Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Ψιλλίδης, Ποιν. Υπ.: 686/09, 15 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Ποιν. Υπ.: 686/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Χρίστος Ψιλλίδης Κατηγορουμένου -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Ιουνίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ" Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κορέλλης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για εξύβριση μέσα σε αθλητικό χώρο και μια κατηγορία για επίθεση επίσης μέσα σε αθλητικό χώρο κατά παράβαση σχετικών άρθρων του Ν.48
(1)/08. Κατά τη διάρκεια της προφορικής μαρτυρίας του ΜΚ3, ήτοι του Αστ. 3028 Πεππή Πεππή επιχειρήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η παρουσίαση της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου, την οποία κατ' ισχυρισμόν κατέγραψε ο εν λόγω μάρτυρας στις 13.11.08 μεταξύ των ωρών 17.00-17.15 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Δομετίου. Ηγέρθη ένσταση από πλευράς υπεράσπισης και διετάχθη η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης ως προς τις συνθήκες λήψης της. Οι λόγοι ένστασης ήταν ότι: i) Παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου τα οποία απορρέουν από το Ν. 163
(1)/05, αφού αποκλείστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το δικηγόρο του προτού ανακριθεί και τού ληφθεί η επίμαχη κατάθεση. ii) Η εν λόγω κατάθεση δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης αφού ο κατηγορούμενος είχε δεχθεί προηγουμένως πιέσεις, εκβιασμούς και υποσχέσεις από ανακριτή της υπόθεσης, ενώ κατά τη λήψη της ήταν παρών και ο Υπαστυνόμος Τερεζόπουλος ο οποίος ουσιαστικά υπαγόρευε το περιεχόμενο της και τελικά αναγκάστηκε να την υπογράψει ο κατηγορούμενος. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν ως μάρτυρες ο Αστ. 3028 Πεππής Πεππή και ο Υπαστυνόμος Στέφανος Τερεζόπουλος, ενώ εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσαν ο κατηγορούμενος και ο δικηγόρος Χριστόδουλος Παπαχρυσοστόμου. Ως κοινό υπόβαθρο προκύπτει ότι στις 8.11.08 η Αστυνομία διερευνούσε επεισόδια που είχαν γίνει στον καλαθοσφαιρικό αγώνα ΑΠΟΕΛ-ΑΕΛ στο "ΛΕΥΚΟΘΕΟ" στη Λευκωσία. Στις 10.11.08 η Αστυνομία ζήτησε από τον κατηγορούμενο να επισκεφθεί τον Σταθμό Αγ. Δομετίου, πράγμα που εκείνος έπραξε με τον τότε δικηγόρο του κ. Χ. Παπαχρυσοστόμου. Υπάρχει ισχυρισμός από τους μάρτυρες υπεράσπισης ότι μόλις αντίκρυσαν τον κ. Τερεζόπουλο αυτός έθεσε τον κατηγορούμενο προ του διλήμματος ή να δώσει στοιχεία για άλλους εμπλεκόμενους στη ρίψη αντικειμένων ή θα συλλαμβάνετο ο ίδιος επί τω ότι έφτυσε τον Υπαστυνόμο. Πάντως είναι δεκτό από όλους πως ο κατηγορούμενος έφυγε με τον δικηγόρο του λέγοντας στον Υπαστυνόμο ότι μόνον με ένταλμα σύλληψης θα ξανάρχονταν στον Σταθμό. Όντως εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 13.11.08 και ώραν 13.30 μ.μ. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε περί αυτού τον κ. Παπαχρυσοστόμου ενώ μεταφερόταν με το αστυνομικό όχημα στο Σταθμό και διευθέτησαν να συναντηθούν μετά από λίγη ώρα (στο Σταθμό) για να τον συμβουλεύσει. Ο κατηγορούμενος και ο τότε δικηγόρος του ισχυρίστηκαν ενόρκως πως αυτό τελικά δεν κατέστη δυνατό λόγω της επιμονής του Υπαστυνόμου Τερεζόπουλου όπως η συνάντηση δικηγόρου πελάτη πραγματοποιηθεί στην παρουσία του Αστ. Κυριάκου τον οποίο διέταξε να παραμένει στην είσοδο του γραφείου το οποίο παραχωρήθηκε για τη συνάντηση. Δημιουργήθηκε θέμα από τον κ. Παπαχρυσοστόμου, ο οποίος υπέβαλε και παράπονο στο Γραφείο Παραπόνων του Σταθμού, αλλά χωρίς να βελτιωθεί η κατάσταση, οπότε υποχώρησε χωρίς να μιλήσει με τον κατηγορούμενο. Αργότερα στις 18.11.08 υπέβαλε γραπτώς παράπονο και προς τον Αρχηγό Αστυνομίας. Ο Υπ. Τερεζόπουλος αν και δέχθηκε πως δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο σχετικά με το θέμα επέμεινε πως ο κ. Παπαχρυσοστόμου είδε τον πελάτη του - τον κατηγορούμενο, ως οι οδηγίες που είχε δώσει. Πάντως μετά την αποχώρηση του συνηγόρου του στις 13.11.08 και μεταξύ των ωρών 17.00 έως 17.15 μ.μ. ο κατηγορούμενος έδωσε την επίδικη κατάθεση, για την οποίαν σήμερα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρόκειται για έγγραφο που υπαγόρευσε ο Υπαστυνόμος Τερεζόπουλος στον Αστ. Πεππή, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος ασχολείτο με την αναζήτηση ονομάτων στο κινητό του τα οποία θα τους έδιδε ως εμπλεκόμενους στη ρίψη αντικειμένων για να τον αφαιρέσουν από ανακοίνωση στο διαδίκτυο ότι εμπλέκετο στα επεισόδια. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψαν και οι δύο μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Ο Αστ. Πεππής είπε πως γινόταν κάποια συνομιλία και ο ίδιος έγραφε υπό τον όρο ότι συμφωνούσε με τα λεγόμενα ο κατηγορούμενος. Όπως εξήγησε ο εν λόγω αστυφύλακας ο Υπαστυνόμος μιλούσε με τον κατηγορούμενο και όταν συμφωνούσαν σε κάτι το κατέγραφε ο ίδιος (ο αστυφύλακας). Νομική Πτυχή: Αποτελεί νομολογημένη αρχή πως μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου τα οποία κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα αποκλείεται ως μαρτυρία, ασχέτως της αποδεικτικής της αξίας και του σκοπού για τον οποίο λήφθηκε (βλ. υποθ. Saleh Ali Al-Hamad v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117 και Δημοκρατίας ν. Hacop Kirnouyan
(1996)2 AAΔ 126). Αποτελεί επίσης θεμελιώδη αρχή πως σε περίπτωση ένστασης στην παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου για να επιτραπεί θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση ήταν θεληματική υπό την έννοια ότι αυτή δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου ασκούντος εξουσία εν σχέσει με την ανάκριση ή τη δίωξη, η οποία είτε να έχει προκαλέσει στον κατηγορούμενο φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις ή ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος, είτε να συνιστά καταπίεση, δηλαδή μεταχείριση η οποία έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη θέληση, του κατηγορούμενου (βλ. Psaras & Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132). Από την υπόθ. Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 συνάγεται ότι το Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν τη λήψη της και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει κάποια κατάθεση εάν αυτή έχει ληφθεί υπό ύποπτες συνθήκες. Οι νομολογημένες αρχές αντανακλούν τη δέσμευση των δικαστηρίων για προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την επικράτηση του κράτους δικαίου. Η διαχρονική βασική αρχή είναι πως η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας, όπως έχει επιβεβαιωθεί στην υπ. Azinas v. Republic
(1981)2 C.L.R. 910. Στην υποθ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.260 ανακριτική κατάθεση κατηγορούμενου δεν έγινε δεκτή επειδή δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε δεν μείωσαν τη θέληση του κατηγορούμενου έτσι ώστε να ανοίξει το στόμα του ενώ υπό διαφορετικές συνθήκες θα παρέμενε σιωπηλός. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε ένα τέτοιο στάδιο πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου (υπ. Petri v. Police
(1968)2 CLR 40). i) Δικαίωμα Δικηγόρου: Το δικαίωμα προσώπου που έχει συλληφθεί να τύχει νομικής συμβουλής κατοχυρώνεται από το άρθρο 11.4 του Συντάγματος το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων πως κάθε συλλαμβανόμενος δικαιούται να τύχει των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του. Ο σχετικά πρόσφατος Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν Υπό Κράτηση Νόμος
(163)
(1)/05 ρυθμίζει πλέον και νομοθετικά την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος προνοώντας στο άρθρο 3
(1)πως πρόσωπο που συλλαμβάνεται δικαιούται αμέσως μετά τη σύλληψη του να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά με δικηγόρο της δικής του επιλογής χωρίς να είναι παρόν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του ιδίου νόμου αποτελεί υποχρέωση κάθε μέλους της Αστυνομίας που διενεργεί τη σύλληψη να παρέχει στο συλληφθέντα κάθε διευκόλυνση και μέσο που είναι πρακτικά αναγκαίο για να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 3
(1)και να μεριμνά και διευθετεί ώστε όταν τού ζητηθεί να μπορεί να ασκηθεί αμέσως το δικαίωμα. Κατά το άρθρο 9 κάθε ανακριτής έχει την υποχρέωση να μεριμνά ώστε να μην αρχίζει η ανάκριση προτού ο συλληφθείς ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο έχει ζητήσει να ασκήσει, ενώ κατά το άρθρο 11
(1)απαιτείται η καταγραφή της ημερομηνίας και ώρας κατά την οποία ασκήθηκε το δικαίωμα του συλληφθέντος. Ειδικότερα όμως σύμφωνα με το άρθρο 12
(1),
(2)του Νόμου: "12.—
(1)Κάθε κρατούμενος δικαιούται να έχει για την υπεράσπιση του εμπιστευτικές συνεντεύξεις με το δικηγόρο του στο κρατητήριο όπου κρατείται, σε ιδιαίτερο χώρο εκτός οπτικού και ακουστικού πεδίου οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής, ανάλογα με την περίπτωση, και να του παραδίδει και να παραλαμβάνει από αυτόν κατά τη συνέντευξη εμπιστευτικές οδηγίες γραπτές ή προφορικές.
(2)Το δικαίωμα που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)δύναται να ασκείται οποιαδήποτε μέρα και ώρα και κάθε υπεύθυνος του κρατητηρίου ή μέλος της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής έχει υποχρέωση να μη θέτει προσκόμματα ή κωλύματα ή να περιορίζει ή να παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση του." Σημειώνεται πως σύμφωνα με το νόμο "κρατούμενος" σημαίνει πρόσωπο που έχει συλληφθεί μεταξύ άλλων δυνάμει της υποπαραγράφου (γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος, δηλαδή προς τον σκοπόν προσαγωγής ενώπιον Δικαστηρίου επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα πράγμα που ισχύει και για την παρούσα. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αναμφίβολα είχε μετά το αρχικό δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας και δικαίωμα εμπιστευτικής συνέντευξης με το δικηγόρο του, "σε ιδιαίτερο χώρο εκτός οπτικού και ακουστικού πεδίου οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας", χωρίς προσκόμματα, κωλύματα, περιορισμούς ή άλλου είδους παρεμπόδιση. Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την σύλληψη του οδηγήθηκε στο Σταθμό Αγ. Δομετίου του οποίου Σταθμάρχης ήταν ο Υπαστυνόμος Τερεζόπουλος. Είναι δεδομένο πως ο κατηγορούμενος ζήτησε να δει τον δικηγόρο του και αυτό ήταν εις γνώσιν της Αστυνομίας. Η ενημέρωση συλληφθέντος για τα δικαιώματα του αποκτά σημασία όταν παρέχεται και η δυνατότητα άσκησης τους. Το βάρος απόδειξης του ότι δόθηκε αυτή η δυνατότητα το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Εξέτασα τις μαρτυρίες που έχουν προσφερθεί στην δίκη εντός δίκης έχοντας υπόψιν ότι πρέπει γενικά να διατηρείται ανοικτό το θέμα της αξιοπιστίας και ειδικά του κατηγορούμενου. Στην παρούσα το θέμα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία καθότι δεν υπάρχει καν σαφής ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα του κατά τον τρόπο που προβλέπει ο νόμος, δηλαδή σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο για κάποιο συγκεκριμένο διάστημα. Κατά την κυρίως εξέταση του Υπαστυνόμου δεν έγινε καν αναφορά στο θέμα αυτό. Στην αντεξέταση του ήταν σαφής πως δεν ενθυμείτο λεπτομέρειες. Όταν αργότερα φρέσκαρε τη μνήμη του ήταν δεκτό από τον ίδιο πως αρχικά υπέδειξε γραφείο στον κατηγορούμενο με τον δικηγόρο του για τη συνάντηση, αλλά και ότι δημιουργήθηκε κάποια "ταραχή", εκ της οποίας προέκυψε και καταγγελία από τον κ. Παπαχρυσοτόμου στο Γραφείο Παραπόνων. Επίσης ήταν δεκτό πως η πόρτα του γραφείου δεν ήταν τελείως κλειστή. Δεν αμφισβητείται ότι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου αποχώρησε μετά την καταγγελία. Ως μόνος πιθανός χρόνος να είδε τον δικηγόρο του ο κατηγορούμενος παρέμειναν τα 2-3 λεπτά που κατ' ισχυρισμόν του Υπαστυνόμου αυτός αρχικά περίμενεν τον Αστυφύλακα να έρθει για να αναλάβει τη φύλαξη του κατηγορουμένου. Αλλού είπε πως ο κατηγορούμενος είδε το δικηγόρο του και στις10 και στις 11 Νοεμβρίου 2008 δηλαδή πριν τη σύλληψη. Όπως και να έχουν τα πράγματα δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί το δικηγόρο του σε χώρο εκτός οπτικού και ακουστικού πεδίου μέλους της Αστυνομίας. Είναι προφανές πως εάν κατά την ώρα που ανέμενε τον Αστυφύλακα ο Σταθμάρχης ευρίσκετο έξω από κλειστό γραφείο στο οποίο μέσα συνομιλούσε ο κατηγορούμενος με τον δικηγόρο του θα εγίνετο απλώς η αλλαγή μεταξύ των μελών της Αστυνομίας στη φρούρηση, χωρίς να υπήρχε δυνατότητα για τους εντός του γραφείου να δουν την αλλαγή ή να έχουν παράπονο για την άσκηση κάποιας υποχρέωσης της Αστυνομίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν έχω πειστεί ότι ο κατηγορούμενος στις 13.11.08 άσκησε το δικαίωμα επικοινωνίας του με δικηγόρο κατά τον τρόπο που κατοχυρώνει το σύνταγμα και ο σχετικός νόμος. Καταλήγω πως υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου η ένσταση ως προς την δεκτότητα της κατάθεσης πρέπει να επιτύχει για αυτό το λόγο. Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση και παρότι το θέμα έχει ήδη κριθεί με τα προηγηθέντα, πρέπει να παρατηρήσω πως γενικά προωθήθηκαν δύο αντιφατικές εκδοχές ενώπιον μου. Ειδικότερα η μια του Αστ. Πεππή ότι συζητούσε ο Υπαστυνόμος με τον κατηγορούμενο και κατέγραφε ο Αστυφύλακας μόνον αν συμφωνούσαν κάπου και η άλλη του Υπαστυνόμου ο οποίος είπε πως τα έλεγεν ο κατηγορούμενος και κατέγραφεν ο Αστυφύλακας αυτολεξεί χωρίς να έχει ανάμιξην ο ίδιος. Υπό αυτές τις περιστάσεις σημειώνω απλώς πως δεν θα δεχόμουν την κατάθεση και για λόγους θεληματικότητας. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η κατάθεση του κατηγορούμενου δεν γίνεται δεκτή. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο