Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κοσμά ΚΟΥΚΟΥΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 14382/08, 9 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14382/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κοσμά ΚΟΥΚΟΥΛΗ Κατηγορουμένου ------------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουνίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Καζαντζής Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα του άρθρου 317(β) του Κεφ.
- Τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη του αδικήματος καταγράφονται στην απόφαση που ακολούθησε την ακροαματική διαδικασία και αποτελούν βεβαίως αναπόσπαστο μέρος και της παρούσης. Όπως εκεί αναφέρεται ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που έθεσε τη φωτιά στη φυτεία σανού των παραπονουμένων. Στην προαναφερόμενη απόφαση λέχθηκε ότι˙ «Συγκεραστικά όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι την επίδικη ημερομηνία και μεταξύ 13:45 με 14:00 τα αδέλφια Φτανού ήταν στο βουστάσιο και είδαν τον κατηγορούμενο να οδηγά το όχημα του Γρίβα και να κατευθύνεται προς τις μπάλες σανού του βουστασίου. Ακολούθησαν την πορεία του οχήματος, δια μέσου όμως του βουστασίου, όταν σε κάποια στιγμή είδαν καπνό από την πλησιέστερη σε αυτούς στοίβα σανού και τότε έτρεξαν προς το σημείο του καπνού και διαπίστωσαν ότι υπήρχε φωτιά. Εκεί βρίσκετο και ο κατηγορούμενος ο οποίος στέκετο πάνω από την άλλη στοίβα σανού έχοντας το χέρι του απλωμένο πάνω από την πρώτη μπάλα. Αμέσως μόλις τράβηξε το χέρι του πίσω η μπάλα σανού, και εν συνεχεία η στοίβα, πήρε φωτιά. Ευθύς αμέσως ο κατηγορούμενος εισήλθε στο όχημα του Γρίβα και αναχώρησε από το μέρος. Παρά τις ενέργειες της αστυνομίας για εντοπισμό του κατηγορουμένου, ο τελευταίος εντοπίσθηκε μόλις την 29ην Ιουνίου
- Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν περί τις εννιακόσιες μπάλες σανού η αξία των οποίων ανέρχεται στις €93.000». Κατά την εξιστόρηση των μετριαστικών του κατηγορουμένου στοιχείων ο συνήγορός του επικαλέστηκε το λευκό του ποινικό μητρώο, τις οικογενειακές του περιστάσεις - οικογενειάρχης, πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων, τις επάλληλες επιπτώσεις που θα επιφέρει στα παιδιά και τους οικείους του κατηγορουμένου τυχόν ποινή φυλάκισης, τις οικονομικές περιστάσεις της οικογένειας καθώς και τις οικονομικές δυσκολίες που ενδεχομένως να προκύψουν αν ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τον καλό χαρακτήρα του κατηγορουμένου, και εν κατακλείδι την καθυστέρηση από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Αποτελεί βασική αρχή στο δικαιϊκό μας σύστημα πως όσο σοβαρό και αν είναι ένα αδίκημα η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί και σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, 227). Ως εκ τούτου κατά την επιμέτρηση της ποινής υπ΄ όψιν μου έλαβα το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών του κατηγορουμένου περιστάσεων, ως αυτές αναφέρθηκαν από το συνήγορό του. Επισημαίνω βεβαίως ότι σε σοβαρά αδικήματα, ως το υπό κρίση, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις περιορισμένη έχουν σημασία (βλ. Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, 62 και Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701, 708). Τέλος, υπ' όψιν μου έλαβα ότι το αδίκημα διεπράχθη τον Ιούνιο του 2008 ενώ σήμερα, μετά πάροδο τριών ετών, καλείται το Δικαστήριο να τιμωρήσει τον κατηγορούμενο. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι μεγάλο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στην ακροαματική διαδικασία που προηγήθηκε και κατ΄ επέκταση στην επιλογή του κατηγορουμένου να ασκήσει το συνταγματικό του δικαίωμα για ακρόαση. Πέραν των πιο πάνω, κατά την επιμέτρηση της ποινής υπ΄ όψιν μου έλαβα και τη σοβαρότητα του αδικήματος. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264). Στη δοσμένη περίπτωση η ανώτατη ποινή φυλάκισης που επισύρει το αδίκημα, επτά έτη, καταδεικνύει ότι εμπίπτει στην κατηγορία των πολύ σοβαρών αδικημάτων. Περαιτέρω, η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται και από άλλες μεταβλητές παραμέτρους. Από τη μια είναι η τυχόν έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του αδικήματος. Τέτοια διαπίστωση οδηγεί σε επιβολή αυστηρότερων ποινών εις αντιμετώπιση και καταστολή του φαινομένου που παρατηρείται (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, 351). Σημειώνεται εδώ πως το αδίκημα του εμπρησμού (άρθρο 315, Κεφ. 154) έχει νομολογηθεί ότι ευρίσκεται σε έξαρση. Στην απόφαση Μελανίτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, 314 λέχθηκε ότι˙ "Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού ευρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Καταδεικνύεται ως εκ τούτου ότι αδικήματα αυτής της φύσης ευρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Από την άλλη τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης έχουν τη δική τους σημασία στην επιμέτρηση της ποινής. Στη δοσμένη περίπτωση αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η φωτιά που έθεσε ο κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιά στην εργασία των παραπονούμενων ύψους €93.000. Αυτό αποκαλύπτει την έκταση της ζημιάς που προκάλεσε η έκνομη ενέργεια του κατηγορούμενου και συναποτιμάται στο είδος και ύψος της ποινής. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι αυτή καθεαυτή η διάπραξη του αδικήματος συνιστά επέμβαση, και δη κακόβουλη, σε συνταγματικό δικαίωμα τρίτου προσώπου. Η ενέργεια του κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα να απολέσουν οι παραπονούμενοι μεγάλο μέρος της περιουσίας τους ενάντια τόσο στη βούληση όσο και στο συνταγματικό δικαίωμά τους για κατοχή, απόλαυση και διάθεση ιδιωτικής περιουσίας, η οποία πρέπει να τυγχάνει σεβασμού. Οι επιπτώσεις από τη διάπραξη αδικημάτων αυτού του είδους και η αντιμετώπιση τούτων από τα Δικαστήρια με γλαφυρότητα συνοψίζονται από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, 129 όπου λέχθηκε ότι˙ «Το κοινό κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα. Προβλήθηκε το επιχείρημα πως ο εφεσίβλητος είχε μειωμένες δυνάμεις αντίστασης και υποβαθμισμένη την ορθή κρίση. Δεν νομίζουμε όμως πως αυτή η μειονεξία, αν υπήρχε, να ήταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί ο εφεσίβλητος αντί να διαπράξει τα εγκλήματα να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Και αυτό, που είναι σοβαρό και δεν συνάδει με τη σχετική εισήγηση, ήταν και άρνηση των κατηγοριών στο Δικαστήριο, που ήταν δικαίωμα του βεβαίως, αλλά για να τις παραδεχθεί στη συνέχεια, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε πως οι ενοχοποιητικές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ήταν θεληματικές». Αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι σε αδικήματα αυτού του είδους αρμόζουσα ποινή δεν είναι άλλη από στερητική της ελευθερίας. Στην υπόθεση Μελανίτης (πιο πάνω), η οποία αφορά το αδίκημα του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154 που ως ανώτατη ποινή έφερε εκείνη των δεκατεσσάρων ετών φυλάκισης, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2½ ετών, και τούτο παρά το περιορισμένο της ζημιάς που προκλήθηκε (£350) και της άμεσης παραδοχής του κατηγορουμένου. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι στην υπόθεση Μελανίτη ο κατηγορούμενος βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες. Στην υπόθεση Αναστασίου (πιο πάνω), η οποία επίσης αφορά το άρθρο 315 του Κεφ. 154, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την έφεση και αύξησε την ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο από 3 έτη σε 5. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στο ύψος της ζημιάς που ανέρχετο σε £1.390.000. Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, η οποία αφορά το άρθρο 315, που τότε όμως επέσυρε δια βίου φυλάκιση, ποινή φυλάκισης 20 μηνών με τριετή αναστολή αντικαταστάθηκε με άμεση ποινή φυλάκισης τριών ετών. Τόσο ως δικαστής όσο και ως γονέας δεν παραγνώρισα όσα αναφέρθηκαν ως προσωπικές και οικογενειακές του κατηγορουμένου περιστάσεις. Είναι γεγονός πως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας θα αποστερήσει τον κατηγορούμενο από τα ανήλικα τέκνα του και την οικογένειά του, σε χρόνο κατά τον οποίο η φυσική παρουσία του πατέρα είναι απολύτως απαραίτητη. Εν τούτοις, κατόπιν περίσκεψης και προβληματισμού, καταλήγω πως αρμόζουσα ποινή δεν είναι άλλη από στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλω ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Ζητήθηκε από την υπεράσπιση όπως σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης εξεταστεί ενδεχόμενο αναστολής τούτης. Επί του προκειμένου σχετικές είναι οι διατάξεις του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου (Ν.95/72), καθώς και οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 214/09, ημερ. 29/01/10. Οι προσωπικές και οικογενειακές του κατηγορουμένου περιστάσεις, καθώς και το λευκό ποινικό μητρώο του, λήφθηκαν υπ΄ όψιν και αποτιμήθηκαν δεόντως στο ύψος της ποινής. Η σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή του δεν δικαιολογούν αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου, δηλαδή πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων και λευκού ποινικού μητρώου, καθώς και της υπόθεσης, δηλαδή το διαρρεύσαντα χρόνο από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Ως εκ τούτου το αίτημα απορρίπτεται. Ως ημερομηνία έναρξης της ποινής θεωρείται η 27/05/11, ότε και ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για σκοπό επιβολής ποινής. (Υπ.) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο