Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14272/08, 8 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14272/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή
- Αντρέα Γεωργιάδη Κατηγορουμένων ------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κυθραιώτου Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Αγγελίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 2η Δίκη εντός Δίκης Ισχυρισμός του λοχία Ψακίδη ότι έλαβε κατάθεση από το δεύτερο κατηγορούμενο (στη συνέχεια ο κατηγορούμενος) και αίτημα περαιτέρω της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει τούτην ως τεκμήριο, οδήγησε την υπεράσπιση σε ένσταση. Αυτή η ένσταση είναι και το αντικείμενο της παρούσης. Η ένσταση θέλει τη σχετική κατάθεση να είναι ανεπίτρεπτη ως μαρτυρία καθ' ότι λήφθηκε κατά παράβαση των δικαστικών κανόνων. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η παράβαση συνίσταται στο ότι χρησιμοποιήθηκε ο δεύτερος αντί ο τρίτος δικαστικός κανόνας. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι κατά το χρόνο που λαμβάνετο η κατάθεση η αστυνομία είχε στην κατοχή της το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δυνάμει του οποίου αργότερα κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Προκειμένου να υποστηρίξει αυτή τη θέση η υπεράσπιση παρέπεμψε στο περιεχόμενο της επίδικης κατάθεσης και δη στις ερωτήσεις 6 μέχρι και 10, 13 μέχρι και 15, 19, 23 μέχρι και 25, 29, 33 και 34, 38 μέχρι και 40 και 42 και
- Όπως υποστηρίχθηκε οι εν λόγω ερωτήσεις καταδεικνύουν ότι η αστυνομία είχε στα χέρια της το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και εν τούτοις αντί να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο δυνάμει του τρίτου δικαστικού κανόνα, επέστησε την προσοχή του δυνάμει του δεύτερου δικαστικού κανόνα και στη συνέχεια τον ανέκρινε. Αυτό, σύμφωνα με την υπεράσπιση, αφενός συνιστά παραβίαση των δικαστικών κανόνων και αφετέρου, οδηγεί, και στην προκείμενη περίπτωση οδήγησε, σε παραβίαση του δικαιώματος της σιωπής. Η κατηγορούσα αρχή δεν αρνείται ότι η επίδικη κατάθεση λήφθηκε δυνάμει του δεύτερου δικαστικού κανόνος, ό,τι όμως ισχυρίζεται είναι πως ορθά και δικαιολογημένα οι εξεταστές λειτούργησαν τοιουτοτρόπως. Περαιτέρω, δεν διαφωνεί ούτε και με τη θέση της υπεράσπισης πως κατά τον επίδικο χρόνο η αστυνομία είχε στα χέρια της το σύνολο, σχεδόν, του μαρτυρικού υλικού. Εν τούτοις είναι η θέση της ότι το κατά πόσο η αστυνομία λειτούργησε ορθά και δικαιολογημένα δεν εξετάζεται με αντικειμενικά μόνο κριτήρια. Πρόσθετο κριτήριο, διατείνεται η κατηγορούσα αρχή, είναι και η υποκειμενική αντίληψη των εξεταστών, δηλαδή κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, οι ενέργειες τους ήταν εύλογες και ορθές. Όπως έχει νομολογηθεί˙ καμία δήλωση κατηγορουμένου γίνεται αποδεχτή ως μαρτυρία εναντίον του αν δεν αποδειχθεί ότι έγινε ιδία βουλήσει (βλ. Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Περαιτέρω, έχει επεξηγηθεί ότι ισχυρισμός παράβασης δικαστικών κανόνων πλήττει το εθελούσιο της κατάθεσης (βλ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, 521 και Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9). Συνακόλουθα, ακόμη και εκεί όπου εγείρεται ζήτημα παράβασης δικαστικών κανόνων η κατηγορούσα αρχή, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης, επωμίζεται την υποχρέωση απόδειξης του εθελούσιου της κατάθεσης. Όπως έχει πλέον διευκρινιστεί απόδειξη του εθελούσιου της κατάθεσης αναμένεται στον ύψιστο βαθμό, δηλαδή έξω από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. Republic v. Sfongaras 22 C.L.R. 113 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο είναι εκείνη της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του λοχία Ψακίδη και του υπαστυνόμου Αναστασιάδη. Διαφωνία αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης δεν διαπιστώνεται. Εκεί όπου οι δυο πλευρές διαφωνούν είναι στην νομική θεώρηση του θέματος και δη κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, ορθά εφαρμόστηκε ο δεύτερος δικαστικός κανόνας. Κατ' επέκταση διαπιστώνω ότι την 23/11/07 λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο δυνάμει του δεύτερου δικαστικού κανόνα. Είναι τούτη το τεκμήριο 2ΔΔ1. Περαιτέρω, την 11/1/08 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αρνήθηκε τις κατηγορίες. Κοινό τόπο αποτελεί και ότι μετά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης η αστυνομία προέβη και σε άλλες ενέργειες, δηλαδή έλαβε κατάθεση από την πρώτη κατηγορουμένη και άλλες δύο καταθέσεις από δύο διαφορετικά πρόσωπα (βλ. τεκμήρια 15 και 61 στην κυρίως δίκη). Η θέση της υπεράσπισης ότι κατά το χρόνο που λαμβάνετο η επίδικη κατάθεση η αστυνομία είχε στη κατοχή της το σύνολο του μαρτυρικού υλικού τυγχάνει υποστήριξης τόσο από τις ερωτήσεις που υποδείχθηκαν όσο και από την ένορκη μαρτυρία του λοχία Ψακίδη. Σύνοψη των αναφερομένων στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο μέσω της επίδικης κατάθεσης καταδεικνύει ότι· κατά τον επίδικο χρόνο η αστυνομία είχε μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο συμπλήρωσης των εντύπων του προγράμματος ως επίσης και από ποιον συμπληρώθηκαν. Επιπλέον, είχε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος δεν συμμετείχε στη συμπλήρωση τούτων των εντύπων (βλ. ερωτήσεις 6 και 8). Κατά τον ίδιο χρόνο είχε μαρτυρία αναφορικά και με τον προβλεπόμενο από το πρόγραμμα τρόπο πληρωμής, καθώς και για πληρωμές που διενεργήθηκαν (βλ. ερωτήσεις 9 και 10). Περαιτέρω, είχε μαρτυρία από τους εμπλεκόμενους στο πρόγραμμα, καθώς και από το εμπλεκόμενο υπουργείο, και ουδείς, πλην ενός προσώπου, γνώριζε την εμπλοκή και συμμετοχή του κατηγορούμενου (βλ. ερωτήσεις 13 και 15). Τέλος, είχε στην κατοχή της μαρτυρία αναφορικά με διάφορες πληρωμές (βλ. ερώτηση 19) αλλά και για το ποσό που εν τέλει έλαβε ο κατηγορούμενος (βλ. ερώτηση 24). Περαιτέρω, η καταφατική απάντηση του λοχία Ψακίδη στην ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης, «Άρα για το σύνολο των ερωτήσεων που του υποβάλατε είχατε την ανάλογη μαρτυρία, ούτως ώστε να του υποβάλετε τις ερωτήσεις», καταδεικνύει πως η αστυνομία είχε στην κατοχή της το σύνολο, σχεδόν, του μαρτυρικού υλικού. Παρεμβάλλω εδώ ότι εξέταση του περιεχομένου των τεκμηρίων 15 και 61, καταθέσεις οι οποίες λήφθηκαν μετά την επίδικη κατάθεση του κατηγορούμενου, αποκαλύπτει ότι είναι τυπικής και όχι ουσιαστικής σημασίας και ότι δεν προσέθεσαν οποιοδήποτε καινούργιο στοιχείο στο υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό. Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αστυνομία είχε στην κατοχή της το σύνολο, σχεδόν, του μαρτυρικού υλικού, δυνάμει του οποίου κατηγόρησε, στη συνέχεια, τον κατηγορούμενο. Ζητούμενο βεβαίως δεν είναι ο όγκος του μαρτυρικού υλικού αλλά η ποιότητα τούτου. Όπως έχει νομολογηθεί ο τρίτος δικαστικός κανόνας τυγχάνει εφαρμογής όταν η αστυνομία έχει στα χέρια της αρκετά στοιχεία (enough evidence). Ως προς τον τρόπο διαπίστωσης τέτοιας επάρκειας επεξηγηματική κρίνεται η υπόθεση Σάκκος ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510, 522 όπου λέχθηκε ότι · «Σημαντική για το θέμα που εξετάζουμε είναι η απόφαση στη The Republic v Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, στην οποία αποφασίστηκε ότι, εφόσον τα στοιχεία εις χείρας της Αστυνομίας δικαιολογούν, εξ αντικειμένου, την πρόσαψη κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα ΙΙΙ(β), ο οποίος επιτρέπει την υποβολή ερωτήσεων στον κατηγορούμενο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου αυτές είναι αναγκαίες για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση βλάβης, ή ζημίας, ή απώλειας σε τρίτο πρόσωπο, ή στο κοινό, ή προς το σκοπό διευκρίνισης ασάφειας σε προηγούμενη δήλωση του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αστυνομία είχε στη διάθεση της όλα τα στοιχεία, στα οποία βασίστηκε η δίωξη του κατηγορουμένου, και επομένως, η θέση της, όπως και εκείνη του εφεσείοντος, παραλληλίζεται προς εκείνη των αντίστοιχων μερών στην The Republic v Phivos Petrou Pierides, (ανωτέρω). Κρίνουμε ότι η ερώτηση, η οποία υποβλήθηκε στον εφεσείοντα, ήταν ανεπίτρεπτη, με ή χωρίς προειδοποίηση. Αυτό πιστεύω απαντά και τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το κριτήριο δεν είναι αποκλειστικά αντικειμενικό. Εν πάση όμως περιπτώσει, η επίδικη κατάθεση δεν περιβάλλεται από ιδιαίτερες περιστάσεις που δικαιολογούν την ακολουθητέα από τους ανακριτές διαδικασία. Η αναφορά του υπαστυνόμου Αναστασιάδη· « αν θέλετε προσφέρεται αυτή η μαρτυρία στον ύποπτο και καλείται να την ανατρέψει έτσι ώστε να φανεί το ορθό των πράξεων του» καθώς και εκείνη του λοχία Ψακίδη· «είχαμε αρκετή μαρτυρία από διάφορα άτομα τα οποία τον ενέπλεκαν στην υπόθεση και σε αρκετές περιπτώσεις έπρεπε να έχουμε και τη δική του θέση» με γλαφυρότητα αποκαλύπτει ότι και οι ίδιοι οι εξεταστές ένιωθαν και εκτιμούσαν πως η μαρτυρία που είχαν στη κατοχή τους ήταν τέτοια που ενέπλεκε τον κατηγορούμενο. Αδυνατώ ομολογουμένως να κατανοήσω τη θέση των δύο εξεταστών ότι, αφενός για να αποκομίσουν σφαιρική εικόνα της όλης υπόθεσης και αφετέρου για να δοθεί στον κατηγορούμενο η ευχέρεια αντίκρουσης του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού, προχώρησαν και ανέκριναν τούτον. Αν ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να δηλώσει οτιδήποτε μπορούσε να πράξει τούτο ακόμη και αν κατηγορείτο δυνάμει του τρίτου δικαστικού κανόνα. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου φανερώνει πως μετά την πρόσαψη κατηγορίας ή ενημέρωσης ότι πρόκειται να κατηγορηθεί, ο ύποπτος ερωτάται· «Επιθυμείς να πεις οτιδήποτε;» Αυτό καταρρίπτει συνεπώς τη θέση των εξεταστών ότι η προσέγγιση τους ήταν για να δοθεί στον κατηγορούμενο ευχέρεια απάντησης. Από την άλλη, νοουμένου ότι εφαρμοστέος είναι ο τρίτος δικαστικός κανόνας, και τούτο λόγω επάρκειας μαρτυρικού υλικού στα χέρια της αστυνομίας, υποβολή οποιονδήποτε ερωτήσεων περιορίζεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Η επιλογή λοιπόν των εξεταστών να χρησιμοποιηθεί ο δεύτερος αντί ο τρίτος δικαστικός κανόνας πόρρω απέχει από ακριβοδίκαιη συμπεριφορά έναντι του κατηγορουμένου εφόσον κατέστησε τούτο μάρτυρα εναντίον του εαυτού του αδιαφορώντας τη δεδομένη στιγμή ότι η μαρτυρία που η αστυνομία είχε στη κατοχή της επαρκούσε για να κατηγορηθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ήταν υποχρέωση των ανακριτών αφενός να κατηγορήσουν τον κατηγορούμενο δυνάμει του τρίτου δικαστικού κανόνα και αφετέρου να αποστούν από υποβολή οποιονδήποτε ερωτήσεων. Η αντίθετη μεθοδολογία που ακολούθησαν συνιστά παραβίαση των δικαστικών κανόνων. Παρόλα αυτά, παραβίαση δικαστικών κανόνων δεν οδηγεί δίχως άλλο, σε αποκλεισμό της κατάθεσης (βλ. Azinas v The Police
(1981)2 C.L.R 9,63 και Ονησίλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 556,567). Ό,τι αποτιμάται είναι ο ρόλος που διαδραμάτισε η παράβαση στο εθελούσιο της κατάθεσης, η έκταση της παράβασης και συγκεκριμένα κατά πόσο άπτεται τυπικού θέματος, καθώς και οι επιπτώσεις στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης από συνεχή αποτυχία της αστυνομίας να διαφυλάξει τους δικαστικούς κανόνες (βλ. Criminal Procedure In Cyprus σελ. 156). Κρίνω πως στη δοσμένη περίπτωση η παράβαση είναι επί ουσιώδους θέματος και όχι τυπικού. Η αστυνομία όφειλε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο και όχι να τον ανακρίνει. Αντ' αυτού, υπέβαλε στον κατηγορούμενο σωρεία ερωτήσεων και τον κατέστησε μάρτυρα εναντίον του εαυτού του σε χρόνο μάλιστα που η μαρτυρία που είχε στη κατοχή της δικαιολογούσε πρόσαψη κατηγορίας. Αργότερα δε, όταν πλέον ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και δεν ανέφερε οτιδήποτε περαιτέρω. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι η απόρριψη του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και κατ' επέκταση απόρριψη της επίδικης κατάθεσης λόγω παράβασης δικαστικών κανόνων. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο