Δημοκρατία ν. Mansour Jawad κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7755/09, 30 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2011:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7755/09 Δημοκρατία ν.
- Mansour Jawad
- Mohammad Asad Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Οι κ.κ. Ρ. Μαππουρίδης και Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Λ. Κυριακίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Οι κ.κ. Γ. Μυλωνάς και Δ. Δευτερά. Κατηγορούμενοι: Παρόντες. Παρών και ο μεταφραστής, κ. Wysam Baakar, ο οποίος ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από την Ελληνική στην Αραβική γλώσσα και αντιστρόφως, όσον καλύτερα μπορεί. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν σειρά κατηγοριών σε σχέση με τη Lissel Perez Diaz, από τη Δομινικανή Δημοκρατία («η Παραπονούμενη»), ήτοι, συνωμοσίας για φόνο, κατά παράβαση του Άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1), συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή, απαγωγής με σκοπό τη φόνευση εκ προμελέτης, κατά παράβαση του Άρθρου 371, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 2), απαγωγής με σκοπό τη φόνευση εκ προμελέτης, κατά παράβαση των Άρθρων 247 και 249, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 3) και απαγωγής με σκοπό την υποβολή σε βαριά βλάβη, κατά παράβαση των Άρθρων 247 και 251, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 4). Επιπροσθέτως, προσάπτεται μόνον εναντίον του Κατηγορούμενου 1, κατηγορία απόπειρας φόνου της Παραπονούμενης, κατά παράβαση του Άρθρου 214(α), Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 5) και πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 228(α), Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 6). Αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 24.4.09, στην Επαρχία Λευκωσίας, με ιθύνοντα νου τον πενηνταδιάχρονο, τότε, Κατηγορούμενο 1 και ενεργό βοηθό του, τον εικοσιοκτάχρονο Κατηγορούμενο 2, αμφοτέρων Συριακής καταγωγής. Οι δυο τους, τo πρωινό της 24.4.09, συμφώνησαν μεταξύ τους και σχεδίασαν, την απαγωγή και φόνευση της εικοσάχρονης Παραπονούμενης. Στα πλαίσια αυτού του κοινού σκοπού, ο Κατηγορούμενος 1, τηλεφώνησε, το ίδιο πρωί, στην Παραπονούμενη για να της πει ότι θα έπρεπε να μετέβαινε μαζί του στο περίπτερο «ΜΑΡΙΛΙΑ», στη Παλλουριώτισσα («το περίπτερο»), για σκοπούς εξαργύρωσης κυβερνητικής επιταγής της με ημερομηνία 20.3.09, ύψους €1.503 (όπως της την είχε ψευδώς παρουσιάσει), ως το Τεκμήριο 54 («η επιταγή»). Στόχος ήταν να παρασυρθεί στο αυτοκίνητο του, ένα άσπρο σαλούν, μάρκας Toyota Corolla, με αριθμούς εγγραφής EYT406 ("το αυτοκίνητο") και ακολούθως να μεταφερθεί και από τους δύο, σε χώρο εκτός Λευκωσίας για να δολοφονηθεί και θαφτεί. Για αυτό το σκοπό, πριν ο Κατηγορούμενος 1, μεταβεί στο σπίτι της για να την παραλάβει, επισκέφθηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2, κατάστημα πώλησης υλικών οικοδομής και κηπουρικών εργαλείων από όπου ο πρώτος, αγόρασε κασμά και φτυάρι. Ακολούθως, παρέλαβε την Παραπονούμενη, κάτω από το διαμέρισμα της, μετά από σχετική συνεννόηση. Στο αυτοκίνητο, εκτός από τον ίδιο, ως οδηγό και την Παραπονούμενη, ως συνοδηγό, βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος 2, ως επιβάτης, καθήμενος στην πισινή μαξιλάρα. Ο τελευταίος, δε βρισκόταν στο αυτοκίνητο όταν παραλαμβανόταν η Παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος 1, συμφώνως του σχεδίου τους, τον είχε αφήσει σε συγκεκριμένο σημείο στη Λευκωσία με σκοπό να τον παραλάβει αργότερα, βρίσκοντας τον, δήθεν, τυχαία στο δρόμο ενώ θα οδηγούσε με επιβάτη την Παραπονούμενη, όπως και έγινε. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής και ενώ βρισκόντουσαν και οι τρεις στο αυτοκίνητο, προς την έξοδο της Λευκωσίας, παρά τα Φώτα Καλησπέρα, η Παραπονούμενη ένοιωσε να συμβαίνει κάτι το ύποπτο. Φοβήθηκε και τηλεφώνησε με το κινητό της τηλέφωνο στη φίλη της Josefina Casilla Diaz (M.K.11). Τη στιγμή εκείνη και ενεργώντας με εντολή του Κατηγορούμενου 1, ο Κατηγορούμενος 2, επιχείρησε και κατόρθωσε, να της το αρπάξει, με τη Josefina, όμως, να έχει ήδη προλάβει να ακούσει τις κραυγές για βοήθεια. Καταλαβαίνοντας ότι κινδύνευε η ζωή της, η Παραπονούμενη, στα πλαίσια πάλης που επακολούθησε, κατόρθωσε να αρπάξει το τιμόνι και να το στρίψει προς τα αριστερά με σκοπό να αναγκάσει τον Κατηγορούμενο 1, να σταματήσει το αυτοκίνητο και να την αφήσει να φύγει. Ως αποτέλεσμα του χειρισμού, ο Κατηγορούμενος 1, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, με το τελευταίο να προσκρούει σε φορτηγό, με αριθμούς εγγραφής KVM793, που οδηγούσε ο μηχανοδηγός Κώστας Φιλίππου («το φορτηγό») και να ακινητοποιείται σε σημείο του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού, όχι πολύ μακριά από τα Φώτα Καλησπέρα. Αμέσως μετά την πρόσκρουση και ενώ βρισκόντουσαν ακόμη εντός του αυτοκινήτου, ο Κατηγορούμενος 1, ανέσυρε μαχαίρι και μαχαίρωσε την Παραπονούμενη βρίσκοντας την στο αριστερό μάγουλο, με σκοπό να τη σκοτώσει. Μετά, όταν η λαβή του μαχαιριού αποκολλήθηκε από τη λεπίδα, επιχείρησε να τη στραγγαλίσει, σφίγγοντας την με τα δυο χέρια στο λαιμό χωρίς, ευτυχώς, να το κατορθώσει. Σε αυτή τη φάση του επεισοδίου (μετά, δηλαδή, την αρπαγή του κινητού τηλεφώνου), ο Κατηγορούμενος 2, παρέμεινε θεατής, χωρίς βεβαίως αυτό να παραμερίζει την ποινική του ευθύνη. Είναι θέση του Κατηγορούμενου 1, ότι αυτά που του αποδίδονται από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ολότελα αβάσιμα και ότι ήταν η Παραπονούμενη αυτή που του επιτέθηκε με το μαχαίρι έχοντας το ανασύρει από τη τσάντα της όταν, ο ίδιος, άρχισε να αμφισβητεί τη νομιμότητα κατοχής από αυτή, της επιταγής που του είχε δώσει για να την εξαργυρώσει. Ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίζεται ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των εναντίον του αδικημάτων, αφού δεν είχε καμιά ενεργό ανάμειξη στο όλο επεισόδιο, με κάποιες, φερόμενα, αυτοενοχοποιητικές αναφορές στη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 35, να μην υπέχουν οποιασδήποτε βαρύτητας ώστε να δύνανται να οδηγήσουν σε καταδίκη του. Στις προβαλλόμενες εκδοχές και στο βαθμό που αυτές προτάχθηκαν και προωθήθηκαν ως μοναδικές ή εναλλακτικές άλλων, θα αναφερθούμε, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, πιο κάτω. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε σειρά παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων, Έγγραφα ΠΓ1 - ΠΓ10). Θα αναφερθούμε στα γεγονότα αυτά, όπου χρειαστεί. Η Κατηγορούσα Αρχή, προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης, κάλεσε συνολικώς, δώδεκα μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος 1, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε μαρτυρία ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει επιπρόσθετους μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος 2, ενάσκησε το δικαίωμα του για τήρηση σιωπής, χωρίς να καλέσει μάρτυρες. Ο Αστυφύλακας 55, Νικόλας Φουλλίδης (Μ.Κ.1), αναφέρθηκε στη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 1, για εξέταση του από κυβερνητικό ψυχίατρο (βλ. Τεκμήρια Α3 και Α4). Ομοίως έπραξε και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 (βλ. Τεκμήρια Α1 και Α2). Παρέλαβε διάφορα αντικείμενα σε σχέση με την υπόθεση, τα οποία καταγράφθηκαν στο Τεκμήριο Α5 και κατατέθηκαν στη διαδικασία, ως Τεκμήρια 1-
- Είπε για την ανεύρεση στο αυτοκίνητο, του επίδικου μαχαιριού-Τεκμήριο
- Ο Λοχίας 4719, Κλεάνθης Κλεάνθους (Μ.Κ.2), ειδικευμένος φωτογράφος, έλαβε σειρά φωτογραφιών σε σχέση με την υπόθεση στις 26.4.09, κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από τον Κατηγορούμενο 2 (βλ. Τεκμήριο 43). Εξήγησε τη διαδικασία φωτογράφησης. Ο Αστυφύλακας 2447, Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.3), πήρε στις 24.4.09, στην παρουσία διερμηνέα, ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 (βλ. Τεκμήρια 44 και 44(Α)), περιγράφοντας τη διαδικασία και συνθήκες λήψης της. Ο Αστυφύλακας 745, Τάσος Κατσικίδης (Μ.Κ.4), αναφέρθηκε στην παραλαβή διαφόρων τεκμηρίων και στη σύλληψη του Κατηγορούμενου 1, στις 24.4.09 (βλ. Τεκμήρια 45 και 46). Κατάγραψε, στην παρουσία διερμηνέα, θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, στις 25.4.09 (βλ. Τεκμήριο 35), τον οποίο συνέλαβε ακολούθως, την ίδια μέρα, δυνάμει εντάλματος σύλληψης - Τεκμήριο
- Την επομένη, έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, για λήψη δειγμάτων γενετικού υλικού, ως το Τεκμήριο
- Εξασφάλισε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα (που επακολούθησε), από τον ιδιοκτήτη υποστατικού που βρίσκεται πίσω από το σπίτι που ενοικίαζε στον Κατηγορούμενο 2, ως το Τεκμήριο
- Περίγραψε τη διαδικασία και τα ανευρεθέντα. Πήρε, στην παρουσία διερμηνέα, συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, στις 29.4.09 (με διακοπή για συνέχιση, στις 30.4.09 και 6.5.09), ως τα Τεκμήρια 53 και 53(Α), κατά την οποία, ο Κατηγορούμενος 1, δεν απάντησε σε καμιά από τις σαράντα μία ερωτήσεις που του τέθηκαν, ισχυριζόμενος (ως επί το πλείστον), αμνησία λόγω μη λήψης φαρμάκων που, όπως είπε, τον βοηθούσαν «.στην μνήμη.» του. Ο Μάριος Συμεωνίδης (Μ.Κ.5), κατάθεσε ως ιδιοκτήτης του περιπτέρου. Αναφέρθηκε στην επιταγή και στο πώς κατέληξε να τη λάβει από τον Κατηγορούμενο 1, στις 12.4.09, για να την εξαργυρώσει. Είπε για τη συμφωνία τους να του πληρώνει το ποσό της επιταγής τμηματικά μέχρι το ξεκαθάρισμα της από την Τράπεζα. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ανάφερε ότι τον έβλεπε τακτικά σε καφετέρια απέναντι από το περίπτερο, να βρίσκεται είτε με τον Κατηγορούμενο 1 είτε με άλλα άτομα. Ο Αστυφύλακας 37, Γιώργος Παπαδόπουλος (Μ.Κ.6), τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων, είπε για το πώς στις 24.4.09 και ώρα 09:00, επισκέφθηκε τη σκηνή του συμβάντος κατόπιν πληροφορίας, κρίνοντας, με βάση αυτά που είδε και άκουσε επιτόπου, ότι δεν επρόκειτο περί απλού τροχαίου ατυχήματος αλλά απόπειρας φόνου της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα να προβεί στους κατάλληλους χειρισμούς, τους οποίους και εξήγησε. Ετοίμασε σχεδιαγράφημα της σκηνής, ως το Τεκμήριο 56, το οποίο και ανέλυσε, με αναφορά και στη δέσμη φωτογραφιών - Τεκμήριο
- Ο Αρχιλοχίας 500, Ιωάννης Αζάς (Μ.Κ.7), αναφέρθηκε στα της ιατροδικαστικής εξέτασης του Κατηγορούμενου 1, στις 24.4.09, στην οποία και παρευρέθηκε. Ο Ψυχίατρος Ευάγγελος Αναστασίου (Μ.Κ.8), έκανε αναφορά σε ψυχιατρικές εξετάσεις στις οποίες είχε υποβάλει τους Κατηγορούμενους, στις 27.4.09, μετά από συγκατάθεση τους, ως τα Τεκμήρια Α
(1)- Α
(4), διατυπώνοντας τα ευρήματα του. Παρακολουθούσε τον Κατηγορούμενο 1, παλαιόθεν, όταν ήταν τρόφιμος των Κεντρικών Φυλακών αλλά και μεταγενέστερα, μετά την αποφυλάκιση του. Ο Ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.9), επεξήγησε τα ευρήματα του σε σχέση με την εξέταση που διενήργησε στον Κατηγορούμενο 1 και στην Παραπονούμενη, στις 24.4.09, με αναφορά στις Ιατροδικαστικές Εκθέσεις-Έγγραφα "Η" και "Η1", αντιστοίχως και στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Ο Θεόδωρος Ζάζας (Μ.Κ.10), αναφέρθηκε στις διερμηνείες που διενήργησε από την Αραβική στην Ελληνική και αντιστρόφως, στα διάφορα στάδια διερεύνησης της υπόθεσης και των ανακρίσεων που επακολούθησαν. Η Josefina Casilla Diaz (Μ.Κ.11), φίλη και ομοεθνής της Παραπονούμενης, είπε για τη σχέση της τελευταίας με τον Κατηγορούμενο 1 και για το τηλεφώνημα που δέχτηκε από αυτήν τη μέρα του συμβάντος, κατά το οποίο η Παραπονούμενη έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια. Περίγραψε το πώς προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να της τηλεφωνήσει αμέσως μετά τη διακοπή τής μεταξύ τους, τηλεφωνικής συνομιλίας. Η Παραπονούμενη Lissel Perez Diaz (M.K.12), αναφέρθηκε στη γνωριμία και δεσμό της με τον Κατηγορούμενο 1, καθώς και σε λεπτομέρειες του επίδικου περιστατικού και στο πώς ο τελευταίος τη ξεγέλασε να δεχθεί να μεταβεί μαζί του για εξαργύρωση, δήθεν, της επιταγής στις 24.4.
- Ο Κατηγορούμενος 1, αναφέρθηκε στη γνωριμία και δεσμό του με την Παραπονούμενη, καθώς και στο επίδικο περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος 2, όπως ήδη αναφέραμε, δεν έδωσε μαρτυρία, επιλέγοντας τη σιωπή, δίχως, στοιχειωδώς, από την επιλογή αυτή, να μπορεί, με οποιονδήποτε τρόπο, να εξαχθούν δυσμενή συμπεράσματα εναντίον του. Παρ΄ όλα αυτά, κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, η γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία - Τεκμήριο 35, βάσει της οποίας η Κατηγορούσα Αρχή πρότεινε την εξαγωγή ποικίλων συμπερασμάτων σε σχέση με την υπόθεση. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του Κατηγορούμενου 1, δεδομένων των εκδοχών που παρατέθηκαν και της ανάλυσης του μαρτυρικού υλικού που θα ακολουθήσει, δε χρειάζεται να παρατεθεί με περισσότερη λεπτομέρεια. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο, ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης τους στην απόφαση (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 534-535). Οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει απόψεις περί της εμβέλειας και νομικής της σημασίας, αντιπαραβαλλόμενης, πάντοτε, με τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Λάβαμε υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Θα αναφερθούμε πιο εξειδικευμένα στην επιχειρηματολογία τους, όπου δει. Αξιολογήσαμε τους μάρτυρες (και τον Κατηγορούμενο 1, εννοείται), όπως και το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, μας δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, αταλάντευτοι και άμεσοι στις απαντήσεις τους, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Απεναντίας, για λόγους που θα αναλύσουμε ευθέτως, ο Κατηγορούμενος 1, δε μας δημιούργησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με υπεκφυγές και ήταν αντιφατικός, ανακόλουθος και αόριστος σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του. Παρουσίασε ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων ισχυρισμών και εκδοχών προσπαθώντας, με αναλήθειες, να αποστασιοποιηθεί τελείως από κάθε τι το οποίο ενδεχομένως (και πάντοτε κατά τη δική του κρίση), δυνατόν να τον ενέπλεκε σε αυτά που του καταλογίζονται και συγχρόνως να παραπλανήσει και το Δικαστήριο. Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στη Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Είμαστε ικανοποιημένοι πως όλοι ανεξαιρέτως την απέδωσαν όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς οποιεσδήποτε διαθλάσεις. Σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων (τους οποίους απαριθμούμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο), σημειώνουμε, ίσως ως εκ περισσού, ότι κατά την αξιολόγηση τους, δε θεωρήσαμε τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον αυτή των υπολοίπων μαρτύρων, όπως εξάλλου σαφώς υποδεικνύει και η νομολογία μας, με ενδεικτική αναφορά στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65. Με υπόψη τα όσα ανάφεραν για τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως εμπειρογνώμονες περί των εξειδικευμένων θεμάτων επί των οποίων κατέθεσαν, τους Κλεάνθη Κλεάνθους (Μ.Κ.2), Γιώργο Παπαδόπουλο (Μ.Κ.6), Ευάγγελο Αναστασίου (Μ.Κ.8) και Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.9), οι οποίοι ήσαν αρκούντως λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, σαφή, πλήρη και κατανοητό. Παρουσίασαν καθηκόντως και με επάρκεια, κατά τα απαιτούμενα στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, 785-787, την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των συμπερασμάτων τους με τρόπο που βοήθησε το Δικαστήριο να καθοδηγηθεί, στο βαθμό που έκρινε τούτο αναγκαίο και να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Δεχόμαστε επίσης ότι ο Θεόδωρος Ζάζας (Μ.Κ.10), ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, διερμηνέας από την Αραβική στην Ελληνική γλώσσα και αντιστρόφως, μεταφράζοντας και διερμηνεύοντας πιστά και αληθινά, έγγραφα και διαδικασίες σε σχέση με την υπόθεση, σε όλες τις περιπτώσεις που κλήθηκε να το πράξει. Εξ΄αφορμής της αναφοράς του Ευάγγελου Αναστασίου (Μ.Κ.8), για προηγούμενη φυλάκιση του Κατηγορούμενου 1, επισύρουμε την προσοχή ότι δε δόθηκαν περί τούτου ακριβείς λεπτομέρειες, με κάποιες σχετικές νύξεις της Παραπονούμενης, να μη αποτελούν τίποτε περισσότερο παρά επαναλήψεις γενικόλογων τοποθετήσεων του Κατηγορούμενου
- Στο ίδιο μοτίβο, επισημαίνουμε, ότι η αναφορά του κ. Μαππουρίδη στη γραπτή του αγόρευση περί καταδίκης του Κατηγορούμενου 1, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας στις 12.9.02, στην Ποινική Υπόθεση 17755/01, σε δώδεκα χρόνια φυλάκιση και αποφυλάκιση του στις 8.11.07, με Προεδρική χάρη, δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και συνεπώς, αγνοήθηκε για κάθε σκοπό. Πριν προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1, όπως και σε κάποια ζητήματα που προτάχθηκαν εκ πλευράς Κατηγορούμενου 2, σε σχέση, κυρίως, με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, θα ασχοληθούμε με εκφάνσεις της μαρτυρίας κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας, που σχετίζονται με την αξιοπιστία τους, τις περισσότερες από τις οποίες ανέδειξε ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 1, με ιδιαίτερη αναφορά (αλλά όχι αποκλειστικώς), στην Παραπονούμενη και στη Josefina Casilla Diaz (Μ.Κ.11). Το πράττουμε αμέσως. Περιγράφοντας την εξωτερική εμφάνιση του Κατηγορούμενου 1, τη μέρα του επεισοδίου, ο Γιώργος Παπαδόπουλος (Μ.Κ.6), είπε ότι αυτός ήταν ξυρισμένος, ενώ ο Ιωάννης Αζάς (Μ.Κ.7), ότι είχε γενειάδα, η οποία, μάλιστα, πρέπει να ήταν και βαμμένη μια και κατά τη μέρα που έδινε τη μαρτυρία του ενώπιον μας, ήταν λευκή. Η εκδοχή του Γιώργου Παπαδόπουλου (Μ.Κ.6), κρίνεται ως ακριβής, δεδομένου και του περιεχομένου της φωτογραφίας 1, του Τεκμηρίου 60, όπου απεικονίζεται ο Κατηγορούμενος 1, λίγο μετά το συμβάν, να βρίσκεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ξυρισμένος και χωρίς γενειάδα. Βεβαίως, δεδομένων των επίδικων θεμάτων και του πώς αναπτύχθηκε η επιχειρηματολογία και τοποθετήσεις των συνηγόρων, η εντοπισθείσα διάσταση δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία αφού ποτέ δεν τέθηκε θέμα αναγνώρισης του Κατηγορούμενου
- Ούτε και θεωρούμε ότι η ανακριβής αναφορά του Ιωάννη Αζά (Μ.Κ.7), θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο, τη γενικότερη του αξιοπιστία ως μάρτυρα της αλήθειας. Έγινε λόγος ότι η μαρτυρία της Josefina Casilla Diaz (Μ.Κ.11), υπήρξε αντιφατική και ανακόλουθη σε σχέση με το κατά πόσον το περιεχόμενο της κατάθεσης της - Έγγραφο Ι
(2), αποτέλεσε απόρροια αφήγησης προς τον καταγράφοντα αστυφύλακα ή απαντήσεων της σε ερωτήσεις που της έθετε. Η γενική θέση της μάρτυρος ήταν ότι της υποβάλλονταν διάφορες ερωτήσεις τις οποίες απαντούσε αναλόγως, χωρίς να καταγράφονται στην κατάθεση. Ωστόσο, είναι γεγονός, ότι σε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση, είπε ότι καταγράφονταν και οι ερωτήσεις στην κατάθεση. Θεωρούμε την αναφορά (με βάση και το τι αποκομίσαμε παρακολουθώντας την να απαντά επί του σημείου), ως προκύψασα εκ της ασάφειας των ερωτήσεων που τις υποβάλλονταν από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου 1 και όχι από οποιαδήποτε διάθεση ψεύδους. Εν πάση περιπτώσει, οι απαντήσεις στόχευαν στην κατάδειξη ότι το τελικό κείμενο της κατάθεσης αποτελούνταν από τις απαντήσεις που έδιδε σε κάποιες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν από τον αστυνομικό ανακριτή και όχι ότι, ως θέμα γεγονότος, αυτές γράφτηκαν στο κείμενο έτσι ώστε να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του. Αξιολογώντας την πτυχή αυτή, καθόλου δεν παραβλέψαμε ότι η κατάθεση δεν καταγράφθηκε από την ίδια προσωπικώς αλλά με τη βοήθεια της διερμηνέως Χαρίκλειας Κούλα, μετά από υπόδειξη του αρμόδιου αστυνομικού ανακριτή και στην παρουσία του, όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο στη μητρική της γλώσσα, την Ισπανική, ως το Έγγραφο Ι
(1), με αποτέλεσμα να δικαιολογούνται, από μια ευρύτερη οπτική, οι κάποιες ασήμαντες αποκλίσεις στην εξιστόρηση των πραγματικώς διαδραματισθέντων κατά τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης αφού οι απαντήσεις περιορίστηκαν στην αντίληψη που σχημάτισε περί αυτών και όχι στη μετάδοση ενώπιον μας του τι πρωτογενώς βίωσε (παρά αντιλήφθηκε ή ερμήνευσε), κατά τον κρίσιμο χρόνο. Δεν τίθεται, άρα, ζήτημα αναξιοπιστίας της ως άνω μάρτυρος βάσει του ρηθέντος ισχυρισμού του ευπαίδευτου δικηγόρου του Κατηγορούμενου
- Παραπονέθηκε ο κ. Κυριακίδης, ότι η απαξιωτική, κατά την άποψη του, θέση που εξέφρασε η Παραπονούμενη για την ενασχόληση της ως καλλιτέχνιδας σε καμπαρέ λόγω εκμετάλλευσης που, όπως είπε, τύγχανε από τους εργοδότες της αλλά και υπαλλήλους τους, βρίσκεται σε ασυμφωνία με τις ενέργειες της να αλλάζει κάθε φορά καμπαρέ και επαρχία, παραμένοντας, ουσιαστικά, στην ίδια κατηγορία απασχόλησης, παρά τις φραστικές διακηρύξεις της. Η ανακολουθία στη συμπεριφορά της, εισηγήθηκε ο δικηγόρος, δε μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πλήττουσα θεμελιακώς την αξιοπιστία της επί του σημείου. Δε συμφωνούμε. Η Παραπονούμενη έδωσε σαφείς λόγους για τις μεταπηδήσεις της από καμπαρέ σε καμπαρέ. Είπε, ότι ήταν, ακριβώς, λόγω της εκμετάλλευσης που τύγχανε στους χώρους αυτούς, που οδηγήθηκε στην καταγγελία των εργοδοτών της στην Αστυνομία, χωρίς να υπολογίζει (όπως θεωρούμε ότι εξάγεται από το γενικότερο νόημα των αναφορών της), ότι θα είχε την ίδια αρνητική αντιμετώπιση στο κάθε άλλο καμπαρέ που αποφάσιζε να εργαστεί, μέχρι που, τελικώς, κατέληξε ότι θα έπρεπε να έθετε τέλος στην όλη κατάσταση, όπως και έπραξε. Ο κ. Κυριακίδης, πρότεινε επίσης ότι οι τοποθετήσεις της Παραπονούμενης ως προς τη γνώση που είπε ότι είχε αναφορικώς με την έκδοση της επιταγής και τον πραγματικό της δικαιούχο ήσαν εξίσου αντιφατικές και ανακόλουθες, σε βαθμό που να δικαιολογείται εξαγωγή συμπεράσματος περί ολοκληρωτικής αναξιοπιστίας της. Διαφωνούμε. Ήταν ξεκάθαρη η θέση της Παραπονούμενης ότι δεν είχε προσέξει ποιός αναγραφόταν ως δικαιούχος στην επιταγή και ότι ήταν ο Κατηγορούμενος 1, που της την είχε παρουσιάσει λέγοντάς της να την υπογράψει διότι ήταν δική της, ως προερχόμενη, καθώς της άφησε να νοηθεί, από το Κράτος, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε ως φροντίστρια (αφού στην πράξη δεν της κατάβαλλε μισθό αλλά τη συντηρούσε αγοράζοντας της ρούχα και τρόφιμα) και ότι η υπογραφή έλαβε χώραν, ακριβώς, συμφώνως των οδηγιών και καθοδήγησης του. Ήταν μετά από το συμβάν της 24.4.09, που αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν η ίδια η πραγματική δικαιούχος. Σε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση ρωτήθηκε αν η επιταγή «έφτασε ποτέ της», με τη μάρτυρα να απαντά ότι «δεν έφθασε ποτέ». Η απάντηση αποτέλεσε εφαλτήριο για τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου 1, να εισηγηθεί ότι η τοποθέτηση αποτελεί ένδειξη αναλήθειας. Όμως, όπως διαπιστώσαμε παρακολουθώντας τη διαδικασία, είχε δημιουργηθεί σύγχυση στη μάρτυρα (αλλά και σε μας, πρέπει να παραδεχτούμε), ως προς το τι ακριβώς ήταν που εννοούσε ο συνήγορος με την ερώτηση, δεδομένης και της εισαγωγής που προηγήθηκε. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά ώστε να καταστεί εναργέστερη η εικόνα που προσπαθούμε να μεταδώσουμε: «E. Αυτή την επιταγή που είδες κυρία μάρτυς, συμφωνάς ότι δεν είναι δική σου κυρία μάρτυς, έτσι; A. Μετά από το ατύχημα κατάλαβα ότι δεν ήταν δική μου. E. Μάλιστα. Όταν είπες στην Αστυνομία ότι το τέλος του Μάρτη ήρτε μια επιταγή στο όνομα σου, αυτή την επιταγή που ήταν στο όνομα σου έχεις την, εξαργύρωσες την, τι την έκαμες; Ή εν έφτασε ποτέ της τούτη η επιταγή κυρία μάρτυς; A. Δεν έφθασε ποτέ. » Ακολούθως και μετά που μεσολάβησαν διάφορα περί του ενδεχομένου η μάρτυς να είχε όντως παραπλανηθεί από την ερώτηση, ο κ. Κυριακίδης την έθεσε ξανά, με τη μάρτυρα να επαναφέρει τα πράγματα στην αρχική βάση της εκδοχής που είχε προωθήσει την πρώτη φορά (ότι, δηλαδή, την επιταγή τής την είχε δώσει ο Κατηγορούμενος 1, πληροφορώντας την ότι ήταν δική της) και ότι η περί του αντιθέτου αναφορά της (όπως καταγράφθηκε στο απόσπασμα των πρακτικών που παραθέσαμε), ήταν αποτέλεσμα παρανόησης της ερώτησης ως εκ του διφορούμενου περιεχομένου της και του τρόπου με τον οποίο τέθηκε. Η μάρτυς εννοούσε, όταν αναφερόταν στο κατά πόσον η επιταγή «έφθασε» ή δεν «έφθασε» στο όνομά της, το αν ήταν ή όχι εκδομένη στο όνομα της και όχι το αν την είχε ή δεν είχε παραλάβει. Η σχετική ερωταπάντηση στο πρακτικό, έχει ως εξής: «κ. Κυριακίδης: Διαβάζω την ερώτηση ξανά για την μάρτυρα. «Όταν πήρα την επιταγή μου την έδειξε αυτός και είδα ότι πάνω είχε το όνομα μου και την έδωσα πίσω». Κυρία μάρτυς, δηλαδή αυτό που σας διάβασα δεν εσυνέβηκε σε κανένα στάδιο, δηλαδή δεν ήρτε επιταγή της κυβέρνησης στο όνομα σας για το πόσο των 1500 ευρώ. Δεν είναι έτσι; Δεν έφθασε ποτέ στα χέρια σας αυτή η επιταγή των 1500 ευρώ στο όνομα το δικό σου, έτσι; Συμφωνάς κυρία μάρτυς ότι αυτή η επιταγή των 1500 ευρώ που είπες στην Αστυνομία ότι έφτασε τέλος Μαρτίου στο όνομα σου, για το πόσο αυτό που σου είπα, των 1500 ευρώ, δεν ευσταθεί, δεν στέκει, είναι ψέματα αυτό το πράμα που γράφει εδώ, έτσι; Δηλαδή, δεν έγινε αυτό το γεγονός, κυρία μάρτυς, δεν έφθασε ποτέ αυτή η επιταγή στο όνομα σου, έτσι έχουν τα πράγματα; Μάρτυρας: Στην πραγματικότητα δεν έφθασε στο όνομα μου, αλλά εγώ νόμιζα. Μετά από το ατύχημα κατάλαβα ότι η επιταγή ήταν στο όνομα άλλου ατόμου». Περιπλέον, ο κ. Κυριακίδης ισχυρίστηκε ότι όταν λέχθηκε στην Παραπονούμενη ότι δικαιούχος της επιταγής ήταν άλλο πρόσωπο, αυτή απάντησε ότι γνώριζε το γεγονός αλλά, παρά ταύτα, μπορούσε να την εξαργυρώσει επειδή είχε την προς τούτο σχετική συγκατάθεση της πραγματικής δικαιούχου. Η τοποθέτηση του συνηγόρου δεν είναι ακριβής. Ποτέ δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο η μάρτυς. Ίσως, ο συνήγορος, να είχε στη σκέψη τα αναφερθέντα του Κατηγορούμενου 1, κατά την κυρίως εξέταση, περί του τι, υποτίθεται, του είχε πει η Παραπονούμενη όταν της ανάφερε (κατά μια εκδοχή του), ότι το όνομα της δικαιούχου επί της επιταγής δεν ήταν το δικό της. Είχε πει ο Κατηγορούμενος 1: «.Την ίδια ώρα, εγώ της είπα ότι είδα την επιταγή και της είπα ότι «αυτό το όνομα που είναι πάνω στην επιταγή δεν είναι δικό σου όνομα» και μου είπε «ξέρω το, αλλά εγώ μπορώ»...ότι έχει από την ρωσίδα...δεν ξέρω το όνομα της, ότι μπορεί η ίδια να αλλάξει την επιταγή.» Κατ΄ ακολουθίαν, ούτε αυτή η θέση θα μπορούσε ποτέ να επιφέρει πλήγμα στην αξιοπιστία της Παραπονούμενης. Ο κ. Κυριακίδης, πρότεινε και το ότι η Παραπονούμενη γνώριζε περί της ύπαρξης του μαχαιριού - Τεκμήριο 1, στο αυτοκίνητο και αυτό επειδή το χρησιμοποιούσαν με τον Κατηγορούμενο 1, κατά τις εξόδους τους, εκτός Λευκωσίας, για τη σούβλα και τα σουβλάκια τους. Η γνώση αυτή, όπως αντιληφθήκαμε την εισήγηση του δικηγόρου, διαβρώνει την εκδοχή που πρόβαλε η Παραπονούμενη σε σχέση με το τι προηγήθηκε αμέσως πριν το επεισόδιο του μαχαιρώματος. Όμως, ουδέποτε τέθηκε τέτοια εκδοχή από τον δικηγόρο κατά την αντεξέταση της ή οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα και αφήνουμε κατά μέρος (αν και θα το αναπτύξουμε αργότερα, με άλλη ευκαιρία), το ότι υπήρξε θέση του Κατηγορούμενου 1 (όχι χωρίς παρεκκλίσεις, όπως επίσης θα δούμε μετά), τόσον στη γραπτή του κατάθεση όσον και προφορικώς κατά τη μαρτυρία του, ότι ήταν η Παραπονούμενη αυτή που είχε ανασύρει το μαχαίρι και όχι αυτός. Εκτός των πιο πάνω, ο κ. Κυριακίδης, εισηγήθηκε ότι, ως εκ της αναφοράς της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος 1, την είχε μαχαιρώσει στο πρόσωπο αλλά και του παραδεκτού γεγονότος ότι ο Κώστας Φιλίππου τον είχε προσέξει να τη γρονθοκοπά με το δεξί χέρι, τρεις φορές, μέσα στο αυτοκίνητο, τίθεται ζήτημα ανακολουθίας στην αντίστοιχη εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, με συνεπόμενο την ύπαρξη αναγκαιότητας για το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το «ποιόν από τους δύο μάρτυρες θα [πιστέψει;]». Η θέση του δικηγόρου, μας βρίσκει αποκλίνοντες. Δεν τίθεται ζήτημα αποδοχής ή όχι ως αξιόπιστης της μαρτυρίας του Κώστα Φιλίππου (όπως αυτή διατυπώθηκε στα παραδεκτά γεγονότα) ή του ιδίου ως μάρτυρα της αλήθειας, διότι, απλούστατα, δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον μας έτσι ώστε να προκύπτει αναγκαιότητα και δυνατότητα για μια τέτοια κρίση. Εκτός αυτού, θεωρούμε ότι, είτε έτσι είτε διαφορετικά, η μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν αντιστρατεύεται τις αναφορές του Κώστα Φιλίππου, αφού σαφώς είναι που εξάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα ότι ο τελευταίος περίγραψε αυτά που αντιλήφθηκε και όχι όλα όσα στην πραγματικότητα διαδραματίστηκαν. Γι΄αυτό το λόγο και ως ζήτημα λογικής συνέπειας, το συζητούμενο παραδεκτό γεγονός καθόλου δεν αποκλείει ή συγκρούεται με την εκδοχή της Παραπονούμενης. Περαίνουμε, ότι ούτε και αυτός ο ισχυρισμός του κ. Κυριακίδη, είναι βάσιμος. Προχωρούμε με την αιτιολόγηση της κρίσης μας περί του αναξιόπιστου της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1, παραθέτοντας μερικά από τα πιο κτυπητά ψέματα, αντιφάσεις και ανακολουθίες του. Ο Κατηγορούμενος 1, ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση ότι στις 24.4.09, καθώς επέστρεφαν με την Παραπονούμενη από περίπτερο (προφανώς εκείνο του Μάριου Συμεωνίδη (Μ.Κ.5)), πήρε τον Κατηγορούμενο 2, για να μεταβούν στο Νοσοκομείο διότι ο τελευταίος είχε πόνο στα μάτια. Ξέχωρα από το ότι ουδέποτε προέβαλε τέτοια εκδοχή στη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 44(Α) («η γραπτή του κατάθεση»), όπου ισχυρίστηκε ότι ήταν η Παραπονούμενη που του είχε ζητήσει να μεταβεί στο διαμέρισμα της για να την πάρει και να την διαμετακομίσει στο Νοσοκομείο, δε μπορούμε να παραβλέψουμε την αντίφαση σε σχέση με αυτά που ανάφερε (απαντώντας στην Ερώτηση 21, της κατάθεσης, έχοντας πληροφορηθεί ότι υπήρχε μαρτυρία για συνάντηση του με κάποιο πρόσωπο στο δρόμο το οποίο παρέλαβε με το αυτοκίνητο ενώ βρισκόταν μαζί με την Παραπονούμενη), ότι: «Αυτό είναι μεγάλο ψέμα». Ισχυρίστηκε επίσης, κατά την κυρίως εξέταση, ότι στις 23.4.09, η Παραπονούμενη τού ανέφερε ότι ήθελε τα λεφτά της, δηλαδή, τα λεφτά της επιταγής, την οποία κρατούσε για να εξαργυρώσει προς όφελος της. Την επομένη, ήτοι, στις 24.4.09, όταν ξανασυζητήθηκε το θέμα μεταξύ τους, ο Κατηγορούμενος 1, όπως διατείνεται, είπε στην Παραπονούμενη ότι επειδή η μέρα εκείνη ήταν Μεγάλη Παρασκευή και τραπεζική αργία (και όντως, έτσι είχαν τα πράγματα κατά το συναφώς εγκριθέν παραδεκτό γεγονός), δε θα μπορούσαν να την εξαργύρωναν σε Τράπεζα και ότι, όταν θα επέστρεφαν από το Νοσοκομείο, θα πήγαιναν στο περίπτερο για να διερευνούσαν την πιθανότητα να τους την εξαργύρωναν εκεί. Την ίδια ώρα, της είπε ότι είχε ήδη δει την επιταγή και διαπιστώσει ότι το όνομα του δικαιούχου σε αυτήν δεν ήταν το δικό της, κάτι που, όπως του απάντησε, το γνώριζε, αλλά ανεξαρτήτως τούτου, ήταν σε θέση να την εξαργυρώσει. Περί αυτών, έχουμε ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση σχετικής επιχειρηματολογίας του δικηγόρου τού Κατηγορούμενου 1, πρέπει όμως, όπως νομίζουμε, να τα παραθέσουμε και σε αυτό το στάδιο αφού η στόχευση είναι πια διαφορετική. Η θέση, λοιπόν, που πρόβαλε στη γραπτή του κατάθεση επί του ζητήματος, διαφέρει ουσιωδώς, σε κάποιες από τις λεπτομέρειες της, από αυτή που προώθησε κατά την προφορική του μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα και σε αντίθεση με το τι σαφώς άφησε να νοηθεί κατά την κυρίως εξέταση, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε από τον τρόπο που απαντούσε (ότι, δηλαδή, μόλις εκείνη τη στιγμή είχε προσέξει ότι το όνομα του δικαιούχου αφορούσε σε άλλο πρόσωπο από εκείνο της Παραπονούμενης), στην Απάντηση 19, είπε ότι, μια βδομάδα περίπου πριν την 24.4.09 (ημερομηνία που παραχώρησε την κατάθεση), η Παραπονούμενη του είχε δώσει την επιταγή «.η οποία ήταν στο όνομα μιας φίλης της με την οποία ήταν μαζί στο ξενώνα.», για να την αλλάξει. Ανακύπτει, ότι ο Κατηγορούμενος 1, γνώριζε περί του δικαιούχου της επιταγής από πριν και όχι μόλις την 24.4.09, όπως ισχυρίστηκε. Μάλιστα, είπε στη γραπτή του κατάθεση, ότι είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να την εξαργυρώσει στην Τράπεζα επειδή, όπως του είπαν «.θα έπρεπε να πάει η κοπέλα που ήταν η επιταγή στο όνομα της», για να το πράξει. Κατ΄ επέκτασιν, προκαλεί, το λιγότερον, προβληματισμό πώς και ο Κατηγορούμενος 1, δε φαίνεται να πληροφόρησε σχετικώς την Παραπονούμενη (βάσει της εκδοχής του), ότι μια εβδομάδα περίπου προηγουμένως προσπάθησε να εξαργυρώσει την επιταγή, πλην όμως ανεπιτυχώς, αλλά και γιατί, αφού γνώριζε ότι δικαιούχος της δεν ήταν αυτή, τη συμβούλευσε (ή καλύτερα, παραπλάνησε), στο να την οπισθογράψει (ή ορθότερα, να την πλαστογραφήσει), ως δική της. Παρενθετικώς (και για σκοπούς υπόδειξης έλλειψης ακολουθίας στην προώθηση και υποστήριξη της εκδοχής), υποδεικνύουμε ότι παρόλο που ο Μάριος Συμεωνίδης (Μ.Κ.5), ανάφερε τόσον στη γραπτή του κατάθεση - Έγγραφο Δ, όσον και στην προφορική του μαρτυρία, ότι η επιταγή που θα του έφερνε ο Κατηγορούμενος 1, για εξαργύρωση ήταν εκδομένη (όπως του είχε δηλώσει), στο όνομα της Παραπονούμενης (της αλλοδαπής φιλενάδας του, όπως συγκεκριμένα ανέφερε) και ενώ γνώριζε ο Κατηγορούμενος 1 (συμφώνως άλλης εκδοχής του), ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, δεν αμφισβήτησε δια του δικηγόρου του, κατά την αντεξέταση, τον Μάριο Συμεωνίδη (δια υποβολής ή άλλως πως), έτσι ώστε να παρεχόταν η δυνατότητα στον μάρτυρα να επεξηγήσει ή διευκρινίσει την απάντηση του, δεδομένης της περί του αντιθέτου θέσης του Κατηγορούμενου
- Ανάφερε στη γραπτή του κατάθεση (στην Απάντηση 19), ότι στις 24.4.09, γύρω στις 08:00, τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη για να τη ξυπνήσει «.όπως μου ζήτησε χτες όταν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι δε θα ξαναρχόταν δουλειά». Επισημαίνοντας ότι από την απάντηση εξάγεται ότι ο λόγος που της είχε τηλεφωνήσει δεν ήταν (όπως είπε), για να της πει, ειδικώς, περί της επιταγής αλλά μόνον για να τη ξυπνήσει, μια και του το είχε ζητήσει από την προηγουμένη (όπως και πάλι ισχυρίστηκε), εντοπίζεται και ασυνέπεια στην εκδοχή αφού, όπως πρόταξε, μιλώντας της την ώρα εκείνη του πρωινού, της είπε (συμφώνως του περιεχομένου της ίδιας Απάντησης), ότι «.πρέπει να πάμε στο περίπτερο για να δούμε τι έγινε με την επιταγή και να πάρουμε τα λεφτά», ενώ στην προφορική του μαρτυρία, είπε ότι είχε ήδη μεταβεί από προηγουμένως στο περίπτερο μαζί με τον Κατηγορούμενο 2, για να ρωτήσει περί της επιταγής, γύρω στις 07:45, της ίδιας μέρας, προτού, δηλαδή, της τηλεφωνήσει για να τη ξυπνήσει. Πάνω σε αυτό, ο Μάριος Συμεωνίδης (Μ.Κ.5), είπε στη μαρτυρία του ότι, τωόντι, ο Κατηγορούμενος 1, τον επισκέφθηκε εκεί γύρω στις 08:00, στις 24.4.09 και τον ρώτησε αν τον είχε ειδοποιήσει η Τράπεζα ότι όλα ήσαν εντάξει με την επιταγή, για να έπαιρνε και τα υπόλοιπα €500, που παρέμεναν ως υπόλοιπο, χωρίς ποτέ (και το τονίζουμε), ο Κατηγορούμενος 1, να πληροφορήσει την Παραπονούμενη, σε οποιοδήποτε στάδιο, ότι είχε ήδη εισπράξει έναντι του ποσού της επιταγής €1.000, σε δόσεις (όπως ανέφερε και ο Μάριος Συμεωνίδης, χωρίς και πάλι να αμφισβητηθεί από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου 1). Με αυτά (και κρίνουμε εδώ και τη λογική της προβληθείσας εκδοχής), παρέμεινε αναπάντητο το προκύπτον ερώτημα, για ποιόν λόγο ο Κατηγορούμενος 1, να πει στην Παραπονούμενη, όταν τη ξύπνησε, ότι έπρεπε να πήγαιναν μαζί στο περίπτερο, τη στιγμή που, κατά τα λεγόμενα του, είχε ήδη πάει εκεί, πριν της τηλεφωνήσει, αλλά και γιατί δεν της είχε αναφέρει τότε το γεγονός και ποιά η αναγκαιότητα να πήγαιναν μαζί ξανά στο περίπτερο (δεδομένου ότι ο ίδιος είχε μεταβεί εκεί λεπτά πριν το τηλεφώνημα), έχοντας πάρει και αρνητική απάντηση από τον Μάριο Συμεωνίδη (Μ.Κ.5), ως προς τη δυνατότητα καταβολής των υπολοίπων €500, της επιταγής. Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Ήταν θέση του Κατηγορούμενου 1, ότι είχε ξυπνήσει τον Κατηγορούμενο 2, στις 05:35, την 24.4.09, για να τον ρωτήσει αν κάποιο πρόβλημα υγείας που είπε ότι αντιμετώπιζε στα μάτια είχε ξεπεραστεί ή βελτιωθεί και να του ζητήσει να έρθει στο σπίτι του. Δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τη λογική της εκδοχής. Στους συνειρμούς μας, δεν αγνοήσαμε ότι κατά τα αναφερθέντα του, ο Κατηγορούμενος 2, πονούσε στα μάτια από την αρχή της γνωριμίας τους και ότι την προηγουμένη, δηλαδή, στις 23.4.09, είχαν μιλήσει ξανά για το πρόβλημα, με τον Κατηγορούμενο 1, να συνιστά αναμονή μέχρι το πρωί προς διαπίστωση βελτίωσης, ειδάλλως, θα τον έπαιρνε στο Νοσοκομείο. Λογικώς λοιπόν, θα ανάμενε κάποιος ότι εκείνος που θα έπρεπε να τηλεφωνούσε σε σχέση με το κατ΄ επίφασιν πρόβλημα, ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και όχι ο Κατηγορούμενος 1 και μάλιστα τόσον νωρίς το πρωί. Εξήγησε, βεβαίως, σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του (διαπιστώνοντας, ίσως, τα εγγενή ορθολογιστικά προβλήματα που προέκυπταν από την εκδοχή του), ότι ήταν ο Κατηγορούμενος 2, που του είχε ζητήσει την προηγούμενη να τον έπαιρνε τηλέφωνο «.επειδή πονούσε πάρα πολύ τα μάτια του και δεν μπορούσε να κοιμηθεί». Εν τοιαύτη περιπτώσει, αιωρείται (και δια μέσου αυτού του αναλογισμού), το γιατί τον είχε αφήσει να πάρει το ποδήλατο για να έρθει στο σπίτι του και δε μετέβηκε ο ίδιος εκεί για να τον παραλάβει. Μεταγενέστερα, προώθησε διαφορετική εκδοχή. Είπε ότι τηλεφώνησε νωρίς διότι δεν είχε προσέξει την ώρα και ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βεβαιωνόταν ότι ο Κατηγορούμενος 2, ήταν καλά. Σίγουρα, αυτό δεν το είχε πει ευθύς εξ΄ αρχής στην προφορική του μαρτυρία (για να μην πούμε και στη γραπτή του κατάθεση), αν και κάτι τέτοιο θα ήταν απολύτως λογικό και αντικειμενικώς αναμενόμενο να έπραττε. Περίμενε το ξετύλιγμα των ερωτήσεων (κατά την αντεξέταση), θέτοντας τον ισχυρισμό, όταν πια κατάλαβε, όπως συναγάγαμε, την αδυναμία της θέσης που πρόβαλλε. Έχει όμως και συνέχεια το ζήτημα. Μετά που ο Κατηγορούμενος 2, κατέφθασε άρον-άρον στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, πονώντας τα μάτια και έχοντας ποδηλατήσει μερικά λεπτά για να φθάσει εκεί, αντί ο τελευταίος να τον μεταφέρει στο Νοσοκομείο, τον πήρε και πήγαν μαζί στο περίπτερο, μεταξύ 07:45-08:00 (όπως είπε), επισκεπτόμενοι πριν από αυτό (μεταξύ 06:00-07:45), το κατάστημα του Γιώργου Καραολή από όπου ο Κατηγορούμενος 1, αγόρασε φτυάρι και κασμά και όλα αυτά, διότι το Νοσοκομείο άνοιγε, όπως είπε, μεταξύ 08:00-08:
- Παραδέχθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος 2, δεν είχε Νοσοκομειακή Κάρτα, οπόταν και του υποδείχθηκε ότι, βάσει τούτου, θα μπορούσε να τον έπαιρνε, στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που είναι ανοικτό επί εικοσιτετραώρου βάσεως, για να απαντήσει, ότι «δεν ήταν σε κατάσταση ετοιμοθάνατου, έχει πρόβλημα, αλλά μπορούσε να περιμένει». Όταν του τέθηκε από τον κ. Μαππουρίδη ότι τα Εξωτερικά Ιατρεία άνοιγαν στις 07:30 και ότι το Τμήμα Α΄ Βοηθειών λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο και ότι ενόψει αυτών των δεδομένων (συνδυαζόμενων με την αγωνία που υποτίθεται ότι τον διακατείχε για την υγεία του Κατηγορούμενου 2), θα μπορούσε να τον μετάφερνε εκεί νωρίτερα (έχοντας τον εγείρει και τόσο νωρίς το πρωί), απέφυγε, κατ΄ ουσίαν, να τοποθετηθεί πόσω δε μάλλον με σαφήνεια, λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος 2 «ήταν μέσα στο δρόμο που πήγαν και πήραν τον κασμά και το φτυάρι και τηλεφώνησαν στη Lissel να πάει κάτω και ξεκινήσαμε να πάμε στο νοσοκομείο. Δεν ξέρω που βρίσκεις το παράξενο». Εκτός και αν το τι εννοούσε είναι ότι βρήκε τυχαίως τον Κατηγορούμενο 2, στο δρόμο, πηγαίνοντας να αγοράσει τα υπό αναφορά εργαλεία, κάτι που όχι μόνον θα αποτελούσε νέα εκδοχή, αλλά και θα συγκρουόταν με άλλη που είχε ήδη παραθέσει, βάσει της οποίας είχαν ξεκινήσει μαζί από το σπίτι του για να παν να αγοράσουν τον κασμά και το φτυάρι. Με βάση άλλη εξήγηση του, μετά που ο Κατηγορούμενος 2, με τα πονεμένα μάτια, ήρθε με το ποδήλατο στο σπίτι του, τον έβαλε στο αυτοκίνητο και τον πήγε πίσω στο δικό του σπίτι, για να πιουν τσάι, όπως ισχυρίστηκε, κάτι που ενισχύει ακόμη περισσότερο την απορία που ήδη εκφράσαμε ως προς το γιατί ο Κατηγορούμενος 1, δεν πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2, από την αρχή για να τον πάρει και μεταφέρει στο Νοσοκομείο, δεδομένης της κατάστασης της υγείας του και όλα αυτά αναλόγως, ασφαλώς, ποια εκδοχή του Κατηγορούμενου 1, επιλέγει κανείς να υιοθετήσει, το αν, δηλαδή, η κατάσταση των ματιών του, ήταν τέτοια που θα έπρεπε να μεταφερθεί αμέσως στο Νοσοκομείο ή τέτοια που θα μπορούσε να περιμένει, μια και δεν περιγραφόταν ως κατάσταση άμεσης ανάγκης. Ρωτήθηκε, δια της Ερώτησης 31, στη γραπτή του κατάθεση, περί του κασμά και φτυαριού και της ανεύρεσης τους στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου, με αυτόν να απαντά ότι δεν είχε τέτοια αντικείμενα φυλαγμένα εκεί και ότι δε γνώριζε πώς μπορεί να βρέθηκαν στο χώρο εκείνο. Πιο μετά, ισχυρίστηκε ότι, η τελευταία φορά που έλεγξε το χώρο αποσκευών ήταν στις 22.4.09, δύο μέρες, δηλαδή, πριν την ημερομηνία της γραπτής του κατάθεσης. Είδαμε, όμως, ότι ο Κατηγορούμενος 1, είχε αγοράσει τα δύο αυτά εργαλεία στις 24.4.
- Αυτά, δε μπορεί να μην τοποθετήθηκαν στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου και αυτό το λέγουμε ακολουθώντας τη δική του εκδοχή, όπως την περίγραψε στη μαρτυρία του. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος τα τοποθέτησε αλλού, όπως και ποτέ δεν τέθηκε σε μάρτυρα (και ειδικότερα στην Παραπονούμενη), ότι βρίσκονταν σε άλλο μέρος του αυτοκινήτου εκτός από το χώρο αποσκευών όπου βρέθηκαν (κάτι που θα της ήταν αμέσως ορατό όταν επιβιβαζόταν) ή ότι ο Κατηγορούμενος 1, μετά την αγορά τους, τα μετάφερε ή τοποθέτησε κάπου αλλού. Τουναντίον, κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι τα αγόρασε για να τα χρησιμοποιήσει στο φύτευμα φοινικιών στο σπίτι του (χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι επέστρεψε εκεί για να τα εναποθέσει), θέση, που δεν πρόβαλε ούτε στη γραπτή του κατάθεση (όπου, αρνήθηκε την ύπαρξη τέτοιων αντικειμένων στο αυτοκίνητο), αλλά ούτε και στην κυρίως εξέταση. Παρεμπιπτόντως, μπορεί να μην είναι και τυχαίο που ένας από τους λόγους που τον οδήγησαν στο να ισχυριστεί ότι η Παραπονούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο του πριν το περιστατικό (και με αυτό θα καταπιαστούμε μετά), ήταν, ακριβώς, για να δημιουργήσει την εικόνα ότι κάποιοι άλλοι, ενδεχομένως και η ίδια, να είχαν πρόσβαση εκεί, τοποθετώντας ή αφαιρώντας αναλόγως διάφορα αντικείμενα. Σχετικό με τούτο, είναι και το ότι, κατά την κυρίως εξέταση, προέβαλε και πάλι για πρώτη φορά (δίχως να έχει προηγουμένως αντεξετάσει ή υποβάλει τη θέση σε οποιονδήποτε μάρτυρα κατηγορίας), ότι ο χαρτοφύλακας που διατείνεται ότι είχε στο αυτοκίνητο (κατά μια εκδοχή του, στο χώρο αποσκευών και κατά μια άλλη, στο ταμπλό) και που περιείχε, καθώς ισχυρίστηκε, σημαντικά έγγραφα σε σχέση με την υπόθεση (και από ό,τι κατανοήσαμε από τα συμφραζόμενα και το έγγραφο στο οποίο υποτίθεται ότι αναφέρθηκε η Παραπονούμενη ως παρέχον σε αυτήν, δυνατότητα εξαργύρωσης της επιταγής), είχε εξαφανιστεί χωρίς ποτέ να εντοπιστεί από την Αστυνομία. Όλα αυτά αποτελούν, κατά την άποψη μας, εκ των υστέρων εφευρήματα του Κατηγορούμενου 1, με τα αντικείμενα που βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου, αμέσως μετά το επεισόδιο, να φαίνονται στις φωτογραφίες 40-45, 54-66 του Τεκμηρίου
- Κατά την κυρίως εξέταση, ανάφερε ότι η Παραπονούμενη, ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο, τον κτύπησε ξαφνικά στο κεφάλι, δύο φορές, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος 2, να της πάρει το κινητό από τα χέρια (χωρίς να ισχυριστεί ότι ο τελευταίος έδρασε μετά από εντολή ή παρότρυνση του). Κατά την αντεξέταση, είπε ότι το τι είχε κάνει η Παραπονούμενη ήταν πρώτα να τον κτυπήσει και μετά να προσπαθήσει να τηλεφωνήσει. Σε απάντηση υποβολής του κ. Μαππουρίδη, ότι όταν η Παραπονούμενη προσπάθησε να τηλεφωνήσει (διαπιστώνοντας ότι εξέρχονταν από τη Λευκωσία, με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού), διάταξε τον Κατηγορούμενο 2 (που καθόταν στο πίσω κάθισμα), να της αρπάξει το τηλέφωνο, είπε ότι την διαταγή την έδωσε στην Αραβική γλώσσα, την οποία η Παραπονούμενη δε γνωρίζει. Η τοποθέτηση είχε, ασφαλώς, τη δική της λογική και σημασία για την προώθηση της εκδοχής του (ή τέλος πάντων, μιας από αυτές), ήτοι, στο να δείξει το, κατά εκείνον, ψευδές της θέσης της Παραπονούμενης περί αντίδρασης της όταν άκουσε τη δήθεν προσταγή του προς τον Κατηγορούμενο 2, για αρπαγή του τηλεφώνου, ώστε να μη μπορεί να τηλεφωνήσει εκεί που ήθελε και ότι, το τι πράγματι είχε λάβει χώραν, ήταν ότι, ήταν η Παραπονούμενη που του επιτέθηκε με μαχαίρι που είχε βγάλει από τη τσάντα, χωρίς η αντίδραση να δικαιολογείται από οποιαδήποτε συμπεριφορά του ιδίου ή του Κατηγορούμενου
- Είπε, λοιπόν, στα πλαίσια αυτά, ότι χρησιμοποίησε την Αραβική λέξη «al hatef», για να προσδιορίσει τη λέξη «τηλέφωνο», διότι «.άμα μιλώ στα Ελληνικά λαλώ mobile ή τηλέφωνο, αλλά στα Αραβικά al hatef». Εντούτοις, ενώ έδινε μαρτυρία μιλώντας στα Αραβικά, εκστόμισε, στα Αγγλικά, τη λέξη «telephono», διορθώνοντας ακολούθως την αναφορά σε «al hatef», κάτι που προσέξαμε, όχι μόνον εμείς, αλλά και ο κ. Μαππουρίδης, ο οποίος και του έθεσε το ζήτημα ευθέως, με τον Κατηγορούμενο 1, να παραδέχεται ότι, πράγματι, ενώ μιλούσε στην Αραβική, αναφέρθηκε προσδιοριστικά στη λέξη «telephono», αντί στη λέξη «al hatef». Το τι προκύπτει από όλα αυτά, πέραν του ότι δεν είναι πάντοτε που ο Κατηγορούμενος 1, αναφέρεται στη λέξη «τηλέφωνο», ως «al hatef», όταν μιλά στην Αραβική γλώσσα (όπως ισχυρίστηκε), είναι, κυρίως και το ότι δεν είπε την αλήθεια όταν υποστήριξε τα περί του αντιθέτου. Προχωρούμε σε άλλα. Είχε πει στην Απάντηση 24, της γραπτής του κατάθεσης ότι το αίτιο τού περιγραφόμενου συμβάντος ήταν το γεγονός ότι είχε αναφέρει στην Παραπονούμενη ότι θα πήγαιναν στο περίπτερο μετά το Νοσοκομείο για να μάθαιναν περί της επιταγής, με αποτέλεσμα να αρχίσει να τον σπρώχνει με τα χέρια. Καμιά αναφορά δεν έκαμε σε προσπάθεια της να τηλεφωνήσει. Η πρώτη φορά στην οποία αναφέρθηκε στα περί τηλεφώνου στη γραπτή του κατάθεση ήταν στην Απάντηση 26, όταν ισχυρίστηκε ότι, καθοδόν προς το Νοσοκομείο (και πριν προκληθεί το δυστύχημα), η Παραπονούμενη τηλεφώνησε κάπου, χωρίς όμως αυτός να γνωρίζει ποιος ήταν ο αποδέκτης και το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος, επειδή μιλούσε στη μητρική της γλώσσα. Κάτι παρόμοιο επανέλαβε και κατά την αντεξέταση, όταν πρόταξε ότι άρχισε να τον κτυπά στο κεφάλι με το κινητό επειδή της ζήτησε, όπως είπε, να του πει την αλήθεια για την επιταγή και αν την είχε κλέψει από κάπου. Ο Κατηγορούμενος 1, είπε στη γραπτή του κατάθεση, ότι ο άντρας που συνόδευε την Παραπονούμενη το πρωινό της 24.4.09 (και τον οποίο δεν του είχε συστήσει, εκτός από του να του αναφέρει ότι ήταν φίλος της) και μετά που ο Κατηγορούμενος 1, της είπε ότι θα πήγαιναν πρώτα στο Νοσοκομείο και ύστερα στο περίπτερο (με αποτέλεσμα αυτή να θυμώσει και να αρχίσει να τον σπρώχνει με τα χέρια) και ενώ ο άντρας αυτός καθόταν πίσω του, τον έπιασε από τα μαλλιά, ενώ η Παραπονούμενη έβγαλε από τη τσάντα που είχε μπροστά στα πόδια, ένα μαχαίρι κουζίνας, με μαύρη χειρολαβή και προσπάθησε να το καρφώσει στην κοιλιά του (Κατηγορούμενου 1). Ο άντρας (κατά το περιεχόμενο της Απάντησης 27), δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο επεισόδιο, πέραν του τραβήγματος των μαλλιών, ενώ μόλις είδε την Παραπονούμενη να βγάζει το μαχαίρι θα πρέπει (όπως διατείνεται ο Κατηγορούμενος 1), να ξαφνιάστηκε, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Το άτομο αυτό (όπως είπε στην Απάντηση 21), δεν ήταν φίλος του. Κατά την αντεξέταση, είπε ότι η Παραπονούμενη τού είχε πει ότι, ο εν λόγω άντρας ήθελε να πάει σε Υπεραγορά, με αυτήν να του ζητά να τον μεταφέρει στην Υπεραγορά Αθηαινίτη, όπως και έκανε, ξεκινώντας ακολούθως για παραλαβή του Κατηγορούμενου
- Υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο 1, από τον κ. Μαππουρίδη (και σωστά), ότι, συμφώνως της εκδοχής, προκύπτει ότι το άτομο αυτό παρέμεινε στο αυτοκίνητο μέχρι τη στιγμή του μαχαιρώματος, έχοντας ήδη προηγουμένως πιάσει τον Κατηγορούμενο 1, από τα μαλλιά. Απάντησε ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι και ότι, το τι είχε γίνει, είναι ότι ο άντρας μπήκε στο αυτοκίνητο, κάθισε πίσω, τον έπιασε από τα μαλλιά και του είπε «.να είσαι καλός με τη Lissel . είναι πολλά φίλη μου και να μεν είσαι κακός μαζί της», με τον Κατηγορούμενο 1, να τον καθησυχάζει ότι ουδέποτε είχε διάθεση να κάνει κακό στην Παραπονούμενη. Όλα αυτά, κατά τον Κατηγορούμενο 1, έγιναν κάτω από το διαμέρισμα της Παραπονούμενης όταν πήγε να την παραλάβει στις 24.4.
- Του τέθηκε ότι βάσει της γραπτής του κατάθεσης, το περιστατικό με τον άγνωστο άντρα, δεν είχε λάβει χώραν κάτω από το διαμέρισμα της Παραπονούμενης, αλλά παρά τα Φώτα Καλησπέρα, κάτι που αρνήθηκε, για να αναφέρει και πάλι ότι, όντως, είχε πει στην Παραπονούμενη περί της επιταγής όταν έφθασαν στα Φώτα Καλησπέρα και ότι εκείνη τη στιγμή άρχισε να τον κτυπά με το κινητό στο κεφάλι και ότι δεν είχε αναφέρει στην Απάντηση 24, της γραπτής του κατάθεσης, ότι αυτός που τον είχε πιάσει από τα μαλλιά εκείνη τη στιγμή ήταν ο άγνωστος φίλος της Παραπονούμενης, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 (τον οποίο, θυμίζουμε, δεν τοποθέτησε εντός του αυτοκινήτου στη γραπτή του κατάθεση) και ότι ήταν αυτός που τον είχε πιάσει από τα μαλλιά «.έτσι χαϊδευτικά, επειδή νευρίασα λίγο και προσπάθησε να με κάμει να νιώθω ήσυχα και χάϊδεψε μου τα μαλλιά και μου είπε .εντάξει τώρα θα δούμε την αλήθεια νάμπου γίνηκε». Ο συμφυρμός προκύπτει καθαρά και δε θεωρούμε σκόπιμο να εντρυφήσουμε άλλο επί του σημείου. Τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Στη γραπτή του κατάθεση είπε ότι η Παραπονούμενη προσπάθησε να τον μαχαιρώσει στην κοιλιά. Κατά την προφορική του μαρτυρία, προσπάθησε να προσδώσει σοβαρότερη διάσταση στο γεγονός, λέγοντας ότι, προσπάθησε να τον κτυπήσει στην καρδιά, για να διευκρινίσει, μετά από παροιμιώδη καθοδήγηση του δικηγόρου του, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι δε μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια σε ποιό ακριβώς σημείο του σώματος είχε σκοπό να τον μαχαιρώσει. Αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε αυτούσιες τις σχετικές ερωταπαντήσεις, για να καταστεί ακόμη πιο αντιληπτή η έκταση της καθοδήγησης στην οποία αναφερόμαστε: «E. Το μαχαίρι εν στην καρδιά, οξά κάπου τζιαμέ στο μέρος που εν τζιαί η τζιοιλιά σου, κύριε μάρτυρα; Δηλαδή εν τζιαί ήξερες ότι εν να σου μπήξει το μαχαίρι, υπολόγισες ότι είναι στο μέρος του στήθους; A. Μάλιστα. E. Στην Αστυνομία είπες ότι είναι στη τζιοιλιά που ήταν να σου το μπήξει. A. Ε, πού ξέρω πού εν να μου χτυπήσει; Διάβασα τη σκέψη της; E. Εσύ υπολόγιζες όμως ότι θα σου το έμπηε στην κοιλιά σου; A. Για να τραβήξει μασιέρι θέλει να μου κάμει κακό, αλλά πού εν να μου χτυπήσει, πού να ξέρω.» Δε μπορούμε να αγνοήσουμε ότι σε κατοπινό στάδιο (κατά την αντεξέταση), ο Κατηγορούμενος 1, επανήλθε στην περιγραφή των υποτιθέμενων κτυπημάτων της Παραπονούμενης «.κοντά στην καρδιά.», έχοντας προηγουμένως διευκρινίσει, μετά από σχετική ερώτηση του κ. Μαππουρίδη, ότι τα σημεία που προσδιόριζε (ως κοιλιά και καρδιά), ήσαν κοντά το ένα με το άλλο. Κατά την κυρίως εξέταση, είπε ότι όταν η Παραπονούμενη προσπάθησε να τον μαχαιρώσει, την έπιασε από το χέρι, ενώ στη γραπτή του κατάθεση ανάφερε ότι την έπιασε από το λαιμό, για να την αναγκάσει να αφήσει το μαχαίρι. Κατά την αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι μετά που τη μαχαίρωσε, τη γράπωσε από το λαιμό για να την πνίξει, με αυτόν να αποφεύγει κατά την απάντηση οποιαδήποτε αναφορά σε πιάσιμο λαιμού και να ομιλεί περί τραβήγματος του μαχαιριού από το χέρι της. Δύο ακόμη πτυχές που καταδεικνύουν την έλλειψη σαφούς κατεύθυνσης και συνέπειας στην προώθηση της υπό συζήτηση εκδοχής, χρήζουν επισήμανσης. Η πρώτη, αφορά στον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 1 (και νέα εκδοχή, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε, καν, στη γραπτή του κατάθεση και δη, στην Απάντηση 24, όπου είχε κάθε ευκαιρία να το πράξει ως εκ του υπολοίπου και συναφούς της περιεχομένου), κατά την αντεξέταση ότι, το τι τον προστάτευσε από τα μαχαιρώματα της Παραπονούμενης ήταν το δερμάτινο σακάκι - Τεκμήριο 15, που φορούσε τη στιγμή εκείνη. Έδειξε μάλιστα, ως περιοχή των μαχαιρωμάτων, τις δύο αυτοκόλλητες σημάνσεις στο αριστερό μπροστινό μέρος του σακακιού, στην περιοχή της καρδίας, με αναφορά F09-2475-15.4 και F09-2475-15.
- Εντούτοις, οι σημάνσεις αυτές, αποτελούν σημεία όπου εντοπίστηκε αίμα και απομονώθηκε δείγμα γενετικού υλικού προς εξέταση, ως η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Μάριου Καριόλου - Τεκμήριο 66, η οποία κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Ουδέποτε αναφέρθηκε τέτοιος ισχυρισμός στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, έτσι ώστε να τροχοδρομούνταν τα πράγματα, αν μη τι άλλον, προς την κατεύθυνση της έγκαιρης διενέργειας επιστημονικών εξετάσεων του σακακιού, με προοπτική εξαγωγής ανάλογων διαπιστώσεων ή κλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1, επαΐων μάρτυς για να δώσει σχετική μαρτυρία ή ζητήθηκε από οποιονδήποτε μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα από τον Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.9), να δώσει τις όποιες εξηγήσεις και γνώμη του. Από την πλευρά μας και κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, 148, τυχόν αυτόκλητη εξέταση των σημείων κάτω από τις σημάνσεις, προς διαμόρφωση γνώμης περί ύπαρξης ενδείξεων συναδουσών με την εκδοχή του Κατηγορούμενου 1, θα ξέφευγε του πεδίου θεμάτων περί των οποίων εγκύρως θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από τη δικαστική μας γνώση. Έτσι, αφήνουμε το ζήτημα ως εδώ. Η δεύτερη πτυχή, αφορά στη θέση που προώθησε ο Κατηγορούμενος 1, κατά τη μαρτυρία του, ότι το τραύμα της Παραπονούμενης στη δεξιά παρειά προκλήθηκε ως εκ της πρόσκρουσης με το φορτηγό, επειδή κατά τη στιγμή εκείνη, κρατούσε στα χέρια τη λεπίδα του μαχαιριού - Τεκμήριο
- Αυτό το σενάριο αναδείχθηκε, για πρώτη φορά, στο στάδιο της αντεξέτασης, χωρίς, σημειωτέον, να έχει προηγουμένως αποτελέσει έρεισμα αντεξέτασης είτε της Παραπονούμενης είτε του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.9) ή οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα, πέραν και του ότι συγκρούεται με άλλη εξήγηση που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση ότι, δηλαδή «.Εγώ έπιασα την από το σσιέρι, τζιαί προσπάθησα, τζιαί προκάλεσα θκιό γραμμές όχι σοβαρές, τζιαί μετά που .πας στην αριστερή πλευρά (δείχνει την αριστερή παρειά).», η οποία είναι επίσης διαφορετική από την εκδοχή που έδωσε κατά τη γραπτή του κατάθεση, στα πλαίσια της Απάντησης 24, ότι «.δεν κατάλαβα πως προκλήθηκε το τραύμα της. Πιθανόν να τραυματίστηκε την ώρα που παλεύαμε μεταξύ μας για να της αρπάξω το μαχαίρι» και η οποία, με τη σειρά της, οδήγησε αμέσως μετά στην Ερώτηση 25, κατά την οποία του τέθηκε ότι υπήρχε μαρτυρία ότι ανάσυρε μαχαίρι και κτύπησε την Παραπονούμενη στο πρόσωπο προκαλώντας της διαμπερές τραύμα, με τον τελευταίο να απαντά (στην Απάντηση 25), ότι «Αυτό δεν είναι αλήθεια». Ο κάθε περαιτέρω σχολιασμός, παρέλκει και εδώ. Στη γραπτή του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 1, είπε ότι η σύγκρουση με το φορτηγό συνέβηκε διότι η Παραπονούμενη άρπαξε το τιμόνι, στρίβοντας το προς τα αριστερά. Επανέλαβε τη θέση και κατά την προφορική του μαρτυρία, την οποία, όμως, σε κάποιο στάδιο αντέστρεψε, λέγοντας ότι αυτός ήταν που οδήγησε το αυτοκίνητο πάνω στο φορτηγό επειδή η Παραπονούμενη άρχισε να τον κτυπά κοντά στην καρδιά, πράττοντας το επίτηδες, για να προκαλέσει το δυστύχημα έτσι ώστε να αναχαιτίσει την από μέρους της επίθεση. Του τέθηκε η αντίφαση από τον κ. Μαππουρίδη, αρνήθηκε όμως ότι είπε ποτέ τέτοιο πράγμα, λέγοντας ότι και αν το είπε (που το είπε), αυτό μπορεί να οφείλεται σε λάθος. Κατά την επανεξέταση, ο δικηγόρος του, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης και στην εκεί αναφορά ότι, ήταν η Παραπονούμενη που άρπαξε το τιμόνι και το έστριψε προς τα αριστερά. Τον κάλεσε να διευκρινίσει. Δεν ηγέρθη ένσταση στην ερώτηση κάτι που θα μπορούσε να γινόταν μια και σαφώς δεν ήταν διευκρινιστική. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, ο Κατηγορούμενος 1, απαντώντας, άλλαξε και πάλι την εκδοχή του, λέγοντας ότι δε μπορούσε να τοποθετηθεί επακριβώς ως προς την αλληλουχία των γεγονότων, αφού όλα συνέβηκαν πολύ γρήγορα. Αυτή όμως η διαπίστωση του, δεν τον εμπόδισε, στα πρώτα στάδια της κυρίως εξέτασης, να ξεδιπλώσει, με λεπτομέρεια τα γεγονότα, όπως δια της οπτικής του διαδραματίστηκαν αμέσως πριν τη σύγκρουση με το φορτηγό, αναφέροντας (και αφήνουμε κατά μέρος προς στιγμήν και χάριν συζήτησης, το ασυνταύτιστο των εξηγήσεων του συσχετιζόμενων με άλλες εκδοχές που προώθησε επί των ιδίων θεμάτων), ότι, όταν «Επήαμε προς το νοσοκομείο τζιαί μες στο δρόμο τράβησε μασιέρι τζιαί προσπάθησε να μου χτυπήσει στην καρδιά. Εγώ στην προσπάθεια μου να αμυνθώ, έπιασα το μασιέρι τζιαί έσπασα το με το σιέρι μου, τζιαί λαλώ της σιγά ‑ σιγά, μεν κάμει τίποτε, «slowly - slowly.» και ότι «Ύστερα αναγκάστηκα να σπάσω το μασιέρι, τζιαί τραυμάτισα το δάκτυλο μου τζιαί γινήκαν μου ραφές στο νοσοκομείο που επήαμε.», για να καταλήξει, ότι «Τότε η Lissel έπιαε το τιμόνι τζιαί προκάλεσε δυστύχημα με ένα φορτηγό που έρκετουν απέναντι από την αριστερή πλευρά, από την άλλη πλευρά, τζιαί εκτύπησα το τσιεφάλι μου πας το ταμπλό του αυτοκινήτου, τζιαί ώσπου να έβρω το μυαλό μου η Lissel προσπάθησε ακόμα να μου χτυπήσει με το μασιέρι, που έμεινε ένα κομμάτι στο μαχαίρι και το άλλο έπεσε χαμέ...». Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Κατηγορούμενος 1, με βάση αυτή την περιγραφή, ήταν αρκούντως λεπτομερής, ασχέτως αν αυτά που παράθεσε επεσυνέβησαν πολύ γρήγορα. Περιττεύουν και εδώ, θεωρούμε, τα όποια περαιτέρω σχόλια. Στην Απάντηση 16, της γραπτής του κατάθεσης, ανάφερε ότι είχε δανείσει στην Παραπονούμενη, έναντι γραπτής και υπογραμμένης απόδειξης, ποσό ύψους €2.000, σε μετρητά, για να τα έστελνε στην οικογένεια της και τα οποία θα του τα επέστρεφε «.μόλις της τα έδινε κάποια κυρία Ανδρούλλα η οποία τις βοηθά». Τη γραπτή αυτή απόδειξη (που ποτέ δεν παρουσίασε ή κατάθεσε), είπε, ότι την είχε στο αυτοκίνητο. Όμως, κατά την κυρίως εξέταση, δήλωσε ότι το ποσό που της είχε δανείσει ήταν ύψους €2.500, δίνοντας της το μάλιστα σε δύο δόσεις. Η πρώτη, ήταν ύψους €1.000 και η δεύτερη, ύψους €1.
- Τόνισε ότι «.ούλλα ήταν στο χαρτοφύλακα που μου κρατούσαν, που ήταν πίσω από το αυτοκίνητο». Ουδέποτε τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση, ότι ο Κατηγορούμενος 1, της είχε δανείσει τέτοια ποσά, γεγονός που καταδεικνύει και τούτο, την απουσία σταθερότητας στην προβαλλόμενη εκδοχή, προκαλώντας συν τω χρόνω και κάποιες σκέψεις (σε συνέχεια αυτών που ήδη αναπτύξαμε), ως προς το βολετό προώθησης εκ πλευράς του της θέσης ότι ο φερόμενος χαρτοφύλακας υπήρχε εντός του αυτοκινήτου και μυστηριωδώς εξαφανίστηκε, με σαφείς τις όλως διόλου αβάσιμες και αστοιχειοθέτητες, όπως κρίνουμε, αιχμές του εναντίον της Αστυνομίας και της Παραπονούμενης. Μια και περί έλλειψης συνέπειας ο λόγος, δε μπορούμε να μην αναφέρουμε, ότι ουδέποτε τέθηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης ότι, γνώριζε να οδηγεί αυτοκίνητο (της υποβλήθηκαν, απλώς, κάποιες διερευνητικού τύπου ερωτήσεις περί της κατοχής εκ πλευράς της άδειας οδηγού, που δεν είχε), ή ότι οδήγησε ποτέ το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 (όπως ισχυρίστηκε ο τελευταίος στη γραπτή του κατάθεση και προφορική μαρτυρία) ή ότι είχε ποτέ σεξουαλική συνεύρεση με μαύρο άντρα στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, διαρκούσης της σχέσης της με τον τελευταίο (που δεν είχε), ότι υπόγραψε ποτέ απόδειξη για το δάνειο των €2.000 (ή των €2.500, κατά την άλλη εκδοχή του), το οποίο υποτίθεται της είχε χορηγήσει ο Κατηγορούμενος 1 (κάτι που δεν έγινε), ότι στις 24.4.09, ένιωθε πόνο στην κοιλιά και κάψιμο, με αποτέλεσμα να του ζητήσει να τη μεταφέρει στο Νοσοκομείο (που δεν ισχύει) ή ότι εξεπιτούτου είπε, αναληθώς, ότι απώλεσε ποτέ την κάρτα αλλοδαπού (alien card), με αποτέλεσμα την αντικατάσταση της και τη συνακόλουθη κατοχή εκ πλευράς της δύο τέτοιων εγγράφων αντί ενός όπως θα έπρεπε. Παραμένοντας στα της σταθερότητας των υποβληθεισών εκδοχών, προεκτείνουμε τους προβληματισμούς μας και σε ό,τι αφορά στο λογικοφανές κάποιων από αυτές. Επί παραδείγματι, μια θέση που προκάλεσε εύλογα, θεωρούμε, ερωτηματικά (όχι μόνον σε εμάς αλλά και στον κ. Μαππουρίδη, όταν αντεξέταζε τον Κατηγορούμενο 1, θέτοντας του το ερώτημα), ήταν για ποιόν λόγο η Παραπονούμενη (η οποία υποτίθεται πονούσε την κοιλιά της και ήταν για αυτό που είχε παρακαλέσει τον Κατηγορούμενο 1, να την πάρει στο Νοσοκομείο), να τον εμποδίσει από του να κατευθυνθεί προς αυτό, προκαλώντας το επεισόδιο παρά τα Φώτα Καλησπέρα και κατά συνέπειαν, να αποστερηθεί δια της πράξεως της, της ιατρικής βοήθειας που επιδίωκε. Η απάντηση που έδωσε (ότι, δεν τον ήθελε να μάθει την αλήθεια για την επιταγή), πέραν του ότι βρίσκεται σε κάθετη σύγκρουση με άλλες εκδοχές που προώθησε (και τις οποίες έχουμε ήδη διατυπώσει), δε μπορεί να αντέξει ούτε και στη βάσανο της λογικής των πραγμάτων, αντικειμενικώς ορόμενης. Του υποδείχθηκε ότι, αν πρόθεση της Παραπονούμενης ήταν να μη μάθαινε ο Κατηγορούμενος 1, την αλήθεια περί της επιταγής, το ευλόγως αναμενόμενο θα ήταν να χρησιμοποιούσε το αδήριτο μετάβασης της στο Νοσοκομείο, ως δικαιολογία για να χασομερήσει έτσι ώστε να μεταθέσει το ζήτημα της επιταγής προς συζήτηση σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Κατηγορούμενος 1, συμφώνησε, προσθέτοντας, όμως, μια νέα διάσταση, λέγοντας ότι, ο λόγος που η Παραπονούμενη ήθελε να μεταβεί στο Νοσοκομείο ήταν «.για να χάσουμε το χρόνο και να φύγει το άτομο που περιμένει ποτζιή για να πει την αλήθεια ότι αυτό είναι το όνομα της που είναι γραμμένο πάνω δεν ήταν δικό της, ήταν κάποια άλλη ξένη, δεν ξέρω από ποιον είναι». Δεν έδωσε άλλες λεπτομέρειες για αυτή τη νέα εκδοχή και βρίσκουμε ότι τούτο δεν ήταν συμπτωματικό αφού στόχος του ήταν να αποφύγει την παράθεση σαφούς απάντησης, έχοντας μπλεχθεί (και πάλιν), στον ιστό των ψευδολογιών του. Ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση ότι την κολλητική ταινία (τέλλα) - Τεκμήριο 7, του την είχε δώσει ο Κατηγορούμενος 2, τρεις-τέσσερις μέρες πριν τις 24.4.09 και ότι την είχε συνεχώς στο αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας την κάθε φορά που το έπλενε για να καλύπτει κάποιο σπασμένο φανάρι του οχήματος «.για να μεν μπαίνουν μέσα τα νερά». Αν και η θέση του αμφισβητήθηκε, ουδέποτε υπέδειξε στο Δικαστήριο ή παρουσίασε σχετική μαρτυρία, ενισχυτική αυτής. Σημειώνεται, επίσης, ότι η κολλητική ταινία, δε βρέθηκε στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου, όπως λογικώς θα αναμενόταν (αν κρίνουμε από τα τόσα πολλά άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν εκεί μετά το συμβάν, όπως απεικονίζονται στις φωτογραφίες 40 και 41 του Τεκμήριου 57, χωρίς να εντοπίζεται στην καμπίνα του αυτοκινήτου οποιοδήποτε άλλο σημαίνον αντικείμενο, εκτός της κολλητικής ταινίας, των προσωπικών ειδών της Παραπονούμενης, της λεπίδας και της πλαστικής χειρολαβής του μαχαιριού - Τεκμήριο 1), αλλά μπροστά από το πισινό κάθισμα, πίσω από τη θέση του συνοδηγού, ως οι φωτογραφίες 64-66, του Τεκμηρίου
- Δύο ακόμη υπογραμμίσεις σε σχέση με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1, πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα. Ανάφερε στη γραπτή του κατάθεση, ότι δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή ή ερωτικό δεσμό με την Παραπονούμενη, σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε κατά την προφορική του μαρτυρία. Τέλος, είπε, επίσης στην ίδια κατάθεση, στην Απάντηση 22, ότι μετά που παρέλαβε την Παραπονούμενη και τον (κατ΄ ισχυρισμόν), φίλο της από το σπίτι της, γύρω στις 08:20-08:30, βγήκε αμέσως στη Λεωφόρο Λεμεσού και κατευθύνθηκε «ευθεία» προς το Γενικό Νοσοκομείο, από τον κύριο δρόμο, σε απόκλιση άλλων εκδοχών που ανέπτυξε κατά την προφορική του μαρτυρία, βάσει των οποίων, μετά που την παρέλαβε, πήγε στο περίπτερο και ακολούθως, στην επιστροφή, πήρε τον Κατηγορούμενο 2, για να μεταβούν (τότε και μόνον), στο Νοσοκομείο, διότι ο τελευταίος πονούσε τα μάτια του. Έχοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 και ευρύτερα, τα επίδικα θέματα, θεωρούμε τα προαναφερθέντα ψέματα, αντιφάσεις και ανακολουθίες του ως κρίσιμα και είναι για αυτό που (σε συνδυασμό με τη χείριστη εντύπωση που μας δημιούργησε ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα), απορρίπτουμε τη μαρτυρία του ως ολοσχερώς αναξιόπιστη, ενώ για τους λόγους που έχουμε ήδη αναπτύξει, δεχόμαστε τη μαρτυρία και εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας ως αξιόπιστη. Αναφορικώς με τα ψεύδη του Κατηγορούμενου 1 και στο πώς τα αξιολογήσαμε, είχαμε συνεχώς κατά νουν, δίκην αυτοκαθοδήγησης, αυτά που αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, 268-270 (με αναφορά στην R v. Lucas
(1981)73 Cr. App. R. 159, 162 - 163), ότι η απόρριψη της εκδοχής του και μόνον, δε συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικού της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής και αυτοτελώς αποδεικτικού των επίδικων κατηγοριών. Τα ψέματα, όμως, που είπε, τόσον εντός όσον και εκτός Δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον κριθεί ότι ήσαν ηθελημένα, αναφέρονταν σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο τους ήταν η επίγνωση ενοχής και ο φόβος της αλήθειας (με υπόψη ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό, κάτι που δεν αποτελεί εδώ την περίπτωση) και αποδειχθούν, είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα (βλ. επίσης, Blackstone's Criminal Practice 2011, παρ. F1.18-F1.20). Με τα πιο πάνω υπόψη, κρίνουμε ότι, κάποια από τα πολλά ψέματα του Κατηγορούμενου 1 (και τα οποία απαριθμούμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο), ικανοποιούν, το κάθε ένα ξεχωριστά, όλα τα κείμενα κριτήρια ώστε να σταχυολογηθούν (και έτσι τα δεχόμαστε), ως περιστατική μαρτυρία εναντίον του, για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε: (α) Στο ψέμα του, στη γραπτή του κατάθεση, ότι το άτομο που επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο στις 24.4.09 (ενώ βρισκόταν μαζί με την Παραπονούμενη), δεν ήταν ο Κατηγορούμενος 2, αλλά κάποιος φίλος της. Το ψεύδος αυτό (που σαφώς, ειπώθηκε για να παραπλανήσει τις ανακριτικές αρχές), αποδεικνύεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2, ως τον μοναδικό επιβαίνοντα στο αυτοκίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς ποτέ να τη συνοδεύει οποιοσδήποτε άλλος (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας και Άλλου
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, 520-521) (β) στο ψέμα του, ότι στις 24.4.09, θα επισκεπτόταν το περίπτερο μαζί με την Παραπονούμενη για να εξαργυρώσει την επιταγή, ενώ, συμφώνως της ανεξάρτητης μαρτυρίας του Μάριου Συμεωνίδη (Μ.Κ.5), η εξαργύρωση είχε ήδη αρχίσει από την 12.4.09 (με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει), με τον τελευταίο, να του πληρώνει σε δόσεις, συνολικό ποσό €1.000 (γ) στο ψέμα του, ότι δεν έδωσε οδηγία στον Κατηγορούμενο 2, να αρπάξει το κινητό τηλέφωνο από τα χέρια της Παραπονούμενης, κατά το χρόνο, τόπο και τρόπο που περιγράψαμε, σε διάσταση με την αληθή μαρτυρία της τελευταίας (δ) στο ψέμα του, ότι, όταν μιλά στα Αραβικά, αναφέρεται πάντα στη λέξη «al hatef», για να προσδιορίσει τη λέξη «τηλέφωνο», εν αντιθέσει προς την περιγραφή των διαδραματισθέντων από την Παραπονούμενη, τα οποία και αποδεχτήκαμε (ε) στο ψέμα του, ότι το μαχαίρι - Τεκμήριο 1, ανασύρθηκε από τη τσάντα της Παραπονούμενης, κάτι που καταρρίπτεται από την ανεξάρτητη της μαρτυρία, όπως έχουμε ήδη αναλύσει (στ) στο ψέμα του, ότι στις 24.4.09, μετά που παρέλαβε την Παραπονούμενη και (τον φανταστικό της φίλο), από το διαμέρισμα της, εξήλθε αμέσως στη Λεωφόρο Λεμεσού και όδευσε κατευθείαν προς το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, σε αντίθεση με το τι είπε η Παραπονούμενη, όπως και πάλι ήδη εξετάσαμε (ζ) στο ψέμα του, στη γραπτή του κατάθεση (στοχευμένο στο να τον αποστασιοποιήσει από την Παραπονούμενη και να αποπροσανατολίσει τις ανακριτικές αρχές), ότι δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις μαζί της και ότι η γνωριμία τους ήταν αυστηρώς επαγγελματική, κάτι που καταρρίπτεται από την ανεξάρτητη και αξιόπιστη μαρτυρία της τελευταίας (η) στο ψέμα του, ότι κατεύθυνε ο ίδιος το αυτοκίνητο προς το φορτηγό για να γλυτώσει, δήθεν, από την επίθεση της Παραπονούμενης, γεγονός που και αυτό ανατρέπεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της Παραπονούμενης και (θ) στο ψέμα του, ότι άμεσο αίτιο του τραύματος στην αριστερή παρειά της Παραπονούμενης, ήταν η πρόσκρουση του αυτοκινήτου με το φορτηγό και όχι το μαχαίρωμα της από τον ίδιο και πάλι, σε αντίθεση με την αξιόπιστη και ανεξάρτητη της μαρτυρία επί του ζητήματος. Αναφορικώς, τώρα, με τον Κατηγορούμενο 2, οι δικηγόροι του πρότειναν ότι το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης - Τεκμήριο 35, καθόλου δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη διότι, πέραν του ότι λήφθηκε παράτυπα, είναι και μολυσμένο από ψεύδη, κάτι που του αποστερεί την όποια δυνατότητα αποδοχής ως αποδεκτού μαρτυρικού υλικού, με άμεσο συνεπόμενο και το παράσυρμα των μετέπειτα Υποδείξεων Σκηνών - Τεκμήριο 36 (των οποίων η ορθή και νομότυπη διεξαγωγή, δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός), συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών σχολίων, στα οποία προέβη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και διατυπώθηκαν στο σχετικό έντυπο από την υπεύθυνη αστυφύλακα, στην παρουσία του διερμηνέα Θεόδωρου Ζάζα (Μ.Κ.10). Οι τοποθετήσεις αυτές, δεν μας βρίσκουν συγκλίνοντες. Παραθέτουμε αμέσως το σκεπτικό μας. Προτάθηκε, ότι ο Τάσος Κατσικίδης (Μ.Κ.4), ο οποίος έλαβε τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, είπε σε σχέση με τη διαδικασία λήψης της, ότι ο τελευταίος «.εξιστόρησε τα γεγονότα από μόνος του αφηγηματικά, χωρίς ερωτήσεις». Τούτη η αναφορά, αντιπαραβλήθηκε με εκείνη του διερμηνέα Θεόδωρου Ζάζα (Μ.Κ.10), ο οποίος είπε ότι, κατά τη διαδικασία καταγραφής της κατάθεσης, υποβάλλονταν ερωτήσεις από τον Τάσο Κατσικίδη προς τον Κατηγορούμενο 2, με τον τελευταίο να τις απαντά και με όλα αυτά, να καταγράφονται στο κείμενο της αφού πρώτα μεταφράζονταν καταλλήλως. Βάσει αυτών, προτάθηκε ότι η κατάθεση «.ήταν μάλλον ανακριτική.», με αποτέλεσμα να υπήρχε υποχρέωση καταγραφής των ερωταπαντήσεων, κάτι που δεν έγινε. Τούτο, ειπώθηκε, θα πρέπει να θεωρηθεί ως παράλειψη κρίσιμης σημασίας για την αποδοχή της. Απορρίπτουμε τη θέση. Καταρχάς, η τοποθέτηση των δικηγόρων του Κατηγορούμενου 2, ότι ο Τάσος Κατσικίδης (Μ.Κ.4), είπε ότι δεν υπόβαλλε ερωτήσεις στον Κατηγορούμενο 2, κατά τη λήψη της κατάθεσης, είναι ανακριβής. Το τι είπε ο μάρτυς είναι ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης το αφηγήθηκε ο ίδιος και όχι ότι η αφήγηση του (ή μέρος αυτής), δεν προήλθε από ερωτήσεις που του είχε υποβάλει ο ανακριτής. Εκτός αυτού, ποτέ δε ρωτήθηκε ο Τάσος Κατσικίδης (Μ.Κ4), αν η κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, ήταν ή όχι ανακριτική, έτσι ώστε να του δινόταν η ευκαιρία να επεξηγήσει αυτά που ίσως θα ήθελε επί του ζητήματος αν και εφόσον τα πράγματα συζητούνταν σε αυτό το επίπεδο. Αντιθέτως, ο μάρτυς κατέγραψε στο τέλος της κατάθεσης, ότι αυτή λήφθηκε μετά από επιθυμία του Κατηγορούμενου 2 «.να προβεί σε θεληματική κατάθεση.», όπως και έγινε. Δεν του υποβλήθηκε ότι δεν ήταν θεληματική (υπό την έννοια που χρησιμοποιήθηκε ο όρος στο κείμενο) ή τέλος πάντων, για το τι είναι που εννοούσε με τον όρο θεληματική, αν και εφόσον στο μυαλό του αντεξετάζοντα υπήρχε συγκεκριμένη αιτία για μια τέτοια γραμμή. Ούτε και ρωτήθηκε, με βάση ποιό Δικαστικό Κανόνα έλαβε την κατάθεση (ενώ θα έπρεπε), αν πρόθεση, ήταν η υποβολή συνακόλουθης εισήγησης (όπως αυτή με την οποία ασχολούμαστε τώρα), μια και με αυτόν τον τρόπο θα υποχρέωναν τον μάρτυρα, να τοποθετηθεί σχετικώς σε αυτά που τους απασχολούσαν. Δεν το έπραξαν. Αντ΄αυτού, μας κάλεσαν να εικοτολογήσουμε και θεωρητικολογήσουμε ως προς το πώς θα πρέπει να ήσαν τα πράγματα και βάσει αυτής της εικόνας, να τα ερμηνεύσουμε. Αντιληπτώς, αυτό πόρρω απέχει από το ρόλο μας. Ούτως ή άλλως και ανακριτική να ήταν η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 (που δεν ήταν, εκ των πραγμάτων), τίποτε από όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνηγόρους, δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν, υπό τις περιστάσεις, ως δυνητικώς επηρεαστικά των δικαιωμάτων του και δεν είναι ίσως τυχαίο που τίποτε το συγκεκριμένο δεν μας υποδείχθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Η εισήγηση απορρίπτεται. Ασύμφωνους μας βρίσκει και η άλλη θέση των δικηγόρων του Κατηγορούμενου 2, ότι «.η επίστηση (caution) έπρεπε να ήταν διαφορετική για να καταλάβει ο Κατηγορούμενος ότι υπήρχε υποψία εναντίον του. Όπως είναι διατυπωμένη η κατάθεση δεν φαίνεται αν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι την κατάθεση την έδινε για να χρησιμοποιηθεί εναντίον του ή ως μάρτυρας εναντίον του Κατηγορούμενου 1». Η άποψη δε βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία, με τον άμεσα υπεύθυνο για να διαφώτιζε επί του θέματος, Τάσο Κατσικίδη (Μ.Κ.4), να μην αντεξετάζεται σχετικώς. Στη βάση παρόμοιας προσέγγισης, απορρίπτουμε και την εισήγηση των δικηγόρων του Κατηγορούμενου 2, ότι ο τελευταίος θα έπρεπε, στα μέσα της γραπτής του κατάθεσης (και στο κατάλληλο στάδιο που θα δικαιολογείτο στη βάση αυτών που είχε ήδη αναφέρει), να κατηγορείτο ή να πληροφορείτο ότι μπορούσε να κατηγορηθεί, βάσει του Δικαστικού Κανόνα ΙΙΙ, αφού για μια άλλη φορά , ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα στον Τάσο Κατσικίδη (Μ.Κ.4), έτσι ώστε να μπορούσε να προβεί σε διευκρινήσεις, αν έκρινε ότι χρειάζονταν. Η εισήγηση, δε μπορεί να ευσταθήσει. Άλλο επιχείρημα που προβλήθηκε από τους συνηγόρους του Κατηγορούμενου 2, είναι ότι το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν του χορηγήθηκαν προηγουμένως τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένου. Ούτε και με αυτό συμφωνούμε. Εκτός του ότι ουδέποτε τέθηκε στον Τάσο Κατσικίδη (Μ.Κ.4) ή οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα, ζήτημα περί τέτοιας παράλειψης, ο Κατηγορούμενος 2, κατά τους κρίσιμους χρόνους, δεν εθεωρείτο ως κρατούμενος βάσει των προνοιών του άρθρου 2 του Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου 163(Ι)/05, όπως τροποποιήθηκε, έτσι ώστε να προέκυπτε τέτοια υποχρέωση. Τα δικαιώματα αυτά του εξηγήθηκαν, προσηκόντως, μετά τη συμπλήρωση της γραπτής του κατάθεσης, ως το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 63(Α) και 63(Β). Ο συλλογισμός ότι από τη στιγμή που (κατά τα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο-ΠΓ6), ο Κατηγορούμενος 2, ανακόπηκε και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων προς εξακρίβωση των στοιχείων του, θα πρέπει να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι, πράγματι, τελούσε υπό κράτηση, ανάγεται και αυτό στη σφαίρα του θεωρητικού, εκτός του ότι, πουθενά, στο εν λόγω έγγραφο δεν αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά που περιγράφονται στο κείμενο του, συνέβηκαν έτσι ώστε να συνδεθούν, στον απαιτούμενο βαθμό, με αυτά που εδώ ενδιαφέρουν. Απορρίπτεται και αυτό το επιχείρημα του Κατηγορούμενου 2. Άλλη εισήγηση των δικηγόρων του, ήταν ότι, δεδομένου του Παραδεκτού Γεγονότος - Έγγραφο-ΠΓ9, ότι «.η αναφορά στην κατάθεση του κατηγορούμενου 2, τεκμήριο 35 ότι είδε ότι ο κατηγορούμενος 1 αγόρασε ένα μαχαίρι, είναι εσφαλμένη.» και ότι, το ίδιο εσφαλμένη, είναι και η αναφορά του, στην ίδια κατάθεση «.ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 βγήκε από το κατάστημα αγόρασε 2 μαχαίρια από ότι κατάλαβε, ο κατηγορούμενος 1, από τα οποία έδωσε το ένα στον κατηγορούμενο 2.», θα πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι αντίστοιχες αναφορές στη γραπτή κατάθεση είναι «φανερά ψευδείς» και ότι «ίσως αυτό δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος 2 έδινε τις απαντήσεις που ήθελε η Αστυνομία στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Αυτός είναι ο λόγος που ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι το μέρος αυτό της κατάθεσης δεν ευσταθεί». Δε συμφωνούμε. Οι αναφορές περί κινήτρων και αιτιών που οδήγησαν στη σύνταξη των εν λόγω παραδεκτών γεγονότων, με τον τρόπο που διατυπώθηκαν, δεν αναδύονται, ως ζήτημα γεγονότος, από αυτό καθαυτό το περιεχόμενο του Εγγράφου - ΠΓ6. Αποτελούν αυθαίρετες υποθέσεις, με κάθε σεβασμό. Ούτε και τέθηκε ποτέ στον Τάσο Κατσικίδη (Μ.Κ.4), η θέση ότι οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2, στη γραπτή του κατάθεση, ήσαν ανακριβείς ή ψευδείς ή ότι αποτέλεσαν επακόλουθο πιέσεων και υποβολών της Αστυνομίας προς αυτόν, πέραν του ότι συγκρούεται και με αυτά τα ίδια τα παραδεκτά γεγονότα, στα οποία, γίνεται μνεία για «εσφαλμένη» αναφορά των υπό συζήτηση πτυχών και όχι σε ψευδή, αλλότρια ή άλλη παρόμοια κατάταξη τους. Δε μπορεί να υπάρξει, εδώ, άλλη κατάληξη από το ότι, η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2, λήφθηκε νομίμως και κανονικώς και ήταν θεληματική και άρα ικανή προς αξιολόγηση ως αποδεικτικό στοιχείο. Κατ΄εφαρμογή νομολογίας, όπως οι αποφάσεις Pal και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 4/10, ημ. 3.12.10, Malik και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36, 45 και Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38, 39, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου 2 (ως συγκατηγορούμενου του Κατηγορούμενου 1), δε μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον του τελευταίου (και το αντίστροφο). Μπορεί όμως το περιεχόμενο της να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εναντίον του συντάκτη της, δηλαδή, του ίδιου του Κατηγορούμενου 2. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν, πιο πρόσφατα, από το Αγγλικό Εφετείο στην R v. Miah and Another
(2011)EWCA
- Επειδή θα αναφερθούμε αρκετές φορές στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 και δεδομένου ότι ο τελευταίος, δεν έδωσε μαρτυρία κατά τη δίκη, κρίνουμε ότι θα ήταν χρήσιμη, σε αυτό το στάδιο, η αυτούσια παράθεση του περιεχομένου της (με υπογραμμισμένο από εμάς, του μέρους εκείνου που δηλώθηκε στα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο - ΠΓ9, ως εσφαλμένο), έτσι ώστε να καθίσταται ευχερέστερη η παρακολούθηση κάποιων παραμέτρων με τις οποίες θα ενασχοληθούμε, με αναφορά σε μέρη του κειμένου της. Το πράττουμε αμέσως (διατηρώντας την ορθογραφία): «Εγώ ο Mohammad Asad από τη Συρία επιθυμώ να κάνω μια κατάθεση. Επιθυμώ όπως κάποιος γράψει ότι λέγω. Πληροφορήθηκα ότι δεν είναι ανάγκη να πω τίποτε εκτός εάν θέλω και, οτιδήποτε πω δυνατόν να δοθεί ως μαρτυρία. Εγώ ήρθα Κύπρο το έτος 2008 και συγκεκριμένα στις 15 Οκτωβρίου, όπου και αποτάθηκα για πολιτικό άσυλο, και από έκτοτε διαμένω σε μια διεύθυνση στο Καϊμακλί. Εχθές το πρωί 24.4.09 και ώρα 0500 το πρωί με πήρε τηλέφωνο στο κινητό μου τηλέφωνο ο φίλος μου MANSOUR JAWAD τον οποίο γνώρισα πριν ένα χρόνο περίπου σε ένα καφενείο στον Άγιο Αντώνιο. Ο Mansour μου είπε να πάω σπίτι του διότι κάτι με ήθελε. Εγώ πήγα με το ποδήλατο μου σπίτι του το οποίο είναι περίπου δέκα λεπτά από το δικό μου. Όταν πήγα σπίτι του ήταν μόνος του. Μου ανάφερε ότι έχουμε κάποια αποστολή. Αμέσως φύγαμε από το σπίτι του και πήγαμε με το αυτοκίνητο του, ένα άσπρο TOYOTA COROLLA στο σπίτι. Μιλόντας στο σπίτι μου, μου είπε ότι η αποστολή ήταν να συμμορφώσει την κοπέλα την οποία γνωρίζω και την ίδια μία φορά στο σπίτι του αλλά δεν θυμάμαι το όνομα της. Αυτή είναι αφρικανικού χρώματος. Ο λόγος που ήθελε να την συμμορφώσει όπως μου είπε, ήταν για να του υπογράψει κάποια χαρτιά. Τα ίδια πράματα μου τα είχε πει και στο σπίτι του και μου είπε ακόμα ότι ήθελε να την πάρουν σε ένα απόμερο τόπο και να την σκοτώσουν. Αυτός μου είπε δύο φορές τόσο στο σπίτι μου όσο και στο σπίτι του ότι ήθελε να την σκοτώσει. Εγώ του είπα και τις δύο φορές ότι δεν είναι ανάγκη να την σκοτώσουμε αλλά να την δείρουμε για να υπογράψει τα χαρτιά επειδή είναι αδύναμη κοπέλα. Αυτός τότε του απάντησε «όχι» πρέπει να απαλλαχθούμε από αυτή. Εγώ του είπα να πιάσουμε ένα σχοινί να την δέσουμε πήγα στην αποθήκη του σπιτιού μου είδα το σχοινί αλλά δεν μου άρεσε. Τότε είδα εκεί ότι είχα ένα ρολό άσπρης τέλλας την έπιασα του την έδειξα και του είπα εγώ ότι είναι καλύτερα να την δέσουμε με αυτή για να μην φωνάξει και συμφώνησε αφού θα της καλύπταμε το στόμα. Πριν πάμε στο σπίτι μου όταν είμαστε στο σπίτι του με ρώτησε αν έχω μεγάλο μαχαίρι και εγώ του είπα δεν έχω. Φεύγοντας από το σπίτι μου ο Mansour τηλεφώνησε στην αφρικανή κοπέλα και του άκουσα που έλεγε στην αγγλική γλώσσα «wake up, wake up», «don't sleep» και άκουσα ότι μίλησαν κάτι για χρήματα. Φεύγοντας από το σπίτι μου ο Mansour πήρε την τέλλα και όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο την τοποθέτησε πίσω από τα μπροστινά καθίσματα. Μετά από λίγο σταμάτησε σε ένα κατάστημα στον κύριο δρόμο μετά από τον φούρνο «ΖΟΡΠΑΣ». Κατέβηκε μόνος του ενώ εγώ έμεινα στο αυτοκίνητο. Μπήκε στο κατάστημα και όταν ήρθε έξω είδα ότι αγόρασε ένα μαχαίρι ένα κασμά και ένα φτυάρι. Τον ρώτησα τι θα κάνει με αυτά και μου είπε μήπως χρειαστεί και τα χρησιμοποιήσουμε σε κάποια στιγμή. Σε κάποια φώτα τροχαίας μου είπε να κατεβώ από το αυτοκίνητο και να τον περιμένω εκεί. Πριν αναχωρήσει μου είπε να τον περιμένω μέχρι να επιστρέψει και να φέρει την κοπέλα και όταν έρθει να καθήσω στο πίσω κάθισμα. Μετά από δέκα λεπτά περίπου επέστρεψε με την κοπέλα στο αυτοκίνητο του και εγώ κάθισα στο πίσω κάθισμα πίσω από την κοπέλα. Οδήγησε το αυτοκίνητο πέρασε από την περιοχή του HILTON και συνέχισε το δρόμο που πάει προς Λεμεσό με μεγάλη ταχύτητα. Μετά που πέρασε το HILTON η κοπέλα παρατήρησα ότι άρχισε να ανησυχά και κινούσε τα χέρια της σαν να του έλεγε που πας. Αυτός απάντησε HOSPITAL. Σε κάποια στιγμή η κοπέλα πήρε το τηλέφωνο της σχημάτισε ένα αριθμό και μόλις έβαλε το τηλέφωνο στο αυτί της αυτός ο Mansour μου είπε να της αρπάξω το τηλέφωνο. Προσπάθησα να της αρπάξω το τηλέφωνο αλλά δεν τα κατάφερα. Εκείνη άρχισε να φωνάζει και να κρατάει το τιμόνι με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το αυτοκίνητο με ένα φορτηγό που ήταν αριστερά μας. Σταμάτησε το αυτοκίνητο εγώ ζαλίστηκα λίγο, είδα όμως τον Mansour να βγάζει το μαχαίρι από την δεξιά του πλευρά και ενώ φώναζε εκείνη είδα τον Mansour να το γυρίζει το μαχαίρι προς το μέρος της και να πέφτει ολόκληρος πάνω της. Ενώ ήμουν πίσω προσπάθησα να τον τραβήξω πίσω από την κοπέλα δεν τα κατάφερα και βγήκα από το αυτοκίνητο όπου τον τραβούσα από την μέση για να φύγει από πάνω της και τότε άκουσα φωνή από την κοπέλα που νόμιζα ότι εξεψύχησε. Φοβήθηκα πάρα πολύ εγώ τους άφησα και έφυγα χωρίς να πάρω οτιδήποτε μαζί μου. Να σας πω ότι όταν βγήκε από το κατάστημα με τα εργαλεία ο JAWAD, αγόρασε δύο μαχαίρια απ΄ ότι κατάλαβα διότι μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο μου έδωσε ένα εμένα και μου είπε έχω ένα μαχαίρι για σένα και ένα για μένα. Εγώ το έβαλα κάτω από το κάθισμα του οδηγού διότι όταν μου έδωσε το μαχαίρι μου είπε όταν σου πω βγάλε το μαχαίρι να το βγάλεις.» Δοσμένων των παραδεκτών γεγονότων που αφορούν στο εσφαλμένο των πιο πάνω υπογραμμισμένων αναφορών, θεωρούμε ότι θα πρέπει επίσης να αγνοηθούν (αν και τούτο, δε δηλώθηκε ρητώς από τους συνηγόρους), ως εξίσου εσφαλμένες ή έστω συμπαρασύρουσες κατά λογική συνέπεια και τις υπόλοιπες σχετικές αναφορές στις τελευταίες τέσσερεις γραμμές της κατάθεσης, όπως παρατίθενται ανωτέρω («.και μου είπε έχω .να το βγάλεις»). Στη βάση αυτή, προχωρούμε αυθωρεί στη διατύπωση των υπόλοιπων ευρημάτων μας (μέρος των οποίων αποτελούν και αυτά που παραθέσαμε ήδη ως σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας), καθώς και σε ταυτόχρονη ανάλυση των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων, λέγοντας, εν πρώτοις, ότι, καθώς βρίσκουμε, η κοπέλα στην οποία αναφέρεται ο Κατηγορούμενος 2, στη γραπτή του κατάθεση, είναι η Παραπονούμενη ενώ ο Mansour Jawad, ο Κατηγορούμενος
- Η Παραπονούμενη, κατάγεται από τον Άγιο Δομήνικο. Γεννήθηκε στις 31.1.
- Αφίχθηκε στην Κύπρο στις 16.4.08, για να εργαστεί ως καλλιτέχνιδα. Εργοδοτήθηκε σε τρία διαφορετικά καμπαρέ, στη Λευκωσία, Πάφο και Λεμεσό. Το καλοκαίρι 2008, κατάγγειλε τους εργοδότες της στην Αστυνομία ότι την ανάγκαζαν να εκδίδεται επί πληρωμή. Μετά από αυτό, παρέμεινε στην Κύπρο για να δώσει σχετική μαρτυρία στο Δικαστήριο, διαμένοντας σε διαμέρισμα στη Λευκωσία, στην οδό Χρίστου Τσιάρτα, μαζί με άλλες πέντε συμπατριώτισσες της, μεταξύ των οποίων και η φίλη της Josefina Casilla Diaz (M.K.11), γεννηθείσα την 30.7.
- Το ενοίκιο για το διαμέρισμα το κατέβαλλε η Κυπριακή Δημοκρατία. Σε αυτό το διάστημα και για να εξασφαλίζει τα προς το ζην, δούλευε ως καθαρίστρια σε εταιρεία καθαρισμού. Το Δεκέμβριο 2008, γνώρισε τον κατά πολύ μεγαλύτερο της Κατηγορούμενο 1 (που γεννήθηκε στις 2.2.56), μέσω κάποιας φίλης της. Μετά από δύο εβδομάδες γνωριμίας, άρχισαν να έχουν μεταξύ τους σεξουαλικές σχέσεις. Αναπτύχθηκε δεσμός, ο οποίος, όμως, δε χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη σταθερότητα. Ένα περίπου μήνα μετά την απαρχή των σεξουαλικών τους σχέσεων, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 1, οικονομική βοήθεια διότι χρωστούσε ποσό €3.
- Αυτός, κάποιο βράδυ, μετά από την παράκληση, την επισκέφθηκε μεθυσμένος, έχοντας στην κατοχή του τα λεφτά, αλλά επειδή ήταν πολύ απότομος μαζί της (πέραν από μεθυσμένος), τον έδιωξε λέγοντας του ότι ήθελε να χωρίσουν, όπως και έγινε. Παρέμειναν σε διάσταση για ένα περίπου μήνα, οπόταν και ξανάσμιξαν. Μετά τη συμφιλίωση, ο Κατηγορούμενος 1, που γνώριζε για την οικονομική στενότητα της Παραπονούμενης, της έδωσε προς ικανοποίηση κάποιων αναγκών της, ποσό ύψους €1.
- Μάλιστα, της είχε προτείνει να την εργοδοτήσει ως φροντίστρια του, λέγοντας της ότι είχε δικαίωμα σε μια τέτοια υπηρεσία λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Κατά το διάστημα εκείνο, ο Κατηγορούμενος 1, διακατεχόταν από αυξημένη ένταση επειδή βρισκόταν σε διαδικασία διεκδίκησης επιδομάτων από διάφορα Ιατροσυμβούλια. Λάμβανε δημόσιο βοήθημα ένεκα των προβλημάτων υγείας του. Είχε διατελέσει, παλαιότερα τρόφιμος των Κεντρικών Φυλακών. Κατά την εκεί παρουσία του (όπως και μετά την αποφυλάκιση του), παρακολουθούνταν από τον Ψυχίατρο Λούη Καριόλου, ο οποίος διαπίστωσε ψυχωσική διαταραχή, εδραζόμενη σε προσωπικότητα παρερμηνευτικού τύπου, κατάσταση που ενδεχομένως οφείλεται σε παρελθούσα χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Του χορηγούσε φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσική, αντικαταθλιπτική και αγχολυτική δράση. Παρά ταύτα, όπως και ο Κατηγορούμενος 2, είχε, σε όλους τους κρίσιμους χρόνους, επίγνωση και ευθύνη των πράξεων του. Η Παραπονούμενη αποδέχθηκε την πρόταση του Κατηγορούμενου 1 και άρχισε να δουλεύει για αυτόν, το Μάρτιο
- Της είχε πει ότι θα της εξασφάλιζε άδεια παραμονής για τέσσερα χρόνια και ότι, με την εν λόγω ρύθμιση, αυτός θα λάμβανε τα λεφτά που δικαιούταν από το Κράτος ως εκ των υπηρεσιών της. Το Μάρτιο 2009, της ανάφερε ότι είχε φθάσει στο όνομα της η επιταγή. Την πληροφόρησε ότι, η ίδια, δε θα μπορούσε να την εξαργυρώσει επειδή ήταν δίγραμμη και ότι θα μπορούσε να την εξαργύρωνε ο ίδιος, εκ μέρους της, όμως για να γινόταν αυτό κατορθωτό, θα έπρεπε να του την υπόγραφε, στο πίσω μέρος, με τρόπο που της υπέδειξε, κάτι που έκανε, όπως φαίνεται και στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 54(Β), όπου αντικατοπτρίζεται (σε αντίγραφο), η οπίσθια μεριά της επιταγής, με τα στοιχεία και υπογραφή της Παραπονούμενης. Στην πραγματικότητα, η επιταγή δεν ήταν εκδομένη στο όνομα της, αλλά στο όνομα κάποιας Karagkezova Ntiana (A.R.C. 5318924) και αυτό το γνώριζε καλώς ο Κατηγορούμενος 1, όχι όμως και η Παραπονούμενη. Σκοπός του ήταν να τη ξεγελάσει και χρησιμοποιήσει ως πλαστογράφο για να δυνηθεί να αποκομίσει αυτός τα χρήματα στα οποία αφορούσε η επιταγή, κάτι που εν μέρει, τελικώς, κατόρθωσε. Στις 16.4.09, ο Κατηγορούμενος 1, προειδοποίησε την Παραπονούμενη να προσέχει επειδή, όπως της είπε, κάποια από τις συγκατοίκους της διακινούσε ναρκωτικά. Την επομένη τα ξημερώματα, η Παραπονούμενη και δύο από τις συγκατοίκους της, δέχθηκαν τηλεφώνημα, με απόκρυψη αριθμού, κατά το οποίο άγνωστος τους άντρας, μιλώντας στα Αγγλικά, τους είπε να προσέχουν γιατί κάτι θα συνέβαινε. Την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος 1, τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη και της ανάφερε ότι του είχε τηλεφωνήσει κάποιο άτομο το πρωί και του είπε ότι η ίδια και η φίλη της θα πουλούσαν ναρκωτικά στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρισκόταν το διαμέρισμα τους. Λίγο αργότερα, η Αστυνομία προέβη σε έρευνα του διαμερίσματος για εντοπισμό ναρκωτικών, χωρίς αποτέλεσμα. Τα αναφέρουμε αυτά για να σκιαγραφήσουμε, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, το γενικότερο κλίμα και συνθήκες που περιέβαλλαν τη σχέση Κατηγορούμενου 1 και Παραπονούμενης, έτσι ώστε να καταδείξουμε, για ό,τι αυτό θα μπορούσε να αξίζει, τις όποιες εντάσεις και προστριβές συνέθεταν το κοινωνικό και ατομικό τους γίγνεσθαι. Οι καταστάσεις τα έφεραν έτσι, ώστε τη μέρα εκείνη, δηλαδή τη 17.4.09, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος 1, να διακόψουν και πάλι τη σχέση τους, αυτή τη φορά, όμως, με δική του πρωτοβουλία. Υπό αυτά τα δεδομένα, η Παραπονούμενη τού ζήτησε να της επιστρέψει την άδεια παραμονής της (την οποία είχε στην κατοχή του), αλλά και την επιταγή την οποία (εσφαλμένως, ασφαλώς, λόγω των ψευδών παραστάσεων του, εξακολουθούσε να θεωρεί δική της), την οποία επίσης είχε στην κατοχή του. Της είπε ότι θα της τα επέστρεφε. Δεν το έπραξε. Μετά από όλα αυτά και παρά τη φόρτιση που είχε δημιουργηθεί, το ζεύγος συμφιλιώθηκε εκ νέου, αναχωρώντας, μάλιστα, για διακοπές στην Αγία Νάπα, την επομένη, 18.4.
- Την 21.4.09, η Αστυνομία τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη ζητώντας της να τους επισκεφθεί το πρωί της 22.4.09, για να της μιλήσουν για κάτι που την αφορούσε. Το είπε αυτό στον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος εξέφρασε αντίθεση σε μια τέτοια επίσκεψη αφού θεωρούσε ότι η Παραπονούμενη κινδύνευε από την Αστυνομία. Επέστρεψαν από την Αγία Νάπα στη Λευκωσία στις 22.4.
- Η Παραπονούμενη επισκέφθηκε την Αστυνομία, στις 23.4.
- Τη μετέφερε εκεί ο Κατηγορούμενος
- Κατά τη συνάντηση (στην οποία δεν παρευρέθηκε ο τελευταίος), προειδοποιήθηκε από την Αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος 1, ήταν άτομο επικίνδυνο και ότι θα έπρεπε να προσέχει από αυτόν. Η Παραπονούμενη δεν ανάφερε τίποτε στον Κατηγορούμενο 1, σε σχέση με αυτή τη νουθεσία. Οι συμβουλές της Αστυνομίας την ανησύχησαν, όπως και το γεγονός ότι, για τους τελευταίους τρεις περίπου μήνες, ο Κατηγορούμενος 1, είχε αρχίσει να γίνεται πολύ ζηλιάρης. Η συμπεριφορά του είχε αλλάξει. Δεν ήταν όπως στα πρώτα στάδια της γνωριμίας τους, ευγενικός και τρυφερός μαζί της. Δεν την ήθελε να περνά χρόνο με τους φίλους της και απαιτούσε να είναι συνέχεια μαζί του, νευριάζοντας κάθε φορά που του έλεγε ότι ήθελε να μείνει μόνη στο διαμέρισμα της χωρίς τη συντροφιά του. Ανεξαρτήτως τούτων όμως, δεν την είχε κτυπήσει ποτέ. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ήτοι, στις 23.4.09, του ζήτησε να χωρίσουν και να παραμείνουν φίλοι. Συναντήθηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της. Εκεί, ο Κατηγορούμενος 1, της παράδωσε την άδεια παραμονής, όχι όμως και την επιταγή, για την οποία της είπε ότι γνώριζε κάποιον που θα τους βοηθούσε να την εξαργύρωναν, την επομένη, δηλαδή στις 24.4.
- Μετά από αυτή τη συνομιλία, ο Κατηγορούμενος 1, έφυγε. Βεβαίως (όπως είδαμε), της είχε πει ψέματα για το ζήτημα της επιταγής, αφού την είχε ήδη παραδώσει στον ιδιοκτήτη του περιπτέρου, Μάριο Συμεωνίδη (Μ.Κ.5), από την 12.4.09, υπό τις συνθήκες που περιγράψαμε, ζητώντας του να την εξαργυρώσει, με την πρόφαση ότι δικαιούχος ήταν η αλλοδαπή φιλενάδα του, όπως του ανάφερε, που του την είχε δώσει για να τον ξεχρεώσει για δάνειο €1.
- Ο Μάριος Συμεωνίδης, δέχθηκε την πρόταση, μη γνωρίζοντας την αλήθεια και κυρίως, διότι η επιταγή ήταν κυβερνητική. Την παράλαβε με σκοπό να την καταθέσει στην Τράπεζα, στο λογαριασμό του περιπτέρου, κάτι που έπραξε στις 13.4.09, ως το Τεκμήριο
- Συμφώνησε να δίνει στον Κατηγορούμενο 1, τα λεφτά της επιταγής σταδιακά, μέχρι τελικής αποπληρωμής. Την πρώτη εκείνη μέρα, του κατέβαλε σε μετρητά €
- Έκτοτε, ο Κατηγορούμενος 1, τον επισκεπτόταν καθημερινώς στο περίπτερο και έπαιρνε λεφτά έναντι του ποσού της επιταγής. Η τελευταία φορά που έγινε αυτό ήταν την 22.4.
- Μέχρι τότε, του είχε πληρώσει συνολικώς, ποσό ύψους €1.
- Δεν του είχε καταβάλει όλο το ποσό της επιταγής, επειδή ανέμενε το ξεκαθάρισμα της από την Τράπεζα. Όπως θα διαφανεί, το πιο πάνω ιστορικό, έχει τη δική του σημασία για αυτά που ακολούθησαν και για εκείνα που θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε περαιτέρω σε σχέση με αυτά. Πριν το πράξουμε, θα πρέπει να πούμε ότι, για λόγους που δεν προέκυψαν με καθαρότητα από τη μαρτυρία (με τη ζήλια, την εκδίκηση και την κτητικότητα του Κατηγορούμενου 1, να αναδεικνύονται ως πιθανά ελατήρια), ο τελευταίος αποφάσισε στις 24.4.09, να σκοτώσει την Παραπονούμενη, ζητώντας προς τούτο τη συνδρομή και συνεργασία του Κατηγορούμενου
- Βεβαίως, τα (όποια) κίνητρα του Κατηγορούμενου 1, δεν αποτελούν συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που του αποδίδονται, με αποτέλεσμα η αδυναμία ανίχνευσης, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, της κινητήριας δύναμης που τον ώθησε να δράσει με τον τρόπο που έδρασε, να παραμένει στοιχείο ουδέτερο κατά τη διεργασία διαπίστωσης της ποινικής του ευθύνης. Τα ίδια αφορούν και στον Κατηγορούμενο
- Γυρίζουμε πίσω στα γεγονότα. Υπό το πλέγμα των προθέσεων των Κατηγορουμένων που παραθέσαμε και σε πρώτο στάδιο, ο Κατηγορούμενος 2 (του οποίου το σπίτι στην οδό Κωστή Παλαμά 6, Καϊμακλί, απείχε δέκα περίπου λεπτά από το σπίτι του Κατηγορούμενου 1, στην οδό Αρσινόης 12, στο Βόρειο Πόλο), πήγε στο σπίτι του τελευταίου, γύρω στις 06:00 (στις 24.4.09), με τους δυο να αναχωρούν από εκεί λίγο αργότερα και να πηγαίνουν, μαζί, στο σπίτι του Κατηγορούμενου
- Δε μας διαφεύγει, ότι ο Κατηγορούμενος 2, ανάφερε κατά τις Υποδείξεις Σκηνών - Τεκμήριο 36, ότι η πρώτη συνάντηση τους στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, έγινε στις 05:
- Η ώρα αυτή είναι ανακριβής, όπως ανακριβής είναι και η αναφορά του στη γραπτή του κατάθεση ότι ο Κατηγορούμενος 1, του είχε τηλεφωνήσει στις 05:00 της ίδιας μέρας. Η απόκλιση μας από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, πάνω σε αυτή τη λεπτομέρεια και το συνακόλουθο εύρημα μας (και χωρίς αυτό να επηρεάζει το αξιόπιστο των υπολοίπων αναφορών του στην κατάθεση, εκτός στο βαθμό που έχει ήδη αναλυθεί), συνάγεται ευλόγως από το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχε με τον Κατηγορούμενο 1, τη μέρα εκείνη, ως το Τεκμήριο 70, το οποίο κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, στα πλαίσια των Παραδεκτών Γεγονότων - Έγγραφο ΠΓ-
- Οι δύο άντρες συζήτησαν μεταξύ τους το θέμα της δολοφονίας, με τον Κατηγορούμενο 2, να εκφράζει την άποψη ότι δε θα έπρεπε να φόνευαν την Παραπονούμενη αλλά να τη συνέτιζαν δια δαρμού. Ενώ βρίσκονταν στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, ο τελευταίος τον ρώτησε αν είχε μεγάλο μαχαίρι. Του απάντησε αρνητικά. Ο Κατηγορούμενος 1, επέμενε ότι θα έπρεπε να τη σκοτώσουν και τούτο το ανάφερε στον Κατηγορούμενο 2, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις κατά τη συνάντηση όταν ο τελευταίος, σε ισάριθμες περιπτώσεις, του είπε να μην τη φόνευαν αλλά να την έδερναν. Μετά και τη δεύτερη (και τελευταία) απόρριψη της θέσης του Κατηγορούμενου 2 (για ξυλοκόπημα αντί φόνευση) και χωρίς να εκφράσει ξανά αντίθεση στις προθέσεις του Κατηγορούμενου 1, σύμπλευσε με αυτές και συναίνεσε στις βουλές του, συμμετέχοντας πια συνειδητά και ενεργώς στην υλοποίηση της από κοινού διαμορφωθείσας συμφωνίας και σχεδιασμού εξόντωσης της Παραπονούμενης, λέγοντας του, μάλιστα, ότι θα μπορούσαν να την έδεναν με σχοινί έτσι ώστε η όλη προσπάθεια να καθίστατο ευχερέστερη. Προς τούτο, ο Κατηγορούμενος 2, πήγε στην αποθήκη του σπιτιού του και βρήκε το σχοινί - Τεκμήριο 28 (βλ. Τεκμήριο 43, φωτογραφίες 5-6), δεν το πήρε όμως, διότι δεν του άρεσε. Ειρήσθω εν παρόδω, αυτός ήταν και ο λόγος που, μετά που επισκέφθηκε το σπίτι του Κατηγορούμενου 1, τα χαράματα της 24.4.09, επέστρεψαν, μαζί, στο δικό του σπίτι. Ευρισκόμενος στην αποθήκη, ο Κατηγορούμενος 2, πρόσεξε ότι υπήρχε και ένα ρολό άσπρης κολλητικής ταινίας (τέλλας) - Τεκμήριο 7, την οποία έπιασε και έδειξε στον Κατηγορούμενο 1, λέγοντας του ότι θα ήταν καλύτερα αν της κάλυπταν με αυτή το στόμα για να μη μπορεί να φωνάζει. Ο Κατηγορούμενος 1, συμφώνησε. Να υποδείξουμε ότι, όλα αυτά στα οποία αναφερόμαστε περί συναλλαγών και συνεννοήσεων μεταξύ των δύο Κατηγορουμένων, πηγάζουν, κυρίως, από τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου
- Έπεται, ότι τα παραθέτουμε ως εύρημα μας αποκλειστικώς και μόνον για να καταδείξουμε την κατάσταση σκέψης του τελευταίου και όχι ως μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και το τονίζουμε αυτό με τον πιο εμφαντικό τρόπο που μπορούμε. Θα πρέπει να σημειώσουμε, (ωστόσο, με την ίδια επιφύλαξη), ότι οι αναφορές του Κατηγορούμενου 2, πρώτον, στην κολλητική ταινία και σχοινί που θα χρησιμοποιούσαν για να δέσουν την Παραπονούμενη, δεύτερον, στη συνάντηση τους στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, στις 24.4.09, τρίτον, στη συνάντηση τους, το ίδιο πρωί, στο δικό του σπίτι, τέταρτον, στην αγορά, εκείνο το ίδιο πρωινό, από τον Κατηγορούμενο 1, του φτυαριού και του κασμά από κατάστημα στη Λευκωσία, πέμπτον, στο ότι το ίδιο πρωί, ο Κατηγορούμενος 1, τον είχε αφήσει σε σημείο στη Λευκωσία, παρά τα Φώτα Τροχαίας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα και Λάρνακος («τα Φώτα Τροχαίας»), με τον τελευταίο να τον περιμένει ώσπου να επιστρέψει μαζί με την Παραπονούμενη για να φύγουν μαζί με το αυτοκίνητο και έκτον, στην επίσκεψη που έκαναν μαζί με τον Κατηγορούμενο 1, στο περίπτερο, κατά την οποία ο τελευταίος κατέβηκε εκεί για ένα-δύο λεπτά, με αυτόν να περιμένει στο αυτοκίνητο, προκύπτουν και από το περιεχόμενο των Υποδείξεων Σκηνών - Τεκμήριο 36, με παράλληλη παραπομπή και στις σχετικώς ληφθείσες φωτογραφίες - Τεκμήριο
- Η ταύτιση, από τη μια, των παραδοχών του Κατηγορούμενου 2, στη γραπτή του κατάθεση εναντίον των συμφερόντων του καθώς και οι αναφορές του κατά τις υποδείξεις σκηνών, και από την άλλη, της περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1 (δηλαδή, τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον Κατηγορούμενο 2, το πρωί της 24.4.09, τα ψέματα που είπε σε σχέση με την παρουσία του τελευταίου στο αυτοκίνητο κατά τους κρίσιμους χρόνους, τους λόγους που πρόβαλε για τη συνάντηση του με την Παραπονούμενη το πρωί της 24.4.09 και τη μεταφορά της με το αυτοκίνητο, όπως και τα άλλα ψέματα στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί πιο πάνω ως ικανοποιούντα τις προϋποθέσεις ταξινόμησης τους ως περιστατικής μαρτυρίας), σε συνδυασμό με τις προθέσεις και των δύο Κατηγορουμένων, όπως συνάγονται από το σύνολο της μαρτυρίας που δεχθήκαμε ως αξιόπιστο και νομικώς αποδεκτό (περιλαμβανομένης και της άμεσης μαρτυρίας της Παραπονούμενης), με απώτερη στόχευση την απόδειξη του μεταξύ τους κοινού σκοπού (αλλά όχι μόνο αυτού), αποτελεί διάβημα απολύτως θεμιτό και επιτρεπτό συμφώνως και του σκεπτικού στην απόφαση Rasit και Άλλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 46/10 κ.ά, ημερ. 25.10.10, με τις ανάλογες, κατανοητώς, αναπροσαρμογές με τα ισχύοντα στην παρούσα περίπτωση. Η αξιολογική αυτή προσέγγιση έχει τη δική της λογική, δεδομένης και της θεμελιώδους διαπίστωσης ότι τα αδικήματα που αφορούν σε συνωμοσία, σχεδόν πάντοτε, εκκολάπτονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία, με αποτέλεσμα, η στοιχειοθέτηση να επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστον, στη βάση συμπερασμάτων (των μόνων λογικών), που εξάγονται από πράξεις και παραλήψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού. Να πούμε, επ΄ ευκαιρία της πιο πάνω επισήμανσης, ότι είχαμε συνεχώς στη σκέψη, τη στέρεα αρχή του αποδεικτικού δικαίου ότι εκεί όπου η πρόθεση διάπραξης ενός αδικήματος δεν αποδεικνύεται άμεσα με ομολογία, η απόδειξη της, μπορεί να επιτευχθεί με περιστατική μαρτυρία η οποία, όμως, πρέπει να συμβιβάζεται με την ενοχή του κατηγορούμενου ως του μοναδικού λογικού συμπεράσματος που θα μπορούσε να εξαχθεί (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262-263). Την εφαρμόσαμε και δω. Στα πλαίσια, λοιπόν, του προαναφερθέντος κοινού σκοπού και συμφωνίας για δολοφονία της Παραπονούμενης, οι Κατηγορούμενοι αποφάσισαν, επίσης από κοινού, να την απαγάγουν και μεταφέρουν σε άγνωστο (όπως παρέμεινε για εμάς), σημείο εκτός Λευκωσίας ή στα περίχωρα της. Για να επιτυγχανόταν αυτό δίχως να δημιουργηθούν οποιεσδήποτε υποψίες από μέρους της Παραπονούμενης, αποφάσισαν όπως, μετά που ο Κατηγορούμενος 1, θα την παραλάμβανε από το διαμέρισμα της, έχοντας της προηγουμένως τηλεφωνήσει για να πάνε να εξαργυρώσουν την επιταγή, ο Κατηγορούμενος 2, θα τους περίμενε παρά τα Φώτα Τροχαίας (όπου θα τον είχε αφήσει προηγουμένως ο Κατηγορούμενος 1), έτσι ώστε να τον παραλάμβανε, βλέποντας τον δήθεν τυχαίως εκεί, ενώ θα επέστρεφε στο σημείο εκείνο με το αυτοκίνητο, έτσι ώστε να του δινόταν η ευκαιρία να καθίσει στα πισινά καθίσματα και να μπορεί να ελέγχει την Παραπονούμενη που ήδη θα καθόταν στη θέση του συνοδηγού, δίπλα από τον Κατηγορούμενο
- Έτσι και έγινε. Στις 07:58:36, της ίδιας μέρας, ο Κατηγορούμενος 1, στα πλαίσια εκτέλεσης του κοινού σχεδίου, τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη και της είπε να ετοιμαστεί, για να περάσει να την πάρει με το αυτοκίνητο για να μεταβούν (όπως είπαμε), σε γνωστό του άτομο το οποίο, όπως της είχε αναφέρει (ψευδώς), από την προηγούμενη μέρα, εργαζόταν σε Τράπεζα (ενώ κατά μια άλλη εκδοχή του, κατά την αντεξέταση «δούλευε στα κτίσματα»), για να τους βοηθήσει να εξαργυρώσουν την επιταγή. Αυτές οι ψευδείς παραστάσεις αποτέλεσαν και το δόλωμα για την Παραπονούμενη (η οποία, υπενθυμίζουμε, είχε ήδη χωρίσει μαζί του), για να την παρακινήσει, απατηλά, να φύγει από το διαμέρισμα της και να μπει στο αυτοκίνητο του, ακριβώς, για να πάει, όπως νόμιζε, στην Τράπεζα (ήταν Μεγάλη Παρασκευή και τραπεζική αργία, κάτι που δε γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1) για να εισπράξει τα επί μακρόν αναμενόμενα χρήματα της, όπως και πάλι την άφησε να πιστεύει, ψεύτικα και παραπλανητικά, ο Κατηγορούμενος
- Είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που εξωθήθηκε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, χωρίς να ξέρει ότι αποτελούσε θύμα ενός ευρύτερου σχεδιασμού μεταξύ των Κατηγορουμένων για μεταφορά της εκεί όπου είχαν αποφασίσει να την πάρουν με σκοπό να τη θανατώσουν. Υπό αυτά τα δεδομένα τής ξανατηλεφώνησε στις 08:08:36, προφανώς για να διευθετήσουν τα τελικά περί της επικείμενης παραλαβής. Πριν πάει όμως να την πάρει και μετά που συναντήθηκαν και συζήτησαν το κοινό σχέδιο με τον Κατηγορούμενο 2, με τον τρόπο που περιγράψαμε, οι δυο Κατηγορούμενοι πήγαν με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1, γύρω στις 08:00, στο κατάστημα του Γιώργου Καραολή. Εκεί, ο Κατηγορούμενος 1, αγόρασε ένα φτυάρι μυτερό με κίτρινη πλαστική χειρολαβή, αξίας €9, ως το Τεκμήριο 8 και ένα κασμά, επίσης με κίτρινη πλαστική χειρολαβή, αξίας €19, ως το Τεκμήριο
- Σε ερώτηση του πωλητή ως προς το σκοπό αγοράς του κασμά, ο Κατηγορούμενος 1, του ανάφερε, ψευδώς, ότι τον ήθελε για να φυτέψει φοινικές στην αυλή του. Τοποθέτησε τα εργαλεία στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου. Εκεί είναι που βρέθηκαν από την Αστυνομία, μετά το συμβάν, ως οι φωτογραφίες 40-45, του Τεκμήριου
- Στόχος της αγοράς (και μεταφοράς) των εργαλείων στο αυτοκίνητο (μαζί με το μαχαίρι - Τεκμήριο 1 και την κολλητική ταινία (τέλλα) - Τεκμήριο 7), ήταν η χρησιμοποίηση τους στη δολοφονία της Παραπονούμενης ή για άλλο παράλληλο σκοπό, όπως η ακινητοποίηση και ταφή της. Καταλήξαμε σε αυτά (και τούτο ισχύει και για όλα τα υπόλοιπα ευρήματα μας), κατόπιν αξιολόγησης και συνεκτίμησης του συνόλου της αξιόπιστης μαρτυρίας (περιστατικής και άμεσης), στοιχεία της οποίας αξιολογήσαμε τόσον μεμονωμένως όσον και σωρευτικώς, κατά τη συναφώς εμπεδωμένη αρχή, όπως επαναλήφθηκε, μεταξύ άλλων, στη Γαβριήλ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, 719-720. Υπήρξε, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αναλυόμενα στη Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142-143, 149, ενότητα σχεδιασμού και στόχευσης της εγκληματικής ενέργειας εναντίον της Παραπονούμενης, μεταξύ των δύο Κατηγορουμένων και ύπαρξη συμπληρωμένης προς τούτο αμοιβαίας συμφωνίας, χωρίς η απουσία ταύτισης και σύμπνοιας στην κάθε λεπτομέρεια του σχεδιασμού (που δεν είναι ανάγκη να είναι και αυτές έκνομες), να επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την κατάληξη. Το γεγονός της μη υλοποίησης της τελικής στόχευσης, δεν επηρεάζει, με οποιονδήποτε τρόπο, την ποινική τους ευθύνη αφού δεν είναι αναγκαίο, για τη συμπλήρωση του αδικήματος της συνωμοσίας, να τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία και εκεί ακόμη (και αυτό έχει σημασία, όπως θα δούμε, λόγω της εγκατάλειψης της σκηνής από τον Κατηγορούμενο 2, μετά την πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο φορτηγό), που οι συνωμότες μετανιώνουν, σταματούν, αποτυγχάνουν, παρεμποδίζονται ή δεν έχουν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας (βλ., επίσης, Gour, The Penal Law of India, 11η έκδ., 2001, Τομ. 2, σελ. 1133-1143). Ώστε, οι Κατηγορούμενοι, με την απαιτούμενη ειδική πρόθεση, ο καθένας ξεχωριστά (και αυτό είναι το μοναδικό λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μαρτυρία), συνωμότησαν μεταξύ τους στις 24.4.09, να φονεύσουν εκ προμελέτης την Παραπονούμενη, κατά παράβαση του άρθρου 217, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1). Αποφαινόμενοι για τούτο, είχαμε στο μυαλό και όλα όσα σχετικώς αναλύθηκαν στη Λαζάρου και Άλλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/09 κ.ά, ημ. 21.12.10 Με τον ίδιο τρόπο, στη βάση όλων των προρρηθέντων, βρίσκουμε ότι αποδεικνύονται και όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371, Κεφ. 154, ως η κατηγορία 2, τουτέστιν, ότι οι Κατηγορούμενοι, με την απαιτούμενη ειδική πρόθεση, στις 24.4.09, συνωμότησαν μεταξύ τους να απαγάγουν την Παραπονούμενη με σκοπό να τη φονεύσουν εκ προμελέτης. Προχωρούμε με τα λοιπά. Κατά η ώρα 08:28:02, ο Κατηγορούμενος 1, τηλεφώνησε πάλι στην Παραπονούμενη, για να της αναγγείλει την άφιξη του κάτω από το διαμέρισμα της και ότι θα έπρεπε να κατεβεί για να την παραλάβει. Όπερ και εγένετο. Η Παραπονούμενη κάθισε στη θέση του συνοδηγού, χωρίς να διακατέχεται, κατά τη στιγμή εκείνη, από οποιονδήποτε φόβο, για τους λόγους που έχουμε ήδη αναλύσει. Ο Κατηγορούμενος 1, της είπε ψέματα (όπως και πάλι έχουμε ήδη αναφέρει), ότι θα πήγαιναν να πάρουν τον γνωστό του που θα τους βοηθούσε να εξαργύρωναν την επιταγή για να παν μαζί στην Τράπεζα, εξού και δέχθηκε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο. Σκοπός, βεβαίως, του Κατηγορούμενου 1, ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους να τη σκοτώσει ξέροντας ότι η παραλαβή της ήταν ένα αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Η Παραπονούμενη δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει αυτά που της είπε ο Κατηγορούμενος 1. Ο προγραμματισμός στον οποίον προέβη για να πετύχει συνάντηση μαζί της και γενικώς, η όλη συνεννόηση που προηγήθηκε, υπήρξε στην εκτέλεση αψεγάδιαστος, αν και επίμεμπτος και ανατριχιαστικά ψυχρός, αναλογιζόμενος κανείς την ερωτική σχέση που τους συνέδεε λίγο μόλις καιρό πριν. Με βάση όλα όσα αναφέραμε, κρίνουμε ότι από τη στιγμή που η Παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και ξεκίνησαν για τον προαναφερθέντα προορισμό, ο τελευταίος, ευνοήτως, διέπραξε το αδίκημα της απαγωγής προσώπου με σκοπό την εκ προμελέτης φόνευση του, κατά παράβαση του άρθρου 249, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 3). Αυτό προκύπτει ως το μοναδικό λογικό συμπέρασμα από το σύνολο της άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας, που δεχθήκαμε ως αξιόπιστο και εξειδικεύσαμε ανωτέρω. Καταλήγοντας στα της απόδειξης του συζητούμενου αδικήματος εναντίον του Κατηγορούμενου 1, είχαμε υπόψη και καθοδηγηθήκαμε από όλα όσα σχετικώς αναφέρονται στο σύγγραμμα Gour, The Penal Law of India, 11η έκδ., 2001, Τομ. 3, σελ. 3104-3108. Προχωρούμε στα γεγονότα όπως ακολούθως εκτυλίχθηκαν. Λίγα λεπτά μετά την επιβίβαση της Παραπονούμενης στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος 1, οδηγώντας με αυτήν δίπλα του, εντόπισε (τάχατες), τον Κατηγορούμενο 2, παρά τα Φώτα Τροχαίας. Σταμάτησε και τον πήρε. Η Παραπονούμενη τον γνώριζε, έχοντας τον δει δύο-τρεις φορές προηγουμένως (τον αναγνώρισε μάλιστα και μετά το συμβάν, σε αναγνωριστική παράταξη, στις 28.4.09, ως το Έγγραφο - Κ
(4)). Θεώρησε το συναπάντημα τυχαίο. Τίποτε απολύτως δεν την παρέπεμψε σε κάτι το ανησυχητικό. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζε καλώς (αφού έτσι είχαν συναποφασίσει με τον Κατηγορούμενο 1), ότι η Παραπονούμενη βρισκόταν εκεί μετά από ψευδείς παραστάσεις του τελευταίου και ότι θα όδευαν για το σημείο όπου είχαν αποφασίσει ότι θα τη σκότωναν. Κατά τη διαδρομή, οι Κατηγορούμενοι μιλούσαν μεταξύ τους, στη γλώσσα τους. Δεν της απεύθυναν το λόγο. Έφθασαν στο περίπτερο. Ο Κατηγορούμενος 1, κατέβηκε για να παραλάβει, δήθεν, τον γνωστό του που θα τους βοηθούσε να εξαργυρώσουν την επιταγή. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος 2, παρέμειναν στο αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος 1, εισήλθε στο περίπτερο. Βρήκε τον Μάριο Συμεωνίδη και τον ρώτησε αν είχε ξεκαθαρίσει η επιταγή έτσι ώστε να έπαιρνε και τα υπόλοιπα €
- Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που πήγε εκεί, εκτός ασφαλώς από του να ξεγελάσει την Παραπονούμενη και να κάμει πιο πειστικό το σενάριο του έτσι ώστε η Παραπονούμενη να μην αντιδράσει με τρόπο που μπορούσε να συντείνει στην ακύρωση ή αλλοίωση των επιβουλών τους. Ο περιπτερούχος απάντησε αρνητικά, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος 1, ένα-δυο λεπτά μετά, να εξέλθει άπραγος. Ο Μάριος Συμεωνίδης δεν πρόσεξε στο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω από το περίπτερο την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο
- Ούτε και η Παραπονούμενη είδε τι λάμβανε χώραν μεταξύ Κατηγορούμενου 1 και Μάριου Συμεωνίδη εντός του περιπτέρου. Ο Κατηγορούμενος 1, επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Εκεί, της είπε και πάλι ψέματα ότι ο γνωστός του είχε φύγει για την Τράπεζα και ως εκ τούτου θα έπρεπε να πήγαιναν εκεί για να τον βρουν για τα περαιτέρω. Ο Κατηγορούμενος 1, ξεκίνησε με κατεύθυνση, υποτίθεται, την εν λόγω Τράπεζα. Παρόλο που είχαν χρόνο να αποστούν από αυτά που σχεδίαζαν να πράξουν (και όχι για πρώτη φορά), δεν το έκαναν, επιλέγοντας συνειδητά να συνεχίσουν με την υλοποίηση των έκνομων τους στοχεύσεων. Η Παραπονούμενη πίστεψε αυτά που της ανάφερε ο Κατηγορούμενος 1, συναινώντας σε εξακολούθηση της παραμονής της εντός του αυτοκινήτου, ακριβώς, λόγω της προοπτικής επίσκεψης στην Τράπεζα. Πέρασαν από πολλά καταστήματα Τραπεζών, χωρίς εντούτοις να σταματήσουν σε οποιοδήποτε από αυτά. Τούτο, την ανησύχησε. Στην έξοδο της Λευκωσίας (και έχοντας περάσει έξω από το ξενοδοχείο «HILTON»), παρά τα Φώτα Καλησπέρα, ρώτησε τον Κατηγορούμενο 1, πού πήγαιναν, εφόσον δεν υπήρχαν Τράπεζες στην κατεύθυνση που ακολουθούσαν. Της είπε ότι υπήρχε μια Τράπεζα κοντά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η Παραπονούμενη φοβήθηκε, διότι ο Κατηγορούμενος 1, της φάνηκε να συμπεριφέρεται περίεργα. Την κατέκλυσε η νευρικότητα. Πήρε από τη τσάντα το κινητό της τηλέφωνο-Τεκμήριο 30 (με αριθμό 96519077), για να τηλεφωνήσει στη φίλη της Josefina Casilla Diaz (M.K.11), στον αριθμό 96731799 και να της πει αυτά που βίωνε και να ζητήσει βοήθεια. Ο Κατηγορούμενος 1, την πρόσεξε και είπε στον Κατηγορούμενο 2, στην Αραβική γλώσσα, να της αρπάξει το τηλέφωνο, χρησιμοποιώντας όμως τη λέξη «telephono», με αγγλική προφορά. Η Παραπονούμενη δεν είχε προβεί σε άλλο τηλεφώνημα πριν επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο. Η αναφορά στη λέξη «telephono», σε συνδυασμό με το κλίμα που δημιουργήθηκε την ώθησε να καταλάβει ότι ο Κατηγορούμενος 1, είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 2, να της αποσπάσει το κινητό. Είχε όμως στο μεταξύ τηλεφωνήσει στη Josefina στις 08:49 και υπήρχε μεταξύ τους ανοικτή γραμμή επικοινωνίας (βλ. Τεκμήριο 71). Αυτό, δεν το αντιλήφθηκαν οι Κατηγορούμενοι. Την ίδια στιγμή, ο Κατηγορούμενος 2 (που εξακολουθούσε να κάθεται στο πίσω κάθισμα, έχοντας την Παραπονούμενη μπροστά του, στη θέση του συνοδηγού), ενεργώντας βάσει των οδηγιών του Κατηγορούμενου 1, προσπάθησε να εκτελέσει τη διαταγή και να της αποσπάσει το τηλέφωνο. Τούτο ήταν αναγκαίο διότι δεν έπρεπε να έχει οποιαδήποτε εξωτερική επικοινωνία, αφού διαφορετικά, πιθανόν, να δημιουργούνταν προσκόμματα στην ομαλή εκτέλεση και υλοποίηση του κοινού σκοπού. Είναι για αυτό το λόγο που δε ρώτησε καν τον Κατηγορούμενο 1 (όπως λογικώς θα αναμενόταν υπό άλλες συνθήκες), γιατί ήταν που θα έπρεπε να άρπαζε (στα καλά του καθουμένου, κατά τη λογική της εκδοχής του Κατηγορούμενου 1), το κινητό τηλέφωνο από τα χέρια της και όχι γιατί (όπως άφησαν να νοηθεί οι δικηγόροι του κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης), ο πελάτης τους ήταν, βασικά, ένα άβουλο και πειθήνιο όργανο του Κατηγορούμενου
- Καθόλου δεν ήταν. Η Παραπονούμενη αντιστάθηκε. Άρχισε να παλεύει με τον Κατηγορούμενο
- Κραύγαζε για βοήθεια έτσι ώστε να την ακούσει η Josefina από το τηλέφωνο και να καταλάβει ότι κάτι κακό της συνέβαινε. Πράγματι, την άκουσε. Σε κάποια στιγμή, η μεταξύ τους τηλεφωνική γραμμή αποσυνδέθηκε. Η Josefina, ειδοποίησε αμέσως τις υπόλοιπες συγκατοίκους καθώς και την Αστυνομία για το γεγονός. Προσπάθησε να τηλεφωνήσει και στον Κατηγορούμενο 1 (στο τηλέφωνο 99813547), αλλά ματαίως. Ο Κατηγορούμενος 2, κατάφερε να της αποσπάσει το τηλέφωνο, το οποίο, στα πολλά, έπεσε χάμω, για να βρεθεί, μετά το συμβάν, κάτω από το μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού. Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση. Στη γραπτή του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρει ότι, καίτοι προσπάθησε να αρπάξει το τηλέφωνο από την Παραπονούμενη, δεν τα κατάφερε, σε αντίθεση με τη θέση της, στη γραπτή της κατάθεση, ότι της το άρπαξε. Η διάσταση, δε θεωρούμε ότι επηρεάζει το αξιόπιστο των υπολοίπων αναφορών του Κατηγορούμενου 2, στην κατάθεση του, μια και στον πυρήνα του πράγματος, η εκτύλιξη των γεγονότων, όπως ο ίδιος τα περίγραψε, δε θα μπορούσε να αλλοιώσει (και δεν αλλοίωσε), με οποιονδήποτε τρόπο την ποινική του ευθύνη ή τη σημασία του γεγονότος που περίγραψε, ως αξιολογήσιμου στοιχείου προς διαπίστωση της. Η εν λόγω αναφορά, αποτέλεσε βάθρο για αντεξέταση της Παραπονούμενης από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου
- Τίποτε όμως δεν προέκυψε που να πλήξει την αξιοπιστία της. Αναφορά της στο πληθυντικό, στα πλαίσια απάντησης υποβολής του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι «Μου το πήραν από τα χέρια» (η υπογράμμιση είναι δική μας), δεν αίρει, ως εκ του περιεχομένου της, την ισχύ της τοποθέτησης. Καθίσταται αντιληπτό ότι, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στο αυτοκίνητο κατά τη στιγμή που η Παραπονούμενη προσπάθησε να τηλεφωνήσει στη φίλη της, η παρέμβαση του Κατηγορούμενου 2, να της αποσπάσει το τηλέφωνο, υπήρξε καίρια για την απρόσκοπτη και όσον το δυνατόν ασφαλέστερη εκτέλεση του σχεδίου εξόντωσης της, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄ όψιν, υπό τις περιστάσεις, το ότι, χωρίς να το καταλάβουν, η Παραπονούμενη είχε προλάβει να τηλεφωνήσει στη φίλη της. Αυτή η συμπεριφορά και ενεργός εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 (όπως την περιγράψαμε) και με δεδομένο ότι, ένεκα της φύσεως του, το αδίκημα της απαγωγής (abduction) με σκοπό τη φόνευση εκ προμελέτης, θεωρείται (αναλόγως εφαρμοζόμενου του σκεπτικού τού Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας στην υπόθεση Chadha v. Choudhary and Another
(2008)INSC 996), ως συνεχές αδίκημα (ένεκα των ιδιωνύμων χαρακτηριστικών της απαγωγής, ως συστατικού στοιχείου του εγκλήματος), τον καθιστά (και έτσι βρίσκουμε), ένοχο του εγκλήματος αυτού (όπως περιγράφεται στην κατηγορία 3), βάσει των προνοιών του άρθρου 20(β) και 20(γ), Κεφ.
- Τούτο όμως έγινε (στη χρονική στιγμή που συζητούμε), με τη χρήση βίας από μέρους του Κατηγορούμενου 2, με υπόλογο για αυτή την παράμετρο της απαγωγής, βάσει του άρθρου 20, Κεφ. 154 και τον Κατηγορούμενο 1, ως εκ της σκοπιμότητας της δοθείσας εντολής προς τον συνεργό του. Καταλήγοντας σε αυτό, καθοδηγηθήκαμε και από τα συναφώς αναφερόμενα στο σύγγραμμα Gour, The Penal Law of India, 11η έκδ., 2001, Τομ. 3, σελ. 3478-
- Ξαναγυρίζουμε στο αυτοκίνητο. Η Παραπονούμενη βρισκόταν σε αδιέξοδο. Ο Κατηγορούμενος 1, ήταν φανερό ότι δε θα υπέκυπτε στις παρακλήσεις της. Ούτε και ο Κατηγορούμενος 2, εκδήλωσε πρόθεση να τη βοηθήσει. Φώναξε στον Κατηγορούμενο 1, στα Αγγλικά, να σταματήσει το αυτοκίνητο, λέγοντας του «stop the car», με αυτόν να αρνείται και να την καλεί να σκάσει, λέγοντας της «shut up». Συνέχισε να οδηγεί. Η Παραπονούμενη, έπρεπε να ενεργήσει. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Ενεργοποιήθηκε εντός της και για τα καλά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Με το αυτοκίνητο να έχει διανύσει μικρή μόνον απόσταση από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος 1, της είχε πει να σκάσει, του άρπαξε το χέρι και το τιμόνι και άρχισαν να παλεύουν. Σκοπός της ήταν να τον αναγκάσει να σταματήσει το αυτοκίνητο πάση θυσία έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να το εγκαταλείψει. Ούτε αυτές οι απεγνωσμένες της πράξεις τον συγκίνησαν. Δε σταμάτησε. Αυτό, δε μπορεί παρά να θεωρηθεί (κατ΄ ελάχιστον), ως μια πολύ περίεργη επιλογή δεδομένης θέσης που είχε προωθήσει (διότι ήσαν ποικίλες οι εκδοχές που παρουσίασε και το επαναλαμβάνουμε αυτό, ίσως και φορτικά, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα, με αυτό να έχει και τη δική του ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο που συζητούμε), ότι δεν υπήρχαν εκ πλευράς του οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή κακόβουλες προθέσεις εν σχέσει με το άτομο της. Με βάση λοιπόν αυτή τη συλλογιστική, το πιο λίγο που θα περίμενε κανείς ήταν να την καθησύχαζε και να σταματούσε το αυτοκίνητο με την πρώτη ευκαιρία έτσι ώστε να δινόταν η δυνατότητα για παροχή αμοιβαίων εξηγήσεων και διευκρινήσεων σε σχέση με τα τεκταινόμενα, με τη διαταγή του προς τον Κατηγορούμενο 2, να της αρπάξει το τηλέφωνο, να βρίσκεται έξω από κάθε λογική, συμφώνως πάντα της εκδοχής αυτής. Θα μπορούσε, λόγου χάριν, ο Κατηγορούμενος 1 (και αυτά πάντοτε συμφώνως των εκδοχών του), να καθησύχαζε την Παραπονούμενη, λέγοντας της ότι δεν έπραττε τίποτε περισσότερο από εκείνο που του είχε ζητήσει, δηλαδή, να τη μετέφερνε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λόγω των προβλημάτων υγείας που του είχε πει ότι αντιμετώπιζε και ότι θα πήγαιναν στο περίπτερο μετά για να μάθαιναν περί της επιταγής. Δεν το έκανε. Ούτε και πάλι, σταμάτησε το αυτοκίνητο, όταν η Παραπονούμενη είχε αρχίσει να τον σπρώχνει με τα χέρια έχοντας την πληροφορήσει (κατά μια άλλη εκδοχή του), ότι θα πήγαιναν πρώτα στο Νοσοκομείο και μετά στο περίπτερο ή (συμφώνως μιας άλλης εκδοχής του), όταν άρχισε να τον κτυπά στο κεφάλι με το κινητό κατόπιν που της ζήτησε να του πει την αλήθεια σε σχέση με την επιταγή και για το αν την είχε κλέψει ή όχι ή όταν (κατά μια άλλη και πάλι εκδοχή του), ο ούτω καλούμενος άγνωστος φίλος της (και όχι ο Κατηγορούμενος 2, όπως είπε σε μια από τις υπόλοιπες θέσεις που προώθησε), τον είχε πιάσει από τα μαλλιά, ενώ η Παραπονούμενη έβγαλε από τη τσάντα το μαχαίρι - Τεκμήριο 1 και προσπάθησε να του το καρφώσει στην κοιλιά. Ίσα-ίσα, συνεπλάκη μαζί της μέσα στο αυτοκίνητο. Υπήρξαν στιγμές που δεν κρατούσε το τιμόνι αλλά βρισκόταν γερμένος προς το μέρος της και της επιτιθόταν. Όπως και να έχουν τα πράγματα σε σχέση με τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές του Κατηγορούμενου 1, το γεγονός παραμένει ότι η Παραπονούμενη ήταν πανικοβλημένη. Σε μια στιγμή απόγνωσης, άρπαξε το τιμόνι, στρίβοντας το προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος 1, να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να εισέλθει απότομα από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας επί της οποίας όδευε, προς την αριστερή λωρίδα και να συγκρουστεί με το φορτηγό του Κώστα Φιλίππου, παρά τα γραφεία της «VOLVO», ως η φωτογραφία 2, του Τεκμηρίου
- Σε όλη τη διάρκεια του συμβάντος (με την διένεξη να διαρκεί για μερικά λεπτά) και αμέσως πριν την πρόσκρουση στο φορτηγό, ο Κατηγορούμενος 1, είχε για ακόμη μια φορά τη δυνατότητα, ως εκ του είδους, έκτασης και έντασης της αντίδρασης της Παραπονούμενης, να αποστεί από εκείνα που είχε σχεδιάσει με τον Κατηγορούμενο 2, αλλά δεν το έπραξε. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης (που δεν ήταν ιδιαίτερα βίαιη), ήταν τα δύο οχήματα να συρθούν μαζί και εκ παραλλήλου για κάποια μέτρα και να σταματήσουν, το μεν φορτηγό, στο αριστερό παγκέτο, το δε αυτοκίνητο, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως οι φωτογραφίες 1-16 του Τεκμηρίου 57 και το σχεδιαγράφημα - Τεκμήριο
- Αυτό έγινε γύρω στις 08:
- Αμέσως μετά την πρόσκρουση, ο Κατηγορούμενος 1, αντί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να προβεί σε δεύτερες σκέψεις σε σχέση με το τι προτίθετο να πράξει, ανέσυρε το μαχαίρι - Τεκμήριο 1 και επιτέθηκε, παντελώς απρόκλητα, στην Παραπονούμενη (η οποία, μάλιστα, είχε κτυπήσει προηγουμένως στη μύτη ένεκα της σύγκρουσης), μαχαιρώνοντας την με δύναμη στην αριστερή παρειά και προξενώντας της, εκεί, θλαστικά τραύματα, με διάτρηση στο στόμα μήκους επτά εκατοστών και τραύμα στη γλώσσα. Εκεί συνέπεσε να καταλήξει η μαχαιριά. Της προκλήθηκαν επίσης εκχυμώσεις στην πρόσθια και πλάγια τραχηλική χώρα, όπως αναφέρεται στα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο ΠΓ-9 και στην Ιατροδικαστική Έκθεση - Έγγραφο «Η1» (βλ. φωτογραφίες 34-57, του Τεκμηρίου 60). Είναι με προσπάθεια που κατόρθωσε να βγάλει το μαχαίρι - Τεκμήριο 1, από το σημείο που της το είχε καρφώσει ο Κατηγορούμενος 1 και τούτο το έπραξε, ας σημειωθεί, ενώ οι δυο τους εξακολουθούσαν να παλεύουν, ο μεν Κατηγορούμενος 1, για να της πάρει τη ζωή, η δε Παραπονούμενη, για να τη διατηρήσει. Κατά τις επακολουθήσασες επιθέσεις του, η χειρολαβή του μαχαιριού αποκολλήθηκε από τη λεπίδα και έμεινε στο χέρι της Παραπονούμενης. Ενώ κρατούσε τη λεπίδα, εκείνος εξακολουθούσε να της επιτίθεται, με αποτέλεσμα να υποστεί, κυρίως ως εξ΄αυτού του λόγου, διάφορους μικροτραυματισμούς ένεκα επαφής του με τη λεπίδα, όπως θλαστικά τραύματα στην κοπτική επιφάνεια του δείκτη και του παράμεσου δακτύλου του δεξιού άνω άκρου όπως περιγράφονται στα Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφο ΠΓ-9 (βλ. φωτογραφίες 3-28, του Τεκμηρίου 60) και στην Ιατροδικαστική Έκθεση - Έγγραφο «Η» (βλ. φωτογραφίες 29-32, του Τεκμηρίου 60). Σε κάποια στιγμή, η λεπίδα της έπεσε. Κατά τη διάρκεια της βίαιης επίθεσης, τη γρονθοκόπησε επαναληπτικώς με το δεξί χέρι στο πρόσωπο γέρνοντας, συνάμα από πάνω της. Τη φάση αυτή την πρόσεξε, όπως είδαμε και ο οδηγός του φορτηγού Κώστας Φιλίππου ο οποίος είχε στο μεταξύ, κατέβη από το φορτηγό σπεύδοντας προς το αυτοκίνητο με ανησυχία. Επειδή η πόρτα του συνοδηγού τού αυτοκινήτου ήταν σφηνωμένη στη δεξιά πλευρά του φορτηγού, κατευθύνθηκε αμέσως προς το ανοικτό παράθυρο της θέσης του οδηγού. Διαπίστωσε ότι από την πίσω δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου, είχε βγει κάποιο άτομο, λευκού χρώματος, το οποίο άρχισε να τρέχει, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από τη σκηνή. Ήταν ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος διέφυγε. Αμέσως πριν το πράξει και ενώ βρισκόταν στο πίσω κάθισμα, προσπάθησε να τραβήξει μακριά τον Κατηγορούμενο 1, από την Παραπονούμενη χωρίς όμως να τα καταφέρει. Τούτο το στοιχείο προκύπτει (και πάλι) από τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 και το μνημονεύουμε εδώ (όπως το έχουμε ήδη υπερτονίσει με αναφορά και σε άλλες πτυχές της εν λόγω κατάθεσης), όχι ως στοιχείο μαρτυρίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1, αλλά ως γεγονός που αφορά στην ανάμειξη του Κατηγορούμενου 2, στο περιστατικό και τη διάπλαση των δικών του σκέψεων και νοητικών διεργασιών. Η πράξη του αυτή, ουδόλως επηρεάζει ή ανατρέπει την ποινική του ευθύνη, όπως την έχουμε ήδη διαπιστώσει, αφού έλαβε χώραν μετά από την από μέρους του συντέλεση των συστατικών στοιχείων που προσδιορίζουν τα αντίστοιχα αδικήματα. Ούτε και εκ των υστέρων κρινόμενη, η φυγή του από το χώρο του περιστατικού αμβλύνει ή απαλείφει την υποκειμενική διάσταση των εγκλημάτων (mens rea), που είχε διαμορφώσει κατά τους κρίσιμους χρόνους, ως εκ των γεγονότων που ήδη περιγράψαμε. Μήτε και υπάρχουν στοιχεία ή ενδείξεις που, ορθώς αποτιμούμενα εντός των πλαισίων που ορίζει η νομολογία (όπως αναλύεται σε βάθος στ