← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα ΓΙΑΓΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 370/09, 8 Ιουλίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα ΓΙΑΓΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 370/09, 8 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 370/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα ΓΙΑΓΚΟΥ Κατηγορουμένου ------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κος Κουνιάς και κος Λοϊζου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα στις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου˙ ο κατηγορούμενος την 21/02/08 αφού εισήλθε νόμιμα εντός του γραφείου όπου εργάζεται η Μαρία Πανταζή Ηρακλείδου παρέμεινε σε αυτό με σκοπό να παρενοχλήσει τούτην. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι˙ η γυναίκα αστ. 1208 Ε. Έκτωρος, η Μαρία Πανταζή Ηρακλείδου και η Ευαγγελίνα Βασιλείου. Ας σημειωθεί από τώρα ότι όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε, όπως άλλωστε ήτο δικαίωμά του, να μην προβεί σε οιανδήποτε δήλωση. Παραπονούμενο πρόσωπο είναι η Μαρία Πανταζή Ηρακλείδου (στη συνέχεια η παραπονούμενη). Σύμφωνα με την παραπονούμενη, την 21/02/08 ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο της και την ενόχλησε. Αποτελεί εν προκειμένω αναμφισβήτητο γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήτο ασφαλιστικός πράκτορας της ασφαλιστικής εταιρείας Universal Life. Ο δε κατηγορούμενος ήτο πελάτης της ασφαλιστικής εταιρείας και το λογαριασμό του χειρίζετο η παραπονούμενη. Κατηγορούμενος και παραπονούμενη διατηρούσαν, μέχρι αρχές Ιανουαρίου 2008, ερωτική σχέση. Περαιτέρω, αναμφισβήτητο γεγονός συνιστά ότι την 21/02/08 ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο της παραπονούμενης, δηλαδή στο χώρο εργασίας της στην ασφαλιστική εταιρεία που στεγάζεται στη συμβολή των οδών Στασίνου και Αγίας Ελένης

  1. Εκεί όπου οι θέσεις των δυο πλευρών διαφέρουν είναι σε ό,τι ακολούθησε μετά την είσοδο του κατηγορουμένου στο εν λόγω γραφείο. Σύμφωνα με την παραπονούμενη αφότου ο κατηγορούμενος εισήλθε στο χώρο του γραφείου της αρχικά ενδιαφέρθηκε για συμβόλαιο ενώ στη συνέχεια άρχισε να την ενοχλεί, δηλαδή˙ άλλοτε κλαίγοντας την παρακαλούσε να παραμείνουν φίλοι και άλλοτε την απειλούσε ότι θα απεκάλυπτε τη σχέση τους στον πρώην σύζυγο και τα παιδιά της. Σύμφωνα με την παραπονούμενη˙ ο κατηγορούμενος και η ίδια διατηρούσαν ερωτική σχέση για περίοδο τεσσάρων με πέντε ετών. Όταν η ίδια έδωσε τέρμα σε τούτη τη σχέση ο κατηγορούμενος δεν το αποδέχθηκε και πότε την απειλούσε και πότε την παρακαλούσε να παραμείνουν φίλοι. Μάλιστα, διατείνεται η παραπονούμενη, το επίδικο συμβάν δεν είναι το μοναδικό. Την 31/01/08 είχε και πάλι προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου και όπως ενημερώθηκε από τον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας όπου υπέβαλε το παράπονο, του έγινε σχετική παρατήρηση και υποσχέθηκε ότι θα σταματούσε. Εντούτοις, σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε και επανέλαβε εαυτόν την 21/02/
  2. Η Ευαγγελίνα Βασιλείου (στη συνέχεια Μ.Κ.3) είναι συνάδελφος της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την ίδια την επίδικη ημερομηνία ήταν στο χώρο εργασίας της ασφαλιστικής εταιρείας όταν εκεί μετέβη ο κατηγορούμενος. Διατείνεται περαιτέρω ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κάθεται στο γραφείο της παραπονούμενης και στη συνέχεια τους δυο να συνομιλούν. Σε κάποια στιγμή άκουσε τον κατηγορούμενο να επιμένει για ετοιμασία συμβολαίων και τούτο παρότι η παραπονούμενη του ανέφερε ότι θα τα ετοίμαζε και θα του τηλεφωνούσε. Έχοντας υπ΄ όψιν της ότι η παραπονούμενη δεν αισθανόταν καλά και αντιλαμβανόμενη παράλληλα την επιμονή του κατηγορουμένου, επενέβη και είπε στον κατηγορούμενο˙ «σεβάστου ότι δεν είναι καλά». Τότε, σύμφωνα με την Μ.Κ.3, ο κατηγορούμενος απεχώρησε. Στον αντίποδα η υπεράσπιση διατείνεται ότι την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος μετέβη στο γραφείο της παραπονούμενης όχι όμως αυθαίρετα αλλά γιατί η παραπονούμενη του το ζήτησε ούτως ώστε να υπογράψει έντυπα συμβολαίου που υπεβλήθησαν την 06/02/08 (βλ. τεκμήρια 4α και 4β). Αποδεχόμενη η υπεράσπιση σχέση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη καθώς και τερματισμό τούτης διατείνεται ότι η επίδικη καταγγελία, η οποία είναι μοναδική και δεν υποβλήθησαν άλλες, είναι επίπλαστη και επιτηδευμένη για εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η παραπονούμενη οφείλει στον κατηγορούμενο ποσά χρημάτων (βλ. σχετικά τεκμήρια 5 και 6, πιστά αντίγραφα αγωγών που ο κατηγορούμενος καταχώρισε εναντίον της παραπονούμενης αλλά και εταιρείας με την οποία η παραπονούμενη σχετίζεται), τα οποία ήλπιζε να μην καταβάλει. Όταν όμως ο κατηγορούμενος απαίτησε τούτα τα χρήματα τότε η παραπονούμενη προέβη στην επίδικη καταγγελία. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η γυναίκα αστυφύλακας 1208 είναι το άτομο που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Η γραπτή κατηγορία και η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος κατατέθηκε ως τεκμήριο
  1. Η εν λόγω μάρτυρας ουδεμία άλλη σχέση έχει με την όλη υπόθεση. Η μαρτυρία της περιορίζεται σε αυτή την ενέργειά της και τίποτα περαιτέρω. Η μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης και τίποτα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού ή την παρουσία της στο Δικαστήριο αφήνει να νοηθεί ότι η μαρτυρία της δεν είναι ορθή και αληθινή. Κατ΄ επέκταση τη μαρτυρία της γυναίκας αστυφύλακα 1208 την αποδέχομαι στην ολότητά της. Θετική εντύπωση μου έκαναν και οι άλλοι δυο μάρτυρες, δηλαδή η παραπονούμενη και η Μ.Κ.
  2. Ό,τι απεκόμισα από τη συνολική τους παρουσία στο Δικαστήριο είναι τον αυθορμητισμό και τη σταθερότητα των απαντήσεων τους, ενώ διαπίστωση μου αποτελεί ότι η μαρτυρία τους είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων. Η παραπονούμενη αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Μια εκ των εισηγήσεων της υπεράσπισης είναι ότι η παραπονούμενη απέκρυψε από την αστυνομία ουσιώδη γεγονότα, και δη ότι η σχέση της με τον κατηγορούμενο ήτο ερωτική και όχι απλώς φιλική. Κατ΄ επέκταση, εισηγείται η υπεράσπιση, επιλεκτική ήτο η παράθεση των γεγονότων από την παραπονούμενη και όχι ειλικρινής. Εξαρχής σημειώνω ότι η εν λόγω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Υιοθετώ πλήρως την απάντηση που η ίδια η παραπονούμενη έδωσε σχολιάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της (βλ. τεκμήριο 3). Όπως ανέφερε˙ «είπα όλη την αλήθεια, τα γεγονότα μιλούσαν μόνα τους ότι υπήρχε σχέση και η ίδια η αστυνομία κράτησε τους τύπους χωρίς να σχολιάσει τη λέξη φιλία με δεσμό». Στην εν λόγω κατάθεση ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και δεκαπέντε έτη. Περαιτέρω, ότι τα τελευταία τέσσερα με πέντε έτη αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση μεταξύ των δυο και όταν αυτή διεκόπη ο κατηγορούμενος ήθελε την παραπονούμενη να συνεχίσει να είναι φίλη του και να τον στηρίζει ψυχολογικά, απαίτηση που υπέβαλλε άλλοτε ζητώντας συγγνώμη και άλλοτε απειλώντας ότι θα απεκάλυπτε τη σχέση σε συγγενικά της πρόσωπα. Αυτές οι αναφορές της παραπονούμενης στη γραπτή κατάθεσή της δεν παρερμηνεύονται. Έστω και αν η ίδια έκανε λόγο σε φιλική σχέση, ηλίου φαεινότερον είναι ότι η αναφερόμενη σχέση ήτο πολύ πιο προσωπική, δηλαδή ερωτική. Από την άλλη, οι επεξηγήσεις της παραπονούμενης για το λόγο που ανέφερε φιλική και όχι ερωτική σχέση, κρίνονται λογικές, γνήσιες και όχι υστερόβουλες. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήτο ηλικίας σαρανταέξι ετών διαζευγμένη μητέρα τριών τέκνων. Διέμενε δε στη συζυγική στέγη μαζί με τα παιδιά της και τον τέως σύζυγό της. Όπως επεξήγησε, αφενός δεν ρωτήθηκε να διευκρινίσει τούτη τη σχέση, δηλαδή αν ήταν κάτι πέραν του φιλική, αφετέρου στόχος της ήτο η προστασία της αξιοπρέπειας της ίδιας και της οικογένειάς της. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η παραπονούμενη δεν απέκρυψε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, ενώ ο λόγος δια τον οποίο τη χαρακτήρισε φιλική δεν ήταν προσπάθεια απόκρυψης τούτης αλλά διάσωσης όσων η ίδια θεωρούσε ιδιαίτερης σημασίας. Η παραπονούμενη αμφισβητήθηκε και για το λόγο που ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας την επίδικη ημερομηνία. Της υπεδείχθη συναφώς ότι στη γραπτή κατάθεσή της ανέφερε˙ «ήθελε να κάμει συμβόλαιο κάποιου πελάτη», ενώ στο Δικαστήριο ανέφερε πως το συμβόλαιο που ζητούσε ήταν για τον ίδιο. Ούτε επί τούτου διαπιστώνω αντίφαση. Με επάρκεια και σαφήνεια επεξήγησε η παραπονούμενη ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου την επίδικη ημερομηνία ήταν δυσνόητη και αλλοπρόσαλλη. Αρχικά, ανέφερε, ζητούσε συμβόλαιο για τρίτο πρόσωπο, κάτι το οποίο δεν γίνεται στην απουσία του ενδιαφερόμενου, ενώ στη συνέχεια ζητούσε συμβόλαιο για τον ίδιο, παρότι ήτο πλήρως καλυμμένος. Σημειώνεται περαιτέρω ότι την επιμονή του κατηγορουμένου για ετοιμασία συμβολαίου αντιλήφθηκε και η Μ.Κ.
  3. Από τις πιο πάνω αναφορές αποκαλύπτεται ότι συγκεχυμένη δεν είναι η απάντηση της μάρτυρος αλλά η συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την επίδικη ημερομηνία. Όπως παραδέχθηκε η παραπονούμενη, πριν την επίδικη ημερομηνία και συγκεκριμένα την 06/02/08 συνάντησε τον κατηγορούμενο στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας όπου ο τελευταίος ζήτησε δυο νέα συμβόλαια για τα οποία μάλιστα κατέβαλε και το πρώτο ασφάλιστρο (βλ. τεκμήρια 4α και 4β). Παρόλα αυτά, η θέση της υπεράσπισης ότι την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας καθ΄ ότι του το ζήτησε η παραπονούμενη για να παραλάβει τα δυο συμβόλαια (τεκμήρια 4α και 4β), δεν προκύπτει από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό. Όπως επεξήγησε η παραπονούμενη κατά την υπογραφή μιας πρότασης που υποβάλλεται άγνωστο είναι πότε θα ετοιμαστεί το συμβόλαιο. Περαιτέρω, τούτο το συμβόλαιο αποστέλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ο οποίος με τη σειρά του ενημερώνει τον πελάτη. Κατ΄ επέκταση, εφόσον σταθερή και ακλόνητη παρέμεινε η παραπονούμενη ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε παραλάβει τα αναφερόμενα συμβόλαια, συνάγεται ότι κανένας λόγος υφίστατο για να καλέσει τον κατηγορούμενο, και μάλιστα εκ των προτέρων, για να υπογράψει τούτα. Υπό ουσιαστική αμφισβήτηση τελεί και η συμπεριφορά του κατηγορουμένου όταν πλέον βρίσκετο στα γραφεία της εταιρείας. Ας σημειωθεί πως η μαρτυρία της παραπονούμενης υποστηρίζεται, εμμέσως, από τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Παρεμβάλλω εδώ ότι η συνολική παρουσία της Μ.Κ.3 άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Οι αιτιάσεις της υπεράσπισης ότι ως συνάδελφος της παραπονούμενης έχει συμφέρον να εξυπηρετήσει, καθώς ότι προτού δώσει την κατάθεσή της στην αστυνομία συνεννοήθηκε με την παραπονούμενη, παρέμειναν μετέωρες και αβάσιμες. Απλή και μόνο ανάγνωση του περιεχομένου του τεκμηρίου 17 αποκαλύπτει ότι η Μ.Κ.3 δεν γνωρίζει καθετί το οποίο διημείφθη την επίδικη ημερομηνία μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Αν λοιπόν πρόθεση της μάρτυρος ήτο να υποστηρίξει την εκδοχή της φίλης και συναδέλφου της, ως η εισήγηση της υπεράσπισης, η θέση της θα ταυτίζετο πλήρως με τη θέση της παραπονούμενης, κάτι όμως που δεν συμβαίνει εδώ. Επανερχόμενος στην επίδικη ημερομηνία παρατηρώ ότι τόσο η παραπονούμενη όσο και η Μ.Κ.3 ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε επίμονα ετοιμασία συμβολαίου. Περαιτέρω, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι άκουσε την παραπονούμενη να ζητά από τον κατηγορούμενο να φύγει και τότε επενέβη η ίδια ζητώντας του να φύγει, πράγμα που έκανε. Ας σημειωθεί ότι η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε τη θέση της Μ.Κ.3 ότι αμέσως μόλις ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φύγει ο τελευταίος έφυγε, υιοθέτησε τούτη ως ορθή και αληθινή. Αυτή όμως η θέση της Μ.Κ.3, η οποία επαναλαμβάνω δεν αμφισβητήθηκε, εξ αντικειμένου υποστηρίζει την εκδοχή της παραπονούμενης. Ποια λογική εξήγηση μπορεί να δοθεί στο ότι ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε σε εκείνα που του είπε η Μ.Κ.3 - σεβάστου ότι δεν είναι καλά - και έφυγε, αν όχι επειδή προηγήθηκε ό,τι η παραπονούμενη και η μάρτυρας ανέφεραν; Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή εάν ενωρίτερα ο κατηγορούμενος δεν ήτο επίμονος και δεν παρενοχλούσε την παραπονούμενη η λογική επιβάλλει ότι θα αντιδρούσε σε τούτη την απαίτηση της Μ.Κ.3 και ενδεχομένως προσβεβλημένος όντας να απαντούσε ότι η εκεί παρουσία του ζητήθηκε από την ίδια την παραπονούμενη για να υπογράψει συμβόλαιο (τεκμήρια 4α και 4β), ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εκεί βρίσκετο ως πελάτης που όφειλαν να τον εξυπηρετήσουν και να τον σεβαστούν και σίγουρα όχι να τον διώξουν. Αντ΄ αυτού όμως ο κατηγορούμενος απεχώρησε αμέσως μετά την παρέμβαση της Μ.Κ.
  5. Το σύνολο των πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σαφήνεια και λεπτομέρεια της μαρτυρίας της παραπονούμενης, καταδεικνύει το αληθές των σχετικών ισχυρισμών. Δεν παραγνωρίζω ότι η παραπονούμενη ανέφερε πως αφότου ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φύγει παρήλθαν τριάντα λεπτά μέχρις ότου αποχωρήσει, ενώ η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι το περιστατικό διήρκησε περί τα δεκαπέντε με δεκαεπτά λεπτά. Ακόμη, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι επενέβη όταν είδε την παραπονούμενη εκνευρισμένη και όταν την άκουσε να ζητά από τον κατηγορούμενο να φύγει, ενώ η παραπονούμενη ανέφερε ότι κατ΄ επανάληψη του ζήτησε να φύγει. Κρίνω πως αυτές οι διαφορές στη μαρτυρία των δυο γυναικών είναι επουσιώδης και όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν τούτη αλλά την επιβεβαιώνουν ως αξιόπιστη και ειλικρινή εφόσον φανερώνουν το απροσχεδίαστο της εξιστόρησης των γεγονότων από τη σκοπιά που καθεμιά τα έχει βίωσει. Περαιτέρω, εμμέσως η μαρτυρία των δυο γυναικών ταυτίζεται και επί του ότι το επίδικο περιστατικό δεν ήτο η μοναδική περίπτωση που ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας και συνομίλησε με την παραπονούμενη. Η μεν Μ.Κ.3 επεξήγησε ότι σε προηγούμενη ημερομηνία ο κατηγορούμενος της ζήτησε να τους αφήσει μόνους, δηλαδή εκείνον και την παραπονούμενη, κάτι το οποίο έκανε. Η δε παραπονούμενη επεξήγησε ότι ανάλογη ήτο η συμπεριφορά του κατηγορούμενου και την 06/02/
  6. Ανέφερε περαιτέρω ότι και σε προηγούμενες ημερομηνίες, μεταξύ άλλων 31/01/08, υπέβαλε παράπονο ότι παρενοχλείτο από τον κατηγορούμενο και του έγινε, ως ενημερώθηκε, προφορική παρατήρηση. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας των δυο γυναικών κλονίστηκε κατά την αντεξέταση ενώ οι σχετικές επεξηγήσεις που έδωσαν κρίνονται από το Δικαστήριο ικανοποιητικές και αληθοφανείς. Τέλος, η θέση της υπεράσπισης ότι το παράπονο της παραπονούμενης είναι επίπλαστο και στόχο έχει την απαλλαγή της από οικονομικές οφειλές έναντι του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Απλή και μόνο ανάγνωση της κατάθεσης της παραπονούμενης φανερώνει ότι η τελευταία ουδέποτε προσπάθησε να αποκρύψει ότι οφείλει συγκεκριμένο ποσό στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές παραδέχτηκε την οφειλή. Για μεν την αγωγή 955/08 (τεκμήριο 5) ανέφερε ότι προσφάτως πληροφορήθηκε την ύπαρξή της, για δε την αγωγή 1133/08 (τεκμήριο 6) απάντησε ότι η ίδια είναι που την εξόφλησε, θέση που η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε. Ας σημειωθεί τέλος ότι η ημερομηνία καταχώρισης των δυο αγωγών είναι μεταγενέστερη και όχι προγενέστερη του επίδικου περιστατικού. Καταλήγω συνεπώς ότι μετέωρος και αβασάνιστος παρέμεινε ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η υποβολή του επίδικου παραπόνου εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία της παραπονούμενης και της Μ.Κ.3 την αποδέχομαι ως ορθή και αληθινή. Πέραν όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων σημειώνω ότι την 21/02/08 ο κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας Universal Life στη συμβολή των οδών Στασίνου και Αγίας Ελένης όπου εκεί κάθισε στο γραφείο της παραπονούμενης. Αρχικά ζήτησε ετοιμασία συμβολαίου για τρίτο πρόσωπο ενώ στη συνέχεια απαίτησε προσωπικό συμβόλαιο. Η όλη συμπεριφορά του διέπετο από επιμονή ενώ στη συνέχεια ζήτησε από την παραπονούμενη συγγνώμη για ό,τι της έκανε. Εξαρχής συνάντησε την αντίδραση της παραπονούμενης η οποια του ζήτησε να υπογράψει το συμβόλαιο και να φύγει και τότε ανέφερε στην παραπονούμενη ότι θα μετέβαινε να βρει τη θυγατέρα της και ότι παρακολουθείται. Παρά την εκ νέου απαίτηση της παραπονούμενης να φύγει ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο χώρο επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω συμπεριφορά μέχρι που επενέβη η Μ.Κ.3 η οποία του ανέφερε «σεβάστου ότι δεν είναι καλά». Τότε ο κατηγορούμενος αποχώρησε από τα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας. Είναι η θέση της υπεράσπισης πως ακόμη και αν οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής ήθελαν κριθεί αξιόπιστοι, το Δικαστήριο πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο καθ΄ ότι δεν αποδείχθηκε το αδίκημα. Σύμφωνα με αυτή τη θέση της υπεράσπισης η ενόχληση που απαντάται στο άρθρο 280 του Κεφ. 154 αφορά τον κάτοχο του υποστατικού. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ισχυρίζεται η υπεράσπιση, η παραπονούμενη ήτο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας Universal Life. Κάτοχος του υποστατικού ήτο η ασφαλιστική εταιρεία και όχι η παραπονούμενη. Κατ΄ επέκταση, παραπονούμενο πρόσωπο δεν μπορεί να είναι η παραπονούμενη αλλά η ασφαλιστική εταιρεία. Εφόσον λοιπόν η ασφαλιστική εταιρεία δεν υπέβαλε παράπονο και η παραπονούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι κάτοχος του υποστατικού, το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάξει και να αθωώσει τον κατηγορούμενο από την κατηγορία. Όσο εύηχα και αν ακούγεται το σχετικό επιχείρημα κρίνω ότι συνιστά εσφαλμένη αντίληψη του όρου κάτοχος, ως απαντάται στο σχετικό άρθρο. Στο σύγγραμμα The Penal Law of India, 9th edition, vol. IV και σελίδες 3576-68 έως 3576-83, γίνεται εκτενής ανάλυση του σχετικού άρθρου. Όπως εκεί αναφέρεται κάτοχος θεωρείται οιοσδήποτε έχει φυσική κατοχή. Ο σχετικός όρος απολαμβάνει διασταλτικής και όχι στενής ερμηνείας. Το σχετικό απόσπασμα που εντοπίζεται στη σελίδα 3576-70 είναι αποκαλυπτικό των πιο πάνω. Όπως εκεί αναφέρεται˙ «The word "possession" as used in Sec. 441, Penal Code, has obviously been used in its most extensive sense, and no qualification whatever has been attached to it. Thus, it would be perfectly possible for an accused person to commit an offence of criminal trespass against a servant or an agent or a licensee of another who may be the owner or mediate possessor, with respect to the property of the latter, if the other conditions mentioned in Sec. 441, Penal Code, are fulfilled. And, it could not be any effective answer to this to say that the servant or the agent or the licensee was only holding on behalf of the owner or the ultimate possessor. Take a simple example, suppose you own and reside in a house in Jodhpur and you, accompanied by your entire family, move to a hill station during the summer recess, leaving the house in charge of a care-taker who is your servant. Then some one in your absence enters upon the property and does so with the requisite criminal intent mentioned in Sec. 441, I. P. C. Could such a person not be held guilty of an offence under Sec. 441, Penal Code, simply on the ground that the possession of the servant was merely in the nature of custody, and it is extremely doubtful that he could exclude every other person from entering upon the property, as in this class of persons some of your relations and friends may well be included? There can be no real difficulty to the attractability of Sec. 441, Penal Code, in a case of this character. The reason is that your servant is in actual physical possession of the property which was trespassed upon». Κατ΄ επέκταση η παραπονούμενη ως υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας Universal Life και ως το άτομο που είχε πραγματική φυσική κατοχή του χώρου όπου εισήλθε ο κατηγορούμενος, και πιο συγκεκριμένα του γραφείου που ο κατηγορούμενος κάθισε, είναι κάτοχος εν τη εννοία του σχετικού άρθρου. Περαιτέρω, η διαπιστωθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου, δηλαδή η επιμονή του για ετοιμασία συμβολαίου, οι απειλές ότι θα απεκάλυπτε τη σχέση τους και η αναφορά προς την παραπονούμενη ότι παρακολουθείται και το επαναλαμβανόμενο τούτης της συμπεριφοράς, συνιστούν βεβαίως ενόχληση. Εν κατακλείδι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, δηλαδή μετάβαση στο γραφείο της παραπονούμενης άνευ αποχρώντος λόγου, ασυνάρτητες απαιτήσεις αναφορικά με ετοιμασία συμβολαίου, άλλοτε τρίτου προσώπου και άλλοτε προσωπικού, εν συνεχεία απειλές, και τέλος άρνηση να φύγει παρά τις παραινέσεις της παραπονούμενης καταδεικνύει ότι μετά τη νόμιμη είσοδο του στο υποστατικό σκοπός του δεν ήτο άλλος από ενόχληση της παραπονούμενης. Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξω από κάθε λογική αμφιβολία. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.