Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24627/08, 5 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2011:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24627/08 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν.
- Ανδρέα Δράκου
- A Jet Aviation Ltd
- Δημήτρη Πανταζή
- Γεώργιου Κικίδη
- Ianko Stoimenov Κατηγορουμένων. Αίτηση ημερ. 25.1.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή/Αιτήτρια: κ.κ. Ε. Ζαχαριάδου και Π. Ευθυβούλου (Δικηγόροι της Δημοκρατίας). Για τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 4/Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Παπαϊωάννου. (Κατηγορούμενοι 3 και 4 παρόντες). Για την Κατηγορούμενη 2/Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Π. Πολυβίου. Κατηγορούμενος 5/Καθ΄ ου η Αίτηση: Απών (χωρίς δικηγόρο). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόφαση Μειοψηφίας) Υπεβλήθη αίτημα για την άδεια του δικαστηρίου να ληφθεί η μαρτυρία των ΜΚ328 και 378 (στο κατηγορητήριο) μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Νομικό βάθρο αποτέλεσαν τα άρθρα 175, 61 και 74 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ο Περί του Εγγράφου που προβλέπεται από το άρθρο 3
(2)της Σύμβασης για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Η.Π.Α που υπογράφτηκε στις 25.6.2003 αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Η.Π.Α για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα που υπογράφτηκε στις 20.12.1999 (Κυρωτικός) Νόμος του 2008, Ν.7(ΙΙΙ)/2008, άρθρα 1, 2 , 4 , 5 , 8 και 17 quater, Ο Περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ.9 άρθρο 36Α, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 6, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 12 και οι Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της Πωλίνας Ευθυβούλου, Δικηγόρου της Δημοκρατίας Α, στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Όλοι οι καθ' ων η αίτηση υπέβαλαν γραπτές ενστάσεις υποστηριζόμενες από ένορκες δηλώσεις. Πριν από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται σκόπιμο να σκιαγραφηθεί το ιστορικό που περιβάλλει το παρόν αίτημα, καθώς και όσα προηγήθηκαν της κρινόμενης αίτησης. Το ιστορικό κρίνεται ουσιώδες και αποκαλυπτικό του σκηνικού επί του οποίου αναπτύχθηκαν διάφορες θέσεις εκ μέρους όλων των ευπαιδεύτων δικηγόρων, αλλά και του κατηγορούμενου 5 που, να σημειωθεί, παρουσιάζεται προσωπικά. Του παρόντος αιτήματος προηγήθηκαν δύο εντελώς παρόμοιες αιτήσεις. Ουσιαστικά, νομικό βάθρο των αιτήσεων ήταν η ρηθείσα Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Η.Π.Α για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα. Δεν θα γίνει πλήρης αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν επί των του προκειμένου, η ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου αποτελεί μέρος του φακέλου της υπόθεσης, και ως εκ τούτου χάριν συντομίας και προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων αποτελεί, στον βαθμό που αφορά την κρινόμενη αίτηση, μέρος του σκεπτικού της παρούσας. Σε συντομία, κρίθηκε ότι η πιο πάνω Σύμβαση δεν μπορούσε άμεσα και κατευθείαν να εφαρμοστεί και να καταστεί αποτελεσματική (by their own terms a rule), αλλά για να ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο απαιτείτο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα υλοποίησης, με νόμο ή κανονισμούς. Με αναφορά στα άρθρα 5
(3)και 18 της Σύμβασης υπεδείχθη η ανάγκη ύπαρξης νομοθεσίας προς υλοποίηση των προνοιών εκείνων της Σύμβασης που δεν μπορούν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Αναφέραμε ότι: «(Δεν) έχουμε εντοπίσει (στη Σύμβαση) διαδικασίες ή και κριτήρια ή προϋποθέσεις που να ρυθμίζουν ή να καθορίζουν το ζήτημα αυτό, για να μπορεί το Δικαστήριο να τις εφαρμόσει στα εκάστοτε γεγονότα και δεδομένα που θα παρουσιάζονται ενώπιον του. Ούτε και γίνεται κάποια παραπομπή ή αναφορά σε ουσιαστικό, εσωτερικό, νόμο που να ρυθμίζει θέματα σχετιζόμενα με τη λήψη μαρτυρίας με τηλεεικονοδιάσκεψη. Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη διάθεση των τεχνικών μέσων εκ μέρους της Δημοκρατίας. Αυτό αποτελεί μόνο το τεχνικό μέρος εφαρμογής του άρθρου 17 quater. Αντίθετα εκείνο που συνάγεται από το σύνολο της Σύμβασης είναι ότι τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με αυτή, και στον βαθμό που δεν ρυθμίζονται από την Σύμβαση, επιλύονται από τους εσωτερικούς Νόμους και διαδικασίες που εφαρμόζονται για ποινικές διαδικασίες. .......... Για τους ίδιους λόγους που ο Νομοθέτης αποφάσισε και θέσπισε τους πιο πάνω Νόμους, με τον ίδιο τρόπο και για τους λόγους που ο Νομοθέτης ήθελε κρίνει κατάλληλους, θα πρέπει να προβλέψει με σχετικό νομοθέτημα, και να καθορίσει τα κριτήρια, τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα επιτρέπεται η λήψη μαρτυρίας με τηλεεικονοδιάσκεψη. Έστω και για τους περιορισμένους σκοπούς της κρινόμενης Σύμβασης. Ουδόλως βεβαίως παραγνωρίζουμε την ανάγκη, ως μέσο, της χρήσης της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως ήταν η θέση της κας Ζαχαριάδου, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό, ούτε και παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, χωρίς νομοθετικό υπόβαθρο, να εισάξει «δίκην νομοθέτη», όρους, προϋποθέσεις, κριτήρια και κανονισμούς, καθώς και όλες τις άλλες συναφείς παραμέτρους. . Τα κριτήρια, οι όροι, οι προϋποθέσεις και γενικά οι παράμετροι κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να γίνει επιτρεπτή ή αποδεκτή η λήψη μαρτυρίας με τηλεεικονοδιάσκεψη ανήκουν αποκλειστικά στην σφαίρα της νομοθετικής και όχι της δικαστικής εξουσίας». Τα πιο πάνω αφορούσαν, κατά την κρίση μας, τα αναγκαία μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν στο εσωτερικό δίκαιο για να καταστεί δυνατή η υλοποίηση και εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, όπως αυτές αναδύονταν μέσα από την επίδικη Σύμβαση. Η Πολιτεία, μετά την έκδοση των ενδιάμεσων αποφάσεων, κατέθεσε στο Νομοθετικό Σώμα τροποποιητικό νομοσχέδιο του Περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο στις 17.12.10, εγκρίθηκε με τον Νόμο Ν.122
(1)/10 δια της προσθήκης του άρθρου 36Α. Η παράθεση του επίδικου, πλέον, άρθρου κρίνεται αναγκαία για να υπάρχει σαφής εικόνα ως προς την νέα νομική κατάσταση πραγμάτων. Να σημειωθεί ότι το πιο πάνω ιστορικό αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση της κας Ευθυβούλου. Αρ.36Α.-
(1). Σε οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται, εάν κρίνει αυτό προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, να επιτρέψει σε μάρτυρα που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας να δώσει τη μαρτυρία του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
(2). .......
(3). Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει όποιους όρους κρίνει αναγκαίους για τη λήψη μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη και οι οποίοι δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία με διμερείς ή διεθνείς συμβάσεις του διέπουν το θέμα. Η τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη και το νομικό υπόβαθρο για να επανέλθει ουσιαστικά η Κατηγορούσα Αρχή με το ίδιο αίτημα στηριζόμενη στο πιο πάνω άρθρο. Σύμφωνα με την υποστηρικτή ένορκη δήλωση, «η τροποποίηση της νομοθεσίας αφορά διαδικαστικό θέμα και μόνο, δηλαδή τον τρόπο λήψης επιτρεπτής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μαρτυρίας» και ως εκ τούτου ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την καταχώριση της κρινόμενης αίτησης. Εξ αρχής θα πρέπει να λεχθεί, και σε πλήρη ταύτιση επ' αυτού με την πλειοψηφία, ότι απορρίπτεται κάθε ισχυρισμός που προβλήθηκε περί αθέμιτων κινήτρων εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην προώθηση της τροποποίησης της Νομοθεσίας, δεδομένου ότι καθηκόντως και ορθώς έπραξε επί τούτου. Άλλο η προβολή νομικών επιχειρημάτων και εντελώς διαφορετικό να καταλογίζονται αθέμιτα κίνητρα στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος, σύμφωνα με την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, ενέργησε στα πλαίσια των πιο πάνω υποδείξεων, αλλά και προς υλοποίηση των Διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι εκατέρωθεν θέσεις των δικηγόρων και του κατηγορούμενου 5, καταγράφονται στην απόφαση της πλειοψηφίας και δεν θα επαναληφθούν, εκτός όπου απαιτείται ειδική αναφορά. Ως λέχθηκε το πιο πάνω άρθρο προστέθηκε στον Νόμο για να προσδώσει αποτελεσματική ισχύ, για ότι αφορά το παρόν αίτημα, στο άρθρο 17 quater της Σύμβασης, το οποίο προβλέπει: «1. Η χρησιμοποίηση τεχνολογίας μετάδοσης εικόνων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Κυπριακής Δημοκρατίας θα είναι διαθέσιμη για τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, στα πλαίσια διαδικασίας για την οποία είναι διαθέσιμη η αμοιβαία δικαστική συνδρομή, από μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες ευρισκόμενους στο κράτος προς το οποίο υποβλήθηκε το αίτημα. ..». Κρίνεται επιβεβλημένη μια σύντομη αναφορά στην νομοτεχνική υφή του όλου θέματος, ώστε να υπάρχει σαφής και πλήρης εικόνα και αντίληψη περί της εικονοτηλεδιάσκεψης και του τι ακριβώς πρόκειται. Η εικονοτηλεδιάσκεψη, αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο που παρέχει δυνατότητα να διευκολύνονται και να επισπεύδονται διασυνοριακές διαδικασίες και να μειώνονται τα σχετικά έξοδα (δες σχετικά Οδηγό για την τηλεεικονοδιάσκεψη σε διασυνοριακές δικαστικές διαδικασίες της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου). Αποκαλείται, ίσως και επί το ορθότερο, ως τηλεοπτική συνεδρίαση, και αποτελεί δέσμη διαδραστικών τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών που επιτρέπουν σε δύο ή περισσότερες θέσεις να αλληλοεπιδρούν μέσω αμφίδρομων οπτικών και ηχητικών μεταδόσεων ταυτοχρόνως. Η πρακτική αξία επικεντρώνεται κυρίως σε περιπτώσεις εξέτασης ευάλωτων μαρτύρων, ή μαρτύρων που υπέστηκαν εκφοβισμό αλλά και σε εξέταση πραγματογνωμόνων. Με αυτό τον τρόπο προστατεύονται μάρτυρες και εξοικονομείται χρόνος και κόστος. Η χρήση της τεχνολογίας, ως μέσου, για την λήψη μαρτυρίας, ως εξαίρεση ουσιαστικά της κλασικής διαδικασίας της φυσικής παρουσίας του μάρτυρα στο δικαστήριο, αναπόφευκτα θα πρέπει να είναι εξόχως αποτελεσματική, αλλά και να διασφαλίζει όλα τα εχέγγυα μιας ακριβοδίκαιης δίκης. Στόχος είναι η μεγαλύτερη δυνατή προσαρμογή της διαδικασίας προς την συνήθη πρακτική που ακολουθείται στην επί ακροατηρίω συνεδρίαση του Δικαστηρίου. Ενώ πολλά πράγματα, όταν μια δίκη διεξάγεται με τον συνήθη τρόπο, θεωρούνται και εκλαμβάνονται ως δεδομένα, και όντως έτσι είναι, αυτά παίρνουν εντελώς άλλες διαστάσεις όταν διεξάγεται με τηλεοπτική συνεδρίαση. Είναι σημαντικό να λεχθεί και πρέπει να γίνει ξεκάθαρο και σαφές, ότι όπως εξηγήθηκε και στην υπόθεση Prosecutor v. Stanisic, Simatovic, 24.2.10, η μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης αποτελεί προέκταση του δικαστηρίου στον τόπο που βρίσκεται ο μάρτυρας. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει αλλά και εκφράζει την ειδοποιό διαφορά αλλά και τα ουσιαστικά προβλήματα, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια, που αναδύονται εξ αυτού του λόγου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι έκφραση αυτής ακριβώς της ανάγκης αλλά και της σπουδαιότητας εκφράζεται στο άρθρο 54
(2)του Criminal Justice Act 2003 (δες Archbold 2008, Sect. IV para. 8-67h) που αφορά την λήψη μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη, το οποίο προβλέπει: «The judge may give the jury (if there is one) such direction as he thinks necessary to ensure that the jury gives weight to the evidence as if it had been given by the witness in the court room or other place where the proceedings are held». Ακόμα και στις Η.Π.Α που το όλο ζήτημα δεν φαίνεται να είναι ξεκάθαρο, ενόψει του Συνταγματικού δικαιώματος της κατ' αντιπαράθεση (confront) άμεσης εξέτασης του μάρτυρα, αναγνωρίζεται μεν, ότι δια των ηλεκτρονικών μέσων αναβαθμίζεται ουσιωδώς η ικανότητα της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάζει κατ' ακριβοδίκαιο τρόπο το συμφέρον του Δημοσίου, αλλά και της υπεράσπισης να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, ταυτόχρονα όμως διακηρύσσεται ότι η χρήση της τεχνολογίας, ως ένα ισχυρό εργαλείο, θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την ακεραιότητα, την αποτελεσματικότητα αλλά και το ακριβοδίκαιο (fairness) του Δικαστηρίου. Έτσι σε όλες τις χώρες που έχει νομοθετικά θεσπιστεί το δικαίωμα για λήψη μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη, ως κατ' εξαίρεση ουσιαστικά του κλασσικού τρόπου της φυσικής παρουσίας του μάρτυρα στο δικαστήριο, υπάρχουν νομοθετικές πρόνοιες που ρυθμίζουν το θέμα. Και τούτο λόγω ακριβώς της σπουδαιότητας του όλου εγχειρήματος και της μεταφοράς της δίκης στον τόπο του μάρτυρα. Μια σύντομη μελέτη επί του θέματος κατέδειξε ότι στις Η.Π.Α υπάρχουν Ομοσπονδιακοί Κανονισμοί που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά, ενώ στην Αυστραλία υπάρχει ένα ευρύ νομοθετικό υπόβαθρο και πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Στην Αγγλία υπάρχει ο αναφερθείς Νόμος, ενώ κανονιστική ρύθμιση, υπό μορφή «Practice Directions», φαίνεται ότι υπάρχει στις Ινδίες και στην βάση αυτών ασκείται η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Σε κάποια Κράτη, το νομοθετικό ή και κανονιστικό υπόστρωμα είναι διεξοδικό και εξαντλητικό, ενώ σε άλλα καθορίζονται τα γενικά πλαίσια εντός των οποίων ασκείται η εξουσία του δικαστηρίου. Η λήψη τέτοιου είδους μαρτυρίας, ενώ από την μια αποτελεί χρήσιμο εργαλείο, από την άλλη δεν συνιστά μέτρο χάριν ευκολίας κάποιας πλευράς, αλλά αποτελεί θέμα υψίστης σημασίας και σπουδαιότητας, απτομένου του πυρήνα της δικαιοσύνης και της δικαστικής εξουσίας. Ακριβώς και με αυτό το πνεύμα και νόημα, κοινή συνισταμένη, σε όλες τις χώρες, είναι η όσο το δυνατό διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας για όλες τις πλευρές και με τρόπο που σε τελική ανάλυση να μην διαφέρει, σε αισθητό βαθμό, από τα πλαίσια μιας ζωντανής δίκης, έστω και αν διενεργείται μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων. Για να καταστεί εφικτή η λήψη τέτοιας μορφής μαρτυρίας, το νομοθετικό υπόβαθρο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Απαιτείται εξ ορισμού και η αναγκαία τεχνολογική υποστήριξη που θα διασφαλίζει το ακέραιο και ακριβοδίκαιο του πράγματος. Δεν θα επεκταθώ στο θέμα αυτό, αναφορά θα γίνει στη συνέχεια που θα εξετάζονται ζητήματα απτόμενα της τεχνολογικής πλευράς. Εξάγεται συνεπώς, πως για να καταστεί εφικτή η λήψη μαρτυρίας μέσω της τεχνολογίας, ενυπάρχουν ζητήματα ουσίας και διαδικασίας, τα οποία χωρίς την αναγκαία τεχνική υποστήριξη δεν μπορούν να την καταστήσουν εφικτή. Από την διατύπωση του άρθρου 36Α, είναι ξεκάθαρο ότι ενώ μεν τίθενται η γενική αρχή, ότι είναι επιτρεπτή η λήψη μαρτυρίας προσώπου που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, εφόσον αυτό κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, και αυτό κρίνεται ως το ουσιαστικό μέρος, στο εδάφιο 3 δίδεται εξουσία στο δικαστήριο να επιβάλει όποιους όρους κρίνει αναγκαίους για την λήψη τέτοιας μαρτυρίας. Το εδάφιο αυτό θα πρέπει να διαβάζεται με το επόμενο άρθρο 37, σύμφωνα με το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο οσάκις το κρίνει αναγκαίο εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του νόμου και για τη ρύθμιση κάθε θέματος το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού. Το συμπέρασμα συνεπώς που μπορεί να εξαχθεί, είναι ότι εκείνο που το εδάφιο 3 του άρθρου 36Α δίδει στο Δικαστήριο, δεν είναι η εξουσία έκδοσης διαδικαστικών κανονισμών, εξουσία αναγόμενη στο Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά η επιβολή οδηγιών ή όρων που αφορούν ζητήματα πρακτικής υφής και όχι δικονομικά ή αποδεικτικά θέματα. Κρίνεται πως ενισχυτικό της άποψης αυτής, αποτελεί το γεγονός ότι οι όροι που μπορεί να επιβάλει το δικαστήριο κάτω από τις πρόνοιες του εδαφίου 3, είναι εντελώς αποσυνδεμένοι από το συμφέρον της Δικαιοσύνης που τίθεται στο εδάφιο 1, ως η καθοριστική παράμετρος κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας για το αν θα επιτρέψει την λήψη της μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Εξάγεται συνεπώς, ότι το δικαστήριο εξετάζει πρώτα αν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να επιτρέψει τέτοια μαρτυρία, και αν αυτό κριθεί θετικά, ακολούθως μπορεί να επιβάλει όρους που αφορούν αυτή τούτη την λήψη της μαρτυρίας. Και ως εντελώς ενδεικτικά, αναφέρω για παράδειγμα την ώρα που θα ληφθεί η μαρτυρία, ο τόπος που θα ληφθεί, ποιοι θα είναι παρόντες στον τόπο που βρίσκεται ο μάρτυρας, η ύπαρξη διερμηνέα και ο τρόπος που θα διενεργείται η μετάφραση, ο όρκος και άλλα συναφή θέματα και όχι θέματα δικονομικού και αποδεικτικού δικαίου. Επίσης μπορεί να τεθούν όροι ως προς τεχνικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα αν χρησιμοποιηθεί τηλεομοιότυπο να γίνει ανταλλαγή ακριβών και ενημερωμένων στοιχείων σχετικά με τους αριθμούς φαξ. Ειδικά ως προς τον