224, εξηγήθηκε ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστούν με βεβαιότητα οι νοητικές διεργασίες του κατηγορούμενου, και οι μόνες ενδείξεις για τις διεργασίες του νου είναι οι δηλώσεις και οι πράξεις του δράστη. Όσο και αν ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησε να αναλύσει και να εξηγήσει τον σκοπό και τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτές τις απεχθείς και προφανώς διεστραμμένες σκέψεις και ενέργειες του, για να αποφυλακιστεί, όπως και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 που τις έθεσαν σε εφαρμογή, κανένας εξ αυτών και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους δεν αναφέρθηκαν στο γεγονός ότι με τις άνομες και βέβηλες πράξεις τους υπήρχε το ορατό ενδεχόμενο, η απόλυτη θα λέγαμε βεβαιότητα να θίξουν τα αισθήματα της οικογένειας του νεκρού. Ότι είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος αυτού, ότι δηλαδή με τις ενέργειες τους θα έθιγαν τα αισθήματα της οικογένειας, και όχι μόνο, ευθέως εξάγεται και από τον απολογητικό τόνο και ύφος της μαρτυρίας που έδωσαν στο δικαστήριο εστιαζόμενο ακριβώς σε αυτό το θέμα. Και αυτό αφορά όλους τους κατηγορουμένους. Ανεξάρτητα από αυτό, ο τρόπος που έδρασαν και εκτέλεσαν τα σχέδια τους, από μόνος του αναδεικνύει την παντελή αδιαφορία τους για το ενδεχόμενο να θιγούν τα αισθήματα των οικείων του νεκρού. Ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.2346) το άρθρο αυτό αποτελεί επέκταση των ίδιων αρχών που τίθενται στο άρθρο 138, δηλαδή σε τόπους που ενώ δεν είναι ιεροί θεωρούνται σχεδόν ως τέτοιοι (are treated almost so). Δεν επρόκειτο για κάποια αμελή ή ακόμα απερίσκεπτη ενέργεια, αλλά για μια εσκεμμένη και καλά προμελετημένη και στοχευμένη επέμβαση στον τάφο και στο λείψανο του νεκρού και η μόνη λογική και αναπόδραστη απόρροια και συνέπεια των σχεδίων τους δεν ήταν άλλη από το να θίξουν τα αισθήματα της οικογένειας του νεκρού, πέραν των πολλών άλλων πολύπλευρων παραμέτρων. Όπως τίθεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ2347), αν ο κατηγορούμενος έσκαψε τον τάφο η καταδίκη του είναι προφανής. Και τούτο γιατί είναι αυτονόητο, αυτόδηλο και αυταπόδεικτο ότι η ενέργεια του θα θίξει τα αισθήματα των οικείων του. Θα ήταν εκ των ων ουκ άνευ η αναζήτηση μαρτυρίας για το αυτόδηλο και προφανές. Παρόλα αυτά η μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 είναι σχετική. Να προσθέσουμε εδώ πως επειδή ο κατηγορούμενος 1 δεν μίλησε ή δεν ήλθε σε κάποια επαφή με τον κατηγορούμενο 3, αυτό δεν μεταβάλλει την ποινική του ευθύνη κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 20 και της κατηγορίας της συνομωσίας με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ως η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την δική του αποδεκτή μαρτυρία, γνώριζε για την εμπλοκή και τους σκοπούς του κατηγορούμενου 3 ως εγκεφάλου της όλης συνωμοτικής δράσης, έστω και αν δεν ήλθε ποτέ σε επαφή μαζί του, μέσα από τις δηλώσεις και από αυτά που του είπε ο κατηγορούμενος 2 και αποδέχτηκε και έλαβε μέρος στην εκτέλεση του συνομωτικού σκοπού. Στον Archbold 1999, σελ.2602, παρα. 33-50 εξηγείται ότι μπορεί να υπάρξει συνομωσία στην περίπτωση που ο Α συνομωτεί με τον Β, ο Β με τον Γ και ούτω καθ' εξής - η αποκαλούμενη αλυσίδα συνομωσίας- και είναι θέμα γεγονότων αν υπάρχει μια ή πολλές συμφωνίες. Σύμφωνα δε με τον Blackstone' s Criminal Practice 2003, σελ. 90, παρα. Α6.14, είναι δυνατόν να υπάρξει συνομωσία στην οποία ορισμένα μέλη να μην συναντήθηκαν ποτέ. Εκείνο που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να αποδειχθεί η συμμετοχή ενός εκάστου στον κοινό σκοπό και ότι υπάρχει ένα ευρύτερο οργανωμένο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνουν μέρος. Εν σχέσει δε με το αδίκημα της συνομωσίας, συστατικό στοιχείο αυτής είναι μια συμπληρωμένη τελική συμφωνία μεταξύ δυο ή περισσότερων ατόμων για διάπραξη αδικήματος, ή να επιτύχουν κάποιο νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα ( Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Στην παρούσα υπόθεση και από όσα έχουν προκύψει, ο κατηγορούμενος 1 εν γνώσει του έλαβε μέρος στην συνομωτική ομάδα για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 140, δηλαδή της παράνομης εισόδου σε χώρο ταφής. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι ο κατηγορούμενος 1 τόσο στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία όσο και ενόρκως, επιχείρησε να δικαιολογηθεί αναφέροντας ότι δεν γνώριζε σε ποιον ανήκε ο τάφος, γιατί ήταν βράδυ και έβρεχε με αποτέλεσμα να μην δει το όνομα που αναγραφόταν σε αυτόν, και ότι αυτό το έμαθε την επομένη από την τηλεόραση. Το στοιχείο όμως αυτό είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας και, τελικά, εντελώς αδιάφορο, αφού το σε ποιον ανήκει ο συγκεκριμένος τάφος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, γιατί εκείνο που συνιστά αδίκημα είναι η πράξη αυτή καθαυτή, δηλαδή η επέμβαση στον τάφο. Τέλος, και επειδή έγινε λόγος σε σχέση με το αν ο κατηγορούμενος 2 έδωσε κάποιο χρηματικό ποσό στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δέκτηκε ότι έλαβε €200 και όχι €2.200, ως ο ένας εκ των ισχυρισμών του κατηγορουμένου 2, και προσκομίστηκε ως λέχθηκε, προς αυτή την κατεύθυνση και σχετική μαρτυρία εκ πλευράς κατηγορούμενου 3, δια της αδελφής του ΜΥ2, για να καταδείξει ότι δόθηκε, τελικά, κάποιο ποσό στον κατηγορούμενο 1, και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η νομολογία είναι σαφής επί τούτου, υποδεικνύοντας ότι η καταβολή αμοιβής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνομωσίας και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την συνομωτική συμπεριφορά των κατηγορουμένων (Tabrizi ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421). Κατά συνέπεια και ανεξάρτητα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου, το θέμα είναι παντελώς άσχετο και άνευ νομικής σημασίας. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 12η κατηγορία της παράνομης εισόδου σε τόπο ταφής αναφορικά με τον τάφο του μακαρίτη Σάββα Ππόλου κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 20 και 21 του Κεφ.
- Έχουμε ήδη αναφερθεί στην ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.
- Ο κοινός σκοπός και η επιδίωξη των κατηγορουμένων στα πλαίσια της κοινής τους δράσης ήταν η εκταφή της σορού του τέως Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου. Η ταφή της σορού, στη συνέχεια, στον τάφο του μακαρίτη Σάββα Ππόλου έγινε από τους κατηγορούμενους 1 και 2 στα πλαίσια των ενεργειών που αφορούσαν την πραγμάτωση του κοινού σκοπού. Η εκ νέου ταφή της σορού δεν συνιστούσε απλή πιθανότητα ως αποτέλεσμα της κοινής δράσης, αλλά αναπόφευκτη συνέπεια, ως εκ της φύσεως της εκτέλεσης του όλου εγχειρήματος του κοινού σκοπού. Αλλά και ακόμα να θεωρηθεί ότι η εκ νέου ταφή της σορού αποτελεί ασυνήθη συνέπεια της εκτέλεσης του κοινού σκοπού, υπενθυμίζουμε πως σύμφωνα με την Νικολάου (ανωτέρω), εφόσον συνεχίζει να είναι στα πλαίσια του κοινού σκοπού και δεν συνιστά συνέπεια υπέρβασης του, τότε φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες. Και στην παρούσα υπόθεση η εκ νέου ταφή της σορού, και υπό όποιο πρίσμα και αν ήθελε αντικριστεί, αναπόδραστα δεν παύει να αποτελεί μια ενέργεια στα πλαίσια του ήδη διαμορφωθέντος κοινού σκοπού. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος 3 στη βάση των προνοιών του άρθρου 21 κρίνεται ένοχος στην 12η κατηγορία, όπως και όλοι οι κατηγορούμενοι στην 3η και 12η κατηγορία. Γ. 5η, 10η και 16η κατηγορία. Προσβολή μνήμης αποθανόντα. Άρθρο 202Α Κεφ.154 Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της προσβολής μνήμης αποθανόντα κατά παράβαση του άρθρου 202Α του Κεφ.
- Το σχετικό άρθρο, για ότι αφορά εδώ αναφέρει : « 202Α. Όποιος προσβάλλει τη μνήμη αποθανόντα με κακόβουλη ή βάναυση εξύβριση, είναι ένοχος πλημμελήματος και τιμωρείται με φυλάκιση ενός χρόνου». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι πρόσβαλαν την μνήμη του αποθανόντα με κακόβουλη εξύβριση, δηλαδή αφού εισήλθαν ενός του κοιμητηρίου όπου ήταν θαμμένος ο Τάσσος Παπαδόπουλος κακόβουλα μετακίνησαν από τον τόπο ταφής του, την ταφόπλακα και ξέθαψαν την σορό προσβάλλοντας την μνήμη του. Οι δικηγόροι υπεράσπισης με αναφορά στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 που προνοεί για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και με αναφορά ουσιαστικά στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 που ερμηνεύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, εισηγήθηκαν ότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της προσβολής της μνήμης αποθανόντα, αφού για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα κάτω από το άρθρο 202Α απαιτούνται λεκτικές εκφράσεις που να συνιστούν εξύβριση. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Μαππουρίδη, αφού σύμφωνα με την θέση του η προσβολή των αισθημάτων των συγγενών που υπέβαλαν παράπονο, δια των πιο πάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, συνιστά κακόβουλη εξύβριση εντός της εννοίας του πιο πάνω άρθρου. Το άρθρο 99 του Κεφ.154 προνοεί ότι όποιος σε δημόσιο χώρο, η σε χώρο που δεν είναι δημόσιος, με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες που ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω), σε σχέση με την αντικειμενική φύση των στοιχείων του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης, όπως τέθηκαν στην γνωστή υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All.E.R. 1297, υπεδείχθη ότι με την φράση « .an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one» εισάγεται παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και η εξύβριση με χειρονομίες. Η λέξη «Χειρονομία» σύμφωνα με τα λεξικά (ανωτέρω) έχει διάφορες έννοιες. Την ουσιαστική, που σημαίνει κάθε κίνηση των χεριών που την κάνει κάποιος ασυναίσθητα και ιδίως όταν μιλά εκφράζοντας την διάθεση του ή προσπαθώντας να τονίσει ή να κάνει πιο σαφή ή ενδιαφέροντα αυτά που λεει. Την συμβολική, που συνιστά τη συνειδητή κίνηση των χεριών που μπορεί να είναι υβριστική, απρεπής και πρόστυχη και τέλος, τη μεταφορική έννοια που σχετίζεται με πράξη καλής προθέσεως και καλής θελήσεως. Το ερώτημα που τίθεται, δεδομένου ότι οι πράξεις και οι ενέργειες των κατηγορουμένων δεν σχετίζονται με λόγια, είναι αν το άρθρο 99 του Κεφ.154 καλύπτει και περιπτώσεις ως η παρούσα, κατά πόσο δηλαδή οι ενέργειες τους μπορούν να ενταχθούν στην πιο πάνω έννοια. Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη και αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο ( Κωμοδρόμου ν. White Knight Holdings Ltd, Πολ. Έφεση 77/08 ημερομηνίας 3.12.10). Και ακριβώς στα πλαίσια αυτά, ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ένας νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του (Καυκαρής (Αρ.1)
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 315). Να σημειωθεί ότι στην Brutus (ανωτέρω), η κατηγορία που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος ήταν κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Public Order Act 1936, που προνοεί μεταξύ άλλων και για εξυβριστική συμπεριφορά, που στη δική μας νομοθεσία δεν απαντάται ανάλογη πρόνοια σε σχέση τουλάχιστον με την εξυβριστική συμπεριφορά. Και ήταν στα πλαίσια της αναζήτησης της ερμηνείας της εξυβριστικής συμπεριφοράς που λέχθηκε το πιο πάνω απόσπασμα που παραθέσαμε. Τόσο από την ερμηνεία της λέξης, όσο και από την ουσιαστική υφή του άρθρου 99, που ως επεξηγείται και στην Αχιλλέως (ανωτέρω) σχετίζεται με λέξεις ή χειρονομίες συνοδεύουσες λέξεις ή φράσεις, και σε συνάρτηση με το λεκτικό του άρθρου 202Α το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι κανένα από τα άρθρα αυτά δεν περιλαμβάνει ενέργειες και πράξεις πέραν των λεκτικών εκφράσεων και χειρονομιών υπό την ουσιαστική γραμματική έννοια που αποδίδεται στον όρο. Όπως επιγραμματικά τέθηκε στην Brutus, «insulting means insulting and nothing else» και όπως αυτήν την αντιλαμβάνεται ο κάθε μέσος άνθρωπος. Η εξύβριση δια της συμπεριφοράς (insulting behaviour), και τούτο ανεξάρτητα αν οι πιο πάνω ενέργειες των κατηγορουμένων θα μπορούσαν να υπαχθούν στην έννοια του όρου συμπεριφορά, δεν απαντάται στον Ποινικό μας Κώδικα κάτι ανάλογο όπως τον Αγγλικό νόμο. Έχουμε ανατρέξει στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα και στις αντίστοιχες νομοθετικές πρόνοιες που ισχύουν εκεί εν σχέσει με την εξύβριση. Σχετικά είναι τα άρθρα 361 και 365. Το μεν άρθρο 361 υπό τον τίτλο «Εξύβριση» προνοεί ότι όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση. Το δε άρθρο 365 υπό τον τίτλο «Προσβολή μνήμης του νεκρού», προνοεί ότι όποιος προσβάλλει τη μνήμη του νεκρού με βάναυση ή κακόβουλη εξύβριση ή συκοφαντική δυσφήμηση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Το δικό μας άρθρο (202Α) προσομοιάζει με το αντίστοιχο πιο πάνω άρθρο του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Η ουσιαστική όμως διαφορά επικεντρώνεται στην απαρίθμηση των περιπτώσεων της εξύβρισης του άρθρου 361, όπως και κατ΄ αναλογία με την εξυβριστική συμπεριφορά του αντίστοιχου Αγγλικού νομοθετήματος, σε αντιδιαστολή με το δικό μας άρθρο. Το άρθρο 99 του Κεφ.154 περιορίζεται μόνο και εστιάζεται σε λεκτικές εκφράσεις που μπορούν να ακουστούν (likely to be heard) και όχι σε οποιεσδήποτε άλλου είδους ενέργειες ή συμπεριφορά τέτοια ή έργο που μπορεί να συνιστά εξύβριση. Υπάρχει όμως ακόμα μια θεμελιακή διαφορά, ενισχυτική θα λέγαμε της πιο πάνω προσέγγισης μας. Αποτελεί προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 99 η φυσική παρουσία του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η εξύβριση, ή οποιουδήποτε παριστάμενου προσώπου (it provoke any person present), γεγονός που ακριβώς υποδηλώνει την αμεσότητα που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του ενός και του άλλου προσώπου σε σχέση με την εξύβριση. Η έννοια της φράσης «ενδέχεται να ακουστεί» ευθέως παραπέμπει και αφορά σε προφορική και λεκτική ενέργεια και δραστηριότητα. Προαπαιτούμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι η εξύβριση θα πρέπει αρχικά να ακουστεί και περαιτέρω να προκαλέσει αντίδραση από παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Ανάλογα, ως προς το συγκεκριμένο, είναι και τα εν Αγγλία κρατούντα σε σχέση με το άρθρο 4
(1)(α) του Public Order Act 1986, που καθιστά αδίκημα για ένα πρόσωπο « if he uses towards another person .insulting words.». Ερμηνεύτηκε ότι αυτό συνεπάγεται την άμεση φυσική παρουσία του άλλου προσώπου και τα λόγια θα πρέπει να απευθύνονται σε αυτόν (Smith and Hogan Criminal Law 9η έκδ.σελ.748). Στην Atkin v. DPP
(1989)89 Cr.App. 199, 205 υποδεικνύεται ότι αν το (άλλο) πρόσωπο είναι εκτός ακουστικού βεληνεκούς (out of earshot) και η εξύβριση δεν απευθύνεται κατευθείαν σε αυτό, τότε δεν διαπράττεται αδίκημα. Να παρεμβάλουμε πως σύμφωνα με την υπόθεση Parkin v. Norman
(1982)2 All.E.R 583 η πρόθεση δεν αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και στοιχειοθετείται εκ της εξύβρισης ως ενδεχόμενο να προκληθεί παριστάμενο πρόσωπο, ανεξάρτητα πως θα εκληφθεί η ύβρις. Να προσθέσουμε ότι ο Ινδικός Κώδικας (αρ.504) ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.4876 επ.), έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση της χρήσης ενοχλητικής γλώσσας σε παρόντα πρόσωπο που θα προκληθεί για να διαπράξει αδίκημα. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η εξύβριση προσώπων που δεν είναι παρόντα δεν συνιστά αδίκημα. Προς πλήρη εικόνα να προστεθεί ότι η πρόκληση σε επίθεση από την εξύβριση και η διατάραξη της ειρήνης, θα πρέπει να είναι ταυτόχρονη, ή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από αυτήν, ώστε να αποτελεί μέρος του ίδιου συμβάντος (res gestae). Αναγνωρίζεται τέλος ότι η εξύβριση μπορεί να διενεργηθεί και με άλλους τρόπους, ως για παράδειγμα με πράξεις, σήματα και ορατές παραστάσεις. Η ευρεία και πλατιά ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 99, με τρόπο ώστε να περιλαμβάνει, πέραν του προφορικού λόγου και των χειρονομιών, συμπεριφορά τέτοια ή έργων τοιαύτης υφής που να συνιστούν εξύβριση, δεν είναι επιτρεπτή, αφού θα αποτελούσε απόκλιση τόσο από τις ρητές και σαφείς γραμματικές διατάξεις του νομοθετήματος, αλλά και του σκοπού του (Κωμοδρόμου) (ανωτέρω)). Στην Brutus (ανωτέρω), υπεδείχθη ότι η ερμηνεία ενός νομοθετήματος πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην διευρύνεται αυτό που θέσπισε το Κοινοβούλιο, κυρίως μάλιστα όταν πρόκειται για ποινικό νόμο και περαιτέρω, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι ένα νομοθέτημα δεν θα ερμηνεύεται πιο πλατιά από αυτό που οι ίδιοι όροι του αποδίδουν (bear). Έπεται πως στην βάση των όσων έχουν αναλυθεί, οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν, και ως εκ τούτου αθωώνονται και απαλλάσονται στην 5η , 10η και 16η κατηγορία. Δ.6η κατηγορία. Απαίτηση περιουσίας, άρθρο 290 Κεφ.154 Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν επίσης την κατηγορία του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα, της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, και συγκεκριμένα ότι απαίτησαν από την ΜΚ2 Μαρία Γιωρκάτζη το ποσό των €100.000 προκειμένου να της αποκαλύψουν που βρίσκεται η σορός του Τάσσου Παπαδόπουλου. Το άρθρο 290 προνοεί: «όποιος με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος, απαιτεί τούτο από άλλον με απειλές ή βία είναι ένοχος κακουργήματος ... « Συνάγεται από τον πιο πάνω ορισμό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η πρόθεση κλοπής πολύτιμου πράγματος, (β) η απαίτηση η οποία (γ) θα πρέπει να συνοδεύεται με απειλές ή βία. Το πιο πάνω άρθρο εξετάστηκε στην υπόθεση Τούμπας κ.ά ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.430 με αναφορά στο άρθρο 21 του Theft Act 1968. Εξηγείται ότι η απαίτηση δεν είναι κατ΄ ανάγκη ρητή και αν είναι εξυπακουόμενη θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι τέτοια ώστε ο μέσος λογικός άνθρωπος να μπορεί να αντιληφθεί ότι απαιτείται κάτι από αυτόν. Στην R. v. Hester
(2007)EWCA Crim 2127 υποδεικνύεται ότι η απαίτηση είναι μια συνεχής πράξη και σταματά μέχρι να αποσυρθεί η απειλή. Σε σχέση με την απειλή υποδεικνύεται στην Τούμπας ανωτέρω, ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου για να συνιστά απειλή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να μπορεί να επηρεάσει την κρίση λογικού ανθρώπου κανονικού θάρρους, ή αυτός να φοβηθεί να ενδώσει παρά τη θέληση του στην απαίτηση. Σύμφωνα με την R v. Lawrence and Pomroy
(1971)57 Cr.App.R. 64 η απειλή, όπως και η απαίτηση, μπορεί είναι ρητή είτε εξυπακουόμενη και επεκτείνεται πέραν της απειλής για φυσική βία (R v. Tomlinson [1895] 1 QB 706 και Thorne v. Motor Trade Association [1937] AC 797). Το κριτήριο κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά απειλή είναι αντικειμενικό (R v. Clear [1968] 1 QB 670), ενώ η γνώση για το εύτρωτο του συγκεκριμένου θύματος, λόγω αδυναμίας, ηλικίας ή ακόμα και δειλίας που τον καθιστούν ευάλωτο σε απειλές και ως εκ τούτου σε επηρεασμό, σε αντίθεση με την κρίση ενός μέσου λογικού ανθρώπου που δεν θα επηρεαζόταν, συνιστά απειλή (R v. Garwood [1987] 1 All ER 1032). Στον Ινδικό Ποινικό Κώδικα, οι συγγραφείς σε σχέση με το άρθρο 383, υπό τον τίτλο Εκβιασμός (Extortion) εξηγείται, (σελ.3774) ότι ένα ουσιαστικό στοιχείο του αδικήματος είναι ότι ο εκβιαστής στηρίζεται στον φόβο και όχι στις ελπίδες του θύματος. Επικεντρώνεται στον εκφοβισμό του θύματος παρά στις υποσχέσεις. Τέλος, πέραν της φυσικής βίας η απειλή μπορεί να αφορά τη σκέψη (mind), τη φήμη ή την περιουσία του θύματος. Έχουμε ήδη αποδεχθεί την μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 όσο και του κατηγορούμενου
- Η μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική των όσων ακριβώς συζήτησαν με τον κατηγορούμενο
- Συνάδει με το πλείστο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1, και εξ αυτής μπορούν εύκολα να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Έχουμε επίσης πλήρως υπόψη μας το παραδεκτό γεγονός, και ειδικότερα ότι « Συγκεκριμένα η κ. Γιωρκάτζη μαζί με τον Ιωάννου τον συνάντησαν στο χώρο στάθμευσης. Η Μαρία Γιωρκάτζη τότε τον έπεισε να τους πει που ήταν η σορός του Προέδρου και θα τον βοηθούσαν». Ο 1ος κατηγορούμενος τους είπε τα ακόλουθα: «Το highway Λεμεσού έξοδος Τσέρι, το μεγάλο κοιμητήριο στα δεξιά κοίταξε το τάφο τέσσερα, τέσσερα, μηδέν, οκτώ». Το πρώτο ερώτημα που αναπόφευκτα αναφύεται, εκ του πιο πάνω παραδεκτού γεγονότος, είναι πως μπορεί να συνάδει το γεγονός ότι κάποιος ο οποίος απειλεί και απαιτεί, να πείθεται τελικά από τον απειλούμενο να αποκαλύψει εκείνο για το οποίο επικεντρώνει τις απειλές και την απαίτηση εναντίον του; Άμεσα συναφής και εναρμονισμένη πλήρως με το παραδεκτό γεγονός αποτέλεσε η μαρτυρία του ΜΚ
- Κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος 1 «τους έλεγε ότι ήθελε λεφτά και η ΜΚ2 δεν τον πίστευε. Αυτός φοβόταν ότι θα τον παγίδευαν αλλά τελικά τον έπεισαν και τους είπε που ήταν η σορός. Του υποσχέθηκαν να τον βοηθήσουν για να πάει στο εξωτερικό». Συνεπής με αυτά και στην ερώτηση κατά την αντεξέταση ότι σε καμιά περίπτωση δεν είπε - ο κατηγορούμενος 1 - ότι αν δεν του δώσουν λεφτά δεν θα τους έλεγε που είναι η σορός, απάντησε ότι «δεν έγινε κάτι τέτοιο». Τους είπε ότι φοβόταν για την ζωή του και ήθελε να πάει στην Βουλγαρία ή Ρουμανία να κάμει μια καινούργια ζωή. Είναι προφανές ότι, από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί η μαρτυρία του ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 1 δεν εκστόμισε ή έκφρασε ή και απηύθυνε κάποια απειλή στον ΜΚ1 ή στην ΜΚ
- Ακόμα πιο κατατοπιστική επί του συγκεκριμένου ήταν η μαρτυρία της ΜΚ
- Κατέθεσε ότι τον διαβεβαίωσαν ότι αν είναι αλήθεια θα του έδιναν λεφτά και τον πίεσαν να τους πει σύντομα πριν μάλιστα νυχτώσει γιατί θα έστελλαν την αστυνομία, με αποτέλεσμα τελικά να τους πει που ήταν θαμμένη η σορός. Εκείνο που εξάγεται μέσα από την μαρτυρία είναι ότι εκείνοι που πίεσαν, τελικά, τον κατηγορούμενο να τους πει που βρισκόταν η σορός ήταν οι ΜΚ1 και 2 και σε κανένα στάδιο, αυτός, δεν απαίτησε με οποιονδήποτε τρόπο χρήματα με κάποιου έστω είδους απειλές για να αποκαλύψει την πληροφορία. Στην συνέχεια, σύμφωνα με την μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 της τηλεφώνησε και της είπε «είδες κυρία που σου έλεγα» και της ξαναζήτησε χρήματα. Είναι φανερό πως ο κατηγορούμενος 1 και μετά που αποκάλυψε που βρισκόταν η σορός εξακολουθούσε να ζητά χρήματα, γεγονός που δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απαίτηση με απειλές, αφού πλέον είχε αποκαλύψει την πληροφορία. Και η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από την μάρτυρα, αφού ο κατηγορούμενος την επομένη ημέρα ουσιαστικά την εκλιπαρούσε για να του δώσει έστω και κάποιο ποσό «για να περάσει, να φαει». Σημειώνουμε ακόμα πως ο ΜΚ1 δέκτηκε ότι σε καμιά περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 τους έθεσε όρο πως αν δεν του δώσουν χρήματα δεν θα τους έλεγε που βρισκόταν η σορός, που επιβεβαιώνεται και από την ΜΚ
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ο λόγος που ζήτησε τα χρήματα ήταν για να φύγει από την Κύπρο γιατί φοβόταν, και πιστεύει ότι ένοιωθε τύψεις για ότι έκαμε. Πρόσθεσε ακόμα, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τον ΜΚ1, ότι δεν έθεσε ως προϋπόθεση να του δώσουν χρήματα για να τους πει που βρισκόταν η σορός, αλλά τα ήθελε ως βοήθεια γιατί τα είχε ανάγκη και τους είπε που βρισκόταν η σορός χωρίς να πάρει χρήματα. Αυτό σύμφωνα με την μάρτυρα δείχνει ότι ήταν διαθετειμένος να τους πει που ήταν η σορός. Καταλυτική κρίνεται η απάντηση της στην ερώτηση, αν δεν του δίνονταν τα χρήματα θα έλεγε ούτως ή άλλως που ήταν η σορός, ότι «νομίζω πως ναι, δηλαδή ένοιωθε την ανάγκη για να μας πει», «ανεξάρτητα από το αν έπαιρνε χρήματα ή όχι». Υπενθυμίζουμε ότι οι ΜΚ1 και 2 ήταν τα πρόσωπα τα οποία ήλθαν σε άμεση, προσωπική επαφή και διάλογο με τον κατηγορούμενο και κατέθεσαν αυτά ακριβώς που βίωσαν και αντιλήφθηκαν από αυτόν. Κατέθεσαν με ειλικρίνεια πως οι ίδιοι αντιλήφθηκαν τις προθέσεις και τις διαθέσεις του, οι οποίες από όσα κατέθεσαν ουδόλως συνάδουν με απαίτηση και απειλές εκ μέρους του. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 συνάδει και με την μαρτυρία του κατηγορούμενου
- Έκαμε αναφορά για τον φόβο που τον διακατείχε μετά την εκταφή της σορού και στις προσπάθειες που έκαμε να έλθει σε επαφή με την οικογένεια του τέως Προέδρου. Αρνήθηκε ότι ήθελε να εκβιάσει την οικογένεια, αφού αν αυτός ήταν ο σκοπός του δεν θα πήγαινε στο σπίτι της οικογένειας. Σημειώνουμε πως σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα μίλησε με κάποιο Πενταγίτη που αργότερα τον αναγνώρισε και περαιτέρω ότι κτύπησε τη πόρτα της οικίας της οικογένειας, που καλύπτεται με κάμερες ασφαλείας και μίλησε με την οικιακή βοηθό. Η συμπεριφορά αυτή και οι ενέργειες του κατηγορουμένου 1 σε συνάρτηση με την μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 ουδόλως παραπέμπουν ή και αναδεικνύουν απαίτηση περιουσίας με απειλές. Για να μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της απαίτησης περιουσίας θα έπρεπε εξ αντικειμένου οι ΜΚ1 και 2 να φοβηθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να ενδώσουν στις απειλές του κατηγορουμένου 1, όταν αυτός απαιτούσε χρηματικό ποσό. Από την ενώπιον μας μαρτυρία δεν προέκυψε κάτι τέτοιο. Ο κατηγορούμενος 1σύμφωνα με τους μάρτυρες, σε κανένα στάδιο δεν τους απείλησε με κάποιο τρόπο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ούτε και σκόπευε, σύμφωνα πάντα με την δική τους μαρτυρία, να μην τους αποκαλύψει την πληροφορία αν δεν έπαιρνε χρήματα. Ένοιωθε την ανάγκη να τους πει, ανεξάρτητα από το αν θα έπαιρνε χρήματα ή όχι, εξ' ου και τελικά τους αποκάλυψε που βρισκόταν θαμμένη η σορός χωρίς να του δώσουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Σε συνάρτηση με αυτά συνέχισε και την επομένη ημέρα να ζητά από την ΜΚ2, κάποια χρηματική βοήθεια, έστω και κάποιο ποσό «για να περάσει, να φάει». Ούτε έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος 1 με κάποιο τρόπο προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την συναισθηματική φόρτιση που, ενδεχομένως διακατείχε την ΜΚ2 αλλά και τον ΜΚ1, ως μέρος της απαίτησης, ή έστω στα πλαίσια κάποιας απειλής, ή εκφοβισμού, παρόλο που να σημειωθεί δεν του τέθηκε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση κατά την αντεξέταση, ώστε να επενδύσει σε αυτόν τον παράγοντα και να προβάλει απειλές επικεντρωμένες στο στοιχείο αυτό και να απαιτήσει το χρηματικό ποσό. Δεν έθεσε, σύμφωνα με τους μάρτυρες, επιτακτικά την καταβολή κάποιου ποσού και μετά να τους αποκαλύψει που βρισκόταν η σορός, ούτε και κρίνεται πως θα ήταν εύκολο τέτοιο εγχείρημα, αφού και αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα, όπως και οι μάρτυρες κατέθεσαν, δεν υπήρχε τρόπος να επαληθευθεί, ή να τους βεβαιώσει εκ του ασφαλούς και εκ των προτέρων ότι όντως η πληροφορία, που κατ' ισχυρισμό κατείχε, ήταν αληθής. Σχετική ήταν η μαρτυρία της ΜΚ2, όπως και του ΜΚ1, πως τον διαβεβαίωσαν ότι αν είναι αλήθεια θα του έδιναν λεφτά και τον πίεσαν να τους πει σύντομα πριν μάλιστα νυχτώσει. Παραμένει όμως το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε χρηματικό ποσό από το ύψος του οποίου και μόνο όμως, δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την ύπαρξη ρητής ή εξυπακουόμενης απειλής. Η ΜΚ2 αρκετά παραστατικά και με λεπτομέρεια ανέφερε τι ακριβώς λέχθηκε και πως ζήτησε τα χρήματα ο κατηγορούμενος
- Όταν του είπε ότι είναι πολλά που ζητά, αυτός της απάντησε «εν χαράμ που ζητάω λεφτά αλλά έχω ανάγκη και θα κάμω καινούργια ζωή στην Βουλγαρία». Δεν αντεξετάστηκε ο κατηγορούμενος 1 ως προς την δήλωση του αυτή για να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Στην απουσία συνεπώς μαρτυρίας για το τι ακριβώς εννοούσε με την πιο πάνω φράση ο κατηγορούμενος 1, και στη βάση της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΚ1 και 2 κρίνουμε πως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί, ως εκ της δήλωσης αυτής, να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα απαίτησης περιουσίας με απειλές εκ μέρους του κατηγορουμένου
- Εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα ότι υποσχέσεις για αμοιβή (reward) εξαιρούνται από την εμβέλεια του Νόμου, εκτός αν συνοδεύονται από απειλή. Εν κατακλείδι, και στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και της αποδεκτής μαρτυρίας των ΜΚ1 και 2, αλλά και της αναντίλεκτης ουσιαστικά μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως ο κατηγορούμενος 1 ένοιωθε την ανάγκη να αποκαλύψει στους ΜΚ1 και 2 που βρισκόταν θαμμένη η σορός του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο κατηγορούμενος 1, σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας είχε την εντύπωση πως η ΜΚ2 ήταν η σύζυγος του τέως Προέδρου, και αν είχε όντως σκοπό να απαιτήσει χρήματα με απειλές, ευθέως θα το έπραττε στο πρόσωπο που νόμιζε ότι πραγματικά μιλούσε. Ό,τι προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε ένα χρηματικό ποσό υπό μορφή αμοιβής για την πληροφορία που θα έδινε, ανεξάρτητα πότε θα την έπαιρνε, ως βοήθεια και με σκοπό να φύγει από την Κύπρο φοβούμενος τον κατηγορούμενο 2, όπως πλειστάκις κατέθεσαν οι ΜΚ1 και 2, αλλά και ο ίδιος χωρίς να αμφισβητηθεί. Έπεται και αυτή είναι η κατάληξη μας, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 290 του Κεφ. 154 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται της κατηγορίας. Δεδομένης της αθώωσης του κατηγορουμένου 1 συμπαρασύρεται και η ανάλογη κατηγορία για τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σε αυτήν. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι κρινόμενες πράξεις του κατηγορουμένου 1 δεν θα μπορούσαν να διασυνδεθούν με τους κατηγορούμενους 2 και
- Γιατί, σύμφωνα με την μαρτυρία του, η οποία επιβεβαιώνεται από τους ΜΚ1 και 2, όλες οι πιο πάνω ενέργειες του έγιναν για να αποφύγει τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο και φοβόταν. Και η συγκεκριμένη αυτή εκδοχή του κατηγορούμενου 1, κατά την αντεξέταση δεν έχει αμφισβητηθεί. Και στην βάση ακριβώς αυτή δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής είτε το άρθρο 20, είτε το άρθρο 21 του Κεφ.
- Σημειώνουμε ακόμα, ότι ο κατηγορούμενος 3 σύμφωνα με την μαρτυρία του, που δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά και της μαρτυρίας των άλλων συγκατηγορουμένων του, χωρίς και σε αυτούς να υποβληθεί οτιδήποτε άλλο, το κίνητρο του ήταν για να βοηθηθεί και να αποφυλακιστεί και όχι για να απαιτήσει κάποιο χρηματικό ποσό από την οικογένεια του τέως Προέδρου. Ε. 4η κατηγορία. Εκταφή πτώματος χωρίς διάταγμα αρμοδίου δικαστηρίου κατά παράβαση των άρθρων 2, 25 και 27 του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος 257
(1)/
- Η κατηγορία αυτή κρίνεται αυταπόδεικτη, απόρροια των ευρημάτων και της κατάληξης μας περί της ενοχής των κατηγορουμένων στην 3η κατηγορία, δηλαδή της παράνομης εισόδου σε τόπο ταφής. Εν πάση περιπτώσει δεν παρουσιάστηκε εκ πλευράς κατηγορουμένων, ούτε και υπήρξε ισχυρισμός περί της ύπαρξης διατάγματος δικαστηρίου για την εκταφή του πτώματος του Τάσσου Παπαδόπουλου. Έπεται ότι η κατηγορία αυτή έχει αποδειχθεί, σε βάρος των κατηγορουμένων, στον απαιτούμενο βαθμό. Στ. 1η κατηγορία άρθρο
- Συνωμοσία για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3, 4 και
- Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3, 4 και 5 και έχουν κριθεί ένοχοι στις κατηγορίες 3 και
- Τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας αυτής έχουν εξεταστεί στα πλαίσια της 3ης και της 12ης κατηγορίας. Υπάρχουν όμως κάποια επιπρόσθετα ζητήματα αναφορικά με την πρώτη κατηγορία τα οποία χρήζουν εξέτασης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Κεφ. 155 αν αποδειχθεί μέρος των γεγονότων που αποτελούν αυτοτελές αδίκημα και συνθέτουν μια συγκεκριμένη κατηγορία, παρέχεται δυνατότητα καταδίκης για το αδίκημα που στοιχειοθετείται (Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι σύμφωνα με την Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.22, 53, παρόλο που δεν είναι επιθυμητό να συμπεριλαμβάνεται κατηγορία για συνομωσία διάπραξης ενός αδικήματος και κατηγορία για τη διάπραξη του αδικήματος που συνομώτησε ο κατηγορούμενος να διαπράξει, εντούτοις η συμπερίληψη αυτή δεν οδηγεί σε ακυρότητα, εκτός αν ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς κατά την υπεράσπιση του ή και γενικά θα ήταν άδικο (unfair) για αυτόν. Πέραν του ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας προς αυτή την κατεύθυνση, κρίνουμε ότι δεν έχουμε διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι για το αδίκημα της συνομωσίας της πρώτης κατηγορίας, για την διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου σε χώρο ταφής (3η κατηγορία) και της εκταφής πτώματος χωρίς διάταγμα αρμοδίου δικαστηρίου (4η κατηγορία). Η. 14η και 15η κατηγορία. Προαγωγή προς διάπραξη ποινικού αδικήματος. Αρ.20(δ) Κεφ.154. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει επίσης, δυνάμει του άρθρου 20(δ) του Κεφ.154, τις κατηγορίες για την προαγωγή των κατηγορουμένων 1 και 2 για την διάπραξη αδικήματος, και συγκεκριμένα ότι τους προήγαγε στη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εισόδου σε τόπο ταφής (14η κατηγορία) και της εκταφής πτώματος χωρίς διάταγμα αρμοδίου δικαστηρίου (15η κατηγορία). Σύμφωνα με το άρθρο 20(δ) του Ποινικού Κώδικα εκείνος που συμβουλεύει ή προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος δύναται να διωχθεί, είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος, είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Είτε στην μια, είτε στην άλλη περίπτωση σε περίπτωση καταδίκης, συνεπάγει από πάσης απόψεως τις ίδιες συνέπειες όπως και επί καταδίκης για την διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 3η κατηγορία ως αυτουργός στην διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 140 και την 14η κατηγορία, ότι προήγαγε τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 140, δηλαδή την παράνομη είσοδο σε τόπο ταφής. Ομοίως, ως αυτουργός, και την κατηγορία για την εκταφή πτώματος της 4ης κατηγορίας και ότι προήγαγε τους κατηγορουμένους 1 και 2 στην διάπραξη του αδικήματος της εκταφής πτώματος. Και επιπλέον την κατηγορία της συνομωσίας για την διάπραξη των αδικημάτων της 3ης και 4ης κατηγορίας. Εν όψει της ενοχής του στην 1η, 3η και 4η κατηγορία και στη βάση της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 20(δ), καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να αθωωθεί και ως εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 14η και 15η κατηγορία. (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο