← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Oksana MATIYCHYK, Αρ. Υπόθεσης: 8466/09, 31 Μαίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Oksana MATIYCHYK, Αρ. Υπόθεσης: 8466/09, 31 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8466/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Oksana MATIYCHYK Κατηγορουμένης ------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για την Κατηγορούμενη: κος Χ. Ρασπόπουλος Κατηγορούμενη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει το αδίκημα της δημόσιας βλάβης. Θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι η κατηγορουμένη προέβηκε σε καταγγελία πως εκλάπη και επλαστογραφήθη επιταγή που δικαιούτο ως λήπτρια δημόσιου βοηθήματος. Περαιτέρω, διατείνεται ότι αυτή η καταγγελία της κατηγορουμένης είναι ψευδής εφόσον η αναφερόμενη επιταγή της ταχυδρομήθηκε και εν συνεχεία εξαργυρώθηκε από την ίδια. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης κλήθηκε στο Δικαστήριο μια μάρτυρας. Είναι τούτη η Μαρία Χριστοδούλου, λειτουργός στο γραφείο ευημερίας (στη συνέχεια Μ.Κ.1). Περαιτέρω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του κατατέθηκε το τεκμήριο 1, δηλαδή έκθεση του γραφολόγου που εξέτασε την επίδικη επιταγή. Η δε επιταγή εκ συμφώνου κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 και δηλώθηκε ότι το τεκμήριο 2 είναι η επιταγή που αναφέρεται στο τεκμήριο 1. Στο Δικαστήριο κατατέθηκαν και η κατάθεση της κατηγορουμένης καθώς και η γραπτή κατηγορία που της προσάφθηκε (βλ. τεκμήρια 5 μέχρι και 8). Τέλος, παραδεχτά γεγονότα που συμφωνήθηκαν από τις δυο πλευρές τοποθετήθηκαν γραπτώς και το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως έγγραφο Α. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, δηλαδή αμέσως μετά που η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της, η υπεράσπιση υπέβαλε ότι η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί και η κατηγορουμένη να αθωωθεί. Είναι εν προκειμένω η θέση της ότι το μαρτυρικό υλικό δεν αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όπως επεξηγείται από τη νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133) κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν˙ (α) η μαρτυρία δεν αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, και/ή (β) η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο μπορεί να στηρίξει σε αυτή τα ευρήματά του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν απασχολεί ο δεύτερος από τους δυο λόγους. Μια είναι μόνο η μάρτυρας που κλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό κατατέθηκε εκ συμφώνου, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί. Περαιτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 δεν έτυχε ιδιαίτερης αμφισβήτησης και κατ΄ επέκταση δεν έχει κλονισθεί σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτή. Διερεύνηση της άλλης παραμέτρου που εξετάζεται επιβάλλει καθορισμό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και σχετική διερεύνηση του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού. Αυτό λοιπόν είναι ότι επιχειρώ αμέσως πιο κάτω. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας βλάβης είναι˙ (α) makes to a police officer (β) a false statement concerning an imaginary offence (γ) knowingly Ό,τι δηλαδή χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι πρόσωπο δίδει κατάθεση σε αστυφύλακα, για το περιεχόμενο της οποίας γνωρίζει ότι είναι ψευδές και αφορά φανταστικό αδίκημα. Το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό αποκαλύπτει ότι την 29/07/08 η κατηγορουμένη μετέβη στο γραφείο ευημερίας, και συγκεκριμένα στη Μ.Κ.1, και υπέβαλε παράπονο ότι δεν παρέλαβε το αναμενόμενο επίδομά της. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η σχετική γραφειοκρατική διαδικασία η κατηγορουμένη υπέγραψε δήλωση (βλ. τεκμήριο 4) αναφορικά με το ότι δεν παρέλαβε και δεν εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή (βλ. τεκμήριο 2). Περαιτέρω, κατόπιν διαπίστωσης ότι η επιταγή εξαργυρώθηκε, την 19/11/08 η κατηγορουμένη έδωσε κατάθεση στον αστ. 119 Χ. Χαραλάμπους, στην οποία ανέφερε ότι ουδέποτε παρέλαβε την επιταγή και ότι δεν είναι εκείνη που την εξαργύρωσε. Ό,τι απομένει να διερευνηθεί είναι κατά πόσο η κατάθεση της κατηγορουμένης, ημερομηνίας 19/11/08 (βλ. τεκμήριο 6), είναι ψευδής, δηλαδή αφορά φανταστικό αδίκημα. Ως αδίκημα νοείται, σύμφωνα πάντα και με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, εκείνο της κλοπής και της πλαστογραφίας. Παρεμβάλλω εδώ ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και ταχυδρομήθηκε την 12/03/08. Η δε διεύθυνση στην οποία ταχυδρομήθηκε είναι η Αγίου Ιλαρίωνος 66, όπου στεγάζεται το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας (βλ. έγγραφο Α). Τέλος, η επίδικη επιταγή εξετάστηκε από γραφολόγο και διαπιστώθηκε πως ο γραφικός χαρακτήρας, τόσο στις δυο υπογραφές όσο και σε αριθμό που αναγράφεται σε αυτήν, δεν είναι της κατηγορουμένης. Δυνάμει όλων των πιο πάνω εύλογα διερωτάται κανείς. Ποιο είναι το ψεύδος στην κατάθεση της κατηγορουμένης και ποιο είναι το φανταστικό αδίκημα; Είναι κατανοητό ότι η μαρτυρία του γραφολόγου αποκαλύπτει πως δεν είναι η κατηγορουμένη που υπέγραψε την επιταγή και καμία άλλη μαρτυρία θέλει τούτην να είναι το πρόσωπο που παρουσιάστηκε στην τράπεζα για εξαργύρωση της επιταγής. Περαιτέρω, ούτε και τα αναγραφόμενα στην επιταγή, δηλαδή ο αριθμός, αποδίδονται στην κατηγορουμένη. Η δε διεύθυνση στην οποία εστάλη η επιταγή, δεν είναι της κατηγορουμένης αλλά του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας. Συνακόλουθα, αναπόδεικτο παρέμεινε ότι παρέλαβε την επίδικη επιταγή και ότι την εξαργύρωσε η ίδια. Καταλήγω λοιπόν πως το συστατικό στοιχείο ψεύδος και φανταστικό αδίκημα δεν έχει αποδειχθεί. Ως εκ τούτου η κατηγορία απορρίπτεται και η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.