διερμηνέα, σύμφωνα με την ρηθείσα οδηγία, σε ποινικές υποθέσεις είναι σκόπιμο, ο διερμηνέας, να βρίσκεται στην αίθουσα που είναι ο μάρτυρας, ώστε η μετάφραση να είναι άμεση. Από αυτή την σκοπιά εξακολουθώ να διατηρώ την άποψη ότι τα αναγκαία μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν στο εσωτερικό δίκαιο για να καταστεί δυνατή η υλοποίηση και εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας όπως αυτές αναδύονταν μέσα από την επίδικη Σύμβαση δεν έχουν ληφθεί. Η ανάγκη ύπαρξης νομοθεσίας προς υλοποίηση των προνοιών εκείνων της Σύμβασης που δεν μπορούν να τύχουν άμεσης εφαρμογής θα έπρεπε με σαφήνεια και διεξοδικά να προβλεφθούν νομοθετικά. Τα κριτήρια, οι όροι, οι προϋποθέσεις και γενικά οι παράμετροι κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να γίνει επιτρεπτή ή αποδεκτή η λήψη μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη, είχαμε αναφέρει στα πλαίσια εκδίκασης των προγενέστερων αιτήσεων, ότι ανήκουν αποκλειστικά στην σφαίρα της νομοθετικής και όχι της δικαστικής εξουσίας. Το πιο πάνω άρθρο πέραν της γενικής αρχής που θέτει, που ούτως ή άλλως ετίθετο και στην Σύμβαση, δεν επιλύει κανένα δικονομικό ζήτημα, ούτε καν πρόβλεψη δεν γίνεται, αλλά και κυρίως, δεν επιλύει ουσιώδη θέματα αποδεικτικού δικαίου. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια. Τα θέματα που ανακύπτουν δεν είναι ερμηνείας, είτε του Νόμου είτε της Σύμβασης, αλλά υλοποίησης και εφαρμογής τους. Στο σημείο αυτό κρίνω κατάλληλο να επαναλάβω και να υιοθετήσω αυτό που αναφέραμε στην προγενέστερη απόφαση μας: «Πριν προχωρήσουμε, και προς άρση πάσης τυχόν αμφιβολίας ή παρανόησης, εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο δεν είναι αν η λήψη μαρτυρίας μέσω τηλεεικονοδιάσκεψης, ως μέσο είναι επιτρεπτό, αφού αυτό είναι σαφές και ρητώς προνοείται στη Σύμβαση, αλλά οι προϋποθέσεις και οι όροι υπό τους οποίους κάθε φορά το Δικαστήριο έχει εξουσία να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει τη λήψη τέτοιας μαρτυρίας». Οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί κατά την κρίση μου για να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος, και τούτο ανεξάρτητα αν η τροποποίηση της νομοθεσίας αφορά διαδικαστικό θέμα και μόνο, ως ήταν η θέση της κας Ευθυβούλου, για το οποίο και δεν αποφαίνομαι. Το μόνο σχόλιο που μπορεί να γίνει είναι πως ακόμα και έτσι να είναι, ο Νόμος ως είναι παρουσιάζεται ατελής και ως εκ τούτου ανεφάρμοστος. Από άποψη ουσίας, και αν η πιο πάνω κατάληξη κριθεί εσφαλμένη, ο Νόμος θέτει ως υπόβαθρο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για να επιτρέψει τη λήψη μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Εξυπακούεται ως αυτονόητο προαπαιτούμενο ότι για να μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς τέτοιο αίτημα ο μάρτυρας θα πρέπει να βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας. Θεωρώ πως τίποτε από όσα είχαμε την ευκαιρία να αναφέρουμε στην προγενέστερη απόφαση μας δεν διαφοροποιείται, σε σχέση με, και εν όψει των προνοιών του νέου άρθρου 36Α. Το συμφέρον της δικαιοσύνης το εξετάσαμε με αναφορά στον Αγγλικό Νόμο (interest of justice) και αναφέραμε ότι εκ των πραγμάτων, όπως και το άρθρο 36Α, το θέτει ως προαπαιτούμενο κατά την εξέταση του αιτήματος και τούτο λόγω της ιδιαίτερης υφής που το περιβάλλει. Να προσθέσω ότι στην υπόθεση Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, υπεδείχθη ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η άσκηση δε της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Στο Αγγλικό νόμο (άρθρο 51
(4)(α)) αναφέρεται ότι το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι προς το συμφέρον της αποτελεσματικής και ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης (efficient and effective administration of justice) και μεταξύ άλλων κριτηρίων, που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είναι και ο τυχόν επηρεασμός της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του μάρτυρα από την υπεράσπιση, ώστε να μην υφίσταται βλάβη (prejudice) κατά την αντεξέταση του (δες Stanisic, (ανωτέρω)). Χάριν αποφυγής επαναλήψεως υιοθετώ και επαναλαμβάνω ως μέρος της παρούσας, όσα είχαμε την ευκαιρία να αναφέρουμε επί του προκειμένου, στις σελίδες 31 μέχρι 40 της προγενέστερης απόφασης μας. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, και ως το μοναδικό και ουσιαστικό κριτήριο που τίθεται στον Νόμο κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν μπορεί να απομονωθεί από το δίκαιο της δίκης, και της θεμελιωμένης αρχής της ισότητας των όπλων, παρά την νομολογιακή αρχή, ότι αυτό συνήθως εξετάζεται στο τέλος και υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Και ο λόγος είναι γιατί ο νόμος, λόγω της ιδιάζουσας φύσης της διαδικασίας, το θέτει, και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, ως μια δεδομένη συνιστώσα και παράμετρο που εμπεριέχεται στην έννοια του συμφέροντος της Δικαιοσύνης. Ο επηρεασμός της υπεράσπισης και η τυχόν βλάβη κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ως ένα εκ των κριτηρίων, υποβάλλει εκ προοιμίου τη μη παραβίαση της ισότητας των όπλων ως μια σημαντική συνυπολογίσημη παράμετρο. Διαφορετικά δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ο Νόμος να θέτει ως κριτήριο το συμφέρον της Δικαιοσύνης, συντεταγμένο στα πλαίσια αυτά, ως έχει αναλυθεί, το κριτήριο της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του μάρτυρα. Γιατί οι εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζονται, όχι μόνο πρακτικής υφής, αλλά εξόχως δικονομικής και αποδεικτικής σημασίας και ουσίας, ως μια κατ' εξαίρεση διαδικασία της συνήθους δίκης και της φυσικής παρουσίας του μάρτυρα στο Δικαστήριο, εμπεριέχουν κινδύνους που θα πρέπει να προβλεφθούν, εκτιμηθούν και συνυπολογιστούν ενιαία και στο σύνολο τους. Και τούτο γιατί σε τελική ανάλυση το μοναδικό ζητούμενο είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης και τίποτε ολιγότερο ή περισσότερο. Στην Parris ν. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 186 υποδεικνύεται ότι: «Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αντιστοιχεί με το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών ("η Σύμβαση"). Για το λόγο αυτό η Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στη σχετική νομολογία των πιο πάνω σωμάτων. Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη αποτελεί θεμελιώδη στοιχείο του άρθρου 6. Η απαίτηση "για δίκαιη δίκη" καλύπτει τη διαδικασία στο σύνολό της και όχι μόνο την ακρόαση στο ακροατήριο (Eur. Court H.R. Monnell and Morris 2.3.1987 Series A No. 115, pp. 21-25, paras. 55-70). ΄Ετσι το κατά πόσο ένα πρόσωπο έτυχε δίκαιης δίκης προσεγγίζεται με το να εξετάζεται ολόκληρη η διαδικασία ανκαι ένα συγκεκριμένο περιστατικό μπορεί να έχει αποφασιστική επίδραση (App. No. 7945/77 X v. Norway, Dec. 4.7.78, D.R. 14 p. 228). Γενικά η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί σεβασμό της αρχής της ισότητας των όπλων δηλαδή της διαδικαστικής ισότητας μεταξύ των μερών (Eur. Court H.R. Delcourt Judgment of 17 Junuary 1970 Series A No. 11, p. 15, para. 28). Μια μικρή ανισότητα η οποία δεν επηρεάζει τη χρηστότητα της διαδικασίας στο σύνολο της δεν παραβιάζει το άρθρο 6 (App. No. 10142/82, U. v. Luxembourg, Dec. 8.7.85 D.R. 42, p. 86). Αυτό που ακριβώς χρειάζεται θα εξαρτηθεί σε κάποιο βαθμό από τη φύση της υπόθεσης, περιλαμβανομένης και της φύσης και της σπουδαιότητας των επιδίκων θεμάτων. Πρέπει να υπάρχουν επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις ανάλογες με τη φύση της υπόθεσης. Αυτές περιλαμβάνουν, όπου αυτό είναι αρμόζον, επαρκείς ευκαιρίες για παρουσίαση μαρτυρίας, αμφισβήτηση εχθρικής μαρτυρίας, και παρουσίαση επιχειρηματολογίας επί των επιδίκων θεμάτων (Eur. Court H.R., H v. Belgium Judgment of 30 November 1987 Series A No. 127, p. 35, para. 53). Η αρχή της ισότητας των όπλων συνεπάγεται ότι οποιοσδήποτε είναι μέρος σε μια διαδικασία - ποινική ή μη ποινική - πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του στο δικαστήριο κάτω από συνθήκες που δεν το θέτουν σημαντικά σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (Kaufman v. Belgium No. 10938/84, 50 D.R. 98, 115
(1986)). Αποτελεί θέμα του εθνικού δικαίου ο καθορισμός κανόνων για τη δεκτότητα μαρτυρίας και θέμα του Εθνικού Δικαστηρίου η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας (Eur. Court H.R. Scherk judgment of 12 July 1988, Series A No. 140, p. 29, para. 46). Ωστόσο κατά την εξέταση του κατά πόσο η διαδικασία στο σύνολό της ήταν δίκαιη, η φύση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή και ο τρόπος με τον οποίο εξασφαλίσθηκε είναι σχετικοί παράγοντες». Κάθε κατηγορούμενος, αλλά και κάθε διάδικος σε πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία (V v. U.K., December 16, ECHR 1999-IX). Τα κριτήρια που τέθηκαν στις διάφορες αποφάσεις που είχαμε παραπέμψει στις προγενέστερες αποφάσεις μας, όπως και στον Αγγλικό Νόμο, θέτουν μεταξύ άλλων την πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί το κριτήριο αυτό, αναδεικνύει την έγνοια του Νομοθέτη, λόγω της ιδιαίτερης υφής του ζητήματος, να μην παραβιαστεί η αρχή της ισότητας των όπλων και το δίκαιο της δίκης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα, ως έχει εξηγηθεί, έχουν ως πρωταρχικό στόχο ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η ακεραιότητα, η αποτελεσματικότητα, αλλά και το ακριβοδίκαιο (fairness) της διαδικασίας. Θα πρέπει, κατά το δυνατόν, η διαδικασία να προσλάβει τέτοια μορφή ώστε λίγο να διαφέρει από τα πλαίσια μιας συνήθους, φυσικής και ζωντανής δίκης. Αναποδράστως διάφορα τεχνικά, δικονομικά αλλά και αποδεικτικά ζητήματα είναι επάναγκες, ως θέμα δικαίου, να καθοριστούν και να επιλυθούν εκ των προτέρων για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία του όλου εγχειρήματος. Άλλως θα καθίστατο άνευ αξίας και αναποτελεσματικό μέτρο στα πλαίσια της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Αφού εκείνο που σε τελική ανάλυση θα κριθεί, είναι η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης. Για τους λόγους αυτούς, οι πιο πάνω αρχές, κατά την κρίση μου, ενσωματώνονται ως προαπαιτούμενο στοιχείο στην αναζήτηση του συμφέροντος της Δικαιοσύνης του άρθρου 36Α, αλλά και των ξένων νομοθετημάτων, και της αποτελεσματικής παρουσίασης της μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Στη βάση των όσων επεξηγήθηκαν στη Χόππη (ανωτέρω), και των σχετικών κριτηρίων που είχαμε την ευκαιρία να θέσουμε στην προγενέστερη απόφαση μας, τα οποία υπό το φως τον προνοιών του άρθρου 36Α επικαλύπτονται στο ευρύτερο πλαίσιο του ζητούμενου, θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα σε σχέση με τους λόγους που εκατέρωθεν προβάλλονται. Ως πρώτο κριτήριο είναι το κατά πόσο ο μάρτυρας είναι διαθέσιμος να παραστεί στο δικαστήριο, οι απόψεις του, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί, ή δεν επιθυμεί να παραστεί στο δικαστήριο. Σύμφωνα με τα συνημμένα της αίτησης παραρτήματα και οι δύο μάρτυρες, (δες παραρτήματα Στ και Ζ), σε πανομοιότυπες δηλώσεις αναφέρουν τα εξής: «I have been informed that the Republic of Cyprus has requested that I appear in Cyprus to testify in person at the criminal trial arising out of the Helios Airways accident that occurred on August 14, 2005. It is my understanding that Boeing has cooperated fully in the investigation related to this accident and in a manner consistent with the Mutual Legal Assistance Treaty in place between Cyprus and the United States. I respectfully decline the invitation to appear in person as a witness in Cyprus. Sincerely Ακολουθεί υπογραφή». Αντιπαρέρχομαι όσα προβλήθηκαν κατά το στάδιο των προηγούμενων αιτήσεων σε σχέση με το θέμα αυτό, τα οποία είναι μέρος του φακέλου της υπόθεσης και βρίσκονται σε άμεση αντίφαση με την πιο πάνω δήλωση, που ευλόγως εγείρουν ερωτηματικά. Τέθηκε, η παρατηρηθείσα αντίφαση από τους δικηγόρους υπεράσπισης, αλλά θεωρώ σκόπιμο να περιοριστώ μόνο στην πιο πάνω δήλωση, χωρίς αντιπαραβολή των όσων αναφέρθηκαν στις προγενέστερες αιτήσεις. Έχω επίσης υπόψη μου το συναφές κριτήριο που τέθηκε στην Stanisic (ανωτέρω), ότι «the witness must be unable, or have good reasons to be unwilling, to come to the Tribunal». Μελέτη επί του θέματος κατέδειξε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι μάρτυρες επικαλέστηκαν δυο ουσιαστικά λόγους. Είτε ασθένεια ή γενικότερα λόγους υγείας, ως ήταν οι περιπτώσεις στην Stanisic, καθώς και στην υπόθεση The Prosecutor v. Theoneste Bagosora κ.ά, απόφαση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Ρουάντα, ημερ. 20.12.04, στην οποία να σημειωθεί, γιατί και αυτό έχει την δική του αξία και δυναμική, ότι αιτήματα υποβλήθηκαν όχι μόνο από την πλευρά του κατηγόρου, αλλά και των κατηγορουμένων. Ο άλλος λόγος ήταν ο κίνδυνος έκδοσης του διαδίκου, ως ήταν η περίπτωση Polanski ή θέματα σχετιζόμενα ουσιαστικά με Διεθνείς Συμφωνίες, ως για παράδειγμα η περίπτωση στην υπόθεση Forsyth
(1997)2 Cr.App.R.311 στην οποία πρωτοδίκως υπήρξε άρνηση για την λήψη τέτοιας μαρτυρίας γιατί κρίθηκε ότι, σε περίπτωση ψευδορκίας του μάρτυρα, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος, και το Αγγλικό Εφετείο υπέδειξε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει καθοριστικό κριτήριο στην δικαστική κρίση. Εδώ να παρεμβάλω πως σύμφωνα με το άρθρο 10
(3)της Συμφωνίας, ζητήματα όπως για παράδειγμα η περίπτωση Polanski επιλύονται με σχετική πρόνοια, αφού υπάρχει ρητή πρόβλεψη ότι το πρόσωπο που θα παρουσιαστεί στο αιτών Κράτος να δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της Συμφωνίας, θα τύχει ουσιαστικά ασυλίας για οποιεσδήποτε πράξεις ή και καταδίκες που προηγήθηκαν της αναχώρησης από το Κράτος προς το οποίο υποβλήθηκε το αίτημα. Η ασφάλεια αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 4 σταματά επτά ημέρες μετά που η παρουσία του προσώπου δεν είναι πλέον αναγκαία, παρατεινόμενη η περίοδος για ακόμα 15 ημέρες αν υπάρχει εύλογη αιτία. Από την Αγγλική κυρίως νομολογία, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι πρέπει να δίνεται μια διασταλτική ερμηνεία σε σχέση με το κριτήριο αυτό, και έτσι στην υπόθεση Rowland and another v. Bock and another
(2002)4 All.E.R 370 που το πρωτόδικο δικαστήριο καθόρισε πως για να εγκριθεί τέτοιο αίτημα θα πρέπει να υπάρχει «πιεστική ανάγκη» (pressing need) και όταν ο μάρτυρας είναι πολύ άρρωστος για να παραστεί, κατ' έφεση υπεδείχθη ότι είναι στενή η ερμηνεία που αποδόθηκε και συγκρούεται με τον πλατύ και ευέλικτο σκοπό του Κώδικα που έχει ως αντικείμενο την απόδοση δικαιοσύνης. Από το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης, ουσιαστικά δεν προβάλλεται κανένας λόγος που θα μπορούσε βασίμως να αξιολογηθεί. Το αν η Boeing συνεργάστηκε στην διερεύνηση του δυστυχήματος της Ήλιος, διαδικασία εν πάση περιπτώσει άσχετη με την κρινόμενη υπόθεση, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως αυτό αποτελεί λόγο για την άρνηση των μαρτύρων να εμφανιστούν στο δικαστήριο. Αντίθετα, θα έλεγα ότι η προβληθείσα συνεργασία, επιβάλλει και καθιστά αναγκαία την παρουσία τους στο δικαστήριο. Η άρνηση τους συνεπώς να παραστούν στο δικαστήριο δεν έχει κανένα έρεισμα, ούτε και δικαιολογείται από κάποιο λόγο που θα μπορούσε να προσμετρήσει ως αξιολογήσιμο στοιχείο. Να υπενθυμίσω εδώ πως σύμφωνα με την Σύμβαση (άρθρο 10) η κλήση ενός προσώπου για να εμφανιστεί εκτός του Κράτους του είναι προσωπική και όχι σε συνάρτηση με τον εργοδότη του, ή άλλους άσχετους με το συγκεκριμένο πρόσωπο παράγοντες. Το κώλυμα θα πρέπει να αφορά και να σχετίζεται με τον συγκεκριμένο μάρτυρα, ή σε εξωγενείς παράγοντες τέτοιας υφής και δυναμικής που να τον επηρεάζουν και να δικαιολογούν την άρνηση του να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Εκ προοιμίου να τεθούν περιοριστικοί λόγοι και ανελαστικές προϋποθέσεις, ως υποδεικνύεται στην Rowland (ανωτέρω), θα ήταν λάθος. Το θέμα εξετάζεται υπό το πρίσμα του συγκεκριμένου κάθε φορά προβαλλόμενου λόγου ή αιτίας. Το γεγονός ότι οι μάρτυρες εργάζονται στην Boeing, έστω και αν η εταιρεία συνεργάστηκε στην διερεύνηση του ατυχήματος, δεν μεταθέτει ούτε και μεταβάλλει ή αλλοιώνει τις υποχρεώσεις τους, ως των προσώπων που κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία. Η διασύνδεση της συνεργασίας της Boeing με την άρνηση τους να παρουσιαστούν στο δικαστήριο, δεν υποστηρίζεται από κάποια λογική σχέση και συνέπεια με αυτούς. Εκείνο που τελικά εξάγεται από το περιεχόμενο της ενυπόγραφης δήλωσης, είναι ότι οι μάρτυρες με πρόσχημα την συνεργασία της Boeing σε άλλες διαδικασίες, και χωρίς κανένα ουσιαστικό και πραγματικό λόγο, αρνούνται να παραστούν στο δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία. Με αυτά τα δεδομένα ως έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί το κριτήριο αυτό δεν έχει ικανοποιηθεί. Το επόμενο κριτήριο, είναι κατά πόσο είναι σημαντική η μαρτυρία που επιχειρείται να προσαχθεί (sufficiently important), ώστε σύμφωνα με την Stanisic, να είναι άδικο για το μέρος που την επικαλείται να προχωρήσει χωρίς αυτήν. Το κριτήριο αυτό, όπως φαίνεται και από την διεθνή νομολογία που έχω παραθέσει, αναπόφευκτα εξετάζεται στην όψη του επιδιωκόμενου μαρτυρικού υλικού. Εκ των πραγμάτων σκιαγράφηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει χωρίς βεβαίως την εξαγωγή ευρημάτων ή άλλων σχολίων ως προς την δυναμική ή την αποδεικτική της αξία. Και τούτο γιατί δεν είναι αρκετή από μόνη της, δήλωση του αιτούμενου μέρους ότι η μαρτυρία είναι σημαντική. Στις διάφορες υποθέσεις, που έγινε αναφορά, τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό προς κρίση ως προς την σημαντικότητα της μαρτυρίας. Και ορθώς προς τούτο η κα Ζαχαριάδου έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου το σχετικό υλικό. Επισυνάφθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων ως Παραρτήματα Γ και Δ. Αναφέρονται στις θέσεις που κατείχαν κατά τον επίδικο χρόνο, ο μεν ΜΚ328 ήταν Technical Principal of Equipment Quality Analysis στην Boeing, ο δε ΜΚ378 ήταν ο αρχιμηχανικός (lead engineer) για το «Cabin pressurization and air conditioning control system group» στην εταιρεία Boeing και έλαβε μέρος στην διερεύνηση του ατυχήματος. Ο ΜΚ328 ετοίμασε και υπέγραψε έκθεση τιτλοφορούμενη, «Equipment quality analysis report» αποτελούμενη από 49 σελίδες, που περιλαμβάνει σωρεία φωτογραφιών διαφόρων μερών του μοιραίου αεροπλάνου τα οποία μεταφέρθηκαν στα γραφεία τους από το NTSB. Έκαμε διάφορες οπτικές, φυσικές, τεχνικές και άλλες παρατηρήσεις επ' αυτών και καταγράφει τα σχετικά αποτελέσματα στην έκθεση. Ο ΜΚ378 βοήθησε στην ετοιμασία του «Systems Group Field Notes». Πρόκειται για έκθεση 46 σελίδων και περιλαμβάνει φωτογραφίες ορισμένων μερών του αεροπλάνου. Κρίνω ότι δεν χρειάζεται η περαιτέρω αναφορά στο μαρτυρικό υλικό, και το μόνο που θα μπορούσε να λεχθεί στο στάδιο αυτό, είναι ότι η μαρτυρία αυτή, άλλωστε ούτε και η πλευρά των κατηγορουμένων το αμφισβήτησε, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ασήμαντη και χωρίς ουσιαστική αξία. Εκείνο όμως που αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης, είναι η δυνατότητα της αποτελεσματικής αντεξέτασης των μαρτύρων αυτών. Ουσιαστικά πρόταξαν το κριτήριο αυτό και την αδυναμία αποτελεσματικής αντεξέτασης τους επί των τεκμηρίων που διενέργησαν τις εξετάσεις τους. Θα αναφερθώ στις ενστάσεις των κατηγορουμένων και κυρίως του κατηγορούμενου 5. Πριν όμως από αυτό, θα πρέπει να γίνει μια σημαντική παρατήρηση την οποία έθεσαν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων. Όπως και στις προηγούμενες αιτήσεις, έτσι και τώρα, το πραγματικό υπόβαθρο των ενστάσεων των κατηγορουμένων, και κυρίως του κατηγορούμενου 5 δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο κ. Παπαιωάννου έκαμε ειδική αναφορά στο θέμα αυτό. Ουσιαστικά όσα πρόβαλε ο κατηγορούμενος 5 δεν έχουν αμφισβητηθεί, είτε με απαντητική ένορκη δήλωση, ή με κάποιο άλλο αποδεκτό τρόπο, ως για παράδειγμα να ζητηθεί άδεια για την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου παρέμειναν αναντίλεκτα. Και είναι νομολογημένο ότι ισχυρισμοί επί ενόρκου δηλώσεως που ο ομνύων δεν αντεξετάστηκε παραμένουν ακλόνητοι και δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ 1013). Συνάκολουθα σχετικό, αποτελεί και το γεγονός ότι η κα Ζαχαριάδου, στην αγόρευση της, δεν έκαμε απολύτως καμιά αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κατηγορούμενου 5 και όσα προβάλλονται σε αυτήν, περιοριζόμενη ουσιαστικά να προβάλει την άποψη ότι η προσπάθεια των κατηγορουμένων είναι η ανακοπή της παρουσίασης της μαρτυρίας που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στα χέρια της, η οποία δεν επιδιώκει προβάδισμα σε βάρος των κατηγορουμένων. Συνάρτησε ουσιαστικά το θέμα, με το δίκαιο της δίκης, και ότι αυτό αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, αφού στο τέλος μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ.
- Παρόλο που το θέμα έχει ήδη απαντηθεί, να αναφέρω ότι στην υπόθεση αυτή υπεδείχθη (σελ.247), ότι τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης και η παραβίαση τους δεν συνεπάγεται είτε τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου είτε την κατάργηση της δίκης. Υπεδείχθη ακόμα ότι η προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου συναρτάται με την διασφάλιση των εχεγγύων που εξασφαλίζονται στον κατηγορούμενο κατά την διεξαγωγή της δίκης και όχι τον αποκλεισμό, ή διαγραφή της ποινικής του ευθύνης. Ό,τι όμως εξετάζεται εδώ, δεν σχετίζεται ούτε και αφορά τον αποκλεισμό ή την διαγραφή της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων, αλλά αν η επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία μέσω της τεχνολογίας, διασφαλίζει αποτελεσματικά το δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων, σύμφωνα με όσα ισχύουν και εφαρμόζονται σε χώρες που εφαρμόζουν παρόμοιο μέσο λήψης μαρτυρίας. Προσθέτει, επίσης, η κα Ζαχαριάδου ότι το εγχείρημα παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, λόγω των ανυπέρβλητων δυσκολιών εξασφάλισης και παρουσίασης της, μόνο θεωρητικό ενδεχόμενο μπορεί να έχει στην άσκηση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, και αν αυτό προκύψει, θα πρέπει να εξεταστεί στο τέλος της δίκης και όχι στο στάδιο αυτό. Και αυτό το θέμα έχει καλυφθεί, με την προσθήκη εδώ, ότι η εισήγηση αυτή αναιρεί και ουσιαστικά καταργεί την μια εκ των τασσομένων προϋποθέσεων ή κριτηρίων που τίθενται τόσο στον Criminal Justice Act της Αγγλίας, όσο και το παρόμοιο κριτήριο που τίθεται στα Διεθνή Δικαστήρια. Δηλαδή, ο περιορισμός της αποτελεσματικότητας της αντεξέτασης, εντασσόμενος στα ευρύτερα πλαίσια του συμφέροντος της Δικαιοσύνης. (The accused must not be prejudice in the exercise of the right to confront the witness, ή might tend to inhibit any party to the proceedings from effectively testing the witness's testimony)) Η παραπομπή της κας Ζαχαριάδου στην υπόθεση Stanisic, ακριβώς αναδεικνύει ότι η τηλεοπτική μαρτυρία αποτελεί, ως λέχθηκε, προέκταση του δικαστηρίου στον τόπο του μάρτυρα, ζήτημα στο οποίο έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά, με την εδώ υπενθύμιση και επισήμανση, ότι πολλά πράγματα όταν μια δίκη διεξάγεται με τον συνήθη τρόπο εκλαμβάνονται ως δεδομένα, ενώ μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης παίρνουν άλλες διαστάσεις. Και ακριβώς τις άλλες αυτές διαστάσεις είναι που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει και γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους τίθενται σειρά κριτηρίων και προϋποθέσεων (που σε μια συνήθη δίκη δεν εγείρονται), ώστε να διασφαλιστούν τα εχέγγυα και η όσο το δυνατόν σμίκρυνση των διαφορών αυτών, και η προσαρμογή τους στα πλαίσια δίκης που διεξάγεται με τον συνήθη τρόπο. Και αυτό με σεβασμό στα εκατέρωθεν δικαιώματα, τα οποία υπό συνθήκες συνήθους δίκης δεν θα επηρεάζονταν, ή δεν θα προέκυπταν προβλήματα τέτοιας υφής. Αυτή κρίνεται ότι αποτελεί την πεμπτουσία του πράγματος και όχι η κατάργηση της δίκης, ή η διαγραφή της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου. Στην συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά, επεξήγηση και ανάλυση των διαφόρων θεμάτων που εγείρονται, ώστε να διαφανεί και να εντοπιστεί επακριβώς η αδυναμία του αιτήματος. Παρά το γεγονός ότι οι ενστάσεις του κατηγορουμένου 5 παρέμειναν αναντίλεκτες, καθηκόντως θα πρέπει να εξεταστούν για να διαφανεί αν προβάλλεται κάποιος βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την θέση του ότι θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υπεράσπιση του. Ο λόγος αυτός, θα πρέπει να σημειωθεί ότι προβάλλεται από όλους τους κατηγορουμένους, αναλυτικότερη όμως αναφορά και ιδιαίτερη έμφαση δίδεται από τον κατηγορούμενο
- Είναι αυτονόητο ότι η εξέταση των λόγων που προβάλλονται δεν θα έχει έρεισμα και ως λόγο τον τρόπο που η υπεράσπιση επιθυμεί να προβάλει την υπεράσπιση της σε σχέση με τους συγκεκριμένους μάρτυρες, ούτε και θα γίνει σχολιασμός ή άλλα ευρήματα ως προς τον γενικότερο τρόπο που θα αντεξεταστούν οι μάρτυρες. Για καλύτερη παρακολούθηση θα πρέπει να λεχθεί, πολύ επιγραμματικά, ότι διάφορα μέρη (parts) του αεροπλάνου που περισυνέλεξαν διάφοροι μάρτυρες από την σκηνή του δυστυχήματος, μεταφέρθηκαν στις Η.Π.Α. για εξετάσεις. Φωτογραφήθηκαν, ανοίχθηκαν, όπου αυτό ήταν δυνατόν, και έγιναν διάφορες οπτικές, φυσικές, τεχνικές και άλλες παρατηρήσεις επ' αυτών. Τα αποτελέσματα καταγράφηκαν στις ρηθείσες εκθέσεις και στην συνέχεια, σύμφωνα με την μαρτυρία που αποτέλεσε κοινό έδαφος, τα μέρη αυτά επέστρεψαν στην Ελλάδα και στην συνέχεια ορισμένα εξ' αυτών μεταφέρθηκαν στην Κύπρο και έχουν ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η αναφορά αυτή γίνεται όχι βέβαια υπό μορφή ευρημάτων, αλλά για σκιαγράφηση του σχετικού με τα επίδικα τεκμήρια ιστορικού. Μια απλή ματιά στο συνοδευτικό φωτογραφικό υλικό που αποτελεί μέρος των δυο εκθέσεων, βεβαιώνει ότι πρόκειται κυρίως για τα κατατεθέντα τεκμήρια 12 και
- Ο κατηγορούμενος 5 αποκαλεί την οπίσθια βαλβίδα εκροής (rear OFV) ως υπέρτατης σημασίας για την Κατηγορούσα Αρχή και η μόνη εξέταση που έγινε σε αυτήν, είναι αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση του ΜΚ378 και στην συνημμένη έκθεση. Από κανένα άλλο πρόσωπο δεν έγινε εξέταση στο τεκμήριο αυτό. Παραπέμπει στην σελίδα 30 της έκθεσης, υπό στοιχείο C, ότι έγινε από τους μάρτυρες πίεση με το χέρι και ασκήθηκε μικρής ένστασης δύναμη στο μοχλό ελέγχου και ήταν κλειδωμένη και δεν μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα. Επί της μαρτυρίας αυτής και του φυσικού αυτού ελέγχου που έγινε, θα ζητήσει από τον μάρτυρα να δείξει πως ακριβώς εφάρμοσε την μικρή πίεση και να επιδείξει το αποτέλεσμα αν ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση. Ένα άλλο θέμα που αναφέρει, αφορά την βελόνα - δείκτη της βαλβίδας εκροής, που σύμφωνα με την έκθεση (σελ.28, 5.Α.2) λείπει. Αυτό, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 5, αποτελεί ουσιώδες όργανο κατά την διάρκεια της πτήσης και ανεξάρτητα αν το σύστημα εργάζεται στην θέση «manual» ή «auto», τα ευρήματα του μάρτυρα για την βαλβίδα εκροής είναι υψίστης σημασίας. Είναι και η μόνη οπτική ένδειξη που υπάρχει στο πιλοτήριο. Θα ζητήσει από τον μάρτυρα να δείξει στο Δικαστήριο πως κράτησε το panel P5-6 για να αποδείξει την παρατήρηση του ότι έλειπε η βελόνα από το όργανο. Και ο λόγος γιατί σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 5, η βελόνα δεν έλειπε στις εγκαταστάσεις της Boeing αλλά ήταν στερεωμένη στον μηχανισμό κίνησης. Γίνεται στην συνέχεια, με αναφορά στις εκθέσεις, παραπομπή σε διάφορα άλλα όργανα ή εξαρτήματα, ή μέρη του αεροπλάνου επί των οποίων έγιναν εξετάσεις και θα ζητήσει από τους μάρτυρες να αποδείξουν τις διαπιστώσεις τους, επαναλαμβάνοντας ορισμένες από αυτές στο δικαστήριο με φορητό εξοπλισμό που, ως ισχυρίζεται, μεταφέρεται εύκολα. Θα ζητήσει επίσης να επιδειχθούν διάφορες ενδείξεις που λήφθηκαν από διάφορα μέρη και να επιδείξουν επί τεκμηρίων διάφορες δυνάμεις πρόσκρουσης και πως αυτές επηρέασαν την θέση του διακόπτη ελέγχου πίεσης. Ερωτήσεις επίσης θα υπάρξουν επί γδαρσιμάτων που βρέθηκαν στην επιφάνεια συγκεκριμένου τεκμηρίου (αντιλαμβάνομαι του τεκμηρίου 21) που κατ' ισχυρισμό έγιναν από την κάτω πλευρά του κομβίου του διακόπτη επιλογής πίεσης. Να επαναλάβω ότι δεν θα γίνουν κρίσεις ως προς τον τρόπο αντεξέτασης των μαρτύρων από την πλευρά των κατηγορουμένων ή του κατηγορούμενου 5, ούτε και αν τα ευρήματα ή τα αποτελέσματα των μαρτύρων επί των εξετάσεων των τεκμηρίων είναι ορθά ή όχι, ή πως τα αντιλαμβάνεται αυτά η υπεράσπιση. Με άλλα λόγια δεν θα κριθεί ούτε και θα αποφασιστεί τι είναι λογικό ή τι είναι ορθό να ερωτηθούν οι μάρτυρες, ούτε και πως θα διεξαχθεί η αντεξέταση των μαρτύρων. Αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στο έργο της υπεράσπισης. Από την άλλη η Κατηγορούσα Αρχή όχι μόνο δεν πρόβαλε κάποιο αντίλογο, αλλά δεν αμφισβήτησε καν όσα αναφέρονται επί του προκειμένου από τον κατηγορούμενο
- Εν ολίγοις το θέμα όπως εγείρεται είναι ότι οι μάρτυρες θα κληθούν να χειριστούν τα τεκμήρια και να αντεξεταστούν ως προς τις εξετάσεις που διενέργησαν επ' αυτών σε σχέση με τα αποτελέσματα και τα ευρήματα τους. Το ερώτημα κρίνεται θεμελιακό και εκείνο που στην ουσία εγείρεται είναι ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, δεδομένου ότι τέτοια προβλήματα δεν ανακύπτουν σε μια συνήθη δίκη. Και όπως θα διαφανεί και στην συνέχεια, το θέμα δεν αφορά μόνο τους κατηγορούμενους, αλλά και την Κατηγορούσα Αρχή. Είναι κοινώς γνωστό ότι αντικείμενο της αντεξέτασης είναι αφενός η απόσπαση μαρτυρίας επί γεγονότων που υποστηρίζει την εκδοχή του κατηγορουμένου, και η δημιουργία αφετέρου αμφιβολιών στη μαρτυρία του μάρτυρα (Adrian Keane, The Modern Law Of Evidence, 5η έκδ. σελ.172). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Α. Ευσταθίου κ.ά Ποιν. Εφέσεις 56/09-65/09 ημερ.29.3.10 (απόφαση Ναθαναήλ Δ.) υπεδείχθη ότι: «Στο ακολουθούμενο σύστημα αντιπαράθεσης που λαμβάνεται στην Κύπρο, προερχόμενο και εδραζόμενο επί του αντίστοιχα θεμελιωμένου Αγγλοσαξονικού συστήματος κοινοδικαίου, αποτελεί ύψιστη και θεμελιώδη αρχή ότι έκαστος κατηγορούμενος δικαιούται να αντικρύσει και να αντικρούσει τον κατήγορο του, καθώς και όλους τους μάρτυρες του. Με συνακόλουθο βέβαια το δικαίωμα αντεξέτασης ως τον κλασσικό τρόπο ανίχνευσης της αλήθειας». Αποστέρηση του δικαιώματος άσκησης της αντεξέτασης δεν είναι νοητή, και το δικαίωμα αυτό, είναι αυτονόητο, ότι επεκτείνεται και σε οποιαδήποτε τεκμήρια κατέθεσαν οι μάρτυρες, εφόσον είναι σχετικά και επίδικα. Το τι σε τελική ανάλυση συζητείται εδώ, δεν είναι το περιεχόμενο της πιθανής αντεξέτασης, αλλά αυτό καθ΄ αυτό το δικαίωμα και η παροχή δυνατότητας προς αντεξέταση επί των τεκμηρίων. Η παράλειψη ή η στέρηση του δικαιώματος αντεξέτασης δυνατόν να ισοδυναμεί με στέρηση ανίχνευσης της αλήθειας. Υπεδείχθη επίσης (στην πιο πάνω απόφαση) ότι: «Η έμφαση στην απόφαση της πλειοψηφίας, επί του συγκεκριμένου ζητήματος με αναφορά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ήταν πως ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κάτω από το Άρθρο 6
(3)(δ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντίστοιχο με το Άρθρο 12.5(δ) του Συντάγματος, αποφασίζεται συγκεκριμένα («in concreto») και όχι αφηρημένα («in abstracto»), λόγος δε για στέρηση δικαιώματος αντεξέτασης σε υπόθεση είναι δυνατό να γίνει «.. εάν, βάσει των περιστατικών της, μπορεί να λεχθεί ότι, ως εκ της μη αντεξέτασης των εν λόγω προσώπων, στη γραπτή κατάθεση των οποίων στηρίχθηκε το Δικαστήριο, ο αντίδικος ή ο κατηγορούμενος δεν έτυχε, τελικά, δίκαιης δίκης.» (απόφαση Γαβριηλίδη, Δ.)». Η αξιοπιστία της απονομής της δικαιοσύνης και η ανίχνευση της αλήθειας αποτελεί τον μοναδικό, σε τελική ανάλυση οδηγό, κατά την αναζήτηση του συμφέροντος της Δικαιοσύνης, κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και μέρος του μηχανισμού αυτού αποτελεί και το θεμελιώδες δικαίωμα αντεξέτασης. Ένα θέμα που επιτακτικά τίθεται μεταξύ των άλλων παραμέτρων που προσμετρούν για την έγκριση ή μη τέτοιου αιτήματος. Γι' αυτό, ενώ από την μια αναγνωρίζεται η αξία της λήψης μαρτυρίας μέσω της τεχνολογίας, από την άλλη διακηρύσσεται ότι η καταλληλότητα της (suitability), εξαρτάται από την κάθε υπόθεση, τον συγκεκριμένο μάρτυρα, και από τον όγκο και την φύση των εγγράφων για τα οποία θα υπάρξει ανάγκη να γίνει αναφορά κατά την διάρκεια της μαρτυρίας. (CPR.14.14). Για παράδειγμα το Διεθνές Δικαστήριο για τον Λίβανο (Special Tribunal For Lebanon) έκδωσε κανονισμούς σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα και μεταξύ άλλων στο Άρθρο 1.3(b) αναφέρει ότι όλοι οι συμμετέχοντες (στη δίκη) θα πρέπει να είναι ικανοί να βλέπουν, ακούουν και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να παρατηρούν τη φυσική μαρτυρία, ή παρουσιασθέντα τεκμήρια κατά την διάρκεια της δίκης, είτε μέσω video, ή τηλεομοιότυπο ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο. Στην R v. Andrew Roy Bottomley
(2003)EWCA Crim. 2245, υπεδείχθη ότι δεν υπάρχει λόγος γιατί η (ζώσα) μαρτυρία να διαφέρει στο χαρακτήρα ή την ποιότητα από εκείνη που έδωσε ο μάρτυρας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Είναι συνεπώς σημαντικό και κρίσιμο ότι η μαρτυρία που θα παρουσιαστεί, όπως και η αντεξέταση, δεν θα πρέπει να διαφέρει από μια συνήθη και φυσική μαρτυρία. Ήδη έγινε αναφορά στο θέμα αυτό. Το ερώτημα που τελικά αναδύεται είναι πως μπορεί να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα, η αξιοπιστία και το ακριβοδίκαιο τέτοιας μορφής μαρτυρίας, στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Μελέτη επί του θέματος κατέδειξε ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες που εφαρμόζουν παρόμοιο σύστημα, υπάρχει νομοθεσία και όλα τα αναγκαία και συναφή θέματα επιλύονται προδικαστικά με έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι τέτοια διαδικασία και εξουσία δεν υπάρχει, ούτε και παρέχεται στο δικαστήριο από την Ποινική Δικονομία. Το αποδεικτικό υλικό, πέραν της προφορικής μαρτυρίας, έχει δύο ουσιαστικά σκέλη. Την έγγραφη απόδειξη (documentary evidence), και την εμπράγματη ή κατ' άλλους ενσώματη απόδειξη (real evidence). Έγγραφα δηλαδή, και πράγματα - αντικείμενα. Στην παρούσα υπόθεση και για τους δύο μάρτυρες τυγχάνουν εφαρμογής και τα δύο. Από την μια είναι η κατάθεση που έδωσαν συνοδευόμενη από έκθεση που υπέγραψαν, και από την άλλη τα διάφορα μέρη του μοιραίου αεροπλάνου επί των οποίων έκαμαν την πραγματογνωμοσύνη τους που κατέληξε στις εκθέσεις τους. Τα οποία (μέρη) είναι κατατεθειμένα ως τεκμήρια στο δικαστήριο. Ξεκινώντας με την έγγραφο απόδειξη, και με δεδομένο το πλαίσιο που ορίζεται στο άρθρο 36Α, το ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι εφικτή η κατάθεση εγγράφων κατά το στάδιο εξέτασης και αντεξέτασης ενός μάρτυρα, όταν αυτός δίνει μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Σε μια συνήθη δίκη τέτοια προβλήματα δεν υπάρχουν. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, υπάρχει πρόνοια ότι όλα τα έγγραφα που σκοπούνται να χρησιμοποιηθούν από τον μάρτυρα, κατατίθενται προηγουμένως στο δικαστήριο, σημειώνονται ως τεκμήρια και αποστέλλονται προκαταβολικά τόσο στον μάρτυρα όσο και στις ενδιαφερόμενες πλευρές. Στις Η.Π.Α ανάλογη πρόνοια προβλέπει ότι όλα τα πρωτότυπα έγγραφα - τεκμήρια θα κατατεθούν προηγουμένως, θα σημειωθούν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο και στην συνέχεια θα επιδοθούν σε όλους τους ενδιαφερομένους. Υπάρχουν ακόμα πρόνοιες με ποιο τρόπο ο μάρτυρας μπορεί να σημειώσει οτιδήποτε επί των τεκμηρίων, για παράδειγμα επί ενός χάρτη, ή να προβεί σε διορθώσεις επί της κατάθεσης του. Αυτά γίνονται μέσω ενός αξιόπιστου συστήματος τεχνικού εξοπλισμού, ώστε με ειδική κάμερα, συσκευή εικονοληψίας εγγράφων ως αποκαλείται στην Οδηγία του Συμβουλίου, να αποστέλλονται στον μάρτυρα, ή ακόμα μέσω φάξ, ο οποίος αφού προβεί στις διορθώσεις ή σημειώσεις του επί του εγγράφου, ακολούθως, με τον ίδιο τρόπο, αποστέλλονται πίσω στο δικαστήριο και κατατίθενται ως πρόσθετα τεκμήρια. Υπάρχουν για το σκοπό αυτό, ως αναφέρει η Οδηγία, προηγμένα είδη διακομιστών (server) εγγράφων. Εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται ο τεχνικός εξοπλισμός που είναι απαραίτητος για να διεκπεραιωθεί μια μαρτυρία εξ αποστάσεως. Τόσο σε επίπεδο εικόνας και ήχου, όσο και για την μεταφορά και επιστροφή εγγράφων. Και το Δικαστήριο σύμφωνα με τον Αγγλικό Νόμο (Αρ.51
(4)(b)) θα πρέπει να ενημερωθεί ότι υπάρχουν όλα τα κατάλληλα τεχνικά μέσα για την λήψη τέτοιας μαρτυρίας. Η κα Ευθυβούλου που ορκίζεται στην αίτηση, αναφέρει στην παράγραφο 22, ότι από έρευνα που έκαμε έχει εγκατασταθεί σε δικαστική αίθουσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ειδικός εξοπλισμός για τη λήψη μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Παρά την γενικότητα και αοριστία που τίθεται το θέμα, το ερώτημα που εγείρεται, πέραν της εικόνας και ήχου, είναι αν υπάρχει και ο κατάλληλος εξοπλισμός για την μεταφορά εγγράφων στον μάρτυρα. Και ο κατάλληλος προφανώς εξοπλισμός στον χώρο που θα ευρίσκεται ο μάρτυρας όταν θα δίνει μαρτυρία. Με άλλα λόγια με ποιο τρόπο η κατηγορούσα προτίθεται να καταθέσει τα έγγραφα που επιζητά να αναφερθούν οι μάρτυρες, αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός και στα δυο Κράτη. Δεν έχουν δοθεί στο δικαστήριο οι απαραίτητες διαβεβαιώσεις για την ύπαρξη τέτοιας τεχνολογίας. Από την άλλη, δεν υπάρχει το αναγκαίο νομοθετικό υπόβαθρο ώστε το δικαστήριο να έχει εξουσία να διατάξει να κατατεθούν τα έγγραφα ως τεκμήρια, πριν την λήψη της μαρτυρίας. Κανένας Νόμος δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει κατάλληλους και κατά περίπτωση κανονισμούς και να εκδίδει διαταγές για τις εκάστοτε ανάγκες μιας δίκης. Ούτε και βεβαίως το άρθρο 175 της Ποινικής Δικονομίας μπορεί να καλύψει τέτοια νομοθετικά κενά, τέτοιας μάλιστα υφής και δυναμικής, όπως ούτε και το εδάφιο 3 του άρθρου 36Α του Κεφ.9. Όπως η ακρόαση μιας υπόθεσης με τον συνήθη τρόπο γίνεται με συγκεκριμένους, σαφείς και θεσμοθετημένους νομοθετικά κανόνες, άλλο τόσο η ακρόαση μάρτυρα μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης απαιτεί, λόγω της φύσης της, ειδικό, σαφές και συγκεκριμένο νομοθετικό υπόβαθρο. Και τέτοιο δεν υπάρχει. Καθόσον αφορά την εμπράγματη μαρτυρία τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα. Με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει η λήψη της μαρτυρίας όταν απαιτείται από τον μάρτυρα να αναφερθεί, να λάβει στην κατοχή του και να καταθέσει αντικείμενα, αλλά και να αντεξεταστεί επ' αυτών. Δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του κατηγορούμενου 5, όπως και των συνηγόρων των άλλων κατηγορουμένων, για τον επηρεασμό τους ως προς την αντεξέταση των μαρτύρων, σε σχέση με το ειδικό αυτό θέμα των κατατεθέντων τεκμηρίων. Δεν υπήρξε αντίλογος ή έστω κάποια εισήγηση προς αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε να εκληφθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή ουσιαστικά αποδέχεται τον επηρεασμό αυτό, με την εισήγηση βέβαια ότι στο παρόν στάδιο έχει μόνο θεωρητικό χαρακτήρα και το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί το τέλος της δίκης. Κρίνεται, πως με διαμορφωμένο το τοπίο δεν υπάρχει τρόπος να επιλυθεί το ακανθώδες πρόβλημα που εγείρεται από την υπεράσπιση. Και ο λόγος είναι απλός. Δεν υπάρχει, εκ των πραγμάτων, η δυνατότητα αντεξέτασης των προτιθέμενων μαρτύρων επί των τεκμηρίων. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει καν τρόπος ή δυνατότητα αντεξέτασης επί των παρατηρήσεων που έκαμαν επί των μερών του αεροπλάνου που είναι κατατεθειμένα στο δικαστήριο, ούτε και να προβούν σε επανάληψη των φυσικών (δια των χεριών) ενεργειών που έγιναν επ' αυτών, καθώς και των διάφορων οπτικών τους παρατηρήσεων επί των οποίων και κατέληξαν σε κάποια συμπεράσματα. Από την εμπειρία άλλων χωρών, όταν η μαρτυρία αφορά επί αντικειμένων - τεκμηρίων, υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί ή νομοθετικές διατάξεις που ρυθμίζουν και διασφαλίζουν την όσο το δυνατόν αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με αυτά. Έτσι για παράδειγμα σε κάποιες χώρες, (δες για παράδειγμα στις Η.Π.Α) ο μάρτυρας που θα καταθέσει επί αντικειμένου θα πρέπει να το έχει στην κατοχή του στον χώρο που ευρίσκεται. Να υπενθυμίσω εδώ, ότι η εικονοτηλεδιάσκεψη αποτελεί προέκταση του χώρου του δικαστηρίου στον τόπο που βρίσκεται ο μάρτυρας. Η πλευρά που επιζητά να δώσει μαρτυρία συγκεκριμένος μάρτυρας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης και να καταθέσει οποιαδήποτε τεκμήρια, τα οποία θα έχει στην κατοχή του, θα πρέπει ταυτόχρονα να έχει έγχρωμες φωτογραφίες υψηλής ποιότητας οι οποίες θα κατατεθούν στο δικαστήριο, όταν ο μάρτυρας δίνει μαρτυρία επί των αντικειμένων. Και υποχρεούται να εφοδιάσει και την άλλη πλευρά με το υλικό αυτό, ώστε να έχει πλήρεις και προσλαμβάνουσες εικόνες για το συγκεκριμένο τεκμήριο, και να είναι σε θέση να αντεξετάσει τον μάρτυρα που το έχει στην κατοχή του. Ο μάρτυρας με αυτό τον τρόπο και μέσα από ένα αξιόπιστο τεχνικό σύστημα, καταθέτει και αντεξετάζεται επί του συγκεκριμένου αντικειμένου, και στην συνέχεια όταν αργότερα το αντικείμενο θα προσκομιστεί στο Δικαστήριο, οι φωτογραφίες αντικαθίστανται με το συγκεκριμένο τεκμήριο, ή το αντικείμενο παίρνει πρόσθετο ξεχωριστό αριθμό τεκμηρίου. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα όσα εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες αποτελούν κατ' ανάγκη και τον μόνο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα διάφορα δικονομικά και αποδεικτικά προβλήματα που παρουσιάζονται. Αποτελούν όμως απόδειξη των προβληματισμών και των ανησυχιών που ενυπάρχουν στην λήψη μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, και καταδεικνύουν διάφορες πρακτικές προσεγγίσεις και τρόπους που ενσωματώθηκαν σε Νόμους ή Κανονισμούς, με στόχο την ελαχιστοποίηση των προβλημάτων, την εξομοίωση της εξ αποστάσεως διαδικασίας με εκείνη της φυσικής παρουσίας του μάρτυρα στο δικαστήριο, με απώτερο σκοπό την ανάδειξη της ακεραιότητας και το ακριβοδίκαιο της δίκης. Οι εμπειρίες των άλλων Κρατών θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο και για την χώρα μας. Ανεξάρτητα αν ο Νόμος θα μπορούσε να καταχθεί ως δικονομικός ή ουσιαστικός, με βάση πάντως όσα έχουν λεχθεί εκφράζω επιφυλάξεις αν θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί ως δικονομικός, και με διαμορφωμένο το σκηνικό, η έγκριση του αιτήματος θα είχε ακόμα μια σημαντική και καθοριστική θα έλεγα παράμετρο και επίπτωση στην πορεία της δίκης. Η Κατηγορούσα Αρχή με δεδομένη την κατάθεση των τεκμηρίων ενώπιον του δικαστηρίου, με την έγκριση του αιτήματος θα αποκτούσε δικονομικό και αποδεικτικό πλεονέκτημα σε βάρος της υπεράσπισης. Η επίκληση του άρθρου 36Α του Κεφ.9 για να γίνει αποδεκτή η λήψη της μαρτυρίας των μαρτύρων με εικονοτηλεδιάσκεψη, δημιούργησε, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθοριστικό προβάδισμα υπέρ της Κατηγορούσης Αρχής και σε βάρος των κατηγορουμένων. Οι δικονομικοί χειρισμοί που έγιναν από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι και την τροποποίηση της Νομοθεσίας ήταν τέτοιοι ώστε, μετά την τροποποίηση του Νόμου και την εισαγωγή και επίκληση του πιο πάνω άρθρου να αποκτήσει καίριο πλεονέκτημα. Είχε εξ αρχής στην κατοχή της τα διάφορα τεκμήρια τα οποία εξετάστηκαν από τους μάρτυρες και κατέληξαν σε συμπεράσματα, που τα κατέγραψαν σε εκθέσεις. Επέλεξε και κατέθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο τα διάφορα επίδικα μέρη του μοιραίου αεροπλάνου, επί των οποίων έγιναν οι εξετάσεις. Η μετέπειτα και χωρίς λόγο άρνηση των μαρτύρων να παρουσιαστούν στο δικαστήριο - σημειώνω τις ορθές προσπάθειες του Γενικού Εισαγγελέα να πείσει τους μάρτυρες να έλθουν στην Κύπρο που περιγράφονται στις παραγράφους 7 και 16 της ενόρκου δηλώσεως της κας Ευθυβούλου - έφερε τελικά την Κατηγορούσα Αρχή στην δυσκολία, τα τεκμήρια αφενός να βρίσκονται στο δικαστήριο, και οι μάρτυρες αφετέρου να βρίσκονται στην Αμερική, αρνούμενοι να παρουσιαστούν στο δικαστήριο που είναι κατατεθειμένα τα τεκμήρια. Αποτελεί δεδομένο ότι η τροποποίηση του Νόμου στόχευε στην υλοποίηση των διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επίκληση όμως του άρθρου 36Α στα διαμορφωθέντα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με την υποβολή του αιτήματος, παραγνωρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων και μετέφερε, με αυτό τον τρόπο, το πρόβλημα από τους ώμους της Κατηγορούσης Αρχής στους ώμους των κατηγορουμένων. Και τούτο γιατί, με δεδομένη πλέον την κατάθεση των τεκμηρίων στο Δικαστήριο, τα αποδεικτικά, δικονομικά και άλλα διαδικαστικά προβλήματα και νομοθετικά κενά που παρουσιάζονται ως προς την κατάθεση τους από τους (προτιθέμενους) μάρτυρες που τα εξέτασαν, μέσω της εικονοτηλεδιάσκεψης, εξέλιπαν για την Κατηγορούσα Αρχή, αφού αυτά αποτελούν πλέον τεκμήρια ενώπιον του δικαστηρίου. Να σημειωθεί και το εξής σημαντικό, ότι κατατέθηκαν χωρίς ένσταση με δεδομένο, και από τις δυο πλευρές, ότι οι μάρτυρες θα παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο τον κατάλληλο χρόνο. Τουλάχιστον δεν λέχθηκε τότε κάτι το αντίθετο από την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτό όμως έχει ως αναπόφευκτο και αναπόδραστο αποτέλεσμα να δημιουργείται, και εκ των πραγμάτων να υπάρχει, πλήρης αδυναμία αντεξέτασης των μαρτύρων επί των τεκμηρίων αυτών. Δεν έχει υποδειχθεί κάποια αυθεντία που να επιτρέπει την κατάθεση ενός τεκμηρίου και η άλλη πλευρά να μην έχει το δικαίωμα να αντεξετάσει επ' αυτού. Ούτε και έχει εξηγηθεί γιατί, η λήψη μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, θα πρέπει να διαφέρει από τις συνήθεις διαδικασίες που διεξάγονται παρόντων των μαρτύρων στο Δικαστήριο, αποκλειομένου του δικαιώματος αντεξέτασης επί των κατατεθέντων τεκμηρίων. Αντίθετα, εκείνο που είναι σαφές και ξεκάθαρο εκ των προεκτεθέντων, είναι ότι οι διαφορές μεταξύ συνήθους δίκης και της εικονοτηλεδιάσκεψης θα πρέπει να ελαχιστοποιούνται και όχι να μεγεθύνονται, πόσω δε μάλλον να διαφοροποιούνται από τα καθιερωμένα και κοινώς αποδεκτά ως κρατούντα. Καθόλου δεν εισηγούμαι ότι η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα ενέργησε με συγκεκριμένο στόχο και σκοπό. Κάθε άλλο. Πλην όμως οι χειρισμοί που έγιναν κατά την διάρκεια της δίκης, όσο και αν η Κατηγορούσα Αρχή, ως διαφάνηκε, ήταν ανυποψίαστη ως προς τις πραγματικές, τελικά, προθέσεις των συγκεκριμένων μαρτύρων, ήταν τέτοιοι που εκ των πραγμάτων κάθε περαιτέρω ενέργεια θα ήταν αλυσιτελής. Η εκ των υστέρων διαχείριση του προβλήματος της άρνησης των μαρτύρων να παρουσιαστούν στο δικαστήριο, όπως εν τέλει προέκυψε, κρίνω ότι δεν επιλύεται με την επίκληση του Νόμου. Το αποκτηθέν πλεονέκτημα σε βάρος των κατηγορουμένων, αλλά και τα ανυπέρβλητα προβλήματα και κενά που δημιουργούνται στην αποτελεσματική αντεξέταση των μαρτύρων, είναι τέτοιας μορφής, που με κανένα τρόπο δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί αυτό, να εγκριθεί το αίτημα. Η κατάσταση πραγμάτων από δικονομικής άποψης και αποδεικτικού δικαίου, με την κατάθεση των μερών του αεροπλάνου ως τεκμηρίων στο δικαστήριο έχει προδιαγράψει την πορεία της διαδικασίας. Η φυσική παρουσία των συγκεκριμένων μαρτύρων στο δικαστήριο που βρίσκονται τα τεκμήρια, αποτελεί την μόνη ορθή και αναγκαία διέξοδο και οδό. Η τροποποίηση της Νομοθεσίας, εκ των πραγμάτων, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εν όψει της κατάθεσης των τεκμηρίων στο δικαστήριο, επέφερε πλεονέκτημα στην Κατηγορούσα Αρχή και ανατροπή στην προδιαγεγραμμένη, σε σχέση πάντα με το συγκεκριμένο θέμα των τεκμηρίων, πορεία της διαδικασίας. Να αναφέρω ότι το Consultative Council 0f European Judges, (CCJE), στις 19.11.2010 εξέδωσε Opinion υπ' αριθμόν 13
(2010)σχετικά με τον ρόλο των Δικαστών στην εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων. Στο σημείο 10 αναφέρεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Decisions of the court show that in some cases legislative or executive powers . . they also have interfered in pending litigation by enacting provisions, often declared as being of a retroactive or interactive nature, aiming at changing the foreseeable outcome of one or more court cases or introducing new remedies for their review» Την ίδια ημερομηνία το CCJE υιοθέτησε την Magna Carta Of Judges (Fundamental Principles). Στο σημείο 12 αναφέρεται ότι: «Judges shall ensure equality of arms between prosecution and defence». Η υπόθεση Zielinski and others v. France (24846/94) που παρέπεμψε ο κ. Παπαιωάννου είναι σχετική, καθώς και οι υποθέσεις Cabourdin v. France (60796/00) και Immobiliare Saffi v. Italy (22774/93), στις οποίες το Ε.Δ.Α.Δ έκρινε ότι Νομοθετική παρέμβαση εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας παραβίαζε το άρθρο 6.1 της Συνθήκης και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (fair trial). Και τούτο με την έννοια που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω. Άλλωστε η εικονοτηλεδιάσκεψη δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά ένα χρήσιμο εργαλείο, νοουμένου ότι υπάρχει όλο το νομοθετικό και τεχνικό υπόβαθρο, και δεδομένων αυτών, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, τη φύση της μαρτυρίας και τον όγκο και το είδος των τεκμηρίων που θα κατατεθούν. Δεν είναι δε χωρίς αξία ότι το άρθρο 24 του Κεφ.9 δεν αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία, με την επιφύλαξη όμως ότι σε ποινική διαδικασία το δικαστήριο δύναται να μην την αποδεχθεί αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί του σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αναδεικνύοντας ο Νομοθέτης, με αυτόν τον τρόπο, την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει στην ποινική δίκη, ως είναι και η παρούσα υπόθεση. Η δυσκολία που όντως επέφερε στην Κατηγορούσα Αρχή η εκ των υστέρων άρνηση των μαρτύρων να παρουσιαστούν στο δικαστήριο, όσο κατανοητή και αν είναι, δεν υπερφαλαγγίζει ούτε και μπορεί να εξοβελίσει και να υπερισχύσει των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων να τύχουν ακριβοδίκαιης δίκης και του δικαιώματος τους να αμφισβητήσουν τους μάρτυρες και να τους αντεξετάσουν επί των τεκμηρίων. Συνεκτίμηση όλων των κριτηρίων και δεδομένων, στο ευρύτερο πλαίσιο αναζήτησης του συμφέροντος της Δικαιοσύνης, και ισοζυγίζοντας τις συνέπειες που θα προκύψουν από την έγκριση, ή μη του αιτήματος, ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι στα διαμορφωμένα γεγονότα της υπόθεσης, η απάντηση στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής είναι αρνητική, και ως εκ τούτου το αίτημα απορρίπτεται. Λόγω της πιο πάνω κατάληξης, κρίνεται ότι διάφορα άλλα θέματα που ηγέρθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης, όπως αναφέρονται στην απόφαση της πλειοψηφίας, συμπεριλαμβανομένης και της Συνταγματικότητας του Νόμου, δεν απαιτούνται να εξεταστούν. (Υπ.) ............. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο