Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος ΠΑΝΤΕΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 24407/10, 17 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 24407/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος ΠΑΝΤΕΛΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17 Μαΐου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Μιχαηλίδου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10.10.2008 και περί ώρα 0850 π.μ. επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα, στη συμβολή των οδών Αγίου Ιλαρίωνος και Χρίστου Κυθρεώτη, στη Παλλουριώτισσα, με ενεχόμενα οχήματα τη μοτοσικλέτα KJL502 που οδηγούσε ο Ανδρέας Κοκίας και το αυτοκίνητο ΚΡV302 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, Νίκος Παντελή. Σε σχέση με το εν λόγω δυστύχημα, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 10.10.2008 στη συμβολή των οδών Αγίου Ιλαρίωνος και Χρίστου Κυθρεώτη στη Παλλουριώτισσα, στη Λευκωσία, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΡV302, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Παρενθετικά αναφέρω ότι εναντίον και του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού, Ανδρέα Κοκία, καταχωρήθηκε επίσης ποινική υπόθεση, η υπόθεση με αρ. 24406/10 στην οποία το εν λόγω πρόσωπο κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση, παραβίαση συνεχούς άσπρης γραμμής, και χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ακυρωμένη εγγραφή λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για 3 συναπτά έτη. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2981 Μ. Σκούλλο (Μ.Κ.1), τον Ανδρέα Κοκία (Μ.Κ.2) και τον Φάνο Χρυσοστόμου (Μ.Κ.3). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από τη θέση στην οποία βρισκόταν. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στα διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης, θα γίνεται όπου καθίσταται αναγκαίο. Ο Αστ.2981 Μ. Σκούλλος (Μ.Κ.1) ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας, στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, την 10/10/2008, επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβηκε την ίδια μέρα περί ώρα 08.50 π.μ. Όταν έφθασε στην σκηνή βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στη τελική τους θέση, από τους ενεχόμενους οδηγούς παρών ήταν μόνο ο Κατηγορούμενος, αφού ο άλλος εμπλεκόμενος οδηγός, λόγω τραυματισμού μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα στην παρουσία του Κατηγορούμενου και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκμήριο 2) από το οποίο στην συνέχεια ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Τοποθέτησε στη σκηνή τα ευρήματα του, σημειώνοντας με το σημείο Χ, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, στο οποίο κατέληξε αφού εκεί εντόπισε ίχνος από το δεξί μπροστινό τροχό του ενεχόμενου αυτοκινήτου, ο οποίος έσκασε κατά την σύγκρουση με την μοτοσυκλέτα. Με το σημείο Χ1, σημείωσε το σημείο σύγκρουσης της ενεχόμενης μοτοσυκλέτας στο δεξί πεζοδρόμιο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Μ.Κ.1, το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας, που διαχωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή, η οποία μπροστά από την πάροδο αντικαθίσταται με διακεκομμένη γραμμή για να επιτρέπει την είσοδο και έξοδο από την πάροδο. Η ορατότητα του μοτοσικλετιστή ως προς την πορεία του αυτοκινήτου KPV302 ήταν πέραν των 80 μέτρων, αφού το αυτοκίνητο κινείτο μπροστά του και δεν υπήρχε οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Η ορατότητα του οδηγού του οχήματος KPV302 ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, αν έλεγχε την τροχαία κίνηση πίσω του από τα καθρεφτάκια του οχήματος του θα ήταν επίσης πέραν των 80 μέτρων. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Όσον αφορά στις ζημιές των εμπλεκομένων οχημάτων, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι από την μοτοσυκλέτα έσπασε το μπροστινό φτερό, ενώ επίσης από την τριβή της στην άσφαλτο έσπασε και η μηχανή και γδάρθηκαν διάφορα εξαρτήματα της, κυρίως στην αριστερή πλευρά. Όσον αφορά στο αυτοκίνητο ανέφερε ότι αυτό υπέστη βούλωμα στο δεξί μπροστινό φτερό και στην δεξιά μπροστινή πόρτα, ενώ επίσης έσκασε και ο μπροστινός δεξιός τροχός του. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ο Μ.Κ.1 την 20/10/2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, (Τεκμήριο 4) αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Κατηγορηθείς γραπτώς επί τω ότι οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε δυστύχημα, ο Μ.Κ.2 απάντησε: «Ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως (Τεκμήριο 5). Την 26/10/2008 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ανδρέα Κοκία, τον οδηγό της μοτοσικλέτας αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο (Τεκμήριο 6). Ο Ανδρέας Κοκίας συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα της σκηνής και ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να μεταβεί εκ νέου στην σκηνή του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.1 έλαβε επίσης κατάθεση στις 20.12.2008 από τον Μ.Κ.3 Φάνο Χρυσοστόμου, (Τεκμήριο 7), διευκρινίζοντας ότι τον εν λόγω μάρτυρα, ο ίδιος δεν τον είχε βρει στη σκηνή του δυστυχήματος, τα στοιχεία του, του τα είχε δώσει κάποιο πρόσωπο, γνωστό του Ανδρέα Κοκία. Ήταν η θέση του Μ.Κ.1 ότι τις πορείες των εμπλεκομένων οδηγών τις τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα της σκηνής από την αναφορά και των δύο, καθώς επίσης και από τα ίχνη που βρήκε στη σκηνή. Με το πρόχειρο σχέδιο είχαν συμφωνήσει και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί, στους οποίους το υπέδειξε και το υπέγραψαν ως ορθό. Ρωτήθηκε κατά πόσο διερεύνησε τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι δεν ήταν αναμμένα τα φώτα της μοτοσικλέτας, και ανέφερε ότι όταν ο ίδιος πήγε στη σκηνή η μοτοσικλέτα ήταν εκτός λειτουργίας και τα φώτα της σβηστά και ότι δεν έχει γίνει τεχνικός έλεγχος για το θέμα αυτό. Ρωτήθηκε επίσης, κατά πόσο διερεύνησε τον ισχυρισμό του Ανδρέα Κοκία ότι δεν ήταν αναμμένος ο δείκτης πορείας του οχήματος του Κατηγορούμενου για να δείχνει την πρόθεση του για στροφή, απαντώντας ότι έτσι του είχαν αναφέρει τόσο ο Κοκίας, αλλά και ο ανεξάρτητος μάρτυρας Φάνος Χρυσοστόμου. Είπε επίσης ότι στη σκηνή δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης. Μέσα από την αντεξέταση του Μ.Κ.1, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η μοτοσικλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, θέση με την οποία ο Μ.Κ.1 δεν συμφώνησε, αναφέροντας ότι δεν βρήκε τίποτε στη σκηνή, για να μπορεί να προβεί σε μετρήσεις για την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, συμφώνησε όμως ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν μεγάλου κυβισμού και έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε επίσης, με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν σφοδρή, αναφέροντας ότι υπήρχε κάποια δύναμη στη σύγκρουση, αλλά όχι τόσο μεγάλη για να χαρακτηριστεί η σύγκρουση ως σφοδρή. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε με την υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η ορατότητα του μοτοσικλετιστή πρέπει να ήταν μεγαλύτερη από την ορατότητα του Κατηγορούμενου η οποία ήταν δια μέσου των καθρεφτών, που ίσως ξεγελούν. Ρωτήθηκε επίσης κατά πόσο η θέση του οχήματος του Κατηγορούμενου φανερώνει αποφευκτική κίνηση εκ μέρους του, αναφέροντας ότι ήταν η λογική αντίδραση του οδηγού του και είπε επίσης ότι υπήρχε χώρος για τον μοτοσικλετιστή να περάσει όταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να πραγματοποιεί την πρόθεση του για στροφή δεξιά. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) αναφέρει ότι την 10/10/2008 και περί ώρα 08.50 οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής KJL 502, στην οδό Αγίου Ιλαρίωνος με κατεύθυνση από κυκλικό κόμβο Σοπάζ προς ΒΑΤΑ, η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 50 ΧΑΩ, φορούσε προστατευτικό κράνος και τα φώτα της μοτοσικλέτας του ήταν αναμμένα. Προσεγγίζοντας την συμβολή των οδών Αγ. Ιλαρίωνος με την Χρ. Κυθρεώτη που ήταν δεξιά ως πορεία του, και σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από αυτήν, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα, έτσι άρχισε να κινείται δεξιότερα του εν λόγω οχήματος, χωρίς όμως να θυμάται εάν εισήλθε πλήρως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όπως ανέφερε, πιθανόν να πατούσε την διαχωριστική γραμμή. Όταν έφθασε δίπλα από τις πόρτες του αυτοκινήτου αυτού περίπου στο ύψος της συμβολής με την οδό Χρίστου Κυθρεώτη, το αυτοκίνητο έστριψε απότομα διαγώνια δεξιά για να εισέλθει στην πάροδο. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να κάνει κάτι για να αποφύγει την σύγκρουση και χτύπησε στο δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Από την σύγκρουση η μοτοσυκλέτα του παρεξέκλινε προς τα δεξιά και αφού κινήθηκε για μικρή απόσταση κτύπησε στο πεζοδρόμιο όπου και ανατράπηκε στην άσφαλτο. Ο ίδιος βρισκόταν ακόμη πάνω στη μοτοσικλέτα και σύρθηκε μαζί της για κάποια απόσταση. Μετά σηκώθηκε από την άσφαλτο και προσέγγισε τον οδηγό του αυτοκινήτου. Ενώ περπατούσε προς το μέρος του οδηγού, άκουσε κάποιο πρόσωπο που του φώναξε επί λέξει «είδα τι κάμνεις» και εκείνη τη στιγμή είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου να προσπαθεί να ανάψει το δεξί δείκτη του οχήματος του. Ήταν η θέση του ότι το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε, δεν είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει στην πάροδο, δηλαδή ο οδηγός του δεν έβαλε τον δεξί του δείκτη. Ο ίδιος επιχείρησε να τον προσπεράσει διότι το αυτοκίνητο δεν έδειχνε πρόθεση να στρίψει ούτε ελάττωσε ταχύτητα. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι τα φώτα της μοτοσικλέτας του ήταν αναμμένα επειδή αυτόματα με την εκκίνηση της μηχανής ανάβουν τα φώτα. Η μοτοσικλέτα του είναι μεγάλου κυβισμού, 6,5 άλογα, και μπορεί να αναπτύξει ταχύτητες μέχρι 170 ΧΑΩ. Δεν συνηθίζει να οδηγεί με μεγάλες ταχύτητες με τη μοτοσικλέτα, αναπτύσσει κάποιες ταχύτητες μόνο σε δρόμους που μπορεί να την οδηγήσει. Η απόσταση του από το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν περίπου 30 μέτρα και δεν δέχθηκε τις επανειλημμένες υποβολές ότι έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και σίγουρα πολύ μεγαλύτερη των 50 ΧΑΩ που αναφέρει. Ήταν η θέση του ότι την επίδικη ημέρα είχε κάποια συνάντηση η ώρα 1000 π.μ. είχε πολύ χρόνο μπροστά του και δεν είχε κανένα λόγο να τρέχει. Ανέφερε ότι όταν αποφάσισε να προσπεράσει το όχημα του Κατηγορούμενου, δεν ανέπτυξε ταχύτητα, καθότι το αυτοκίνητο κινείτο με πιο μικρή ταχύτητα από τον ίδιο και δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη και αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε αναπτύξει ταχύτητα για να πραγματοποιήσει αυτό του τον σκοπό. Συμφώνησε, ότι στο σημείο που πήγε να προσπεράσει υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή, αλλά δεν εισήλθε πλήρως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αρνήθηκε σχετικά τις υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης. Ήταν η θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενεργοποίησε το δείκτη του αυτοκινήτου του για να κοινοποιήσει την πρόθεση του για στροφή, εάν έβαζε τον δείκτη του θα τον έβλεπε, και ήταν η θέση του ότι έπρεπε να ενεργοποιούσε τον δείκτη του στην απόσταση που βρισκόταν ο ίδιος. Σύμφωνα με τον ίδιο, η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή και ήταν η θέση του ότι φώναξε στον Κατηγορούμενο «γιατί δεν δείχνεις;» και όταν του υποδείχθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην κατάθεση του, ανέφερε ότι η φράση «τι κάμνεις;» που αναφέρεται, είναι το ίδιο. Επέμενε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε θέσει σε λειτουργία τον δείκτη της πορείας του, δέχθηκε ότι υπήρξε άλλη ποινική υπόθεση στην οποία ήταν ο ίδιος Κατηγορούμενος, και ανέφερε ότι καταδικάστηκε μετά από ακρόαση και του επιβλήθηκε πρόστιμο. Αρνήθηκε τέλος τις υποβολές ότι το αδίκημα προκλήθηκε λόγω του ότι ο ίδιος έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και επειδή δεν αντιλήφθηκε τον δείκτη του Κατηγορούμενου που έδειχνε την πρόθεση του για στροφή δεξιά. Ο Μ.Κ.3 στην κατάθεση του αναφέρει ότι την 10.10.2008 και περί ώρα 0850 στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο χώρο στάθμευσης της Mercedes, στην οδό Αγίου Ιλαρίωνος στην Παλλουριώτισσα. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και γυρίζοντας το κεφάλι του προς το δρόμο είδε μια μοτοσικλέτα να τρίβεται στην άσφαλτο. Στη συνέχεια είδε τον μοτοσικλετιστή να σηκώνεται πάνω και να λέει στον οδηγό του αυτοκινήτου «γιατί δεν δείχνεις με το δείκτη σου ότι θα στρίψεις;». Ο Μ.Κ.3 άρχισε να περπατά προς το σημείο που έγινε το δυστύχημα και διαπίστωσε ότι πράγματι το ενεχόμενο αυτοκίνητο δεν είχε αναμμένο το δείκτη ότι θα έστριβε δεξιά. Εκείνη τη στιγμή ο οδηγός του εν λόγω οχήματος - Κατηγορούμενος, μπήκε στο αυτοκίνητο του και άναψε τον δεξιό δείκτη του οχήματος, και ο ίδιος του είπε ότι τον είδε ότι εκείνη τη στιγμή άναψε τον δείκτη. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι προτίθετο να ανάψει τα φώτα κινδύνου και κατά λάθος άναψε το δεξιό δείκτη. Μετά έφθασε το ασθενοφόρο στη σκηνή του δυστυχήματος και πήρε τον μοτοσικλετιστή. Στη σκηνή ήρθε η Αστυνομία και ο Μ.Κ.3 ανέφερε στον Αστ. 2981 τι αντιλήφθηκε. Δεν γνωρίζει οποιοδήποτε από τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς. Επανέλαβε ότι δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα, απλά γύρισε όταν άκουσε το θόρυβο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το σημείο όπου βρισκόταν δεν ήταν μακριά από το σημείο του δυστυχήματος και δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει την ορατότητα του. Του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναμμένο το δείκτη του την ώρα της σύγκρουσης, αλλά απάντησε ότι αυτό δεν το ξέρει, ο ίδιος άκουσε τον μοτοσικλετιστή να φωνάζει στον οδηγό για το ότι δεν είχε αναμμένο τον δείκτη του, και αυτό το άκουσε καλά. Ρωτήθηκε, κατά πόσο είναι αφύσικο ο Κατηγορούμενος λόγω της σύγχυσης του ενώ προσπάθησε να ενεργοποιήσει τα φώτα κινδύνου του οχήματος να ενεργοποίησε κατά λάθος τον δείκτη, και η απάντηση του ήταν ότι δεν μπορεί να ξέρει. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος στον οποίο εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση. Η δήλωση του ήταν ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 4. Σύμφωνα με την κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 4, την 10/10/2008 και περί ώρα 08.50 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KPV302 στην οδό Αγίου Ιλαριώνος στην Παλλουριώτισσα, με κατεύθυνση από κυκλικό κόμβο ΣΟΠΑΖ προς BATA. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του, φορούσε την ζώνη ασφαλείας ενώ η ταχύτητα του ήταν περί τα 45 ΧΑΩ. Στο δρόμο υπήρχε αραιή τροχαία κίνηση. Προσεγγίζοντας την συμβολή των οδών Αγ. Ιλαρίωνος με την Χρ. Κυθρεώτη, η οποία βρισκόταν στα δεξιά ως η πορεία του και σε απόσταση περί τα 50 μέτρα από αυτήν, έβαλε το δεξί δείκτη του οχήματος του σε λειτουργία δείχνοντας την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Κατά τον χρόνο εκείνο έλεγξε επίσης και την τροχαία κίνηση πίσω του και δεν είδε την ενεχόμενη μοτοσυκλέτα να έρχεται. Πλησιάζοντας την πάροδο ελάττωσε πλήρως ταχύτητα διότι διαπίστωσε ότι από την έξοδο του συνεργείου της Mercedes, ένα όχημα είχε πρόθεση να εισέλθει στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος. Το αυτοκίνητο αυτό τον περίμενε να περάσει. Ενώ ο ίδιος κινείτο με χαμηλή ταχύτητα από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένα άλλο αυτοκίνητο και μόλις πέρασε από δίπλα του έλεγξε εκ νέου από το μεσαίο και δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του την τροχαία κίνηση πίσω του και άρχισε να στρίβει προς τα δεξιά, αφού δεν είδε κανένα όχημα πίσω του. Μόλις το αυτοκίνητο του πήρε κλίση προς τα δεξιά και το μπροστινό μέρος του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είδε ξαφνικά στα δεξιά του μια μοτοσυκλέτα η οποία συγκρούστηκε με το όχημά του. Ήταν η θέση του ότι μετά το δυστύχημα ο ίδιος αρχικά έσβησε το δεξί δείκτη του οχήματος του και αφού κατέβηκε κάτω και συνομίλησε με τον μοτοσυκλετιστή, εισήλθε ξανά στο όχημα του για να ανάψει τα φώτα κινδύνου. Εκείνη τη στιγμή εκ λάθους άναψε αρχικά το δεξί δείκτη του οχήματος του, ενώ την ίδια στιγμή τον προσέγγισε ένα νεαρό άτομο που δουλεύει στο συνεργείο της Mercedes και του ανέφερε ότι τον είδε ότι εκείνη τη στιγμή άναψε τον δεξί δείκτη του οχήματος του, πράγμα το οποίο όπως ανέφερε δεν ευσταθούσε. Ήταν επίσης η θέση του, ότι ενώ η μοτοσικλέτα βρισκόταν στην άσφαλτο πεσμένη, ήταν ακόμα ξεκινημένη και δεν είχε τα φώτα της αναμμένα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας να καταθέτουν ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρος και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Αξιολογώ δε τούτη, με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είχα υπόψιν μου και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών ως τέθηκαν κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος και θεωρώ ότι υπήρξε αντικειμενικός τόσο κατά την διερεύνηση της υπόθεσης όσο και κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα του με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ενώ επεξήγησε με σαφή τρόπο και τις ενέργειες του κατά την επίδικη ημερομηνία. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ειλικρινής κατά τη δική μου εκτίμηση και μάρτυρας της αλήθειας ήταν και ο Μ.Κ.2 ο οποίος ανέφερε τα γεγονότα της επίδικης μέρας όπως τα έζησε, χωρίς να διστάσει να παραδεχθεί ότι είχε και ο ίδιος προβεί σε παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και συγκεκριμένα ότι δοκίμασε να προσπεράσει επί συνεχούς άσπρης γραμμής. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του για τον τρόπο που κινείτο η μοτοσικλέτα του, δηλαδή χωρίς μεγάλη ταχύτητα όπως και η περιγραφή του για την ένσταση της σύγκρουσης την οποία χαρακτήρισε ότι δεν ήταν σφοδρή, είναι αληθινή και συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 στο σημείο αυτό. Θεωρώ επίσης, ότι ήταν ειλικρινής όταν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ανάψει τον δείκτη του οχήματος του ούτως ώστε να δηλώνει την πρόθεση του για στροφή δεξιά, γι΄ αυτό και επιχείρησε να τον προσπεράσει όπως και όταν ανέφερε ότι φώναξε στον Κατηγορούμενο για το γεγονός αυτό, αμέσως μόλις σηκώθηκε από την άσφαλτο. Το γεγονός ότι στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι χρησιμοποίησε άλλη φράση από αυτή που αναγράφεται στην κατάθεση του, θεωρώ ότι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, ούτε την αλήθεια των λεγομένων του για το θέμα αυτό. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 επίσης θεωρώ ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τα ότι προσωπικά αντιλήφθηκε, δηλαδή τις ενέργειες του Κατηγορούμενου στην προσπάθεια του να ανάψει τον δείκτη της πορείας του μετά το δυστύχημα, όπως επίσης και για το ότι άκουσε τον Μ.Κ.2 να ρωτά τον Κατηγορούμενο γιατί δεν είχε αναμμένο τον δείκτη του. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε κανένα συμφέρον να πει στο Δικαστήριο γεγονότα άλλα από εκείνα που πραγματικά γνωρίζει και ούτε και τον διακατείχε οποιαδήποτε τάση να μεροληπτήσει υπέρ οιουδήποτε των εμπλεκομένων. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Βρίσκω εντελώς εξωπραγματική τη θέση του Κατηγορούμενου όπως φαίνεται στην κατάθεση του, την οποία και υιοθέτησε, ότι είχε αναμμένο τον δείκτη του για την πρόθεση του να στρίψει δεξιά στην Χρίστου Κυθρεώτη και ότι μετά την πρόκληση του δυστυχήματος έσβησε τον δεξί δείκτη του οχήματος του και όταν μετά ξαναπήγε στο αυτοκίνητο του, στην προσπάθεια του να ανάψει τα φώτα κινδύνου, άναψε κατά λάθος το δεξί δείκτη του οχήματος του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελούν ευρήματα μου τα ακόλουθα: · στις 10/10/2008 και περί ώρα 08.50 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KPV302 στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος ως η κατεύθυνση Β επί του Τεκμηρίου 3 και ακολουθείτο από την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KJL502 που οδηγούσε ο Μ.Κ.2 με την ίδια κατεύθυνση και στην ίδια λωρίδα. · Ο Μ.Κ.2 σε κάποιο σημείο του δρόμου, βγήκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και επιχείρησε να προσπεράσει τον Κατηγορούμενο από δεξιά. · Ο Κατηγορούμενος δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ένδειξη ότι θα έστριβε δεξιά είτε ενεργοποιώντας σχετικά τον δείκτη του αυτοκινήτου του, είτε ελαττώνοντας την ταχύτητα του. · Όταν ο Μ.Κ.2 προσπέρασε μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου και ενώ βρισκόταν στο πλάι του, έχοντας το στα αριστερά του, ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα δεξιά με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην πάροδο Χρ. Κυθρεώτη. · Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στο σημείο Χ επί του Τεκμηρίου 3, ενώ στην συνέχεια η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε στο σημείο Χ1 με το δεξί πεζοδρόμιο και ο Μ.Κ.2 έπεσε από αυτήν. · Η οδός Αγ. Ιλαρίωνος είναι δρόμος ευθύς και επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας και διαχωρίζεται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή η οποία στο σημείο όπου ευρίσκεται η πάροδος Χρ. Κυρεώτη αντικαθίσταται από διακεκομμένη γραμμή για να επιτρέπει την είσοδο και έξοδο των οχημάτων από την πάροδο. · Το σημείο σύγκρουσης (Χ) βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων. · Το σημείο Χ απέχει από το σημείο όπου τελειώνει η συνεχής άσπρη γραμμή και αρχίζει η διακεκομμένη η οποία επιτρέπει την είσοδο και έξοδο στην πάροδο, κατά 3,40 μέτρα. · Στο σημείο σύγκρουσης υπήρχε ίχνος από τον δεξί μπροστινό τροχό του ενεχόμενου αυτοκινήτου ο οποίος έσκασε κατά την σύγκρουση. · Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό ενώ υπήρχε φως ημέρας. · Τα οχήματα υπέστησαν ζημιές ως η μαρτυρία του Μ.Κ.1, ενώ από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο Μ.Κ.2 ο οποίος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήμουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι Κατηγορούμενοι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετου΄και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ερύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188, τονίστηκε ότι ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παύλου (ανωτέρω), προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του νόμιμου καθήκοντος και της προκληθείσας ζημιάς. Σε κάθε περίπτωση εξετάζεται η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Έχω ήδη αναφέρει ότι σύμφωνα με τα ευρήματα μου ο Κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά στην οδό Χρίστου Κυθρεώτη, χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεση του για το γεγονός αυτό και μάλιστα ούτε και ελάττωσε την ταχύτητα του, προσεγγίζοντας το εν λόγω σημείο. Αυτή του η παράλειψη είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ο Μ.Κ.2 να γνωρίζει αυτή του την πρόθεση και προχώρησε και πραγματοποίησε την δική του πρόθεση να τον προσπεράσει, έστω και σε σημείο που δεν έπρεπε να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Η πράξη του Κατηγορούμενου να προσπαθήσει εκ των υστέρων να ανάψει τον δεξί δείκτη του οχήματος του για να δείχνει την πρόθεση του για στροφή δεξιά ήταν μια εκ των υστέρων προσπάθεια του για αποφυγή ακριβώς της ευθύνης του που πηγάζει από την παράλειψη του να καταστήσει σαφή την εν λόγω πρόθεση του. Είναι η θέση μου ότι η πιο πάνω παράλειψη του Κατηγορούμενου και η συναφής οδηγική του συμπεριφορά στοιχειοθετούν αμέλεια όπως έχει νομολογηθεί, η οποία συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Είναι συναφώς η θέση μου, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος θα καταβάλει τα έξοδα τα οποία έχουν δημιουργηθεί. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο