Αναφορικά με τον Κόκο Ιωάννου, Αίτηση Φυγόδικου: 5/11, 5 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση Φυγόδικου: 5/11 Αναφορικά με τον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο (Ν.133(I)/2004) και Αναφορικά με τον Κόκο Ιωάννου, από την Κύπρο ------------------------------ Ημερομηνία: 5 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Κάρνου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Ευσταθίου Καθ΄ ου η Αίτηση: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 29.06.11 το Δικαστήριο εξέδωσε ημεδαπό ένταλμα συλλήψεως (βλ. τεκμήριο 2Β) εναντίον προσώπου ονόματι Κόκος Ιωάννου (στη συνέχει ο εκζητούμενος). Η εκτέλεση του εντάλματος επιτεύχθηκε την 22.07.11 και ο εκζητούμενος τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την επόμενη ημέρα. Αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο εκζητούμενος είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της αίτησης τόσο την 26.07.11 όσο και την 03.08.
- Την 11.08.11 ο εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το συνήγορο του εκζητούμενου είχαν ως αποτέλεσμα νέα αναβολή της αίτησης τόσο την 11.08.11 όσο και την 19.08.
- Σημειώνω εδώ πως την 11.08.11, πρώτη ημερομηνία που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με αυτή τη σύνθεση, διερευνήθηκε η ταυτότητα του εκζητούμενου και περαιτέρω, προς ικανοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 17 του σχετικού νόμου (Ν. 133(Ι)/2004, στη συνέχεια ο νόμος), ο εκζητούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και τα δικαιώματά του. Κατά τη διερεύνηση της ταυτότητας ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου δήλωσε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στα δύο εντάλματα σύλληψης - ευρωπαϊκό και ημεδαπό, αντιστοιχούν στο πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δύο πλευρές προχώρησαν σε εκ συμφώνου κατάθεση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού και περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Με αυτό τον τρόπο τα ακόλουθα έγγραφα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (τεκμήριο 1), ένορκη δήλωση γυναίκας αστ. 330 Φλωρίδου για έκδοση εντάλματος σύλληψης προσώπου ονόματι Κόκος Ιωάννου (τεκμήριο 2Α), ημεδαπό ένταλμα σύλληψης Κόκου Ιωάννου, ημερομηνίας 29.06.11, το οποίο εκτελέστηκε την 22.07.11 (τεκμήριο 2Β), πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 16
(1)του νόμου (τεκμήριο 3), και τέσσερις επιτολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας που συνοδεύονται από ισάριθμες απαντητικές επιστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας (τεκμήρια 4,5, 6 και 7 αντίστοιχα). Όπως διεφάνη από τις αγορεύσεις ο εκζητούμενος δεν αμφισβητεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για έγκριση του αιτήματος. Ό,τι όμως ανέφερε και ο κος Ευσταθίου είναι πως. τόσο ο νόμος όσο και η σχετική Απόφαση-Πλαίσιο διακρίνουν την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μεταξύ δυο λόγων˙ (α) για άσκηση ποινικής δίωξης, ή (β) για εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Οι δύο αυτοί λόγοι, ισχυρίστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, τίθενται κατά διαζευκτικό τρόπο και άλλη ερμηνεία, πλην της αναφερόμενης, δεν χωρεί και συνεπώς, σωρευτική παράθεση των δύο λόγων στο ίδιο ευρωπαϊκό ένταλμα είναι παράτυπη και καταστροφική για το αίτημα. Ο συνήγορος υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς τυπικό αλλά ουσιαστικό. Προς υποστήριξη τούτου προέβη στον ακόλουθο συλλογισμό. οι Ελληνικές Αρχές ζητούν τον εκζητούμενο τόσο για έκτιση ποινής φυλακίσεως όσο και για να διωχθεί για άλλο αδίκημα. Πότε θα αρχίσει αυτή η δίωξη και πότε θα ολοκληρωθεί, διερωτήθηκε ο κος Ευσταθίου. Εάν ο εκζητούμενος καταδικαστεί και περαιτέρω του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας ποια ημερομηνία θα θεωρηθεί ως ημερομηνία έναρξης αυτής της ποινής και πως συμπλέκεται με την ποινή που έχει ήδη επιβληθεί και καλείται να εκτίσει; Αυτά τα ερωτήματα, τα οποία σύμφωνα με τον κο Ευσταθίου παραμένουν αναπάντητα, επηρεάζουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα που το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει, παρά τη φύση του αιτήματος, και δεν επιδέχονται εκπτώσεων για μόνο λόγο την απλούστευση της διαδικασίας. Συνεπής με το επιχείρημα ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει το ένταλμα. Στον αντίποδα η κα Κάρνου επικαλέστηκε το προοίμιο της Απόφασης-Πλαίσιο το οποίο αποκαλύπτει, ανέφερε, ότι σκοπός τούτης είναι η απλούστευση των διαδικασιών στο πεδίο παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ των κρατών μελών της ένωσης. Κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει φιλελεύθερη ερμηνεία στο σχετικό νόμο καθοδηγούμενο από τα αναφερόμενα στο προοίμιο της Απόφασης - Πλαίσιο. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι διαφορετική ερμηνεία, και δη συσταλτική ως ο εκζητούμενος ισχυρίζεται, ενδέχεται να οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα όπως˙ πολλαπλότητα διαδικασιών, πιθανότητα κατάχρησης της διαδικασίας και συνεπακόλουθη παραβίαση βασικών αρχών του δικαίου, και τέλος, διόγκωση εξόδων. Τέλος, η συνήγορος για τους αιτητές υπέβαλε ότι πληρούται το σύνολο των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος και συνεπώς η παράδοση του εκζητούμενου αποτελεί τη μόνη επιλογή του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί σκοπός του νόμου είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς επίσης απλούστευση του συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με ενσωμάτωση στο ημεδαπό δίκαιο της Απόφασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002 (βλ. Κυριάκου Χαραλάμπους Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 120/09, ημερ. 12/05/09). Μέσο πραγματοποίησης των πιο πάνω σκοπών είναι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, σκοπό έχει την παράδοση προσώπου για άσκηση ποινικής δίωξης ή εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Προϋποθέσεις εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του νόμου, οι διατάξεις του οποίου αναγνώζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 15. Ό,τι προκύπτει είναι πως˙ εξαιρουμένου των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 12
(2), όταν το αίτημα σκοπεί σε άσκηση ποινικής δίωξης η αναφερόμενη ως αξιόποινη πράξη πρέπει να τιμωρείται στη χώρα που υποβάλλει το αίτημα με ποινή ή μέτρο στερητικό της ελευθερίας ανώτατης διάρκειας δώδεκα, τουλάχιστον, μηνών, και περαιτέρω, να συνιστά αξιόποινη πράξη και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Για κάθε αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 12
(2)του νόμου η αρχή του διττού αξιόποινου δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που υποβάλλει το αίτημα το αναφερόμενο αδίκημα επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας κατά ανώτατο όριο πέραν των τριών ετών. Για δε τη δεύτερη περίπτωση που καλύπτει το ένταλμα, δηλαδή έκτιση ποινής ή μέτρου ασφάλειας στερητικών της ελευθερίας, προϋπόθεση αποτελεί όπως η περίοδος τούτη υπερβαίνει τους τέσσερις, τουλάχιστον, μήνες. Το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος εκεί όπου υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις επιφυλάξεις του άρθρου 13 του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του σχετικού νόμου το Δικαστήριο δύναται, εις αντιδιαστολή επιτακτικής υποχρέωσης, να αρνηθεί εκτέλεση του εντάλματος εφόσον υφίσταται μια ή και περισσότερες από τις εκεί αναφερόμενες επιφυλάξεις. Τέλος, τόσο ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης επίσης προσδιορίζονται στο σχετικό νόμο (βλ. άρθρο 4 του νόμου καθώς και παράρτημα Α). Ανάλογα ισχύουν και για την αρμόδια Κεντρική Αρχή που στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τέτοια καθορίστηκε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (βλ. άρθρο 5 του νόμου). Πριν οτιδήποτε άλλο εστιάζω την προσοχή μου στο ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, και τούτο παρότι οι θέσεις των δυο πλευρών συμπίπτουν και θέλουν το ερώτημα να απαντάται καταφατικά. Εξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος (τεκμήριο 1) αποκαλύπτει τα στοιχεία του εκζητούμενου, τους λόγους δια τους οποίους ζητείται, ως επίσης περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αναφερόμενων στο ένταλμα αδικημάτων, καθώς και την επιβληθείσα ποινή ή την ποινή που επισύρει κάθε αδίκημα. Αυτά τα στοιχεία ικανοποιούν βεβαίως τις προσταγές του άρθρου 4 του σχετικού νόμου. Περαιτέρω, σημειώνω ότι συνδυασμένη ανάγνωση των αναφερομένων στο τεκμήριο 1 κάτω από τον τίτλο «Δικαστική Αρχή που εξέδωσε το ένταλμα» καθώς και του διαβιβαστικού σημειώματος του Υπουργού Δικαιοσύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. τεκμήριο 3), αποκαλύπτει ότι το επίδικο ένταλμα εκδόθηκε από αρμόδια δικαστική αρχή, δηλαδή τον Εισαγγελέα Εφετών. Το τεκμήριο 3 αποκαλύπτει συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου εφόσον η κεντρική αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, εξέδωσε το προνοούμενο πιστοποιητικό. Είναι γεγονός ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 αποκαλύπτει πως το αίτημα των Ελληνικών Αρχών για παράδοση του Κόκου Ιωάννου εδράζεται και στους δυο λόγους που εξυπηρετεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή άσκηση ποινικής δίωξης και εκτέλεση ποινής στερητική της ελευθερίας. Η σχετική διαπίστωση υποστηρίζεται βεβαίως από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
- Περαιτέρω, αποκαλυπτική είναι εν προκειμένω και η δεύτερη παράγραφος του τεκμηρίου 1 κάτω από το τίτλο «Αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ένταλμα σύλληψης». Όπως εκεί αναφέρεται ο πρώτος λόγος δια τον οποίον οι Ελληνικές αρχές αιτούνται την παράδοση του εκζητούμενου είναι το ένταλμα σύλληψης με αριθμό ΑΝΑ/ΕΣ/10/14-3-2008, το οποίο μάλιστα ο συντάκτης του Ευρωπαϊκού εντάλματος τοποθέτησε κάτω από την κατηγορία «Ένταλμα σύλληψης ή δικαστική απόφαση που έχει την ίδια ισχύ». Η δε τρίτη παράγραφος του τεκμηρίου 1 αποκαλύπτει ότι για το αδίκημα που αφορά αυτό το ένταλμα προβλέπεται ποινή φυλάκισης από τρεις μήνες έως πέντε έτη και χρηματική ποινή από €29 έως €15.
- Στον αντίποδα, οι λοιπές δεκαεννέα περιπτώσεις για τις οποίες οι Ελληνικές Αρχές αιτούνται παράδοση του εκζητούμενου αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο του τεκμηρίου 1 κάτω από τον τίτλο «Εκτελεστές αποφάσεις», ως επίσης στην τρίτη παράγραφο του τεκμηρίου 1 κάτω από τον τίτλο «Διάρκεια της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του επιβληθέντος στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφάλειας». Τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 1 κάτω από αυτό τον τίτλο αποκαλύπτουν ότι η επιβληθείσα ποινή στις δεκαεννέα σχετικές περιπτώσεις είναι σε όλες ποινή φυλάκισης και κυμαίνεται από πέντε μήνες σε δυο έτη. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης το μαρτυρικό υλικό, και ιδιαίτερα τα τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, αποκαλύπτει ότι˙ η διαδικασία που οδήγησε στην ποινή φυλάκισης για την οποία υποβάλλεται το αίτημα παράδοσης του εκζητούμενου διεξήχθη στην απουσία τούτου, ο οποίος κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής σύμφωνα με τον Ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Εντούτοις, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητούμενου ο τελευταίος δύναται να εφεσιβάλει την απόφαση ή ακόμη να ζητήσει ακύρωση της διαδικασίας (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Περαιτέρω, οι ποινές που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο «συντρέχουν διαδοχικά» εκτός εάν ο εκζητούμενος ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και αποταθεί για συγχώνευση των ποινών. Αντίθετα με ό,τι αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το τεκμήριο 7 διευκρινίζει ότι το ένταλμα αφορά τρεις, και όχι τέσσερις, αξιόποινες πράξεις οι οποίες είναι απάτη, έκδοση ακάλυπτης επιταγής και μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών. Τέλος, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 4, οι Ελληνικές Αρχές δεσμεύονται όπως σε περίπτωση καταδίκης του εκζητούμενου θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να εκτίσει την ποινή του στην Κύπρο. Έχοντας σημειώσει τα πιο πάνω αναφορικά με το ύψος των επιβληθησομένων ποινών και της ποινής που επισύρει το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο εκζητούμενος, καθώς ότι η περίληψη γεγονότων των σχετικών αδικημάτων, ως παρατίθεται στο τεκμήριο 1, αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά καταδικαστέα από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αναφέρεται στο τεκμήριο 2Β, και περαιτέρω ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποκαλύπτει ότι υφίσταται οιαδήποτε από τις επιφυλάξεις των άρθρων 13 και 14 (για την παράγραφο (ζ) του άρθρου 14 σχετική είναι η δέσμευση των Ελληνικών Αρχών - βλ. τεκμήριο 4), και τέλος, έχοντας ικανοποιηθεί ότι και η προϋπόθεση του άρθρου 15
(1)του νόμου πληρούται (βλ. τεκμήριο 5), είμαι ικανοποιημένος ότι το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό ανταποκρίνεται στο σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού νόμου και δεν κωλύεται από οιανδήποτε επιφύλαξη. Στρέφομαι τώρα σε εξέταση αυτού καθεαυτού του σημείου που τέθηκε από τον εκζητούμενο. Σημειώνω κατ΄ αρχάς ότι υιοθετώ τις αναφορές της συνηγόρου των αιτητών αναφορικά με τους σκοπούς που εξυπηρετεί η σχετική Απόφαση - Πλαίσιο και κατ΄ επέκταση ο νόμος. Άλλωστε το προοίμιο της Απόφασης - Πλαίσιο και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 5, 6, 10 και 12 δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι απώτερος στόχος της Απόφασης - Πλαίσιο είναι πάταξη του εγκλήματος και συνακόλουθη εδραίωση της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, μέσω στενότερης και απλούστερης διαδικασίας παράδοσης ύποπτων ή καταδικασθέντων προσώπων. Αυτός όμως ο στόχος ουδόλως μειώνει ή θέτει εν αμφιβόλω τα θεμελιώδη δικαιώματα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι παράγραφοι 10 και 12 της Απόφασης - Πλαίσιο τονίζουν τη σημασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και παραπέμπουν στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρο που ενσωματώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. σχετικά Ch. II, Handbook on the European Arrest Warrant), ενώ και το άρθρο 1.3 της Απόφασης - Πλαίσιο αναφέρει ότι˙ «Η παρούσα απόφαση - πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Συνακόλουθα, τα αναφερόμενα στην Απόφαση - Πλαίσιο δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο νομοθέτης δεν είχε πρόθεση έκπτωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων για απλούστευση της διαδικασίας παράδοσης εκζητουμένων προσώπων. Έχοντας αναφέρει τούτο πρέπει όμως να ομολογήσω ότι δεν κατανοώ και δεν ασπάζομαι τη θεωρητική θέση του εκζητούμενου ότι τυχόν δίωξή του, πέραν της απαίτησης για έκτιση ποινής φυλάκισης, ενδεχομένως να οδηγήσει σε παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το εν λόγω επιχείρημα είναι θεωρητικό και ως τέτοιο ανίκανο θετικού αποτελέσματος. Για του λόγου το ασφαλές υποθέστε την περίπτωση όπου η δίωξη του εκζητούμενου αρχίζει από την πρώτη ημέρα και νοουμένου ότι καταδικάζεται και του επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως, για την έκτιση τούτης ακολουθείται η πλέον επιεικής για τον εκζητούμενο προσέγγιση. Ποιο θα ήταν τότε το μεμπτό και τι θα συνιστούσε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό το παράδειγμα δεν είναι βέβαια ο σοβαρότερος αντίλογος στο επιχείρημα του εκζητούμενου αλλά σκοπό έχει να καταδείξει το έκπτωτο της θεωρητικής προσέγγισης. Πλέον αποφασιστικό είναι, πιστεύω, το εξής˙ την ίδια στιγμή που η Απόφαση - Πλαίσιο επαναλαμβάνει την υποστήριξή της στα θεμελιώδη δικαιώματα τονίζει ότι «ο μηχανισμός του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών» (βλ. παράγ. 10 στην Απόφαση - Πλαίσιο). Πρόκειται για αυτά τα κράτη μέλη που θέσπισαν την συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατοχύρωσαν σε αυτό το υψηλό επίπεδο τα θεμελιώδη δικαιώματα. Περαιτέρω, αυτή καθεαυτή η εκτέλεση Ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εδράζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Εν ολίγοις, το σύνολο των αναφερομένων στην Απόφαση - Πλαίσιο δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο ότι τα κράτη μέλη της ένωσης σέβονται και εφαρμόζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Στη δοσμένη περίπτωση, έξω από θεωρητικές αναφορές τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου που να καταδεικνύει, εξ αντικειμένου, κίνδυνο παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων αν ο εκζητούμενος παραδοθεί στις Ελληνικές αρχές και για τους δυο λόγους που τον ζητούν. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι οι διατάξεις της Απόφασης - Πλαίσιο εμπεριέχουν αυτούς ακριβώς τους στόχους δια τους οποίους θεσπίστηκαν, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι υπολείπονται σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ό,τι απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο το άρθρο 1.1 της Απόφασης - Πλαίσιο ερμηνεύεται στενά, ως η θέση του εκζητούμενου, και συνεπώς απαγορεύει αίτημα εδραζόμενο και στους δυο λόγους, ή ερμηνεύεται τελεολογικά και φιλελεύθερα, ως η θέση των αιτητών, και εκλαμβάνεται να εννοεί ένα εκ των δυο ή και τους δυο σκοπούς. Κοινή βάση των επιχειρημάτων των δυο πλευρών αποτελεί η θέση ότι το άρθρο 1.1 της Απόφασης - Πλαίσιο αναφέρει δυο διαφορετικούς σκοπούς. Αυτή η θέση ενισχύεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 49 της απόφασης C-306/09 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου αναφέρεται ότι˙ «.. διευκρινίζεται ότι το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αφορά, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως - πλαίσιο 2002/584, δυο είδη καταστάσεων. Επομένως, το εν λόγω ένταλμα συλλήψεως μπορεί να εκδοθεί, αφενός, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή, αφετέρου, με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας». Η διάκριση των δυο σκοπών που εξυπηρετεί το ένταλμα υπερτονίζεται και στις δυο αγγλικές αποφάσεις που προσκόμισε ο κος Ευσταθίου (βλ. Caldarelli v. Court of Naples
(2008)1 All E.R. 1, paras 12 και 18 και Pilecki v. Circuit Court of Legnica, Poland
(2008)4 All E.R. 445, paras 24 και
- Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω εδώ ότι ο διαζευκτικός τρόπος παράθεσης των δυο σκοπών του εντάλματος δεν αποτελεί νομική πρωτοτυπία στο πεδίο των εκδόσεων. Ανάλογο διαπιστώνεται να είναι το λεκτικό τόσο στον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) νόμος, Ν.95/70, άρθρα 1 και 2, όσο και στον European Convention on Extradition Order 1990, άρθρο
- Αναφέροντας τούτο αποκαλύπτεται ότι η επίμαχη διάζευξη αποτελεί ιστορική συνέχεια και συνέπεια. Ό,τι πρέπει λοιπόν να εξεταστεί, ενδεχομένως αντλώντας καθοδήγηση και από αυτό ακόμη το πεδίο έκδοσης φυγοδίκων, είναι κατά πόσο, ιστορικά, η επίμαχη διάκριση αποτελεί συνειδητή και στοχευμένη επιλογή. Ας σημειωθεί πως στην απόφαση Caldarelli (πιο πάνω, para 5) αναφέρεται ότι η διάκριση μεταξύ άσκηση δίωξης (accusation) και έκτιση ποινής (conviction) έχει αποδειχθεί βασανιστική. Επιπλέον, είναι αντιληπτό, πιστεύω, πως η διάκριση των δυο διαφορετικών περιπτώσεων που πραγματεύεται το ένταλμα είναι ουσίας και όχι τύπου. Προς υποστήριξη τούτου αρκεί να μνημονεύσει κανείς την απόφαση Re Caborn-Waterfield
(1960)2 All E.R. 178 όπου το Δικαστήριο άφησε ελεύθερο τον εκζητούμενο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παράδοσης επί το ότι λανθασμένα το ένταλμα χαρακτήριζε τον εκζητούμενο ως κατηγορούμενο (accused) και όχι ως καταδικασθέντα (convicted). Αξίζει να λεχθεί ότι σύμφωνα με το Δικαστήριο˙ εάν η διαδικασία διενεργείτο αλλιώς, δηλαδή η αιτήτρια χώρα ζητούσε τον εκζητούμενο ως καταδικασθέντα, κανένας λόγος θα υφίστατο για ελευθέρωση του εκζητούμενου. Ο λόγος διάκρισης των δυο όρων επεξηγήθηκε από το δικαστή Salmon ως εξής˙ «When an accused person is committed under the first paragraph of s. 10 and surrendered to a foreign government he is surrendered for trial. Before that course is taken the magistrate has to be satisfied that a prima facie case is made out. When a convicted person is committed under the second paragraph of s. 10 and surrendered to a foreign government he is surrendered to serve his sentence, in which case all that is necessary in the magistrate; court is to prove his conviction». Ας σημειωθεί ότι σε ανάλογη επισήμανση προβαίνουν και οι συγγραφείς του συγγράμματος Extradition The Law & Practice, 1980, Ivor Stanbrook και Clive Stanbrook, σελ. 7. Πέραν των πιο πάνω οφείλει κανείς να σημειώσει ότι στην Απόφαση - Πλαίσιο το χάσμα μεταξύ των δυο όρων μεγεθύνεται εφόσον διαφορετικές είναι οι προϋποθέσεις που εξετάζονται σε κάθε περίπτωση. Διαφορετικό εν προκειμένω είναι το ανώτατο όριο ποινής, ενώ οι διατάξεις συγκεκριμένων άρθρων αφορούν μια μόνο εκ των δυο καταστάσεων (βλ. άρθρα 4.2 και 18 εις αντιδιαστολή του άρθρου 4.6). Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η διάκριση δεν είναι τυχαία αλλά στοχευμένη, εφόσον άπτεται ουσίας και όχι τύπου. Έχοντας αυτά κατά νου και με γνώμονα ότι διεθνείς συμβάσεις επιδέχονται φιλελεύθερης ερμηνείας για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Vladimir Petrov
(1996)1B Α.Α.Δ. 856, 859), στρέφομαι σε αυτό το άρθρο 1 της Απόφασης - Πλαίσιο. Εν πρώτοις σημειώνω ότι ζητούμενο δεν είναι η ερμηνεία του άρθρου 1.1. της Απόφασης - Πλαίσιο, αλλά η ερμηνεία του άρθρου 2.1 τούτης. Αυτό το δεύτερο άρθρο είναι που προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του εντάλματος και όχι το πρώτο. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου (άρθρο 2.1.) καταδεικνύει ότι το ένταλμα δύναται να αφορά πράξεις, δηλαδή πλείονες της μίας. Αυτός ενδεχομένως είναι και ο λόγος που ο Κύπριος νομοθέτης θέσπισε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4 το οποίο αναφέρει ότι˙ «το Ευρωπαϊκό ένταλμα μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις». Είναι αξιοσημείωτο πως ούτε ο ημεδαπός νόμος αλλά ούτε και η Απόφαση - Πλαίσιο παρέχουν οιανδήποτε ερμηνεία τέτοιων πράξεων, κατά πόσο δηλαδή μπορεί να εμπίπτουν σε οιονδήποτε από τα δυο είδη καταστάσεων του εντάλματος. Ό,τι θεωρώ αυτόδηλο του συνόλου των πιο πάνω καθώς και της Απόφασης - Πλαίσιο είναι πως η διάζευξη μεταξύ των δυο σκοπών δεν αφορά το πρόσωπο του εκζητούμενου αλλά αυτή καθεαυτή την αξιόποινη πράξη. Εκείνο δηλαδή που δεν μπορεί να συνυπάρξει σε ένα ένταλμα είναι χαρακτηρισμός της πράξης υπαγόμενος και στα δυο είδη καταστάσεων. Αυτό πιστεύω είναι ό,τι η διάζευξη καθορίζει εφόσον, ως υπεδείχθη, διαφορετικές είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ανά περίπτωση. Εντούτοις, κρίνω ότι τίποτα στην Απόφαση - Πλαίσιο απαγορεύει συσσώρευση και των δυο σκοπών του εντάλματος για διαφορετικές όμως πράξεις. Διαφορετική αντίληψη του θέματος αφίσταται των σκοπών της Απόφασης - Πλαίσιο για απλούστευση των διαδικασιών προς επίτευξη ασφάλειας και δικαιοσύνης, προάγει πολλαπλότητα διαδικασιών και διόγκωση εξόδων, καθώς και ενδεχόμενη κατάχρηση διαδικασίας και παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Άλλο ένα σημείο που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι ο κανόνας της ειδικότητας και τυχόν παραίτηση του εκζητούμενου από τούτον, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που ο εκζητούμενος ζητείται για δίωξη. Εφόσον λοιπόν επεκτείνεται και στις περιπτώσεις που ο εκζητούμενος ζητείται για έκτιση ποινής με ενδεχόμενο έτσι μεταγενέστερης δίωξής του, αυτό και μόνο καταρρίπτει την ερμηνεία που ο εκζητούμενος αποδίδει στην επίμαχη διάταξη. Τέλος, ας σημειωθεί ότι στην απόφαση Αναφορικά με το Σταμάτη Νικολαίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 80 ο έντιμος δικαστής Καλλής έκρινε ορθή την έκδοση του εκζητούμενου που εδράζετο και στους δυο λόγους. Αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται ότι δεν τέθηκε αντίθετη άποψη και ότι κατ΄ έφεση η διαταγή διαφοροποιήθηκε, για άλλους όμως λόγους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η διάζευξη αφορά την αξιόποινη πράξη και όχι το πρόσωπο του εκζητούμενου, και περαιτέρω, ότι τίποτα στο νόμο ή στην Απόφαση - Πλαίσιο απαγορεύει συσσώρευση στο ίδιο ένταλμα και των δυο διαφορετικών καταστάσεων που προωθεί το ένταλμα νοουμένου ότι αφορούν διαφορετικές αξιόποινες πράξεις και όχι την ίδια που χαρακτηρίζεται με διαζευκτικό τρόπο. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι δεν υφίσταται οιοσδήποτε λόγος για μη εκτέλεση του εντάλματος. Προκειμένου για το αίτημα του εκζητούμενου όπως μην εκτελεστεί το ένταλμα λόγω σοβαρών λόγων υγείας (βλ. έγγραφο Α), τα ααναφερόμενα στην υπόθεση Anderson v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)1Β Α.Δ.Δ. 1092 αποκαλύπτουν ότι οι πρόνοιες του άρθρου 29
(3)του νόμου απευθύνονται στην κεντρική αρχή και όχι τη δικαστική που επιλαμβάνεται του εντάλματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος για το σύνολο των αναφερόμενων πράξεων. Εκδίδεται συναφώς διάταγμα για έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές αρχές. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ώτου παραδοθεί στις Ελληνικές αρχές. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο