Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σαμβελ Νταμιριάν, Αρ. Υπόθεσης: 20117/10, 19 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20117/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Σαμβελ Νταμιριάν Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κος Καρεκλάς. Κατηγορούμενος παρών. Η κα. Μαρίνα Κωνσταντίνου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα ρωσικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί . ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, N.86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 166/87και 80
(1)/00 (1η κατηγορία) και την κατηγορία της οδήγησης λεωφορείου και παράλειψης λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για την ασφάλεια του οδηγού και των επιβατών κατά την επιβίβαση και αποβίβαση τους κατά παράβαση των άρθρων 10
(2)(γ) και 21(θ) των Περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Κανονισμών 505/64, και των άρθρων 2,5,8,21,22,24 του Περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμου 9/82, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/1987 (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και την κατηγορία της χρήσης λεωφορείου και παράλειψης συμμόρφωσης με τους όρους της άδειας οδικής χρήσης του (κατηγορία 3), κατηγορία σε σχέση με την οποία ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, αφού δεν αποδείχθηκε εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες, και συγκεκριμένα ο Νίκος Κούντουρος (Μ.Κ.1) και ο Αστ. 4847 Ε. Πατσαλίδης (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των 8 κατατεθέντων τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους. Επίσης κατά την αξιολόγηση είχα υπόψη μου και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο ΜΚ1, Νίκος Κούντουρος μου έδωσε την εντύπωση ενός καθ' όλα απλού και ειλικρινούς προσώπου το οποίο δεν έδειχνε πρόθεση να εξαπατήσει ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα. Ο δε τρόπος που απαντούσε ήταν απλοϊκός, πλην όμως φυσικός και οι απαντήσεις του δίνονταν με προθυμία. Παρά ταύτα δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στην μαρτυρία του για να εξάγω ευρήματα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος έπεσε στο πεζοδρόμιο και συγκεκριμένα αν τούτο ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν οδηγός του λεωφορείου, στο οποίο ο ΜΚ1 επέβαινε την συγκεκριμένη ημερομηνία, αφού ο ΜΚ1 δεν ήταν σταθερός στην μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπεσε στο πεζοδρόμιο. Και εξηγώ. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 23/5/2008 ήταν επιβάτης στο λεωφορείο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος το οποίο σε κάποια στιγμή σταμάτησε στην στάση που βρίσκεται στην οδό Καραβά για να κατεβούν επιβάτες, περιλαμβανομένου και του ίδιου. Ο ίδιος επιχείρησε να κατεβεί από την πίσω πόρτα αλλά μόλις άπλωσε το αριστερό του πόδι για να κατεβεί από το λεωφορείο, αυτό εκκίνησε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει στο κεφάλι. Παρά τα πιο πάνω αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατέβηκε κανονικά αλλά όταν το λεωφορείο ξεκίνησε ο ίδιος έπεσε στο πεζοδρόμιο, χωρίς να αποκλείει την πιθανότητα η πτώση του να οφειλόταν στην ανωμαλία του πεζοδρομίου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στα όσα ο ίδιος κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες πτώσης του και δη αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του ήταν η αιτία της πτώσης του Μ.Κ.
- στο πεζοδρόμιο. Αυτό όμως το οποίο ήταν ξεκάθαρο από την μαρτυρία του και δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα επιβεβαιώθηκε, από τον κατηγορούμενο ήταν ότι το λεωφορείο καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής οδηγείτο με ανοιχτές και τις δύο του πόρτες λόγω της αφόρητης ζέστης που επικρατούσε και της ανυπαρξίας κλιματισμού στο συγκεκριμένο λεωφορείο. Τα δε παράθυρα του αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι δεν μπορούσαν να ανοίξουν σε βαθμό που να επιτρέπουν τον κανονικό αερισμό του λεωφορείου. Ο Αστυφύλακας 4847 (ΜΚ2), δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε ιδιαίτερα καλή εντύπωση, με την έννοια ότι ο τρόπος διερεύνησης του εν λόγω περιστατικού από τον ίδιο δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί πλημμελής. Ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του συμβάντος και δεν μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό επεσυνέβη. Η δε μαρτυρία του ως προς το σημείο όπου επεσυνέβη το δυστύχημα βρισκόταν σε διάσταση με την μαρτυρία του ΜΚ1 και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, (εξ ου και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην κατηγορία 3), αφού ο μεν ΜΚ1 επέμενε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε στάση, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στο σημείο που ο ίδιος κατέγραψε ως σημείο πτώσης δεν υπήρχε στάση. Ως προς το σημείο της πτώσης ο ίδιος ανέφερε ότι βασίστηκε στο τι του ανέφερε μια μάρτυρας την οποία συνάντησε στο σημείο εκείνο, αλλά δέχθηκε ότι όταν πήγε εκεί δεν βρισκόταν ούτε ο ΜΚ1 ούτε το λεωφορείο και η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν έδωσε κατάθεση για λόγο που δεν θυμόταν για να αναφέρει. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του περιείχε πολλές και σοβαρές αντιφάσεις οι οποίες καθιστούν την αποδοχή της μαρτυρίας του για εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα αίτια του δυστυχήματος, άκρως ανασφαλές εγχείρημα. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής. Ενώ η κατάθεση του κατατέθηκε χωρίς ένσταση όπως και η πιστή μετάφραση της, και ενώ περαιτέρω ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε καθόλου ως προς τον τρόπο λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου ούτε τέθηκε σε αυτόν οποιοδήποτε θέμα που να αφορά την πιστότητα της μετάφρασης, ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως για πρώτη φορά πρόβαλε την θέση ότι η κατάθεσή του δεν ανέφερε αυτά τα οποία πράγματι ο ίδιος είπε στην Αστυνομία. Ανέφερε μάλιστα πως όταν του τα διάβασαν δεν συμφώνησε με αυτά και για αυτό το λόγο κατέγραψε «δεν παραδέχομαι» και το υπέγραψε. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν αναφέρεται πουθενά στην κατάθεση του και ερωτώμενος σχετικά με το θέμα αυτό κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε τελικά ότι αυτό στο οποίο αναφέρεται είναι αυτό που καταγράφεται ως απάντηση του στην γραπτή κατηγορία Τεκμήριο 6, απάντηση με την οποία ο ίδιος έκρινε ότι αναίρεσε όλα όσα είχε πει προηγουμένως στην Αστυνομία, περιλαμβανομένης και της κατάθεσης που έδωσε. Ήταν η θέση του μάλιστα κατά την αντεξέταση ότι όλα τα πιο πάνω, δεν τα ανέφερε στον δικηγόρο του παρ' όλο που συζήτησε μαζί του τα όσα επεσυνέβησαν εκείνη την ημέρα. Τα πιο πάνω βέβαια δεν αντέχουν στην βάσανο της λογικής και απορρίπτονται. Πέραν των πιο πάνω ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε με βεβαιότητα πόσα πρόσωπα κατέβηκαν από την μπροστινή πόρτα του λεωφορείου, δίνοντας μάλιστα και περιγραφή τους (μια κυρία και 2 κοπέλες από την Σρι Λάνκα), κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσα πρόσωπα κατέβηκαν από την μπροστινή πόρτα. Περαιτέρω η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής ως προς το εάν είδε τον Μ.Κ.1 να κατεβαίνει από την πίσω πόρτα ή όχι. Ενώ δε στην κατάθεση του ανάφερε ότι άκουσε μια κυρία να φωνάζει ότι έπεσε κάποιος στο έδαφος την ώρα που εκκινούσε, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι τούτο συνέβη πριν εκκινήσει. Περαιτέρω ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του ότι δεν εμφανίστηκε ποτέ προηγουμένως στο Δικαστήριο, προβάλλοντας έτσι τον καλό του χαρακτήρα, κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι αντιμετώπισε κατηγορία ότι επέτρεψε την οδήγηση οχήματος από τον γιο του χωρίς αυτός να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας και ασφάλειας, υπόθεση στην οποία του επεβλήθη ποινή κατόπιν παραδοχής του στις 20/1/2009 (Υπόθεση 36197/2007). Παρά τα πιο πάνω επέμεινε πεισματικά, ότι ο ίδιος δεν ήταν ποτέ κατηγορούμενος, παρά το ότι δέχθηκε ότι επεβλήθη στον ίδιο ποινή για τα πιο πάνω αδικήματα. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στην κατάληξη ότι δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στην μαρτυρία του κατηγορούμενου για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη η πτώση του Μ.Κ.
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη η πτώση του Μ.Κ.
- Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ1 δεν κρίθηκε αξιόπιστος και η μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβη τούτο. Από την άλλη και ο κατηγορούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος για όλους τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω. Συναφώς τα μοναδικά ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι ότι κατά την 23/5/2008 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το λεωφορείο με αρ. εγγραφής UD944 στην οδό Καραβά έχοντας ως ένα εκ των επιβατών του τον κ. Νικο Κούντουρο (Μ.Κ.1) και ότι οι πόρτες του λεωφορείου ήταν ανοικτές καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής λόγω της ψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε. Νομική Πτυχή Κατηγορία 1 Αναφορικά με την κατηγορία 1, το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου N.86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Ως προς το τι συνιστά αμελή οδήγηση χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 68 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπεσε ο ΜΚ1 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έπεσε ο Μ.Κ.1 Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία 1 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στη κατηγορία 1. Κατηγορία 2 Το άρθρο 21(θ) των Περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Κανονισμών 505/64 προβλέπει τα εξής: «Πας οδηγός μηχανοκινήτου οχήματος εν υπηρεσία : ............. (θ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα δια την ασφάλεια αυτού και των επιβατών εντός του οχήματος τόσον κατά την επιβίβασιν όσο και κατά την αποβίβασιν» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία οδηγούσε το λεωφορείο με αρ. εγγραφής UD944 και παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των επιβατών κατά την αποβίβαση ή επιβίβασή τους. Το κατά πόσο ένας οδηγός έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται υπό το φως των περιστατικών της κάθε περίπτωσης και το γεγονός ότι δεν καθορίζονται τα μέτρα αυτά στον κανονισμό δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την απόδειξη της κατηγορίας (βλέπε και Marshall v. Clark
(1956)SLT 19 και Wilkinson's Road Traffic Offences 16th edition, παράγραφος 13.313, για την ερμηνεία του αντίστοιχου αγγλικού κανονισμού (5
(1)των Public Service Vehicles (Conduct of Drivers, Inspectors, Conductors and Passengers) Regulations 1990)). Ερχόμενη τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.1 στα σημεία που αναφέρονται ανωτέρω και για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν υπάρχει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία ως προς τις ενέργειες του οδηγού κατά τον χρόνο αποβίβασης ή επιβίβασης των επιβατών, πλην του γεγονότος το οποίο αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ κατηγορούμενου και Μ.Κ.1, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος οδηγούσε καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής, έχοντας και τις δύο πόρτες του οχήματος ανοιχτές. Το ερώτημα συνεπώς που εγείρεται είναι κατά πόσον αυτό είναι ικανοποιητικό για να στοιχειοθετήσει την υπό εξέταση κατηγορία. Στην υπόθεση Nicholson v. Goddard
(1954)Crim LR 474 όπου ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την κατηγορία της παράλειψης λήψης όλων των εύλογων προφυλάξεων για να διασφαλίσει την ασφάλεια των επιβατών κατά την αποβίβαση τους από όχημα, κατά παράβαση του κανονισμού 4 των Public Service Vehicles (Conduct of Drivers, Conductors and Passengers) του 1936, αποφασίστηκε ότι ένας οδηγός δεν θα πρέπει να ανοίγει την πόρτα σε επιβάτες για να κατεβούν προτού το όχημα σταματήσει και αντίθετη συμπεριφορά μπορεί να στοιχειοθετήσει την εν λόγω κατηγορία. Υπό το φως των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω προβεί, καταλήγω ότι η οδήγηση λεωφορείου με τις πόρτες ανοιχτές καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής στην οδό Καραβά, συνιστά παράλειψη λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για την ασφάλεια των επιβατών κατά την αποβίβασή τους, αφού οι πόρτες του οχήματος ήταν ανοιχτές πριν το όχημα σταματήσει για την αποβίβαση επιβατών. Διευκρινίζω ότι με βάση την πιο πάνω κατάληξή μου έχει αποδειχθεί μέρος του κατηγορητηρίου (παράλειψη να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των επιβατών κατά την αποβίβαση) και συνεπώς είναι δυνατή η καταδίκη του κατηγορουμένου χωρίς τροποποίηση (βλέπε άρθρο 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, Σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyrpus" των κ.κ. Λοίζου και Πική στην σελίδα 74 και Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62). Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία
- Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία
- ............ Ν. Μαθηκολώνη Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο