← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24627/08, 5 Απριλίου, 2011

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24627/08, 5 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2011:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24627/08 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν.

  1. Ανδρέα Δράκου
  2. A Jet Aviation Ltd
  3. Δημήτρη Πανταζή
  4. Γεώργιου Κικκίδη
  5. Ianko Stoimenov Κατηγορουμένων. Αίτηση Ημερομηνίας 25.1.11 για Λήψη Μαρτυρίας μέσω Εικονοτηλεδιάσκεψης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Απριλίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή/Αιτήτρια: Οι κ.κ Ε. Ζαχαριάδου και Π. Ευθυβούλου Για τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 4/Καθ΄ ων η Αίτηση: Ο κ. Γ. Παπαϊωάννου. Για την Κατηγορούμενη 2/Καθ΄ ης η Αίτηση: Ο κ. Π. Πολυβίου. Κατηγορούμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 1, 3 και 4: Παρόντες. Κατηγορούμενος 5/Καθ΄ ου η Αίτηση: Απών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόφαση Πλειοψηφίας) Η Κατηγορούσα Αρχή («η αιτήτρια»), αιτείται την έκδοση διατάγματος, επιτρέποντος τη λήψη (δια εικονοτηλεδιάσκεψης), της μαρτυρίας των ΜΚ 328 και 378 στο Κατηγορητήριο, James Murphy και Mark Lord, οι οποίοι διαμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και εργοδοτούνται από την Αμερικανική Εταιρεία Boeing («οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες»). Το αίτημα εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 36Α του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 («άρθρο 36Α»), το περιεχόμενο του οποίου θεωρούμε πρέπον να παραθέσουμε αυτούσιο αφού θα αναφερόμαστε σε αυτό συχνά λόγω και της κεντρικής σημασίας που ενέχει σε αυτά που θα μας απασχολήσουν: «36Α.

(1)Σε οποιαδήποτε ποινική ή πολιτική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται, εάν κρίνει αυτό προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, να επιτρέψει σε μάρτυρα που βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας να δώσει τη μαρτυρία του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «εικονοτηλεδιάσκεψη», σημαίνει τη χρησιμοποίηση τεχνολογίας μετάδοσης εικόνας και ήχου ή άλλη διευθέτηση με την οποία μάρτυρας, παρόλο που απουσιάζει από την αίθουσα του Δικαστηρίου, δύναται να βλέπει και ακούει τα πρόσωπα που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου και αντίστροφα τα πρόσωπα που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου να βλέπουν και να ακούουν το μάρτυρα: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, «πρόσωπα που βρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου» θεωρούνται το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος, οι δικηγόροι των μερών, ο διερμηνέας ή άλλα πρόσωπα που ορίστηκαν να βοηθούν το μάρτυρα ή τον κατηγορούμενο.
(3)Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει όποιους όρους κρίνει αναγκαίους για τη λήψη μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη και οι οποίοι δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία με διμερείς ή διεθνείς συμβάσεις που διέπουν το ζήτημα.» Το αιτιολογικό του διαβήματος, παρατίθεται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση, στην οποία επισυνάπτεται και σειρά Παραρτημάτων, όπου, εκτός από την αναδρομή που οδήγησε στην καταχώριση ενώπιον μας στις 28.9.10 και 18.10.10, άλλων δύο αιτήσεων με όμοιο αντικείμενο, όπως η παρούσα και που απορρίφθηκαν με ενδιάμεσες αποφάσεις μας στις 12.11.10 («το πρώτο αίτημα»), παρατίθενται και λεπτομέρειες των μεταγενέστερων, ανεπιτυχών, προσπαθειών της αιτήτριας να εξασφαλίσει τη φυσική παρουσία των επιδιωκόμενων μαρτύρων στην Κύπρο για να δώσουν μαρτυρία στη δίκη. Προς τούτοις, υπάρχει και αναφορά στις ενέργειες που τροχοδρομήθηκαν εκ πλευράς αιτήτριας μετά την απόρριψη του πρώτου αιτήματος έτσι ώστε να θεσπιστεί από τη Νομοθετική Εξουσία το κατάλληλο πλαίσιο για παροχή δυνατότητας λήψης μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Με βάση αυτά, περιγράφονται ακολούθως και όλα όσα οδήγησαν στην τροποποίηση του Κεφ. 9 (στις 17.12.10), με το Ν.122(Ι)/10, δια της προσθήκης του άρθρου 36Α. Εξηγείται, τέλος, η σημασία που έχει για την αιτήτρια η μαρτυρία των επιδιωκόμενων μαρτύρων, καθώς και η σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα όπως και το γιατί, οι τελευταίοι δεν επιθυμούν να προσέλθουν στην Κύπρο. Οι Κατηγορούμενοι («οι καθ΄ων η αίτηση»), ενίστανται στην έκδοση του διατάγματος, με τους σχετικούς λόγους να απαριθμούνται στο σώμα των Ειδοποιήσεων για Πρόθεση Υποβολής Ένστασης και να επεξηγούνται στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις και επισυνημμένα Παραρτήματα. Τούτοι, σύγκεινται στο ότι η αίτηση καλύπτεται από δεδικασμένο ως αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδώσαμε κατά το πρώτο αίτημα, γεγονός που, προσέτι, εμποδίζει την αιτήτρια από του να το προωθήσει ξανά, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε και κατάχρηση διαδικασίας, με το άρθρο 36Α, πέραν του ότι δε μπορεί να θεωρηθεί ως αναδρομικής ισχύος, να είναι και αντισυνταγματικό λόγω ασάφειας και παραβιαστικό του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, μια και πιθανή έγκριση του αιτήματος, θα δημιουργούσε ανυπέρβλητα πρακτικά προβλήματα στην παράθεση της μαρτυρίας των επιδιωκόμενων μαρτύρων, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση, ένεκα της αναγκαιότητας για φυσική επαφή τους με κάποια από τα κατατεθέντα τεκμήρια, και όλα αυτά, χώρια από το γεγονός ότι αυτοί δε μπορεί καν να θεωρηθούν ως αντικειμενικώς ανεξάρτητοι. Κανείς από τους ομνύσαντες δεν έδωσε δια ζώσης μαρτυρία ή αντεξετάστηκε. Κατά τις αγορεύσεις, οι συνήγοροι παράθεσαν με επιμέλεια την επιχειρηματολογία τους, αναφερόμενοι σε αυθεντίες και συγγράμματα και ακολουθώντας, λίγο-πολύ, τη σειρά των λόγων που συνθέτουν τον κορμό της αίτησης και των ενστάσεων. Η αιτήτρια, εισηγήθηκε ότι η νέα νομική βάση του αιτήματος, θα πρέπει να το κατατάξει κάτω από διαφορετικό φακό από ό,τι το πρώτο, αφού το διαδικαστικής φύσεως άρθρο 36Α, δεν υπήρχε τότε, κάτι που, σε συνδυασμό με τις προσήκουσες ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για προώθηση του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων ("η Βουλή"), να εξοβελίζει κάθε συνειρμό περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ένεκα και της νέας τάξης πραγμάτων που οριοθέτησε, με τα περί ύπαρξης δεδικασμένου και κωλύματος, να αποτελούν αρχές ανεφάρμοστες στο πεδίο του ποινικού δικαίου. Επισημάνθηκε, ότι ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 36Α, είναι γενικόλογος και ασαφής, με τα περί επηρεασμού δικαιωμάτων των καθ΄ ων η αίτηση, σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, να προτρέχουν του εν προκειμένω ουσιώδους, που δεν είναι άλλο από την παροχή στην αιτήτρια δυνατότητας παρουσίασης της σημαντικής για αυτήν μαρτυρίας των επιδιωκόμενων μαρτύρων, με την αξιολόγησή της και την απόφανση περί του ανεξάρτητου της, να αποτελεί αντικείμενο απόφασης στο τέλος της υπόθεσης και όχι αυτή τη στιγμή. Οι καθ΄ ων η αίτηση, πρότειναν ότι το νομοθετικό παρέβλημα του άρθρου 36Α, είχε ως προφανή σκοπό την ανατροπή των προηγούμενων ενδιάμεσων μας αποφάσεων στο πρώτο αίτημα, με την παρέμβαση του Νομοθέτη να μη μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη και πλήττουσα καίρια την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, με την αίτηση, δεδομένης της υφής και περιστάσεων της, να αποτελεί κλασική περίπτωση δεδικασμένου και κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Η γενική του διατύπωση και ανυπαρξία στις πρόνοιες του συγκεκριμένων και σαφών κριτηρίων και προϋποθέσεων ως προς τον τρόπο ενάσκησης της προβλεπόμενης δικαστικής ευχέρειας, το καθιστά ασύμβατο προς τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα Άρθρα 6 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («ΕΣΔΑ»), καθότι παραβιάζει την επιταγή για ίση μεταχείριση και ισότητα ενώπιον του νόμου και της δικαιοσύνης και ως εκ της "εκπληκτικής αοριστίας" σύνταξης του, αντιτίθεται στο κράτος δικαίου (rule of law) και τη συνταγματική τάξη που αυτό αντανακλά. Υπέβαλαν, ότι το άρθρο 36Α, ως εκ των πιθανών δραστικών συνεπόμενων σε αυτούς, σε περίπτωση εφαρμογής του, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αναδρομικής ισχύος επειδή, στην πραγματικότητα, καθορίζει ουσιώδη δικαιώματα και όχι δικονομικές ρυθμίσεις. Επιπροσθέτως, πρότειναν ότι απουσιάζει παντελώς η παράθεση ή αποκάλυψη των λόγων άρνησης των επιδιωκόμενων μαρτύρων να προσέλθουν στο Δικαστήριο, γεγονός που, εκ των περιστάσεων, δε θα μπορούσε κατά το εικός να αποτελέσει θετικό στοιχείο υπέρ αποδοχής του αιτήματος. Έπειτα, μας λέχθηκε, είναι και το ότι, στα πλαίσια των δύο προηγούμενων μας αποφάσεων και με βάση τα ίδια γεγονότα και περιστάσεις, αποφανθήκαμε, κατά την εισήγηση, για πλείστα όσα θέματα προβάλλονται τώρα ως ισχυροποιητικά του αιτήματος, με επακόλουθο να μη μας παρέχεται πλέον πεδίο για άλλη απόφαση ή κρίση, παρά μόνον για απόρριψη του. Αξιολογήσαμε όλες τις εισηγήσεις των δικηγόρων. Επιβάλλεται να ασχοληθούμε με το σύνολο των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν, γιά λόγους που θα καταστούν κατανοητοί στην πορεία και που σχετίζονται με την τελική κατάληξη μας. Αναφορικώς με το ζήτημα της ύπαρξης κωλύματος, θα πρέπει να πούμε ότι τούτο δεν έχει εφαρμογή στα του ποινικού δικαίου, όπως ανακύπτει ευνοήτως και από το σκεπτικό της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (όπως ήταν τότε), στις αποφάσεις R v. Z
(2000)3 All E.R. 385, 396 και Director of Public Prosecutions v. Humphrys
(1976)2 All E.R. 497, 506-511. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή των καθ΄ ων η αίτηση, απορρίπτεται. Στα περί ύπαρξης δεδικασμένου, έχουμε να παρατηρήσουμε δύο τινά. Πρώτο, ως θέμα αρχής, το δόγμα αυτό εφαρμόζεται στο ποινικό δίκαιο εν σχέσει με τον κανόνα ενάντια στη διπλή υποβολή κινδύνου καταδίκης και ποινής για το ίδιο αδίκημα (double jeopardy), κάτι που, ασφαλώς, δεν είναι η περίπτωση εδώ (βλ. Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, 500-501). Δεύτερο (και ανεξαρτήτως του πρώτου), το ότι οι προηγούμενες μας αποφάσεις επί του πρώτου αιτήματος δεν περιείχαν κατάληξη καθοριστική για τα δικαιώματα των μερών, δε θα μπορούσε, έτσι και αλλιώς, να θεωρηθεί ως κατά βάση δημιουργικό δεδικασμένου (βλ. Evand Promotion και Άλλοι ν. Rutman
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1787, 1789-1790). Άρα και αυτή η τοποθέτηση των καθ΄ων η αίτηση, δε μπορεί να γίνει δεκτή. Σχετικώς με τα περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, μας παρέχεται χρήσιμη καθοδήγηση από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή και Άλλων
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 529, 547-548, όπου τονίστηκε το πολύμορφο που αυτή μπορεί να λάβει, δίχως μάλιστα να μπορούν να προδιαγραφούν οι συμπεριφορές εκείνες που θα ηδύναντο στην κάθε περίπτωση να τη χαρακτηρίσουν. Το Δικαστήριο, υπογραμμίστηκε, διατηρεί πάντοτε τη γενική επόπτευση και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή εκείνων που θεωρεί καταχρηστικές, με τον έλεγχο αυτό να επιβάλλει την απρόσκοπτη διασφάλιση της δικονομικής και ουσιαστικής τάξης με ενιαία προσέγγιση. Πιο πρόσφατα, στην Ahmed
(2011)EWCA Crim 184, το Αγγλικό Εφετείο, ασχολούμενο με το ζήτημα της αναστολής ποινικής διαδικασίας ελέω κατάχρησης, σημείωσε ότι η ευχέρεια του Δικαστηρίου προς διαπίστωση ύπαρξης μιας τέτοιας κατάστασης και η ενάσκηση της συζητούμενης δικαστικής ευχέρειας, μπορεί να ενασκηθεί προς προστασία της ακεραιότητας της δικαστικής διαδικασίας εκεί όπου παρατηρείται κατάφορα αξιόμεμπτη συμπεριφορά εκ πλευράς Εκτελεστικής Εξουσίας [«gross executive misconduct»] (εμείς, το επεκτείνουμε και στα της Νομοθετικής Εξουσίας, χωρίς να βλέπουμε λόγο γιατί όχι, τηρουμένων των αναλογιών), η οποία τείνει σε εκμετάλλευση της διαδικασίας αυτής, με χειριστική διάθεση και επακόλουθο την αποστέρηση από τον κατηγορούμενο της προστασίας του κράτους δικαίου, κάτι που δε βρίσκουμε να ισχύει στην παρούσα περίπτωση, για λόγους που εξηγούμε ευθύς αμέσως. Το άρθρο 36Α, μετέβαλε παντελώς τη νομική βάση του αιτήματος αντιπαραβαλλόμενης με εκείνη του πρώτου, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε να ενεργήσουμε, αφού, πια, ο Νομοθέτης, πέραν από την παροχή δυνατότητας λήψης μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη, έθεσε ως κριτήριο για κάτι τέτοιο, το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Μας βρίσκουν αποκλίνοντες οι τοποθετήσεις των καθ΄ων η αίτηση, ιδιαίτερα των 1, 3 και 4, σε σχέση με την υποβαθμισμένη έννοια που φαίνεται να αποδίδουν στη δημιουργία του άρθρου 36Α και στο γεγονός ότι η ύπαρξη εσωτερικού νόμου που ρυθμίζει σήμερα την κατάσταση, σε σύγκριση με το τι ίσχυε κατά το πρώτο αίτημα, δεν έχει μεταβάλει άρδην τη βάση του εγχειρήματος. Το άρθρο 36Α, συνιστά την πεμπτουσία του ζητήματος που μας απασχολεί και θεμελιακό διαφοροποιητικό γνώμονα, από το τι επικρατούσε κατά το πρώτο αίτημα, το οποίο διακρινόταν, σε αντιδιαστολή με το νυν, από δικαιοδοτικό έλλειμμα. Κατά ταύτα, αποφαινόμαστε ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ασύμφωνους μας βρίσκουν και όλα όσα αναφέρθηκαν για τα περί ύπαρξης αθέμιτων κινήτρων από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην προώθηση τροποποίησης της νομοθεσίας, από την οποία απέρρευσε το άρθρο 36Α, μετά την απόρριψη του πρώτου αιτήματος. Τίποτε από όσα μας τέθηκαν, δε δικαιολογεί, αντικειμενικώς, σύμπλευση με ένα τέτοιο βαρύ και σοβαρό ισχυρισμό. Η τροποποίηση της νομοθεσίας έλαβε χώραν μετά την έκδοση των αποφάσεών μας στο πρώτο αίτημα και όχι διαρκούσης της εκδίκασής του, κάτι που, αν και εφόσον συνέβαινε, ενδεχομένως, να έθετε τα πράγματα σε διαφορετική βάση και να οδηγούσε σε άλλες σκέψεις, κατ΄αναλογίαν εφαρμοζόμενου και του σκεπτικού στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 2)
(1999)2 Α.Α.Δ. 278, 282-
  1. Δε συνέβη όμως. Παρομοίως, διαφωνούντες μας βρίσκει και η άλλη άποψη των καθ΄ων η αίτηση, ότι η τροποποίηση της νομοθεσίας έγινε σκοπίμως, για ανατροπή, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, των προηγούμενων μας αποφάσεων στο πρώτο αίτημα και τούτο λόγω τού ότι, πέραν όλων των άλλων σχετικών που έχουμε ήδη αναλύσει, δεν υφίσταται πια, ως γεγονός, οποιαδήποτε απόφαση προς αναστροφή, δοθέντος ότι, σε αυτό το στάδιο, το αίτημα στηρίζεται σε νέα νομική βάση, μη διαθέσιμη τότε και με επιδίωξη την έκδοση άλλης ετυμηγορίας επί αυτού. Εκφράστηκαν διάφορα από τους καθ΄ων η αίτηση περί του πανομοιότυπου της πραγματικής βάσης τού υφιστάμενου αιτήματος με το προγενέστερο και για τις ανατρεπτικές επιπτώσεις που αναμένουν να έχει το γεγονός στην τελεσφόρηση του. Δεν τα συμμεριζόμαστε. Η κρίσιμη συνιστώσα στην υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τόσον η υπάρχουσα ταυτοσημία γεγονότων μεταξύ των δύο αιτημάτων όσον το ενυπάρχον σήμερα νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να αξιολογηθούν. Η όποια σύμπτωση θα μπορούσε να εντοπιστεί στη νομική σύσταση της αντιπαρατιθέμενης επιχειρηματολογίας μεταξύ των δύο αιτημάτων, δε θα μπορούσε, κατά την αντίληψη μας, να τα συμπτύξει, κατατάσσοντας τα ως κατά νόμο και ουσία αδιαίρετα, αφού εξακολουθούν να παραμένουν ξέχωρα ως προς την νομική πραγματικότητα που εκφράζουν. Σε αυτή την παράμετρο και τις παραφυάδες της, θα επανέλθουμε. Το ότι η αναγκαιότητα δημιουργίας εξειδικευμένης νομοθετικής πρόβλεψης προέκυψε, παραδεκτώς, από τις αποφάσεις μας επί του πρώτου αιτήματος και τις συνακόλουθες ενέργειες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τροποποίηση της νομοθεσίας, δεν παρέχουν ως εκ τούτων και μόνον, περιθώριο ταύτισης με τις τοποθετήσεις των καθ΄ ων η αίτηση περί ύπαρξης ιδιοτελών κινήτρων και αθέμιτης παρέμβασης στη συνεχιζόμενη ποινική διαδικασία. Δε δικαιολογείται τέτοια κατάληξη με βάση τα γεγονότα. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία ένδειξη ότι η αιτήτρια, κατά την προώθηση του πρώτου αιτήματος, γνώριζε περί του νομοθετικού κενού αλλά παρ' όλα αυτά επέλεξε να το αγνοήσει, κάτι που, αν όντως συνέβαινε, ίσως και να δημιουργούσε συζητήσιμο θέμα για άλλες προσεγγίσεις. Η θέσπιση σχετικής νομοθεσίας ήταν κάτι που η Πολιτεία είχε, δίχως άλλο καθήκον να τροχοδρομήσει και επιτύχει ως εκ της Συμφωνίας για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που υπογράφτηκε στις 25 Ιουνίου, 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης που κυρώθηκε με τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα Νόμο 20(III)/
  2. Αυτό επράχθη, όπως θεωρήθηκε, με τη ψήφιση του Περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το άρθρο 3
(2), της Συμφωνίας για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφτηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, για Αμοιβαία Νομική Συνδρομή σε Ποινικά Θέματα, που υπογράφτηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 (Κυρωτικού) Νόμου 7(ΙΙΙ)/08 («Ν.7(ΙΙΙ)/08»). Το διάβημα όμως, όπως κρίναμε στις ενδιάμεσες μας αποφάσεις επί του πρώτου αιτήματος, δεν ήταν αρκετό, επειδή θα έπρεπε να συνοδευόταν και από ειδική περί τούτου νομοθετική πρόβλεψη. Όπερ και εγένετο, με την κατά το δέον, θεωρούμε, ψήφιση του άρθρου 36A, έστω και καθυστερημένα. Η χρονική στιγμή που επιλέχθηκε για προώθηση της περί ης ο λόγος νομοθεσίας, λόγω και της διαδικαστικής υφής της (όπως θα εξηγήσουμε σε λίγο), σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να στρέψει την προσοχή αλλού και σίγουρα, όχι προς την ίδια κατεύθυνση με αυτή των καθ΄ων η αίτηση, δεδομένου και του γεγονότος ότι το ζήτημα της απουσίας νομιμοποιητικής βάσης του πρώτου αιτήματος, τέθηκε από εμάς ex proprio motu, στο στάδιο των αγορεύσεων, χωρίς ποτέ, αιτήτρια και καθ΄ων η αίτηση, να αγγίξουν την πτυχή αυτή. Κατά λογικήν συνέπεια, τούτα απαντούν και στα περί παραβίασης της αρχής τής διάκρισης των εξουσιών, θέση την οποία, επίσης απορρίπτουμε, αφού συν τοις άλλοις, παρέμεινε μετέωρη και ανεπαρκώς τεκμηριωμένη. Σε διάσταση μάς βρίσκει και η άποψη των καθ΄ων η αίτηση περί κατάταξης των προνοιών του άρθρου 36Α, ως μη δικονομικής φύσεως και αναδρομικής ισχύος. Το άρθρο 36Α, έχει διαδικαστική σύσταση και στόχευση, προβλέποντας περί της λήψης και παρουσίασης μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη και όχι τον καθορισμό ουσιωδών δικαιωμάτων των αφορούντων μερών, υπό την έννοια της ρύθμισης της συμπεριφοράς τους είτε με το κράτος είτε με άλλους. Προσφέρει, απλούστατα, ένα δικονομικό μηχανισμό παρουσίασης μαρτυρίας, το πρόσφορο του οποίου εκπηγάζει από την τεχνολογική ανάπτυξη των καιρών. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Οι αυθεντίες στις οποίες παράπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση για να ενδυναμώσουν τις περί του αντιθέτου θέσεις τους επί του συζητούμενου, διαπιστώνουμε, με κάθε σεβασμό, ότι δε μπορούν να συντείνουν σε αυτό επειδή αφορούν είτε στο γενικό προσδιορισμό θεμάτων αρχής επί των οποίων, εν πάση περιπτώσει, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε σημαίνουσα διάσταση, όπως, οι αποφάσεις Kafkaris v. Cyprus
(2009)ΕΗRR 35, R (Οn the Αpplication of Purdy) v. Director of Public Prosecutions
(2009)4 All E.R. 1147 και Diagoras Development Ltd v. National Bank of Greece S.A.
(1985)1 C.L.R. 581, είτε διακρίνονται ουσιωδώς, όπως και οι τρεις αμέσως προηγούμενες, ως προς τα γεγονότα και ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκαν σε σχέση με το τι ενδιαφέρει εδώ, όπως οι Gillan and Quinton v. The United Kingdom
(2010)50 EHRR 45, Pravednaya v. Russia, Application No. 69529/01, ημ. 30.3.05, Zielinski and Others v. France
(1999)31 EHRR 532 και Stran Greek Refineries and Stratis Andreadis v. Greece
(1994)19 EHRR 293, αφού, σε αυτές τις τελευταίες, οι παρατηρηθείσες νομοθετικές τροποποιήσεις, διαρκούσης της δίκης, δε σχετίζονταν με διαδικαστικά ζητήματα αλλά με ουσιώδεις εκφάνσεις των σχετικών νόμων (προσδιοριστικών καθώς αποφασίστηκε), των δικαιωμάτων των διαδίκων και καθαπτόμενων του πυρήνα των επίδικων θεμάτων. Το γεγονός ότι θετική κρίση επί του αιτήματος ενδεχομένως να αναδείκνυε κεφαλαιώδη, έστω, ζητήματα σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας που θα προέκυπτε, δε θα μπορούσε να μετατρέψει (επί της ίδιας βάσης), τη διαδικαστική φύση των διατάξεων του άρθρου 36Α, σε ουσιώδη, υπό την έννοια του προσδιορισμού θεμελιακών δικαιωμάτων οποιουδήποτε των εμπλεκομένων και ιδιαίτερα των καθ΄ ων η αίτηση, μιά και περί αυτών η συζήτηση. Έτερον εκάτερον. Αποδοχή των θέσεων τους επί της αναλυόμενης πτυχής, θα οδηγούσε, κατά την ταπεινή μας γνώμη, σε ανάρμοστη πρόσμειξη του διαδικαστικού με το ουσιαστικό και σε απόρριψη του αιτήματος επί τη βάσει in abstracto εικασιών, πριν καν μας δοθεί η ευκαιρία να αποφανθούμε επί του περιεχομένου τής όποιας μαρτυρίας ήθελεν προκύψει κατά την εξέλιξη της δίκης, ενεργώντας, τουτέστιν (και εξίσου αδικαιολογήτως), προληπτικώς (preemptively). Επί αυτής της πτυχής, αλλά από κάπως διαφορετική σκοπιά, θα ασχοληθούμε πιό μετά. Κατ΄ακολουθίαν, στην απουσία επαρκών λόγων για το αντίθετο και με βάθρο τα όσα κατ΄αναλογίαν σχετικά αναφέρονται στις αυθεντίες Κλείτου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 173/09, ημ. 29.3.11 (στην οποία αποφασίστηκε ότι το νέο άρθρο 9 του Κεφ. 9, που εισάχθηκε στο βασικό νόμο με τον τροποποιητικό Ν.14(Ι)/09, μετά την καταχώριση της υπόθεσης και πριν τη συμπλήρωση της, είχε αναδρομική ισχύ επειδή ήταν διαδικαστικής φύσεως και αφορούσε σε αποδεικτικούς κανόνες), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιάγκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 254, 257-259, Datamedia A.E. v. K.S.N (Business Aids) Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 13, 18 και στο σύγγραμμα, Langan, Maxwell Οn the Interpretation of Statutes, 12η έκδ., 1976, σελ. 222-224, με ειδικότερη εκεί αναφορά, στη Selangor United Rubber Estates Ltd v. Cradock (No.2)
(1968)1 WLR 319, 321, καταλήγουμε ότι το άρθρο 36Α, είναι δικονομικής φύσεως και αναδρομικής ισχύος, καλύπτοντας πλήρως το υπό συζήτηση αίτημα. Το ότι το εν λόγω άρθρο, θεσπίστηκε μεσούσης της ενώπιον μας διαδικασίας, επ΄ουδενί λόγω, μεταβάλλει την κατάσταση υπό τις συνθήκες, ακριβώς, λόγω της δικονομικής του υφής (βλ. Varnavides v. Ioannou and Another
(1982)1 C.L.R. 263, 274-275). Αντίθετους, μας βρίσκουν και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, στη βάση, όπως διατείνονται οι καθ΄ων η αίτηση, ότι η «.Νομοθετική Εξουσία έχει θεσπίσει πρόνοια εκπληκτικής αοριστίας, ουσιαστικά χωρίς περιεχόμενο, που παρέχει αρμοδιότητα χωρίς κριτήρια και χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε λόγων με βάση τους οποίους να επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης», με τη Βουλή να «.έχει, παράνομα και αντισυνταγματικά, μεταφέρει τη δική της αρμοδιότητα για τη διατύπωση συγκεκριμένων κριτηρίων αναφορικά με το θέμα της αποδοχής μαρτυρίας με εικονοτηλεδιάσκεψη, στη Δικαστική Εξουσία». Συμφωνούμε κατ' αρχήν με την αιτήτρια ότι οι ως άνω θέσεις περί αντισυνταγματικότητας τέθηκαν ανεπαρκώς και ασαφώς από τους αντιδίκους και η διαπίστωσή μας αυτή ισχύει και για τα περί αντίθεσης του άρθρου 36Α, με το Άρθρο 28 του Συντάγματος και του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προσδιόρισαν συγκεκριμενοποιημένως και ως όφειλαν, συμφώνως αποφάσεων όπως η Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου και Άλλης
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 8, 16, ποιες από όλες τις εκεί περιλαμβανόμενες πρόνοιες παραβιάζονται ή, και τούτο αφορά, κατά μείζονα λόγον τα περί παραβίασης των δύο τελευταίων άρθρων, για ποιούς λόγους. Με αυτό το δεδομένο, οι ισχυρισμοί των καθ΄ων η αίτηση περί αντισυνταγματικότητας, δε μπορεί παρά να απορριφθούν. Παρά ταύτα, θα επιληφθούμε των εισηγήσεων και αυτό για να αποφευχθούν τυχόν περιπλοκές και καθυστερήσεις σε περίπτωση που υπήρχε κατ΄ έφεση αποκλίνουσα άποψη επί της κρίσης μας. Το πράττουμε αυθωρεί. Καταρχάς, το άρθρο 36Α, καθορίζει εναργώς, ως προϋπόθεση εφαρμογής του, τη διαμονή μάρτυρος εκτός Δημοκρατίας. Αυτό, ικανοποιείται σε σχέση και με τους δύο επιδιωκόμενους μάρτυρες. Επομένως, σε ό,τι αφορά σε αυτή τη διάσταση, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια. Ακόμη, το άρθρο 36Α, ορίζει ως κριτήριο αποδοχής παρόμοιων αιτημάτων, τη δικαστική κατάληξη ότι το μέτρο θα αποβεί «προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης». Ακολουθεί, ότι καθορίζονται και κριτήρια στο άρθρο 36Α. Αν σκοπός του Νομοθέτη ήταν να ορίσει τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει στην κάθε περίπτωση το συμφέρον της Δικαιοσύνης είτε με την έκφραση κριτηρίων είτε με άλλες παραμέτρους, όπως παραδείγματος χάριν, πρόβλεψε στο άρθρο 27 του Κεφ. 9, τότε, κατά το σκεπτικό στη Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 229, θα το έπραττε. Δεν το έπραξε όμως. Αντ΄αυτού, άφησε τα σχετικά, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, επιλογή όχι ασυνήθη στα νομοθετικά πράγματα. Το ότι δεν ορίζεται στο άρθρο, η έννοια του όρου «προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης» ή δεν παρατίθενται λεπτομερώς άλλες προσδιοριστικές παράμετροι προς κατάληξη σε συναφές συμπέρασμα, όπως, ας πούμε, συμβαίνει με αντίστοιχες πρόνοιες του άρθρου 51
(7)του αγγλικού Criminal Justice Act 2003, δε σημαίνει αδηρίτως ότι θα πρέπει να οδηγήσει και σε κατάληξη περί ύπαρξης ασάφειας και αοριστίας, παρόλο που, μια τέτοια οριοθέτηση μάλλον θα προσέθετε, κατά τα λεχθέντα στην Constantinides v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 337, 354 (με τις ανάλογες αναπροσαρμογές), στην ευκολότερη, από αυστηρώς πρακτικής απόψεως, διαχείριση του, χωρίς ωστόσο το αντίθετο να αφαιρεί από τη νομιμοποίηση του δικαιοδοτικού πεδίου που το περιβάλλει ή να το καθιστά αναποδράστως, από αυτό και μόνον, ως αντισυνταγματικό, για τους λόγους που πρόταξαν οι καθ΄ων η αίτηση. Βεβαίως, ακόμη και να υπήρχαν καταγραμμένα στο άρθρο 36Α, λεπτομερή κριτήρια σε σχέση με τον τρόπο ενάσκησης της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, τούτο, δε θα μπορούσε να την περιορίσει κατά τρόπο αντιφατικώς μονολιθικό και παραβιαστικό της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (με την οποία ενασχολήθηκαν, όπως είδαμε, οι καθ΄ων η αίτηση, με αντίστροφη όμως λογική και υπό άλλο πλέγμα), με αυτά που λέμε, να προκύπτουν και από μια πλατύτερη ερμηνεία κάποιων τοποθετήσεων του Εφετείου στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217, 224, με παραπομπή εκεί στα νομοθετικά κριτήρια αξιολόγησης της βαρύτητας εξ΄ακοής μαρτυρίας στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9 και στο ότι δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως εξαντλητικά, αφού ενυπάρχει, στην κάθε περίπτωση, η δυνατότητα αποδοχής ή απόρριψης της από το Δικαστήριο κατ΄ενάσκησιν ευρείας ευχέρειας και στη βάση άλλων ή συμπληρωματικών παραγόντων. Δεν είναι ίσως τυχαίο που το Αγγλικό Εφετείο στη Rowland and Another v. Bock and Another
(2002)4 All E.R. 370, ανάφερε σε σχέση με αιτήματα εικονοτηλεδιάσκεψης, ότι η διακριτική ευχέρεια δεν πρέπει να είναι δέσμια αυστηρών κριτηρίων. Ειπώθηκαν, εκεί, από το Δικαστή Newman, τα ακόλουθα σχετικά με το τι εν προκειμένω ενδιαφέρει (στη σελίδα 374): «.In my judgment the master:
(1)failed to pay sufficient regard to the recognition accorded by the code [δηλαδή, τους Αγγλικούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς 2002, Δ.32.3] to video link evidence. His conclusion that it should only be ordered in cases of pressing need, where a witness is 'too ill to attend', it too restrictive and conflicts with the broad and flexible purpose of the code which is directed to the objective of enabling the court to do justice. No defined limit or set of circumstances should be placed upon the discretionary exercise to permit video link evidence.». Η Βουλή, ψηφίζοντας το άρθρο 36Α, έδωσε στο Δικαστήριο την εξουσία να εφαρμόσει την πρόθεση της για παροχή της αφορώσας δυνατότητας, υπό τους προβλεπόμενους όρους και προϋποθέσεις. Γι΄αυτό τον λόγο και κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η Cookson v. Lee
(1854)2 L.J.Ch 473, 475, θα πρέπει, καθηκόντως, να επιχειρήσουμε (και έτσι ενεργήσαμε), την πρόσδωση μιας δίκαιης, εύλογης, νουνεχούς και συνταγματικώς συμβατής ερμηνείας στις εν λόγω πρόνοιες και όχι να θεωρήσουμε αυτομάτως και άνευ ετέρου, κατά τη Holmes v. Bradfield Rural District Council
(1949)1 All E.R. 381, 384, την όποια φαινομενική ασάφεια ή έλλειψη συγκεκριμενοποιημένων κριτηρίων, ως επαρκή βάση άρνησης, ουσιαστικά, ερμηνείας και εφαρμογής των προνοιών, πλήττοντας τοιουτοτρόπως, ανατρεπτικώς, συμφώνως της Clarence R.y v. Great North of England R.y
(1845)13 M & W 706, 721, τους σκοπούς του Νομοθέτη και παραβαίνοντας, κατά το σύγγραμμα Bennion, Statutory Interpretation, 3η εκδ., 1997, σελ. 879, την υποχρέωση μας γιά απόδοση νοήματος, κατά το μέτρον του δυνατού, στις θεσπισθείσες πρόνοιες, δεδομένου μάλιστα και του γεγονότος, ότι η εν λόγω ερμηνεία θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να προωθεί και όχι να καταργεί το αντικείμενο και θεραπεία που στοχεύουν να εξασφαλίσουν (βλ. Gour, The Penal Law of India, 11η έκδ., 2002, Τομ. 1, σελ. 38). Παρεμφερώς, στη Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. D. 50, 58, αναφορικώς με την ερμηνεία νομοθετημάτων, λέχθηκε ότι, όπως και σε κάθε περίπτωση δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, αυτή θα πρέπει να ενασκείται λογικώς και δικαίως και εκεί όπου δεν υπάρχουν ενδείξεις στο νόμο ως προς το πώς θα πρέπει να διαμορφώνεται, θα ήταν λάθος να θεωρείται ότι αμβλύνει τη δυνατότητα κατάληξης στα επιζητούμενα συμπεράσματα, αφού, θα προσθέταμε, κατά το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καλκούτας, στη Jagendra Chandra Roy v. Superintendent of the Dum Dum Special Jail
(1933)A.I.R Cat, 280, 282, κάθε νομοθέτημα, ανεξαρτήτως του αν είναι ποινικό ή όχι, θα πρέπει να ερμηνεύεται με κριτήριο την κοινή λογική και τη δικαιοσύνη. Έτσι και εδώ. Ερμηνεύοντας το άρθρο 36Α, μπορούμε να προστρέξουμε και σε άλλα παρόμοια νομοθετήματα, ξένα ή ημεδαπά, καθώς και σε σχετική με αυτά νομολογία, ώστε να αποκομίσουμε καθοδήγηση προς μόρφωση ιδίας κρίσης αλλά και επίρρωση της σύμφυτης και κατά τεκμήριο, υφιστάμενης δικαιϊκής μας λογικής, ως διαπλαστικής της απόφασης μας επί των επίδικων. Δεν υπάρχει τίποτε το νεοφανές στην προσέγγιση. Αυτό έγινε, για παράδειγμα, στη Savva "Pambos" v. The Police
(1986)2 C.L.R. 30, 52-53, όπου αναλύθηκαν, μεταξύ άλλων, οι πρόνοιες του άρθρου 54 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στο οποίο προβλέπεται ότι η εξουσία προς κλήση ή επανάκληση μαρτύρων, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ότι, δηλαδή, ένας τέτοιος μάρτυς θα είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης, χωρίς να τίθενται εξειδικευμένα κριτήρια ως προς το τι θα πρέπει ή δε θα πρέπει να αξιολογείται. Αποφασίστηκε, ότι το αν το αίτημα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, θα πρέπει να αντικρίζεται στη βάση των συγκεκριμένων γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση και των αρχών που διέπουν το ζήτημα, με θεμιτή, όπως φαίνεται να προκύπτει από την αναφορά στο κείμενο, αποσπάσματος από το σύγγραμμα Loizou and Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 120, την επίκληση επί τούτου και αγγλικής νομολογίας, ερμηνευτικής παρομοίων προνοιών. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, στην απουσία νομολογίας ερμηνευτικής άλλων ταυτόσημων ή παρομοίων ξένων νομοθετημάτων, να τα διεξέλθει, με βλέψη, εντοπισμό καθοδηγητικών προνοιών ή κριτηρίων σε σχέση με την ενάσκηση της παρεχόμενης ευχέρειας, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει για να σχηματίσει τη δική του, αντίστοιχη προσέγγιση, προσαρμοσμένη ασφαλώς, κατά το γενικότερο σκεπτικό στην KEM (Taxi) Ltd v. Tryfonos
(1969)1 C.L.R. 52, 69-70, στις αντίστοιχες κοινωνικές και νομικές πραγματικότητες του τόπου μας. Φερ΄ειπείν, στη Demetriou v. The Republic
(1974)2 C.L.R. 45, 49-50, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 11 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας του 1964, που προβλέπουν για τη δυνατότητα αναστολής ποινών φυλάκισης, χωρίς όμως παράθεση οποιασδήποτε βάσης σε σχέση με τον τρόπο ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, με αναφορά στο αντίστοιχο άρθρο 100 του Ελλαδικού Ποινικού Κώδικα, στο οποίο, αντιθέτως, παρατίθενται σαφή κριτήρια ως προς το πώς θα πρέπει να αποφασίζεται το ζήτημα. Αυτά, ασχέτως αν οι δύο προαναφερθείσες αποφάσεις δεν καταπιάστηκαν με ζητήματα αντισυνταγματικότητας, τονίζουν έτι πλέον, το εύρος του πεδίου εντός του οποίου κινούνται τα Δικαστήρια κατά τα ερμηνευτικά τους καθήκοντα και αποδυναμώνουν, θα λέγαμε, την περί του αντιθέτου θέση των καθ΄ων η αίτηση. Παρενθέτουμε, διότι λέχθηκαν αρκετά περί τούτων από τους συνηγόρους, στο βαθμό, ασφαλώς, που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως σχετιζόμενα με τα περί ασάφειας του άρθρου 36Α, ότι αγνοήσαμε παντελώς το περιεχόμενο των Πρακτικών της Βουλής (βλ. Παράρτημα Γ, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση 1, 3 και 4), ως παρέχοντα ερμηνευτικό μέτρο διότι, όπως σαφώς συνάγεται από το σκεπτικό στην Eurofreight Logistics Limited v. Georgiou
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, 34, κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό, με αυτό, να εναρμονίζεται και με την αρχή που αναλύθηκε και στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441, 445, ότι, δηλαδή, είναι ανεπίτρεπτη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τα κίνητρα, πολιτική ή σοφία της προς ερμηνεία πρόνοιας ή η έκφραση, κατά την Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, 643, δικαστικής γνώμης αναφορικώς με τη σκοπιμότητα και λόγους πολιτικής πίσω από τη ψήφιση της, νοουμένου, ασφαλώς, ότι το Δικαστήριο έχει, τωόντι, διαπιστώσει, όπως εδώ, ότι η έγκριση του νόμου έγινε νομίμως και αρμοδίως. Διόλου δεν παραβλέψαμε τις σποραδικές αναφορές στη νομολογία, όπως στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Δώρου Γεωργιάδη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1842, 1848 και τις εκεί παρατεθείσες αυθεντίες, ότι όπου παρατηρείται πασιφανής ασάφεια σε νομοθέτημα, είναι επιτρεπτή η καταφυγή στα Πρακτικά της Βουλής προς ερμηνευτική συνδρομή έτσι ώστε να διαπιστωθούν, μεταξύ άλλων, το ιστορικό που οδήγησε στη ψήφιση του και οι καταστάσεις και παραλείψεις που στόχευσε να εξαλείψει. Δεν τίθεται εδώ όμως τέτοιο θέμα, όπως υπονόησαν οι καθ' ων η αίτηση. Εκείνο που πράξαμε (σε άλλο πια επίπεδο), ήταν να ιχνηλατήσουμε τα Πρακτικά-Παράρτημα Γ, όχι για ερμηνεία του άρθρου 36Α, αλλά αξιολόγηση της θέσης των καθ΄ων η αίτηση περί εξωγενών παρεμβάσεων στα της Δικαστικής Εξουσίας, επί της οποίας έχουμε ήδη αποφανθεί. Επανερχόμαστε στο θέμα του συμφέροντος της Δικαιοσύνης και στα του προσδιορισμού του, υπογραμμίζοντας ότι κατά τη Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, 143, το συμφέρον αυτό χαρακτηρίζεται, γενικώς, ως έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, με επιβεβλημένη, συμφώνως της Ιωάννου ν. Κράνου και Άλλων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 7, 10, την αντιστάθμιση, αφενός, των παρεπομένων της όποιας παρεκτροπής από τα θέσμια και τα επακόλουθά τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και αφετέρου, των συνεπειών άρνησης του σχετικού αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή, με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιζητούμενη κατάληξη να είναι, με βάση και το σκεπτικό στην Παφίτη ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 684, 689, ευρύτατη και απαιτούσα στάθμιση του κάθε δυνητικώς συνυπολογίσιμου στοιχείου, με δείκτη, κατά τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου και Άλλων, Ποιν. Εφ. 56/09 κ.ά, ημ. 29.3.10, την εξισορρόπηση της ανάγκης για ορθή εφαρμογή του νόμου και τις επιπτώσεις στον κατηγορούμενο. Δεν είναι λοιπόν, η έννοια αυτή ανεπίδεκτη προσδιορισμού, όπως φαίνεται να εισηγούνται οι καθ΄ων η αίτηση. Κάθε άλλο. Προσεγγίζοντας το ζήτημα του καθορισμού των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, στο πεδίο του αναλυόμενου άρθρου, είχαμε στο μυαλό, εκτός των πιό πάνω και τα αναφερθέντα στη Hermes Insurance Ltd και Άλλου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 406, 409, ότι το εγχείρημα δε μπορεί ή δε θα μπορούσε αποδοτικώς να επιδιωχθεί, χωρίς αναφορά και στις ευρύτερες στοχεύσεις του Κεφ. 9, με αναλόγως σχετικά και τα διατυπωθέντα στο σύγγραμμα Cross, Statutory Interpretation, 2η έκδ., 1987, σελ. 148, ως προς το ότι: «The judge must have in view not merely the specific purpose of the statute, but also the general purposes of the Law into which the purpose and provisions of the statute are presumed to have been intended to fit coherently.» Παρομοίως και εμείς, είδαμε το Κεφ. 9, στο σύνολο του, ως νομοθέτημα του οποίου υπέρτατη στόχευση δεν είναι μόνο η παροχή δυνατότητας στα διάδικα μέρη χρησιμοποίησης του για σκοπούς παρουσίασης υποθέσεων ενώπιον Δικαστηρίου, με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό (και στο μέτρο του δυνατού), σύντομο, οικονομικό και προστατευτικό των ανθρωπίνων τους δικαιωμάτων, ιδιαίτερα των κατηγορουμένων, αλλά και βάσει της Αναστασίου ν. Μιχαηλούδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 264, 273-274, η υποβοήθηση, μαζί με τις εμπειρίες των Δικαστών για τα ανθρώπινα, αναδίφησης των περασμένων και ανάπλασης των γεγονότων με σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας ή, κατά μιά πιό πραγματιστική αντιμετώπιση, την κατάδειξη τής κατά πιθανολόγηση ορθότερης εκδοχής ως προς τα συμβάντα, αφού, κατά την ανθρώπινη εμπειρία, στην έκταση που δυνάμεθα να την αντιληφθούμε, η διάγνωση της πραγματικής αλήθειας με απόλυτη βεβαιότητα είναι σχεδόν αδύνατη. Υπό αυτή την οπτική, το συμφέρον της Δικαιοσύνης δε μπορεί παρά να αποσκοπεί (και εδώ), στη διαπίστωση ή όχι της ποινικής ευθύνης των καθ΄ων η αίτηση, στη βάση ενός, κατά το εφικτόν, ακριβούς οικοδομήματος αποτελούμενου από νόμιμη, σχετική και αποδεκτή μαρτυρία, με στοιχειωδώς δεδομένη τη δυνατότητα των τελευταίων, να συνδράμουν, όπως και η αιτήτρια, στην πραγμάτωση του (και δεν υπαινισσόμαστε αντιστροφή του βάρους απόδειξης ή του τεκμηρίου της αθωότητας), δια της αμφισβήτησης με αντεξέταση ή άλλως πως, των εκατέρωθεν μαρτύρων και της όποιας μαρτυρίας αναφυηθεί. Περαίνουμε, ότι το άρθρο 36Α, δεν είναι ούτε ασαφές ούτε και αόριστο και ως αναγκαίο επακόλουθο, μήτε και αντισυνταγματικό, στη βάση που προωθήθηκε, αφού, όπως προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε, οι πρόνοιες του δεν αντιστρατεύονται, σε οποιαδήποτε έκφανση τους, αυτές του Άρθρου 30 του Συντάγματος ή του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Συζητήθηκε κατά τις αγορεύσεις το κατά πόσον η αιτήτρια έχει ή όχι προβάδισμα στην προώθηση της υπόθεσης έναντι των καθ΄ων η αίτηση λόγω των νέων προνοιών του άρθρου 36Α και αν ορθώς εννοήσαμε, το αν η ενδεχόμενη ύπαρξη μιας τέτοιας υπεροχής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραβιαστική του δικαιώματος των τελευταίων για ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης, βάσει του Άρθρου 28 του Συντάγματος και του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ. Δε βλέπουμε πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Πρώτα και κυρίως, το εν λόγω άρθρο δε διακρίνει, πόσω δε μάλλον δυσμενώς, μεταξύ οποιουδήποτε των διαδίκων ή μερών, σε πολιτική ή ποινική διαδικασία. Έτσι και μεταξύ αιτήτριας και καθ΄ων η αίτηση. Εκτός αυτού, οι καθ΄ων η αίτηση, σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, θα έχουν, συμφώνως του Άρθρου 30.3(γ) του Συντάγματος και του Άρθρου 6.3(δ) της ΕΣΔΑ, την ευκαιρία να αντεξετάσουν τους επιδιωκόμενους μάρτυρες και να μας καλέσουν στο κατάλληλο στάδιο και νοουμένου ότι τούτο επιβάλλεται, να προβούμε σε ευρήματα επί της αξιοπιστίας και βαρύτητας της αναδειχθείσας μαρτυρίας, δεδομένων και των όποιων πληγμάτων θεωρηθούν ότι προκλήθηκαν στα δικαιώματά τους ως εκ της εικονοτηλεδιάσκεψης και όλων όσων επακολούθησαν αυτής και τούτο περιλαμβάνει και την όποια πραγματική/ενσώματη μαρτυρία έχει ήδη κατατεθεί στη διαδικασία ως τεκμήριο, βάσει οποιωνδήποτε επιδιώξεων, προοπτικών ή περιστάσεων επί των οποίων (ή της διασύνδεσης της κατάθεσης τους με τους επιδιωκόμενους μάρτυρες, αν υπάρχει), ας ειπωθεί κατά παρέμβαση, δε θεωρούμε φρόνιμο να εγκύψουμε σε αυτό το στάδιο, για τους ίδιους λόγους. Αυτή η πραγμάτευση ικανοποιεί πλήρως, κατά το σκεπτικό στην Regina (D) v. Camberwell Green Youth Court and Another
(2005)1 WLR 393, 399 (HL) και τις πρόνοιες του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, όπως έκριναν επί του προκειμένου οι Λόρδοι Δικαστές, δεν εγγυάται τη φυσική πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση με τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους στη δίκη, αν και υποσημειώνουμε (για να επανέλθουμε στα δικά μας), ότι σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, οι καθ΄ων η αίτηση θα έχουν την ευκαιρία κατά την εικονοτηλεδιάσκεψη να αντικρίσουν και αντικρούσουν δια αντεξέτασης τούς επιδιωκόμενους μάρτυρες επί οποιασδήποτε πτυχής επιθυμούν, με τον όποιο συναφώς αποδειχθέντα δυσμενή επηρεασμό των πρώτων ως εκ της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, να αποτελεί εφαλτήριο εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη, στον κατάλληλο χρόνο. Συναφώς με αυτά, αφιστάμεθα, με κάθε εκτίμηση, από τη μομφή των καθ΄ων η αίτηση 1, 3 και 4, προς την αιτήτρια, περί του ότι η τελευταία θα έπρεπε, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους μάρτυρες, να πρόβαινε «.στους κατάλληλους χειρισμούς, έγκαιρα, πριν την καταχώριση (της) υπόθεσης στο δικαστήριο, έτσι ώστε να μην βρίσκεται στην ανάγκη να προβάλλει εκ των υστέρων θέσεις τέτοιας μορφής.» Η τοποθέτηση λησμονεί ίσως, ότι οι δικονομικοί παράμετροι που περιβάλουν τη δικαστική διαδικασία δεν είναι συνήθως άτεγκτες και αυτό επειδή, σαφώς, πολλά μπορεί να προκύψουν στην εξέλιξη μιας υπόθεσης σε οποιοδήποτε στάδιο, που δε θα μπορούσαν λογικώς να προβλεφθούν από την αρχή ή και αν ακόμη προβλέπονταν, να μην αναμενόταν ότι θα επισυνέβαιναν. Όπως έγινε και εδώ. Επ΄αυτού, υπάρχουν στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, μηχανισμοί αντιμετώπισης έκτακτων διαδικαστικών περιστατικών (όχι όμως αποκλειστικώς για τέτοιες περιπτώσεις), όπως οι ρυθμίσεις στα άρθρα 49 (Έκδοση Κλήσης Μάρτυρος), 54 (Εξουσία προς Κλήση ή Επανάκληση Μαρτύρων), 61 (Λήψη Μαρτυρίας από Εντεταλμένο), 111 (Επιπρόσθετοι Μάρτυρες) και 175 (Γενικές Εξουσίες των Δικαστηρίων προς Ρύθμιση Διαδικασίας), κάτι που καταρρίπτει και από αυτή τη θεώρηση, τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση 1, 3 και 4, στο γενικότερο τους επίπεδο, όπως και το ψόγο που απέδωσαν στην αιτήτρια σε σχέση με τους χειρισμούς της. Έχει έτσι και η δικονομία τη λογική της στα πλαίσια που εξετάζουμε, με την τελευταία, ως εν παρόδω, να μην αποστερεί αλλά απεναντίας να προβλέπει για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της κάθε περίπτωσης. Από μια πιο συγκεκριμένη γωνία και μιλώντας ενδεικτικώς, δεν υπήρξε ποτέ ισχυρισμός εκ πλευράς καθ΄ων η αίτηση ότι οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες ήταν γνωστό στην αιτήτρια από την καταχώριση του κατηγορητηρίου ή σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο, πριν τον επίδικο σε σχέση με τα τωρινά, ότι δε θα προσέρχονταν στην Κύπρο για να δώσουν μαρτυρία, και εξαιρούμε από την εξίσωση το περιεχόμενο του πρώτου αιτήματος, για τον αυτονόητο λόγο ότι το όλον ζήτημα είχε ήδη, τότε, μετουσιωθεί σε επίδικο. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 36Α, δεν αντιτίθενται ούτε και στις πρόνοιες του Άρθρου 28 του Συντάγματος ή του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, με τους καθ΄ων η αίτηση να έχουν και σε αυτή την περίπτωση, αποτύχει να αποδείξουν τον ισχυρισμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έγινε και στην περίπτωση των υπολοίπων ομοειδών ενστάσεων τους. Απορρίπτοντας και τα περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 36Α, θα προχωρήσουμε με τα υπόλοιπα ζητήματα που απαιτούν επίλυση και δη, στο κατά πόσον η έκδοση του διατάγματος θα εξυπηρετούσε εδώ τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Έχουμε ήδη υποδείξει το πώς η δική μας νομολογία βλέπει και ορίζει το συμφέρον της Δικαιοσύνης, έχοντας ασχοληθεί και με κάποιες από τις σταθερές και μεταβλητές που το δομούν. Δεν παρίσταται ανάγκη να προβούμε σε επαναλήψεις. Για να κατασταλάξουμε στο αν το αίτημα θα απέβαινε εν τέλει προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, εξετάσαμε και ζυγιάσαμε προσεκτικά, μεταξύ άλλων, την προθυμία των επιδιωκόμενων μαρτύρων να δώσουν τη μαρτυρία τους μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, τις απόψεις τους σε σχέση με το ζήτημα, το είδος, φύση και σημασία της μαρτυρίας τους στα επίδικα θέματα, την αναγκαιότητα φυσικής παρουσίας τους κατά τη δίκη και το κατά πόσον η παράθεση της μαρτυρίας με τον τρόπο που ζητείται, ενδεχομένως, να τείνει να αποτρέψει τους καθ΄ων η αίτηση από του να την αμφισβητήσουν αποτελεσματικώς είτε λόγω του τρόπου παρουσίασης της είτε εξαιτίας πρακτικών δυσχερειών που μπορεί να δημιουργηθούν ως εκ τούτης, έχοντας γνώση και κάποιων σχετικών προβλέψεων στις πρόνοιες του παρόμοιου με το επίδικο, άρθρου 51
(7)του Criminal Justice Act 2003, οι οποίες ασφαλώς, αν και δε μας δεσμεύουν, χαράσσουν μια κάποια κατεύθυνση, χωρίς όμως να προβλέπουν κάτι τι που δε θα μπορούσε και από μόνον του το Δικαστήριο να προβλέψει και συνυπολογίσει εμπειρικώς. Κατά τον ισοζυγισμό, δεν παραγνωρίσαμε και κάποιες από τις σχετικές αναφορές του Queen's Bench Division, στην Rowland and Another v. Bock and Another (ανωτέρω), αναφορικώς με τον τρόπο που είχε κριθεί εκεί ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τα γεγονότα σε σχέση με την άρνηση του μάρτυρος να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως κατά τη δίκη (κινδύνευε με σύλληψη αν εισερχόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο αφού εκκρεμούσε εναντίον του αίτηση έκδοσης του στις ΗΠΑ), όπως και τα της γενικότερης δικαστικής αντιμετώπισης τής εικονοτηλεδιασκεπτικής μεθόδου (στη σελ. 374): «.A refusal to attend which could be characterised as an abuse or contemptuous, or which sought to obtain a collateral advantage, could be envisaged as putting the application beyond a favourable exercise of discretion, but CPR 1.1 and 1.4 envisage considerations of costs, time, inconvenience and so forth as being relevant considerations;.[the master]
(5)underestimated the ability of the court to make due allowances for any technological consequences on the demeanour and delivery of the evidence by video link and failed to consider the advantage of a party being able to give live evidence». Εδώ, δοσμένο είναι ότι οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες παρουσιάζονται πρόθυμοι να δώσουν μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης και αυτό, προκύπτει από το περιεχόμενο του Παραρτήματος Η, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Το ζήτημα είναι αν η άρνηση τους να εμφανιστούν ενώπιον μας αυτοπροσώπως, θα μπορούσε να κατέληγε καθοριστική για τις πιθανότητες επιτυχίας του αιτήματος. Κρίνουμε πως όχι. Το ότι, σύμφωνα με τα Παραρτήματα ΣΤ και Ζ, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με πανομοιότυπο λεκτικό, απορρίπτουν με σεβασμό την πρόσκληση για προσωπική παρουσία τους στην Κύπρο («respectfully decline the invitation to appear in person as a witness in Cyprus»), διότι, κατά το λογισμό τους, αν σωστά τον συναγάγαμε, η Εταιρεία Boeing (οι εργοδότες τους), έχει συνεργαστεί πλήρως κατά τη διερεύνηση του επίδικου αεροπορικού δυστυχήματος, μολονότι αξιολογήσιμο, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ως καταχρηστικό, καταφρονητικό ή αλλότριο. Απλώς, δεν επιθυμούν να έρθουν. Αυτό, αποτελεί λόγο από μόνο του. Ως τέτοιο δε είναι που πρέπει να τον αποτιμήσουμε. Η εν λόγω συμπεριφορά τους (παρόλο που πόρρω απέχει από του να θεωρείται ιδανική στη δική μας καθεστηκυία και δικαιϊκή τάξη), δε μπορεί παρά να ειδωθεί διαδραστικώς, μέσα από το φακό των σύγχρονων διασυνοριακών νομικών πραγματικοτήτων και των μέσων που παρέχονται, πια, για σμίκρυνση ή εξάλειψη των δημιουργούμενων δυσχερειών, δικαιοδοτικών και άλλων. Μάλιστα, σε άλλες εποχές, τέτοια άρνηση εκ πλευράς μαρτύρων, θα αποτελούσε και το πέρας κάθε άλλης προσπάθειας αποτελεσματικής παρουσίασης ή παράθεσης της μαρτυρίας τους. Τουλάχιστον, παρέχεται στις μέρες μας, η επιλογή της εικονοτηλεδιάσκεψης, με όλα ασφαλώς τα προτερήματα και μειονεκτήματα της. Αυτό το γνωρίζουν οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες και συναινούν στην προσδοκώμενη διαδικασία. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση σε όλα αυτά. Η άρνηση των επιδιωκόμενων μαρτύρων, δε θα ήταν ορθό να αντικρίζονταν τιμωρητικά για την αιτήτρια, αφού αυτό, κατά μια ευρύτερη εφαρμογή του σκεπτικού στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Καλογήρου
(1998)2 Α.Α.Δ. 6, 9, θα απέβαινε, ως θέμα αρχής, σε αδικαιολόγητο συγχρωτισμό, από θεσμικής απόψεως, της αιτήτριας με τους επιδιωκόμενους μάρτυρες, ταυτίζοντας, με παράδοξο τρόπο, τις μεταξύ τους επιδιώξεις και ρόλο και επιφέροντας ρήγμα στην έννομη τάξη, με δεδομένο μάλιστα και το ότι η αιτήτρια δε θα μπορούσε να τους εξαναγκάσει σε φυσική παρουσία ενώπιον μας, λόγω και της απουσίας αμφίδρομης και δεσμευτικής διαδικασίας για κάτι τέτοιο. Το τι καταφαίνεται είναι ότι, εκτός και αν δοθεί η δυνατότητα στην αιτήτρια να παρουσιάσει τη μαρτυρία των επιδιωκόμενων μαρτύρων μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, αυτοί δε θα προσέλθουν για να δώσουν μαρτυρία στην Κύπρο. Το γεγονός, αποτελεί για μας ισχυρό λόγο για αποδοχή του αιτήματος, όπως εξάλλου έγινε και στη R v. Forsyth
(1997)2 Cr App R 299, 311 (με τις αναφορές όμως εκεί σε Βόρεια Κύπρο [«Northern Cyprus»] και τα τοιαύτα, να τα απορρίπτουμε διαρρήδην για τους πολλούς καλούς και γνωστούς λόγους), ανεξαρτήτως του ότι δε θα μπορούσε, να προωθηθεί αποτελεσματικώς διαδικασία καταφρόνησης Δικαστηρίου, ψευδορκίας ή όπως ήδη διατυπώσαμε, εξαναγκασμού προς προσέλευση των επιδιωκόμενων μαρτύρων ενώπιον μας. Το Αγγλικό Εφετείο τόνισε, δια του Λόρδου Δικαστού Beldam, επί των παρόμοιων με τις επίδικες, προνοιών του άρθρου 32, του Criminal Justice Act 1988, ότι: «In general, once it is shown that there is difficulty in obtaining the attendance of witnesses abroad whose evidence is relevant to the defence, we consider the court should lean in favour of permitting evidence to be given in this way though in particular cases there may be reasons to refuse it». Δε διαφεύγει την προσοχή (και εκτός αυτού, οι καθ΄ων η αίτηση το έθεσαν επιτακτικώς), ότι με το ζήτημα, αλλά και με άλλα, ασχοληθήκαμε, με διαφορετική κατάληξη, στις αποφάσεις μας επί του πρώτου αιτήματος. Αυτό όμως έγινε μετά που είχαμε αποφασίσει ότι δεν υπήρχε νομοθετική πρόβλεψη στην Κύπρο που θα μπορούσε να καλύψει την περίπτωση και αφού χρησιμοποιήσαμε ως κύριο άξονα αναφοράς, τον Κανονισμό 81 των Περί Δικονομίας και Απόδειξης Θεσμών του International Tribunal for the Prosecution of Persons Responsible for Serious Violations of International Humanitarian Law Committed in the Territory of the Former Yugoslavia Since 1991 («το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών») και την απόφαση του στην υπόθεση Prosecutor v. Stanisic and Another, Case No. IT-03-69-T/24.2.10. Τώρα όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά, αφού υπάρχει η θεσμική οριοθέτηση του άρθρου 36Α, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η καταφυγή στις προαναφερθείσες διατάξεις του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών ή στη σχετική με αυτές νομολογία (είτε σε άλλα νομοθετήματα και αποφάσεις), δε θα μπορούσαν να προσφέρουν ανάλογη καθοδήγηση. Ενόψει της απουσίας εξειδικευμένου νόμου που να ρύθμιζε τα πράγματα κατά το πρώτο αίτημα και όπως σαφώς εξάγεται και από τις δυο ενδιάμεσες μας αποφάσεις σε σχέση με αυτό, η προσέγγιση μας δεν ήταν τόσον πολύ, στοχευμένη προς την κατεύθυνση διαπίστωσης τού κατά πόσον τα κριτήρια στα οποία είχαμε αναφερθεί θα έπρεπε να αποτελούν έναυσμα για κατάληξη στο αν η μαρτυρία που θα δινόταν μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης θα ήταν ή όχι συμβατή με τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης, όσον ήταν η χρησιμοποίηση τους, αποσπασματικώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκλαμβάνοντας τα, τρόπον τινά, ως αυτοδυνάμως καθοριστικά για το τι επιζητούνταν, άνευ αναφοράς στο πως θα μπορούσαν, τελικώς, να κατατείνουν στη διαμόρφωση άποψης περί ικανοποίησης ή όχι των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, στη βάση αντίστοιχης αναφοράς στον προαναφερθέντα Κανονισμό 81 («[a]t the request of a party or proprio motu, a Judge or a Chamber may order, if consistent with the interests of justice, that proceedings be conducted by way of video-conference link»). Η ανάλυση αυτών που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις μας κατά το πρώτο αίτημα επί της συζητούμενης πτυχής, δε θα μπορούσε να αφορά στα του άρθρου 36Α, a posteriori και με τρόπο ακυρωτικό της δυνατότητας απόδοσης στον κρίσιμο όρο, διαφορετικού νοήματος από εκείνο που του προσδόθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών, βάσει της δικής του οπτικής, επιδιώξεων και περιορισμών, ως εκ των, κατα δικαιοδοσία και ουσιαστικό δίκαιο, ειδικής χροιάς και φύσεως των υποθέσεων που επιλαμβάνεται (βλ. A. Klip, The International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia, 2002, σελ. 328 και A. Cryer and Others, An Introduction to International Criminal Law and Procedure, 2η εκδ., 2010, σελ. 353-354). Τα ίδια εφαρμόζονται κατ΄αντιστοιχίαν και στις υπόλοιπες αυθεντίες στις οποίες αναφερθήκαμε κατά το πρώτο αίτημα. Η διαφορετικότητα που ανέδειξε το άρθρο 36Α, ισχύει και για τις υπόλοιπες πτυχές επί των οποίων αποφανθήκαμε στις αποφάσεις μας στο πρώτο αίτημα. Αυτό ωστόσο έγινε παρεμπιπτόντως και χωρίς πρόθεση δέσμευσης (obiter). Τίποτε δε μας εμποδίζει, και το θίγουμε με κάθε ταπεινότητα, από του να αποστούμε των διαπιστώσεων στις οποίες είχαμε προβεί κατά το πρώτο αίτημα «χάριν συζήτησης», μια και δεν αποσκοπούσαν στο να καθορίσουν δεσμευτικώς αυτά που αποτέλεσαν αντικείμενο του ευρύτερου μας σκεπτικού πέραν, ασφαλώς, εκείνου που αναδείξαμε επί των δικαιοδοτικών πτυχών, τοσούτω δε μάλλον να προκαθορίσουν την τύχη του τότε επίδικου αιτήματος, σε περίπτωση που υποβαλλόταν ξανά στη βάση συγκεκριμένου και μεταγενέστερου νομοθετικού υποβάθρου (που δε γνωρίζαμε ή είχαμε ενδείξεις τότε, ότι θα δημιουργούνταν), ανεξαρτήτως της όποιας διαφαινόμενης ομοιότητας μεταξύ των προνοιών του άρθρου 36Α
(1)και του Κανονισμού 81 των Περί Δικονομίας και Απόδειξης Θεσμών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών. Τέτοια διαφοροποιημένη προσέγγιση, δε θα ήταν δικαιοδοτικώς άστοχη, αφού, κατά μια πλατύτερη ερμηνεία φαίνεται να επιδοκιμάζεται και από τη νομολογία μας, όπως λόγου χάριν, στην In Re Charalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, 44, όπου εκφράστηκαν και τα ακόλουθα σχετικά από τον Τριανταφυλλίδη Π (όπως ήταν τότε): «The proceedings before the trial Judge will have to go on and we are sure that if and when the question of the availability of the defence under section 198 arises at the appropriate stage of the trial, the trial Judge will approach this issue afresh, in the light of any further arguments to be advanced by either side, and without feeling at all that his hands are in any way tied by his earlier ruling on this point which, due to the fact that it was premature, has no binding effect, in the true sense, at all (see, inter alia, the Australian case of Luna Park Ltd v. Commonwealth of Australia, 32 C.L.R. 596, 600)...». Εκτός αυτών, παραθέτουμε επί του θέματος, άνευ άλλου ιδιαίτερου σχολιασμού και τα ακόλουθα συναφή με τι εδώ απασχολεί, όπως γράφτηκαν από τον καθηγητή Glanville Williams, στο σύγγραμμα του, Learning the Law, 11η έκδ., 1982, σελ. 78-79: «There is another kind of obiter dictum, which perhaps is not, properly speaking, an obiter dictum at all, namely a ratio decidendi that in the view of a subsequent court is unnecessarily wide. It is not an obiter dictum in the primary meaning of that phrase, because it is constructed out of the facts of the case and the decision is rested upon it. But, as we have seen, later courts reserve the right to narrow it down, and in doing so they frequently attempt to justify themselves by declaring that the unnecessarily wide statement was obiter. The real justification for the practice of regarding what is really ratio decidendi as obiter dictum, that is to say for restrictive distinguishing, is the undesirability of hampering the growth of English law through the too extensive application of the doctrine of precedent. A court may restrictively distinguish its own decisions, or those of a court on the same level, but it will not generally dare to do this with the decisions of courts superior to it in the hierarchy, particularly the House of Lords.» Δε βλέπουμε γιατί τα πιο πάνω να μη τυγχάνουν εφαρμογής και εκεί όπου ένα πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπως οι δικές μας, για πολύ καλή αιτία, όπως θεωρούμε ότι υπάρχει εδώ, να μη μπορεί να διαφοροποιηθεί από προηγούμενη του απόφαση επί παρόμοιων ή ίδιων γεγονότων, υπό τη σκέπη όμως άλλου νομικού καθεστώτος, με τον τρόπο που εξηγήσαμε, ώστε να δυνηθεί να κρίνει εκ νέου το αίτημα. Αυτό κάναμε. Έτσι, εκτός από τα περί απροθυμίας των επιδιωκόμενων μαρτύρων, έχουμε ωσαύτως ικανοποιηθεί, στη βάση του περιεχομένου των καταθέσεων και εκθέσεων τους (ως τα Παραρτήματα Γ και Δ, που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), αλλά και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην εν λόγω δήλωση (χωρίς, εννοείται, να προβαίνουμε σε οποιαδήποτε ευρήματα), ότι η μαρτυρία που θα κληθούν να δώσουν, εκτός από σχετική, έχει και τη δική της σημασία για την υπόθεση της αιτήτριας. Υπό τύπον παρένθεσης, σημειώνουμε ότι, από ό,τι φαίνεται να προκύπτει από συνταίριασμα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και των επισυνημμένων Παραρτημάτων Γ και Δ και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις (μαζί με τα Παραρτήματα τους), οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες παρουσιάζονται ως έχοντες εξοικείωση με μερικά τουλάχιστον από τα προβαλλόμενα ως κρίσιμα τεκμήρια, έχοντας τα αναλύσει και μελετήσει κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αυτό, σίγουρα δε μπορεί να παραγνωριστεί έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση περί αναμενόμενων δυσχερειών κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων (νοουμένου ασφαλώς ότι αυτή θα λάβει χώραν μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης), αφού η φερόμενη γνώση τους επί των σχετικών τεκμηρίων ίσως μειώσει κάπως (ακολουθώντας τη λογική των καθ΄ων η αίτηση), την έκταση των προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν κατά την αντεξέταση. Έχουμε το ίδιο ικανοποιηθεί στη βάση του περιεχομένου της παραγράφου 22, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αλλά (και κατά συμπερασμόν), του περιεχομένου των εκεί επισυνημμένων Παραρτημάτων Α, Β, Ε, Η, Θ, Ι και Κ, ότι υπάρχει εδώ η πρέπουσα τεχνολογική συνδρομή προς υλοποίηση της εικονοτηλεδιάσκεψης, κάτι που ούτε καν αμφισβητήθηκε από τους καθ΄ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, συμφώνως και των αναφερόμενων στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2011, παρ. D14.111, σελ. 1687, ευλόγως μπορεί να υποτεθεί ότι, κατά τεκμήριο, η αιτήτρια θα μεριμνήσει ώστε να υπάρχει ενεργοποιημένος ο ήδη διαθέσιμος αναγκαίος εξοπλισμός στο χώρο από τον οποίο οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες θα δώσουν τη μαρτυρία τους. Η απουσία Διαδικαστικών Κανονισμών για την καλύτερη εφαρμογή του νόμου και «.για τη ρύθμιση κάθε θέματος το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού», ως ορίζει το άρθρο 37 του Κεφ. 9, δε θεωρούμε ότι θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίδραση, δίκην νομικού κενού, στην εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 36Α
(1), αφού τούτες, έχουμε την άποψη, αρκούν από μόνες τους για να οδηγήσουν αποτελεσματικώς στα επιθυμητά και αυτό εξάγεται από το σκεπτικό που συνοδεύει όλα όσα διατυπώσαμε πιο πάνω σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του, αλλά και τη γενικότερη θέση της νομολογίας επί της αλληλεπίδρασης μεταξύ της απουσίας διαδικαστικών κανονισμών και εφαρμογής νομοθετικών προνοιών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Λουκή Λουκαϊδη, Αίτηση 37/11, ημ. 23.3.11, Λαπέρτας ν. Semio Production Ltd (Αρ.1)
(2003)2 Α.Α.Δ. 78, 82 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαραλάμπους (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603, 605-606). Αναφορικώς με το επάναγκες της αυτοπρόσωπης παρουσίας των μαρτύρων στην Κύπρο και των όποιων προβλημάτων πιθανώς να δημιουργηθούν κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους εν εναντία περιπτώσει, κρίνουμε ότι οι φόβοι που εκφράστηκαν από τους καθ΄ων η αίτηση όπως και η αναγωγή τους σε επηρεαστικούς του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, είναι αδικαιολόγητοι και οπωσδήποτε πρόωροι. Το παραδεκτό μαρτυρίας κατά τη δίκη, αποφασίζεται κατά το χρόνο της προσαγωγής της (βλ. Καττής και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 262, 275 και Νεοφύτου και Άλλης ν. Γερακιώτη, Π.Ε. 79/08, ημ. 22.1.10). Στη χειρότερη περίπτωση και σε ιδιάζουσες περιπτώσεις, όπως έγινε στη Lefkaritis Bros. Marine Limited v. Hjiconstantinou
(1987)1 C.L.R. 43, 50, το παραδεκτό της μαρτυρίας μπορεί να αποφασιστεί de benne esse, δηλαδή, υπό την αίρεση κατάδειξης της σχετικότητας και αποδεκτότητας της σε κατοπινό στάδιο. Στα σίγουρα όμως, το παραδεκτό της μαρτυρίας, δε μπορεί να αποφασιστεί προληπτικώς και πριν καν επιχειρηθεί προσαγωγή της στα πλαίσια της δίκης, όπως φαίνεται να διατείνονται εμμέσως οι καθ΄ων η αίτηση. Τούτα που λέμε, εκθεμελιώνουν θα λέγαμε, τη βαθύτερη έννοια πίσω από την ένσταση τους. Δε γνωρίζουμε κατά πόσον οι επιδιωκόμενοι μάρτυρες θα δώσουν μαρτυρία σχετιζόμενη με κατατεθέντα τεκμήρια ή εάν, όταν θα επιχειρηθεί αντεξέταση επί αυτών, θα δηλώσουν ετοιμότητα απάντησης σε οποιαδήποτε σχετικώς τεθείσα ερώτηση. Αυτά, αποτελούν πιθανολογήσεις οι οποίες δε μπορούν και δεν πρέπει να έχουν επίδραση σε αυτό το στάδιο, πέραν από του να σκιαγραφήσουν, με κάποια γενικότητα το πεδίο της προτιθέμενης μαρτυρίας των επιδιωκόμενων αυτών μαρτύρων ώστε να σχηματιστεί το πλατύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο σκοπείται να υποστηριχθεί το αίτημα μαζί με το σύνθεμα όλων των υπολοίπων παραμέτρων που το συναποτελούν και υποστηρίζουν. Ως εκεί. Η εξεφρασθείσα πρόθεση των επιδιωκόμενων μαρτύρων να δώσουν μαρτυρία επί των θεμάτων που προδιαγράφουν τα Παραρτήματα Γ και Δ, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα, δεν εξυπακούει αναγκαστικώς και βεβαιότητα υλοποίησης της. Δε θα αποφανθούμε τώρα επί ακαδημαϊκού επιπέδου (και πριν ακούσουμε τις όποιες ενστάσεις και τοποθετήσεις των συνηγόρων, αν παραστεί τέτοια ανάγκη), για το πώς θα τύχουν χειρισμού, από δικονομικής και αποδεικτικής απόψεως (με δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, τις πρόνοιες του άρθρου 36Α
(2)και
(3)), τα όποια προβλήματα ισχυρίζονται οι καθ΄ων η αίτηση ότι θα μας κατακλύσουν σε περίπτωση απόρριψης των ενστάσεων τους. Θα προτρέχαμε. Προκαταλαμβάνοντας εξελίξεις και προδικάζοντας καταστάσεις. Το ότι δε φαίνεται να έχουν αμφισβητηθεί οι λόγοι για τους οποίους ο καθ΄ ου η αίτηση 5, ειδικότερα, παράθεσε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, για να πείσει περί των πρακτικών προβλημάτων, που κατά την άποψή του, θα προκύψουν κατά την αντεξέταση των επιδιωκόμενων μαρτύρων, δε μπορεί να αλλοιώσει από μόνο του, την οπτική μέσα από τη οποία επιβάλλεται να αντικριστεί το θέμα, και τούτο χωρίς να παραγνωρίζουμε ποσώς την ιδιαιτερότητα που αποκτά, τουλάχιστον θεωρητικώς, η προσδοκώμενη μαρτυρία, ως εκ του σκοπούμενου μέσου παράθεσης της, σε συνδυασμό με το είδος και φύση της αντεξέτασης που αναμένεται να λάβει χώραν. Το ζήτημα δεν κρίνεται στη βάση των υποκειμενικών φόβων, διαπιστώσεων και προβλέψεων του οποιουδήποτε μάρτυρος ή διαδίκου, αλλά αντικειμενικώς, από το Δικαστήριο, επί τη βάσει των γεγονότων και των αρχών που διέπουν το θέμα, με προσμέτρηση ασφαλώς και των απόψεων και θέσεων του προβάλλοντος τούς περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, με απώτερη στόχευση, τη διαπίστωση του αν, στο τέλος, τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης δικαιολογούν ή δε δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υπήρχε αμφισβήτηση ή αντίκρουση των συζητούμενων ισχυρισμών του καθ΄ου η αίτηση 5 ή και ομογνωμία του (για κάποιο λόγο), με τη θέση ότι δε θα προκαλούνταν τέτοια πρακτικά προβλήματα, και πάλιν, καθηκόντως, το Δικαστήριο θα έπρεπε, είτε έτσι είτε διαφορετικά, να κατέληγε το ίδιο, στην επιζητούμενη κρίση, χωρίς να θεωρεί ότι δεσμεύεται από τις τοποθετήσεις αυτές. Τα πράγματα δε θα πρέπει να κριθούν τώρα με τρόπο που να προαποφασίζουν το κατά πόσον η δίκη είναι ή δε θα είναι δίκαιη, όπως ορθώς υπέδειξε η αιτήτρια, με την επισήμανση ότι η προσέγγιση αυτή, όπως παρουσιάζεται να αναδύεται και από όλα όσα διατυπώνονται στο σύγγραμμα Trechsel, Human Rights in Criminal Proceedings, 2005, σελ. 291-312, αποτελεί και το απαύγασμα της διαλεκτικής μεταξύ θεωρίας και νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον τομέα που μας ενδιαφέρει. Στην Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718, 1752-1753, λέχθηκαν και τα ακόλουθα, σε αλληλουχία με τα προαναφερθέντα: «Αυτή η θέση βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με την δική μας νομολογία (Βλ. Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 244: «Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται - από το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(3)της Σύμβασης - αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ΄ εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη - (βλ. Can Case (Series A, Vol. 96) και Case of Barbera (Series A, Vol. 146))". Όπως έχει λεχθεί στην Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388 (απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π.): "Η θεμελίωση της παραβίασης των προνοιών του άρθρου 6 της Σύμβασης σχετικά με την 'δίκαιη δίκη' δεν μπορεί να αποφασιστεί με τρόπο αφηρημένο, αλλά αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (Βλ. την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Χ and Y v. The Federal Republic of Germany, Application No. 1013/61, Yearbook, 1962, Vol. 5, pp.158, 164)˙) και γι΄αυτό το σκοπό, η δίκη ενός κατηγορουμένου πρέπει να εξεταστεί στο σύνολο της (βλ. την απόφαση της Επιτροπής στην X. v. Austria, Application No. 1418/62, Yearbook, 1963, Vol. 6, pp.222, 250)". Με βάση λοιπόν την πιο πάνω ερμηνεία του και την ανάλυση του από ευπαίδευτους συγγραφείς, το άρθρο 6
(3)(β) της Σύμβασης δεν είναι τόσο απόλυτο στην εμβέλεια του. Από τη νομολογία της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκύπτει σαφώς ότι η παραβίαση του άρθρου 6
(3)(β) της Σύμβασης είναι ζήτημα που δεν μπορεί - χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση - να εξετάζεται προκαταρκτικά, προληπτικά ή προκαταβολικά. Εξετάζεται πάντοτε στο τέλος της δίκης. Σε κάθε περίπτωση εναπόκειται στον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίζεται παραβίαση του άρθρου 6
(3)(β) της Σύμβασης, να καταδείξει, στο τέλος της δίκης, ότι κάτω από όλες τις περιστάσεις μια συγκεκριμένη "διευκόλυνση" ήταν απαραίτητη για την επαρκή προπαρασκευή της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers (πιο πάνω) και Eur. Court H.R Bricmont judgment of 7 July 1989, Series A, No. 158, pp. 31-32, paras. 90-93). Περαιτέρω παραβίαση του άρθρου 6
(3)(β) από μόνη της δεν καθιστά τη δίκη μη δίκαιη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι έχει επηρεασθεί δυσμενώς (actual prejudice)...». Δε θεωρούμε ότι θα πρέπει να προσεγγίσουμε το αίτημα με την αυστηρότητα που απαιτούν οι καθ΄ων η αίτηση και να αποστερήσουμε a fortiori από την αιτήτρια, κατά την R. v. Watts
(2010)EWCA Crim. 1824 (διότι περί αυτού πρόκειται), του δικαιώματος της να καλέσει τους μάρτυρες που επιθυμεί, όπως θα έπραττε άλλωστε, τηρουμένων των αναλογιών και το τονίζουμε, στην περίπτωση που οι τελευταίοι βρισκόντουσαν στην Κύπρο και εκτός πεδίου εμβέλειας του άρθρου 36Α. Διερωτόμαστε (στη ρύμη των σκέψεων μας), αν, υποθετικώς ομιλούντες (και χωρίς ποσώς να αγνοούμε τις διαφοροποιήσεις από την παρούσα περίπτωση), μας ζητούνταν να προσεγγίζαμε με την ίδια ακαμψία (και ας μας επιτραπεί ο κάπως ακραίος παραλληλισμός, αλλά είναι διαμέσου τέτοιων ασκήσεων που συχνά-πυκνά ελέγχεται το ορθολογιστικό αμφισβητουμένων κανόνων, αρχών ή αντιλήψεων), την περίπτωση αλλοδαπού μάρτυρος κατηγορίας ο οποίος, στο μεσοδιάστημα της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία και της κλήσης του για αυτοπρόσωπη παρουσία στο Δικαστήριο, χάνει λόγω ακρωτηριασμού και τα δύο του χέρια με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να περιεργαστεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας του (όχι μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης), κάποια κρίσιμα τεκμήρια τα οποία είχαν κατατεθεί σε προηγούμενο στάδιο της δίκης. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναρωτιόμαστε, αν θα προτασσόταν με την ίδια δυναμική, η αντίθεση της αντίδικης πλευράς στο να του επιτρεπόταν να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένης, πια, της αναπηρίας του και των επιπτώσεων της σε αυτά που θα του ζητούνταν κατά την αντεξέταση, όπως και το αν θα υπονοείτο ότι δε θα ήμασταν σε θέση να διαχειριστούμε τα δεδομένα κατά το ορθόν και να προβούμε, την κατάλληλη στιγμή, στην αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας χωρίς να επηρεάσουμε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Θέλουμε να πιστεύουμε πως όχι και τούτο επειδή τα πράγματα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν δεόντως στη βάση καλά καθιερωμένων δικονομικών και αποδεικτικών αρχών δικαίου. Δε θα επεκταθούμε άλλο, για ευνόητους λόγους. Εντούτοις, το σενάριο που παραθέσαμε, καταδείχνει ότι η θέση των καθ΄ων η αίτηση, στο βαθμό τουλάχιστον που άπτεται της πιθανότητας ύπαρξης δυσκολιών κατά την αντεξέταση των επιδιωκόμενων μαρτύρων σε σχέση με τη διαφαινόμενη αδυναμία τους να πάρουν στα χέρια και περιεργαστούν τεκμήρια που θα τους υποδειχθούν (όπως διατείνεται, για παράδειγμα, ο καθ΄ου η αίτηση 5, στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης του δήλωσης), δεν αποτελούν ίδιον της εικονοτηλεδιασκεπτικής μεθόδου, αλλά περιστάσεις που θα μπορούσαν να επισυμβούν και υπό άλλες, συνήθεις ας τις ονομάσουμε, διαδικαστικές συνθήκες και ότι στην κάθε περίπτωση, απαιτείται η επίδειξη της πρέπουσας προσοχής και χειρισμών εκ πλευράς Δικαστηρίου με ορίζοντα τη διασφάλιση του αξιόπιστου της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των διαδίκων. Κατ΄ επέκτασιν και για τους λόγους που εξηγήθηκαν, υπάρχει αντιγνωμία με τη θέση ότι, ως εκ της εικονοτηλεδιάσκεψης, οι καθ΄ων η αίτηση θα παρεμποδιστούν ή παρακωλυθούν από του να θέσουν υπό αποτελεσματική αμφισβήτηση και δοκιμασία τη μαρτυρία των επιδιωκόμενων μαρτύρων κατά τη δίκη. Τίποτα από όσα ακούσαμε δε θα δικαιολογούσε εξ΄αντικειμένου τέτοια κατάληξη. Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν από την παρθενική, από ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, χρήση της εικονοτηλεδιάσκεψης, βάσει του άρθρου 36Α. Ακριβώς το αντίθετο. Τέτοιες όμως δυσκολίες αποτέλεσαν και το χαρακτηριστικό άλλων δικαιοδοσιών, υπό παρόμοιες συνθήκες, οι οποίες σταδιακώς, με τη δικαστική (και όχι μόνον), τριβή αλλά και βελτίωση του σχετικού θεσμικού πλαισίου, μειώθηκαν και σχεδόν εξαλείφθηκαν, καθιστώντας το μέτρο, πλην κάποιων εξαιρέσεων, ως διαδικασία ρουτίνας. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Slaughter v. Sluys
(2010)BCSC 1576, το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανικής Κολομβίας (Δυτικού Καναδά), αποδεχόμενο δευτεροβαθμίως, αίτημα τού ενάγοντος σε υπόθεση απαίτησης αποζημιώσεων λόγω τροχαίου δυστυχήματος για παράθεση μαρτυρίας επτά μαρτύρων μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, ανάφερε χαρακτηριστικά, δια στόματος του Δικαστή Beames: ".There is also no question that various forms of technology have been employed on a more frequent basis recently, in all court proceedings, including trials. Advances have been made in the quality of communication via videoconferencing, which has all but eliminated the problems often associated with videoconferencing in the early days of its use, which involved time delays in the transmission and which in turn frequently resulted in counsel and witnesses talking over each other and which made for a less than satisfactory method of conducting both direct or cross examination. I have, in the recent past, found videoconferencing to be an acceptable and satisfactory method of receiving evidence from a witness, which has not inhibited assessment of credibility or the finding of facts". Όλα είναι λοιπόν σχετικά, με αναγκαία τη διάθεση και επιδίωξη για προσαρμογή στα νέα, χωρίς κατ΄ανάγκη απομάκρυνση από τις βασικές νομικές αρχές που αφορούν στο θέμα. Έτσι είναι που αναπροσαρμόζεται και εξελίσσεται το Δίκαιο. Απόρριψη του αιτήματος υπό τις παρούσες συνθήκες και για τους λόγους που εισηγήθηκαν οι καθ΄ων η αίτηση, θα δημιουργούσε αναλογικώς, πολύ μεγαλύτερη αδικία στην αιτήτρια από εκείνη που θα μπορούσε να προκληθεί στους καθ΄ων η αίτηση (μόλο που δε διαφαίνεται σε αυτό το στάδιο, ότι κάτι τέτοιο θα γίνει), αφού δε θα της επέτρεπε να προχωρήσει με την παρουσίαση της μαρτυρίας που επιθυμεί, γεγονός που θα απέβαινε και σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος το οποίο καλεί σε αποτελεσματική, δίκαιη και ορθή για όλους παρουσίαση σοβαρών ποινικών υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, με στόχευση την καταστολή και αποτροπή του εγκλήματος, χωρίς εννοείται, συνταγματικές ή άλλες εκπτώσεις σε βάρος των κατηγορουμένων. Έχοντας αξιολογήσει τα προαναφερθέντα, θεωρούμε ότι το συμφέρον της Δικαιοσύνης θα εξυπηρετηθεί στην παρούσα περίπτωση με την έγκριση του αιτήματος, για όλους τους λόγους που προσπαθήσαμε να επεξεργαστούμε και αιτιολογήσουμε. Η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Νοείται, ότι η διαδικασία εικονοτηλεδιάσκεψης θα διεξαχθεί κατά τρόπο συνάδοντα με τις πρόνοιες του άρθρου 36Α
(3)του Κεφ. 9. (Υπ.) ............... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.