Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πετράκη Μαυρή, Αρ. Υπόθεσης: 8500/09, 21 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8500/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πετράκη Μαυρή Κατηγορουμένου ------------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κα Καρή Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 28/02/09 εξύβρισε το Γρηγόρη Σουρουπή με τις φράσεις «μαλακισμένε, πεζεβέγκη» και «ο σιήστος που σ΄ έφκαλε ρε πεζεβέγκη, μαλακισμένε, μιτσή». Προς υποστήριξη της κατηγορίας κλήθηκαν στο Δικαστήριο δυο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Γρηγόρης Σουρουπή και ο Ανδρέας Σουρουπή. Από την άλλη, όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Πριν οτιδήποτε άλλο αξίζει να σημειωθεί ότι οι θέσεις των δυο πλευρών δεν είναι αντίθετες επί παντός επιστητού. Διαπιστώνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι την επίδικη ημερομηνία ο Γρηγόρης και ο Ανδρέας, οι οποίοι είναι αδέλφια, επέβαιναν μηχανοκίνητου οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος. Κατά τον ίδιο χρόνο μηχανοκίνητου οχήματος επέβαινε και ο κατηγορούμενος. Τα δυο οχήματα βρίσκοντο έμπροσθεν του ξενοδοχείου Holiday Inn με το όχημα του κατηγορουμένου να βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και πιο πίσω από το όχημα των αδελφών Σουρουπή που βρίσκετο δεξιότερα. Κατά τον ίδιο χρόνο κίνηση του οχήματος των αδελφών Σουρουπή προς τα αριστερά, δηλαδή στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του κατηγορουμένου, είχε ως αποτέλεσμα κορνάρισμα του τελευταίου. Αυτή η ενέργεια του κατηγορουμένου ανέκοψε την προσπάθεια του άλλου οχήματος. Περαιτέρω, οι δυο πλευρές συμφωνούν ότι στη συνέχεια, δηλαδή μετά το κορνάρισμα του κατηγορουμένου, τα δυο οχήματα βρέθηκαν το ένα πίσω από το άλλο και το όχημα που προηγείτο ήταν εκείνο του κατηγορουμένου. Ενόσω δε κινούντο τοιουτοτρόπως ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του και τα αδέλφια Σουρουπή το δικό τους. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν αναμφισβήτητα γεγονότα και κατ΄ επέκταση ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται εδώ ότι η κατηγορία χωρίζεται σε δυο σκέλη, δηλαδή δυο διαφορετικές και διαδοχικές, χρονικά, εξυβρίσεις. Η πρώτη φράση - μαλακισμένε πεζεβέγκη - ειπώθηκε, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, καθ΄ ον χρόνο ο κατηγορούμενος κόρναρε του οχήματος των αδελφών Σουρουπή. Τότε, σύμφωνα με τα δυο αδέλφια, ο Γρηγόρης είπε στον κατηγορούμενο «συγνώμη ρε κουμπάρε». Ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του και τότε ήταν που ξεστόμισε τη δεύτερη φράση. Αυτές οι θέσεις της κατηγορούσας αρχής αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο λόγος που κόρναρε ήταν για να αποτρέψει δυστύχημα, ενώ στη συνέχεια το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάξει προς το άλλο όχημα θυμωμένα, αποδοκιμάζοντας έτσι την ενέργεια του οδηγού. Περαιτέρω, διατείνεται ο κατηγορούμενος, όταν πλέον βρίσκετο έμπροσθεν του οχήματος των αδελφών Σουρουπή, ακινητοποίησε το όχημά του γιατί ένοιωσε κτύπημα από πίσω. Προτού όμως προλάβει να εξέλθει του οχήματός του τα δυο αδέλφια του επιτέθηκαν. Ζητούμενο στην όλη υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος εξύβρισε το Γρηγόρη με τον τρόπο που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ως εκ τούτου η ευχέρεια, δυνατότητα και παρατηρητικότητα των αδελφών Σουρουπή να ακούσουν εκείνα που ισχυρίζονται ότι ειπώθηκαν, συνιστά ζήτημα μείζονος σημασίας. Κατ΄ επέκταση η θέση που κατείχαν τα δυο οχήματα κατά τις δυο εξυβρίσεις και οι σχετικές ενέργειες των οδηγών, επίσης ελέγχονται. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα αδέλφια Σουρουπή δεν είναι μάρτυρες της αλήθειας. Η μαρτυρία τους σφύζει αντιφάσεων και αφίσταται της κοινής λογικής. Ό,τι χαρακτηρίζει τούτη είναι˙ υπερβολή, ανακρίβεια και αοριστολογία. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος με σαφήνεια, σταθερότητα και αυθορμητισμό επεξήγησε καθετί σχετικό του συμβάντος. Προς υποστήριξη των πιο πάνω σημειώνονται τα ακόλουθα˙ Η μαρτυρία των αδελφών Σουρουπή αναφορικά με τη θέση που είχε το όχημα του κατηγορουμένου κατά την πρώτη εξύβριση, είναι αντιφατική. Ο μεν Γρηγόρης τοποθετεί το όχημα πίσω από το δικό τους, γι΄ αυτό άλλωστε ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να τον εξυβρίζει όταν τον είδε από το καθρεφτάκι και όταν στη συνέχεια γύρισε και κοίταξε πίσω, ενώ για την ίδια εξύβριση ο Ανδρέας διατείνεται ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν δίπλα τους (βλ. τεκμήριο 2). Αυτό φανερώνει μια εκ των πολλών αντιφάσεων των αδελφών Σουρουπή. Πέραν τούτου, και αυτή καθεαυτή η παρατήρηση των αδελφών Σουρουπή εν σχέσει με την πρώτη εξύβριση είναι αμφιβόλου ποιότητας και ειλικρίνειας. Ο Γρηγόρης ισχυρίστηκε πως αντιλήφθηκε την εξύβριση καθ΄ ότι μπορεί και διαβάζει χείλη, ενώ ο Ανδρέας ισχυρίστηκε ότι άκουσε τούτη. Πως όμως ο δεύτερος άκουσε την εξύβριση όταν ο πρώτος τοποθετεί το όχημα πίσω τους και όχι δίπλα τους, τη στιγμή μάλιστα που και τα δυο αδέλφια άφησαν να νοηθεί ότι η εξύβριση ήτο ταυτόχρονη του κορναρίσματος, ενέργεια δηλαδή που καθηλώνει την ένταση άλλων ήχων. Περαιτέρω, η θέση των αδελφών Σουρουπή ότι τα παράθυρα του οχήματος τους ήταν ανοικτά, συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος αυθόρμητα και με παρρησία ανέφερε πως το παράθυρο του Ανδρέα ήταν ανοικτό. Εντούτοις, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο αναφέρθηκε από τον Ανδρέα ήταν στο Δικαστήριο, ενώ στο τεκμήριο 2 ανέφερε ότι «τα παράθυρα ήταν κλειστά και στη συνέχεια τα ανοίξαμε». Η αναφορά εδώ «στη συνέχεια τα ανοίξαμε» εννοεί βεβαίως μετά την πρώτη εξύβριση. Άλλωστε ό,τι προηγείται στην κατάθεση του Ανδρέα είναι ότι «ήρθε δίπλα μας και κάτι μουρμούρισε μέσα από το αυτοκίνητο». Ποια η λογική να αναφέρει «μέσα από το αυτοκίνητο» αν όχι επειδή τα παράθυρα του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν κλειστά; Κρίνω πως κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης ως πρώτης εξύβρισης το παράθυρο του κατηγορουμένου ήταν κλειστό ενώ του Ανδρέα ήταν λίγο ανοιχτό, ως άλλωστε δέχθηκε και ο κατηγορούμενος. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι σύμφωνα με τον Ανδρέα ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του στη συνέχεια. Ανάλογα διατείνεται και ο Γρηγόρης. Αυτή η θέση άπτεται των ενεργειών των δυο οδηγών κατά το περιστατικό. Όλοι οι εμπλεκόμενοι φαίνεται να συμφωνούν ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το όχημα του κατηγορουμένου, τουλάχιστον, βρίσκετο εν κινήσει. Αυτή ήταν και η θέση του κατηγορουμένου η οποία υποστηρίζεται από τις ακόλουθες αναφορές των αδελφών Σουρουπή. Όπως ο Γρηγόρης ανέφερε στο τεκμήριο 1˙ «πάτησε του αυτοκινήτου του να φύγει». Ο δε Ανδρέας στη δική του γραπτή κατάθεση ανέφερε «ύστερα ξεκίνησε να φύγει». Αυτές οι αναφορές αποκαλύπτουν ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ακινητοποίησε το όχημά του. Έχοντας αυτό ως δεδομένο εγείρονται τα ακόλουθα ερωτήματα˙ πως τότε ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του οχήματός του για να εξυβρίσει τους παραπονούμενους, και πώς ο Γρηγόρης μπόρεσε να συνομιλήσει μαζί του δηλαδή να του ζητήσει συγνώμη; Πρέπει βέβαια να τονισθεί εδώ ότι, παρά την επιμονή της συνηγόρου του κατηγορουμένου, ο Γρηγόρης δεν απάντησε με σαφήνεια κατά πόσο άκουσε την πρώτη εξύβριση, εφόσον συνεχώς διατείνετο ότι είδε τον κατηγορούμενο. Από την άλλη μπορεί μεν ο Ανδρέας να ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο, παρά τις πιο πάνω διαφορές με τη μαρτυρία του Γρηγόρη, εντούτοις η αναφορά του στο τεκμήριο 2 «ήρθε δίπλα μας και κάτι μουρμούρισε μέσα από το αυτοκίνητο και είμαι σίγουρος ότι είπε πού πάεις ρε μαλακισμένε πεζεβέγκη, γιατί τον είδα και ήταν θυμωμένος», αναιρεί τη θέση του ότι άκουσε τον κατηγορούμενο, εφόσον παραπέμπει σε μουρμουρητό και αφήνει έτσι να νοηθεί ότι και αυτός επαγωγικά κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα καθ΄ ότι θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος. Ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος, παρεμβάλλω εδώ ότι και σε αυτή την περίπτωση με ειλικρίνεια και σταθερότητα ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν ήταν θυμωμένος αλλά με θυμωμένο ύφος κοίταξε το άλλο όχημα απλώς και μόνο αποδοκιμάζοντας την ενέργεια του άλλου οδηγού. Και όσα όμως ακολούθησαν την εξύβριση δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο από τα αδέλφια Σουρουπή. Ουσιώδεις είναι και πάλι οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία των δυο αδελφών. Στη γραπτή κατάθεσή του ο Γρηγόρης αφήνει να νοηθεί ότι εξήλθε του οχήματός του όταν είδε τον κατηγορούμενο να πράττει τούτο. Διαφορετική είναι η εκδοχή του Ανδρέα ο οποίος αναφέρει ότι «είδα τον άλλο οδηγό να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του αλλά τον πρόλαβε ο αδελφός μου πριν καλά καλά κατέβει». Η διάσταση δεν αφορά μόνο την αντίδραση των δυο οδηγών αμέσως μετά την ακινητοποίηση των οχημάτων τους. Επεκτείνεται και σε ό,τι επακολούθησε. Ο Γρηγόρης ανέφερε ότι «άπλωσε τα χέρια του για να με σπρώξει και εγώ του τα άρπαξα», ενώ ο Ανδρέας ανέφερε˙ «ο άλλος οδηγός σήκωσε τα χέρια του και μου φάνηκε ότι προσπάθησε να κτυπήσει τον αδελφό μου και τότε ο Γρηγόρης άρπαξε τα χέρια του». Ας σημειωθεί πως στο Δικαστήριο ο Ανδρέας ανέφερε «επήεν να ανοίξει την πόρταν ο άνθρωπος τζιαι όπως την άνοιξε ο αδελφός μου έπιασεν του τα χέρια του». Αμέσως μετά, σε ερώτηση που του υποβλήθηκε, γιατί, δηλαδή γιατί ο αδελφός του λειτούργησε τοιουτοτρόπως, απάντησε˙ «για να μην μας κτυπήσει» και επεξήγησε ότι˙ «εκατέβηκε νευριασμένος κάτω ξέρεις ήντα που γινίσκεται, έκοψεν μας τζιαι το δρόμο». Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τόσο τις ενέργειες των αδελφών Σουρουπή, όσο και τις ενδόμυχες σκέψεις τους κατά τον κρίσιμο χρόνο. Διαπιστώνω συναφώς ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος όστις πρώτος ήρξατο χειρών αδίκων. Οι αδελφοί Σουρουπή είναι εκείνοι που κατευθύνθηκαν προς τον κατηγορούμενο και εν τέλει επιτέθηκαν τούτου. Αναφέρω αυτό για να υποδείξω πως τα δυο αδέλφια σε καμία πτυχή της μαρτυρίας τους είπαν την αλήθεια, εφόσον διαπίστωση μου είναι ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξύβρισε τα εν λόγω πρόσωπα. Συγκεραστικώς όλων των πιο πάνω υποδεικνύεται η οξύμωρη, για τη μαρτυρία των δυο αδελφών, απολογία τούτων. Αν τα δυο αδέλφια δεν έφταιξαν σε οτιδήποτε, όπως με επιτήδευση προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο, γιατί τότε απολογούνται. Δυνάμει όλων των πιο πάνω είμαι πεπεισμένος ότι η απολογία των δυο αδελφών άπτεται του συνόλου των πράξεων και αντιδράσεών τους. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω τη μαρτυρία των αδελφών Σουρουπή δεν μπορώ να τη δεχθώ. Συνακόλουθα μετέωρος και ανυποστήρικτος από αξιόπιστη μαρτυρία παρέμεινε ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος εξύβρισε τα αδέλφια Σουρουπή. Ως εκ τούτου αναπόδεικτη παρέμεινε η εν λόγω κατηγορία και μοναδική κατάληξη είναι η απόρριψη τούτης και η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο