Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή, Αρ. Υπόθεσης: 14272/08, 20 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14272/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή
- Αντρέα Γεωργιάδη Κατηγορουμένων ------------------------------- Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κυθραιώτου μαζί με κα Ευαγόρου Για τους Κατηγορούμενους: κος Αγγελίδης μαζί με κ Σωφρονίου Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δίκη εντός Δίκης Κατά την ακρόαση της παρούσης, και συγκεκριμένα ενόσω κατέθετε ενόρκως ο λοχίας 2094 Χριστόδουλος Ψακίδης, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε γραπτή κατάθεση που φέρεται να έδωσε η πρώτη κατηγορουμένη (στη συνέχεια η κατηγορουμένη), και ζήτησε να κατατεθεί ως τεκμήριο. Το εν λόγω αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση της υπεράσπισης η οποία ανέφερε τρεις λόγους που θέτουν εν αμφιβόλω το εθελούσιο της επίδικης κατάθεσης, και συγκεκριμένα ότι˙ (α) η επίδικη κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε ο δεύτερος αντί ο τρίτος Δικαστικός Κανόνας, (β) τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια που λαμβάνετο η κατάθεση ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης, ένας εκ των εξεταστών, εκφόβιζε την κατηγορουμένη λέγοντας της ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που θα την οδηγήσει στη φυλακή, και (γ) η κατάθεση συνιστά προϊόν πίεσης εφόσον ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης διέκοπτε την κατηγορουμένη ενόσω απαντούσε και της υπέβαλε ότι η απάντησή της είναι άσχετη και εκτός θέματος και περαιτέρω της έλεγε «δεν σε πιστεύω» και εν συνεχεία έθετε το ερώτημά του. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ισχυριζόμενη πίεση περιορίστηκε στις ερωτήσεις υπ΄ αριθμό 21 μέχρι και 25 και
- Επεξηγήθηκε μάλιστα ότι ο χρόνος άσκησης της πίεσης ήταν˙ πριν την υποβολή της ερώτησης, στο μεσοδιάστημα ερώτησης και απάντησης και ενόσω η κατηγορουμένη απαντούσε. Περαιτέρω, η παραβίαση των δικαστικών κανόνων, ανέφερε η υπεράσπιση, συνάγεται από το περιεχόμενο των ερωτήσεων 8, 13, 17, 18, 21 μέχρι και 26, 28 μέχρι και 33, 37 μέχρι και 39, 49, 50, 52, 53, 54, 57 και 58, το οποίο αποκαλύπτει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η αστυνομία είχε στην κατοχή της το σύνολο του μαρτυρικού και ως εκ τούτου όφειλε να κατηγορήσει την κατηγορουμένη ή να την προειδοποιήσει σχετικά και εν πάση περιπτώσει όχι να την ανακρίνει. Σημειώνεται ότι μόλις υπεβλήθη η σχετική ένσταση το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε την επίδικη κατάθεση, ούτως ώστε να εξετάσει το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου και να πεισθεί ότι εμπεριέχει ομολογία, ή δήλωση εναντίον συμφέροντος (βλ. Fournides v. The Republic
(1986), 2 CLR 73). Ως εκ τούτου το επίδικο έγγραφο σημειώθηκε και κατατέθηκε ως έγγραφο Α στην κυρίως δίκη. Αποτελεί πλέον βασική αρχή του δικαιϊκού μας συστήματος ότι καμία δήλωση κατηγορουμένου δεν γίνεται αποδεχτή ως μαρτυρία εναντίον του αν δεν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προέβη στη δήλωση οικιοθελώς (βλ. Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609 και Fournides πιο πάνω). Περαιτέρω, εισήγηση για παραβίαση Δικαστικών Κανόνων εμμέσως αμφισβητεί το εθελούσιο της ομολογίας (βλ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, 521 και Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9). Ο δε βαθμός απόδειξης του εθελούσιου κατάθεσης που τίθεται εν αμφιβόλω είναι ο ίδιος με εκείνον που εφαρμόζεται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας από τον κριτή των γεγονότων, δηλαδή έξω από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. R. v. Sfongaras 22 CLR 113 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Τέλος, σε αυτή την ενδιάμεση και παρεμβαλλόμενη διαδικασία το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένο και προδιαγεγραμμένο έργο να επιτελέσει το οποίο δεν είναι άλλο από εξέταση των λόγων που η υπεράσπιση επικαλείται εις αμφισβήτηση του εθελούσιου της κατάθεσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou and Pikis, σελ. 139˙ 'The judge must, however, difficult though it maybe, restrict his deliberations to findings strictly necessary to determine the question of admissibility and must refrain from making findings of fact that may damage irreparably the credibility of a witness, in the case, particularly the accused'. Προς υποστήριξη του εθελούσιου της κατάθεσης η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δυο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης και ο λοχίας 2094 Ψακίδης. Για την υπεράσπιση ενόρκως κατέθεσε η κατηγορουμένη. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και αποτιμήθηκε κατά τη διερεύνηση των ισχυριζομένων από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθεί, εκτός όπου οι εκατέρωθεν θέσεις συγκρούονται και χρήζουν απόφασης. Ό,τι σημειώνω εδώ είναι πως στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης η επίδικη κατάθεση κατατέθηκε ως τεκμήριο ΔΔ1. Περαιτέρω, ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης κατέθεσε στο Δικαστήριο και επιστολή που του παρέδωσε η κατηγορουμένη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ανακριτικής κατάθεσης, και στην οποία εκφράζει τα παράπονα για τη στάση των ανακριτών κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης (βλ. τεκμήριο ΔΔ2). Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, και ιδιαίτερα η αντεξέταση που έτυχαν οι δυο μάρτυρες κατηγορούσας αρχής, αποκαλύπτει ότι οι δυο πλευρές δεν διαφωνούν για το πραγματικό υπόβαθρο που περιβάλλει τον πρώτο λόγο ένστασης. Η διαφωνία τους εν προκειμένω, δεν αφορά την εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων αλλά την αποτίμηση τούτων υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών. Ως εκ τούτου, και έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, καταλήγω ότι˙ μεταξύ 29/11/07 και 13/12/07 λήφθηκε από την κατηγορουμένη ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο ΔΔ1). Περαιτέρω, πριν την έναρξη της επίδικης κατάθεσης η κατηγορουμένη έτυχε επίστησης της προσοχής της στο νόμο κατά τρόπο που συνάδει με το λεκτικό του δεύτερου Δικαστικού Κανόνα. Ανάλογης επίστησης τύγχανε σε κάθε περίπτωση που η κατάθεση επανάρχιζε μετά από διακοπή. Κοινό τόπο αποτελεί και ότι η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε την 11/01/08 και ότι ο Δικαστικός Κανόνας που τότε ακολουθήθηκε ήτο ο τρίτος. Η δε απάντηση της κατηγορουμένης στη γραπτή κατηγορία ήτο άρνηση των κατηγοριών δηλαδή˙ «Δεν παραδέχομαι», χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω. Ταυτοσημία παρατηρείται στις θέσεις των δυο πλευρών και για το μαρτυρικό υλικό που είχε η αστυνομία στα χέρια της ενόσω ελάμβανε την επίδικη κατάθεση από την κατηγορουμένη. Πριν αναφερθώ σε τούτο σημειώνω πως γεγονός συνιστά ότι μετά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης οι ανακριτές έλαβαν άλλη μια κατάθεση, τεκμήριο 15 στην κυρίως δίκη, για να διευκρινίσουν δυο θέματα. Το πρώτο σχετίζετο με επιπλέον άτομα που χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση του προγράμματος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ενώ το δεύτερο αφορούσε το πρωτότυπο των τιμολογίων που εκδόθηκαν από το ξενοδοχείο Hilton κατά τη διεξαγωγή του ίδιου προγράμματος. Προσθέτω εδώ ότι θέση των δυο ανακριτών - Αναστασιάδη και Ψακίδη - είναι πως η λήψη του τεκμηρίου 15, τεκμήριο που υποδείχθηκε στους μάρτυρες και έτυχε σχολιασμού, προέκυψε από συγκεκριμένες απαντήσεις της κατηγορουμένης στην επίδικη κατάθεση (τεκμήριο ΔΔ1). Ως προς το εύρος του μαρτυρικού υλικού που η αστυνομία είχε στην κατοχή της κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης ενδεικτική είναι η απάντηση του υπαστυνόμου Αναστασιάδη σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι˙ «όλη η υπάρχουσα μαρτυρία τοποθετήθηκε στην εν λόγω κατάθεση, γι΄ αυτό τοποθετήθηκαν οι αντίστοιχες ερωτήσεις για να απαντήσει η κατηγορουμένη». Άλλη θέση του υπαστυνόμου Αναστασιάδη ότι θεωρούσε υποχρέωσή του να ανακρίνει την κατηγορουμένη, ούτως ώστε να τοποθετηθεί εν σχέσει με την υφιστάμενη μαρτυρία με δυνατότητα μάλιστα να την ανέτρεπε προς όφελός της, δηλαδή παρουσιάζοντας η ίδια άλλη μαρτυρία, οδήγησε στην ακόλουθη στιχομυθία˙ «Ερ.: Προφανώς δεν είχε (νοείται άλλη μαρτυρία) και γι΄ αυτό κατηγορήθηκε. Απ.: Αφού μελέτησα την υπόθεση όλη και την γραπτή της κατάθεση, εφόσον η κατηγορουμένη δεν κατάφερε να μου προσφέρει άλλη μαρτυρία ή μαρτυρία που να δικαιολογά το νόμιμο των πράξεών της, θεώρησα ότι διέπραττε ποινικά αδικήματα και την κατηγόρησα». Δεν είναι μόνο η μαρτυρία των Αναστασιάδη και Ψακίδη που αποκαλύπτει ότι η αστυνομία είχε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού στην κατοχή της όταν ανέκρινε την κατηγορουμένη. Πλείστες τόσες ερωτήσεις που υποδείχθηκαν από τον κο Αγγελίδη ως υποδαυλίζουσες τον πρώτο λόγο ένστασης, φανερώνουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αστυνομία είχε έλθει ήδη σε επαφή με τους εμπλεκόμενους στο υπουργείο καθώς και την Κάλλια Σταύρου, Αρετή Παπαδοπούλου, Παναγιώτα Χαριλάου, Ηλία Αγαπίου, Δέσπω Μαρκίδου και Ελένη Εκκέσιη. Αυτές οι ενέργειες της αστυνομίας και συνακόλουθα η μαρτυρία που εξασφαλίσθηκε προτού ληφθεί κατάθεση από την κατηγορουμένη, αποκαλύπτουν το λόγο που στις ερωτήσεις που υπέβαλλε ο ανακριτής στην κατηγορουμένη ανέφερνε˙ ουδεμία μαρτυρία υποστηρίζει τα λεγόμενά σου, καθώς ότι, σύμφωνα με μαρτυρία - κατονομαζομένων προσώπων - δεν λες την αλήθεια. Σύνοψη του περιεχομένου των ερωτήσεων που υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση αφήνει να νοηθεί ότι κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης η αστυνομία είχε στην κατοχή της μαρτυρία ότι για τη διεξαγωγή του προγράμματος δηλώθηκαν συγκεκριμένα άτομα. Από αυτά τα άτομα λήφθηκαν καταθέσεις και διεπιστώθη ότι κάποιοι δεν έτυχαν ενημέρωσης ότι το όνομά τους θα συμπεριλαμβάνετο στο πρόγραμμα, όπως ούτε ότι θα αμοίβοντο (βλ. ερ. 8 τεκμηρίου ΔΔ1 για Αγαπίου και Μαρκίδου). Εν τούτοις η αμοιβή αυτών των προσώπων κατεβλήθη και μάλιστα η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο που διαχειρίζετο τα χρήματα. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη μαρτυρία που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η αστυνομία είχε στην κατοχή της, συμπεριελήφθηκαν και άλλα πρόσωπα στο πρόγραμμα για τα οποία όμως η αρμόδια αρχή δεν έτυχε ενημέρωσης (βλ. ερ. 26 τεκμηρίου ΔΔ1). Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία ένα εξ΄ αυτών των προσώπων ήταν και ο Αντρέας Γεωργιάδης, γαμβρός της κατηγορουμένης, του οποίου τη συμμετοχή όμως δεν γνώριζαν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες (βλ. ερ. 18 τεκμηρίου ΔΔ1). Παρόλα αυτά, η μαρτυρία της αστυνομίας θέλει αυτό το πρόσωπο, Αντρέα Γεωργιάδη, να πληρώθηκε για τις υπηρεσίες του ενώ άλλα πρόσωπα που εργάστηκαν στο πρόγραμμα δεν έλαβαν οιονδήποτε ποσό (βλ. ερ. 18, 21 και 22 τεκμηρίου ΔΔ1). Περαιτέρω, σύμφωνα με την αστυνομία, καταβολή οιουδήποτε ποσού στην Αρετή Παπαδοπούλου και Κάλλια Σταύρου έγινε όταν η κατηγορουμένη υποχρεώθηκε από το επαρχιακό γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. ερ. 24 τεκμηρίου ΔΔ1). Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της πριν από τη λήψη της επίδικης κατάθεσης είναι το σύνολο, σχεδόν, της μαρτυρίας που εν τέλει οδήγησε στη γραπτή κατηγορία της κατηγορουμένης. Σημασία βεβαίως έχει η ποιότητα, δηλαδή η δυναμική, της μαρτυρίας και όχι ότι απλώς υφίσταται κάποια μαρτυρία. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou an Pikis σελ. 149, επαναλαμβάνεται ότι οι Δικαστικοί Κανόνες ερμηνεύονται δυνάμει των αναφερομένων στο προοίμιο τούτων και δη την παράγραφο (δ) από το λεκτικό της οποίας συνάγεται ότι «the police should lose no time in charging the accused or informing him that he may be prosecuted, when they have enough evidence in their hands to prefer a charge against the suspect». Ως εκ τούτου καθίσταται αντιληπτό ότι η φράση enough evidence to prefer a charge, είναι ό,τι συνιστά αναγκαία προϋπόθεση, πλήρωση της οποίας ενεργοποιεί τις πρόνοιες του τρίτου Δικαστικού Κανόνα. Περαιτέρω, σημειώνω ότι το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Re Sherman and Aps
(1981)72 Cr. App. R. 266 σχολιάζοντας τη φράση enough evidence, ως εντοπίζεται στην παράγραφο (δ) του προοιμίου των Δικαστικών Κανόνων, ανέφερε πως˙ «The principle is subject to no qualification and no qualification should be introduced by, for example, setting an unduly high standard of sufficient evidence». Επιπλέον στην πρωτόδικη υπόθεση Police v. Polias
(1973)5 J.S.C. 635, 636 ο επαρχιακός, τότε, Δικαστής, κος Πικής ανέφερε ότι˙ «rule 3 should be invoked where the evidence in the hands of the police is objectively consistent with the preferment of a charge against him». Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο τρίτος Δικαστικός Κανόνας τυγχάνει εφαρμογής όταν η αστυνομία έχει στα χέρια της αρκετά στοιχεία, δηλαδή μαρτυρία που δύναται να τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου, τα οποία αντικειμενικά κρινόμενα οδηγούν σε πρόσαψη κατηγορίας. Κρίνω πως στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της ήτο συμβατή πρόσαψης κατηγορίας στην κατηγορουμένη. Αφενός, το περιεχόμενο των ερωτήσεων που έχουν υποδειχθεί αποκαλύπτει ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης από την κατηγορουμένη η αστυνομία είχε στην κατοχή της μαρτυρία που δικαιολογούσε πρόσαψη κατηγορίας εφόσον είχε τη μαρτυρία τόσο των προσώπων που ισχυρίζονταν ότι δεν πληρώθηκαν όσο και των προσώπων που ουδέποτε ενημερώθηκαν ότι θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα έναντι αμοιβής καθώς και ό,τι σχετικό από το υπουργείο. Από την άλλη, οι ενέργειες της αστυνομίας που ακολούθησαν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης αποκαλύπτουν ότι στη συνέχεια και οι ίδιοι οι ανακριτές έκριναν το εν λόγω μαρτυρικό υλικό ως ικανοποιητική μαρτυρία για να κατηγορήσουν την κατηγορουμένη. Δεν παραγνωρίζω ότι προτού κατηγορηθεί η κατηγορουμένη στο μαρτυρικό υλικό εντάχθηκε και το τεκμήριο
- Εν τούτοις το περιεχόμενο του τεκμηρίου 15 είναι πολύ περιορισμένο και δεν αφορά όλα εκείνα για τα οποία εν τέλει κατηγορήθηκε η κατηγορουμένη. Περαιτέρω, το τεκμήριο 15 δεν είναι μαρτυρία που ανέμενε ή όφειλε να λάβει η ανακριτική αρχή. Παρεμπιπτόντως προέκυψε η αναγκαιότητα τούτης, δηλαδή εις αντίκρουση μέρους των αναφερομένων από την κατηγορουμένη στην επίδικη κατάθεση. Είμαι της γνώμης ότι αναγκαίος είναι ο σχολιασμός και εκείνου που φαίνεται να συνιστά την κοινή θέση των δυο ανακριτών. Όπως ανέφεραν ο λόγος που προχώρησαν στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορουμένη ήταν γιατί έκριναν τούτο δικαιότερο για την ίδια καθ΄ ότι, ως η υπεύθυνη του προγράμματος η μαρτυρία ήταν στην προσωπική της γνώση και θα ήταν έτσι σε θέση ακόμη και να ανατρέψει την υπάρχουσα μαρτυρία προς όφελος της. Προς υποστήριξη της ορθότητας της τακτικής που ακολουθήθηκε η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο την πρωτόδικη απόφαση της υπόθεσης Αστυνομία ν. Φάντης κ.α., ποινική υπόθεση 30984/93, ημερομηνίας 12/09/
- Με κάθε σεβασμό στον έντιμο Δικαστή της απόφασης που προσκομίστηκε, η αναφορά ότι αυτό φαίνεται να είναι μια λογική θέση, δηλαδή υποβολή ερωτήσεων ούτως ώστε ο ανακρινόμενος να θέσει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι δυνατό να οδηγήσουν σε περαιτέρω εξετάσεις ή να ανατρέψουν τα όσα άλλοι ανέφεραν για τον ίδιο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εν πρώτοις, τέτοια εισήγηση αγνοεί το γράμμα και το πνεύμα του τρίτου Δικαστικού Κανόνα. Ανάγνωση τούτου αποκαλύπτει ότι αφού ο κατηγορούμενος κατηγορηθεί ή προειδοποιηθεί ότι ενδεχομένως να κατηγορηθεί τότε ερωτάται˙ «επιθυμείς να πεις οτιδήποτε;» Αν λοιπόν ο ανακρινόμενος επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, φερειπείν να παρουσιάσει στοιχεία που αναιρούν όσα του καταλογίζονται, επιτυγχάνεται η ζητούμενη ακριβοδικία των ανακριτών. Δεν αντιλαμβάνομαι όμως πως τούτη η ακριβοδικία επιτυγχάνεται όταν ο ανακριτής υποβάλει στον ανακρινόμενο ερωτήσεις, οι οποίες ενδεχομένως να τον οδηγήσουν σε ατραπούς άλλες από εκείνες που επιθυμεί. Από την άλλη, η θέση που προβάλλεται ως κυρίαρχο στοιχείο, δηλαδή ανατροπή της υπάρχουσας μαρτυρίας προς όφελος του ανακρινόμενου, εμμέσως πλην σαφώς αναιρεί τον ισχυρισμό περί περιορισμένης και ανίκανης για πρόσαψη κατηγορίας μαρτυρία και καταρρίπτει το αξιόπιστο της προβαλλόμενης θέσης. Αν η ανάκριση διενεργήθηκε ούτως ώστε να χορηγηθεί στην κατηγορυμένη η ευχέρεια ανατροπής της υπάρχουσας μαρτυρίας προς όφελός της, τούτο σημαίνει ένα μόνο πράγμα˙ ότι πριν την ανάκριση συγκεκριμένη μαρτυρία ενέπλεκε την κατηγορουμένη. Τέλος, έχω αναφέρει ήδη ότι η μαρτυρία που είχε η αστυνομία στην κατοχή της, καθώς και το αναπάντητο τούτης κατά την εκτίμηση των ανακριτών μετά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης, οδήγησαν, εν τέλει, σε πρόσαψη κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι στη δοσμένη περίπτωση ορθή αντιμετώπιση δεν ήταν η ανάκριση της κατηγορουμένης, ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον οι ανακριτές δεν ήταν εις θέση να γνωρίζουν κατά πόσο μπορούσε να καταρρίψει τη μαρτυρία δυνάμει της οποίας αργότερα κατηγορήθηκε, αλλά η πρόσαψη κατηγορίας ευθύς εξαρχής. Η πιο πάνω κατάληξη συνάδει με την ερμηνεία που δόθηκε στον τρίτο Δικαστικό Κανόνα στην υπόθεση The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, 188 όπου ειπώθηκε ότι˙ «even when Rule 3 is not directly applicable, if there has been a breach of principle (d) and if the protection to be found in Rule 3 is not accorded to a person in custody in relation to a statement made by him to the police, it would not be safe to treat such statement as being admissible in evidence, in the sense of it not being undoubtedly a voluntary one». Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι διασταλτική είναι η ερμηνεία του τρίτου Δικαστικού Κανόνα. Γεγονός ουδόλως τυχαίο εφόσον η εφαρμογή των Δικαστικών Κανόνων και ιδιαίτερα η προειδοποίηση, διαφυλάττει τον ύποπτο από τυχόν αυτοενοχοποίηση (βλ. σελ. 147 από σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus). Καταλήγω συνεπώς ότι η επίδικη κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων. Αφ΄ ης στιγμής η μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης εξ΄ αντικειμένου δικαιολογούσε πρόσαψη κατηγορίας στην κατηγορουμένη, όπως και έγινε μετά την επίδικη κατάθεση, κατάλληλος Δικαστικός Κανόνας ήτο ο τρίτος και όχι ο δεύτερος. Η κα Κυθραιώτου, για την κατηγορούσα αρχή, ανέφερε ότι αν ήθελε κριθεί ότι παραβιάστηκαν οι Δικαστικοί Κανόνες τότε αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, επιλογή, είναι η απόρριψη της κατάθεσης. Είναι ομολογουμένως ορθό ότι παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της κατάθεσης (βλ. Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, 63 και Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, 567). Άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου επιβάλλει αποτίμηση˙ του ρόλου που διαδραμάτισε η παράβαση στο εθελούσιο της κατάθεσης, την έκταση της παράβασης και δη κατά πόσο άπτεται τυπικού θέματος, καθώς και των επιπτώσεων στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης από συνεχή αποτυχία της αστυνομίας να διαφυλάξει τους Δικαστικούς Κανόνες (βλ. σελ. 156 συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus). Στη δοσμένη περίπτωση κρίνω ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής, είναι ορθή. Μόλις η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε δυνάμει του τρίτου Δικαστικού Κανόνα αρνήθηκε ενοχή και δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο. Η εν λόγω ενέργεια ομιλεί αφεαυτής. Αποκαλύπτει, πιστεύω, ότι αν γνώριζε η κατηγορουμένη ότι εκείνη ήταν η κύρια ύποπτη της αστυνομίας ενδεχομένως να μην ανέφερνε οτιδήποτε. Από την άλλη, οι ερωτήσεις που τέθηκαν στην κατηγορουμένη έχουν ιδιαίτερη σημασία εφόσον καλύπτουν όλο το φάσμα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και εγκλώβισαν την κατηγορουμένη στις απαντήσεις που δόθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων. Περαιτέρω, η παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων και η υποβολή ερωτήσεων στην κατηγορουμένη τη στιγμή που η αστυνομία δεν δικαιούτο να ερωτήσει σχεδόν τίποτα, είχε και άλλες επάλληλες επιπτώσεις. Η κατηγορουμένη όχι μόνο εγκλωβίστηκε στις απαντήσεις της, έδωσε δικαίωμα στους ανακριτές για περαιτέρω έρευνες και εξασφάλιση άλλης επιπρόσθετης μαρτυρίας που αντικρούει τους ισχυρισμούς της. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 15 το οποίο, σύμφωνα με τους ανακριτές, λήφθηκε ως απάντηση σε συγκεκριμένο ισχυρισμό που έδωσε η κατηγορουμένη στην επίδικη κατάθεση. Είναι η εν λόγω ενέργεια αποκαλυπτική του ενεργού ρόλου που διαδραμάτισε η παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων, και ιδιαίτερα η υποβολή ερωτήσεων, για αποκόμιση μαρτυρίας εις βάρος της κατηγορουμένης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως στη δοσμένη περίπτωση μια είναι η οδός που οφείλει το Δικαστήριο να ακολουθήσει κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος και για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η κατάθεση απορρίπτεται. Παρότι η πιο πάνω κατάληξη τελματώνει τη διερεύνηση του θέματος, κρίνω ορθό να σχολιάσω, έστω εν συντομία, και τους άλλους δυο λόγους ένστασης. Πλην της παραδοχής των δυο ανακριτών ότι στο μεσοδιάστημα ερώτησης και απάντησης των ερωτήσεων 21 μέχρι και 25 ο υπαστυνόμος Αναστασιάδης ανέφερε στην κατηγορουμένη ότι δεν αντιλαμβάνετο την απάντηση και έτσι τη διάβαζε εκ νέου, και η κατηγορουμένη του απαντούσε ότι η απάντηση της ήταν ξεκάθαρη, και κατόπιν ο ίδιος της ανέφερνε ότι ήταν υποχρεωμένος να θέσει εκ νέου την ερώτηση, όπως και έπραττε, οι θέσεις των δυο πλευρών βρίσκονται σε διάσταση. Δυσκολεύομαι ομολογουμένως να διακρίνω λογικό υπόβαθρο στις αιτιάσεις της υπεράσπισης. Η δυσκολία μου εδράζεται στα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα. Η ανάκριση δεν ολοκληρώθηκε αυθημερόν αλλά χρειάστηκε τρεις διαφορετικές συναντήσεις (βλ. ημερομηνίας 29/11/07, 11/12/07 και 13/12/07). Κατά το χρόνο που λαμβάνετο η κατάθεση η κατηγορουμένη δεν ήταν υπό κράτηση. Περαιτέρω, η κατάθεση αναβλήθηκε σε δυο περιπτώσεις για λόγους που οφείλοντο στην κατηγορουμένη και για τους οποίους ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους ανακριτές (βλ. ημερομηνίες 03/12/07 και 12/12/07). Η δε κατηγορουμένη είναι άτομο με πλούσιο βιογραφικό (βλ. τεκμήριο 8(γ)) και ώριμης ηλικίας. Δυνάμει όλων των πιο πάνω δεν αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα και λογικότητα της θέσης ότι είχε την εντύπωση πως ανά πάσα στιγμή θα φυλακίζετο, ή ότι απαντούσε τις σχετικές ερωτήσεις για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του υπαστυνόμου Αναστασιάδη. Τέλος, αναφοράς άξιον είναι ότι την τελευταία ημέρα της ανάκρισης η κατηγορουμένη έδωσε στον υπαστυνόμο Αναστασιάδη το τεκμήριο ΔΔ2, το περιεχόμενο του οποίου σχολιάζει, ενίοτε με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την ανάκριση. Η εν λόγω ενέργεια αποκαλύπτει, πιστεύω, ότι τη δεδομένη, τουλάχιστον, στιγμή η κατηγορουμένη δεν τελούσε υπό καθεστώς πίεσης ή εκφοβισμού. Ως εκ των πιο πάνω οι λόγοι δυο και τρία της ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Παρόλα αυτά, ενόψει της επιτυχούς κατάληξης τους πρώτου λόγου ένστασης, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κατάθεση της επίδικης κατάθεσης (τεκμήριο ΔΔ1) ως τεκμηρίου, απορρίπτεται. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο