Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νεόφυτος Ηλία, Αρ. Υπόθεσης: 10404/2011, 23 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10404/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Νεόφυτος Ηλία Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους, (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ. Θεμιστοκλέους). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Παπαλοΐζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλυτέρα του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και την κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2 58
(1)(κ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 11/5/2010 στον δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΑ244 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου, δηλαδή με ταχύτητα 157 χ.α.ω. αντί 100 χ.α.ω. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, δηλαδή του Αστ. 2671 Α. Περατικού, για να ακινητοποιήσει το όχημά του. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες, ήτοι η Γ/Αστ. 3985 Ε. Αντωνίου (Μ.Κ.1) και ο Αστ. 2671 Α. Περατικός (Μ.Κ.2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κλήθηκε ένας μάρτυρας υπεράσπισης και συγκεκριμένα ένας εκ των συνηγόρων του κατηγορούμενου, ο ασκούμενος δικηγόρος κος. Μ. Παπαλοϊζου (ΜΥ1). Η Μαρτυρία Η Γ/Αστ.3985 (Μ.Κ.1), εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεσή της Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι στις 17/5/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ως το Τεκμήριο 2 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Το όχημα μου το κρατώ μόνο εγώ και δεν παραδέχομαι.» Επίσης κατέθεσε πιστοποιητικό με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΑ244 το οποίο εξασφάλισε η ίδια από το σύστημα που διαθέτει η Αστυνομία (Τεκμήριο 3). Επίσης κατέθεσε αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου της υπόθεσης τον οποίο η ίδια συμπλήρωσε και ο οποίος στο τέλος φέρει την υπογραφή της, ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται ότι στις 11.5.2010 ο Αστ.2671 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας και κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΑ244 επί τω ότι οδηγούσε με ταχύτητα 157χαω αντί 100χαω και επί τω ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα Αστυνομικού. Ο Αστ. 2671 αφού μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό Λατσιών, επικοινώνησε με τον εν λόγω οδηγό στην παρουσία της ίδιας όπου τον πληροφόρησε για τα πιο πάνω αδικήματα και τον κάλεσε να παρουσιαστεί στο Σταθμό για να του ληφθεί κατάθεση. Ο κατηγορούμενος προσήλθε στον Σταθμό στις 17/5/2010, όπου κατηγορήθηκε γραπτώς από την Μ.Κ.1 και έδωσε την απάντηση που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο τον εντόπισε μέσω του συστήματος της Αστυνομίας, αφού πρώτα ο Αστ. 2671 Α. Περατικός προέβη στην καταγγελία και της έδωσε την κατάθεση του στην οποία αναφερόταν ο αριθμός εγγραφής του οχήματος. Στην θέση αυτή επέμεινε καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασής της, παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι τα στοιχεία του οχήματος τα τύπωσε στις 11/5/
- Όταν της υπεδείχθη ότι το Τεκμήριο 3 φέρει ημερομηνία 17/5/2010, ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ σίγουρα είχε τυπώσει τα στοιχεία του εν λόγω οχήματος, αλλά δεν απέκλεισε να τα ξανατύπωσε αργότερα δηλαδή στις 17/5/
- Ερωτώμενη αναφορικά με την αναφορά της στο Τεκμήριο 4, ότι στην παρουσία της ο Αστ. 2671 πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι πράγματι ο Αστ.2671 πήρε τηλέφωνο στο συγκεκριμένο αριθμό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 ενώ η ίδια ήταν παρούσα, αλλά επειδή εκείνη την ώρα είχε κόσμο στον Σταθμό, της είπε να επικοινωνήσει αργότερα μαζί του σε εκείνο τον αριθμό. Δέχθηκε ότι η ίδια δεν άκουσε την συνομιλία, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα με ποιον είχε μιλήσει ο Αστ. 2671 την συγκεκριμένη ημερομηνία, ούτε τι του ανέφερε αυτός. Ό,τι γνώριζε προερχόταν από αυτά που της ανέφερε ο Αστ. 2671 Α. Περατικός. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.2) κατέθεσε ο Α. 2671 Α. Περατικός, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ημερ. 11/5/2010 (Τεκμήριο 5), στην οποία αναφέρει ότι στις 11/5/2010 και ώρα 00:50 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού Λευκωσίας με ταχύμετρο τύπου lazer με αρ. 14151, έχοντας αναμμένους τους φάρους του περιπολικού, φορώντας φωσφόρο γιλέκο και κρατώντας αναμμένο φανάρι. Με το ως άνω ταχύμετρο αντελήφθη όχημα να κινείται με ταχύτητα 157χαω αντί 100χαω, έκανε σήμα στον οδηγό του να σταματήσει αλλά αυτός αντί να σταματήσει ελάττωσε ελαφρώς ταχύτητα και συνέχισε προς Λευκωσία χωρίς να σταματήσει. Δεν αντελήφθη ποιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα, όμως οι αριθμοί εγγραφής του ήταν ΗΡΑ244 και το όχημα μάρκας Citroen χρώματος άσπρου. Σύμφωνα με οδηγίες του υπευθύνου του ΟΠΟΔ δεν καταδίωξε το εν λόγω όχημα. Όπως εξήγησε περαιτέρω με την προφορική του μαρτυρία βρισκόταν καθήκον στον δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας με κατεύθυνση την Λευκωσία, κάτω από την αερογέφυρα Λατσιών. Η κίνηση ήταν αραιή και όταν αντελήφθη το ως άνω όχημα να κινείται καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας μπήκε στην λωρίδα κυκλοφορίας και έκανε κανονικό σήμα με το κόκκινο φανάρι και το συγκεντρωτικό το οποίο είναι μεγάλης ισχύος. Ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και έτσι μπόρεσε να δει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος, το χρώμα και την μάρκα του. Ως προς την ενδυμασία του ανέφερε ότι φορούσε φωσφορούχο γιλέκο και τα φώτα του περιπολικού ήταν αναμμένα. Περαιτέρω ανέφερε ότι εξ όσων θυμόταν μίλησε με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς και του ανέφερε τα γεγονότα και αυτός του απάντησε ότι δεν τον αντελήφθη και γι' αυτό δεν είχε σταματήσει. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία βρισκόταν μόνος του σε περιπολία και επανέλαβε ότι ο λόγος που δεν καταδίωξε τον κατηγορούμενο ήταν οι οδηγίες που είχε από τον υπεύθυνο του Ουλαμού Πρόληψης Οδικών Δυστυχημάτων (ΟΠΟΔ), κ. Α. Κωνσταντίνου. Σε υποβολή ότι δεν ήταν δυνατό να είχε δει τους αριθμούς εγγραφής το χρώμα και την μάρκα του οχήματος και να μην είδε τον τύπο του οχήματος, ανέφερε ότι δεν συγκράτησε τον τύπο του οχήματος διότι η προσοχή του ήταν επικεντρωμένη στο να δει τους αριθμούς εγγραφής και το χρώμα. Όπως ανέφερε είδε τις πινακίδες τόσο τις μπροστινές όσο και τις πίσω, αφού έστρεψε το συγκεντρωτικό φανό πάνω σε αυτές και μετά κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής μαζί με τις λοιπές λεπτομέρειες που αφορούσαν τις παραβάσεις σε δικό του σημειωματάριο, αφού βεβαιώθηκε για αυτά που είδε. Όπως εξήγησε το σημείο στο οποίο διενεργούσε τον έλεγχο ήταν ευθεία πέραν των 1300 μέτρων και τα φώτα του περιπολικού αναμμένα και δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον αντελήφθη ο κατηγορούμενος, ο οποίος περνώντας από το σημείο που βρισκόταν ελάττωσε ταχύτητα. Ανέφερε ότι δεν είχε μαζί του σύστημα για να διακριβώσει τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος. Δεν θυμόταν τι ώρα πήγε στο σταθμό αλλά ανέφερε ότι ήταν ασήμαντη για τον ίδιο η ώρα. Επέμεινε ότι πρώτα έδωσε την κατάθεσή του και μετά εξακριβώθηκαν τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος. Επέμεινε επίσης ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο και ότι αυτός παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων και σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής του ανέφερε να καταθέσει ότι συνομίλησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο για να συνάδει η μαρτυρία του με την μαρτυρία της Μ.Κ.1, ανέφερε ότι δεν είχε καμία συνομιλία με την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής για την παρούσα υπόθεση, θέση στην οποία επέμεινε και όταν του υποβλήθηκε ότι ο συνήγορος υπεράσπισης κος Παπαλοΐζου άκουσε τον ίδιο να συνομιλεί με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής για το θέμα αυτό. Εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρεται η επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο στην κατάθεσή του ήταν διότι η κατάθεση του είχε προηγηθεί του τηλεφωνήματος. Όπως ανέφερε δεν έκρινε αναγκαίο να προβεί σε περαιτέρω κατάθεση για να καταγράψει τα όσα ο κατηγορούμενος του ανέφερε, αφού όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος έκρινε τα όσα του είχε αναφέρει ικανοποιητικά. Ως προς το γιατί ο κατηγορούμενος προσήλθε μετά από 6 ημέρες στο Σταθμό, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ίδιος παρέδωσε την κατάθεσή του και απ' εκεί και πέρα τα περαιτέρω ήταν στην αρμοδιότητα της Μ.Κ.1 η οποία ανέλαβε ως εξεταστής. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας υιοθέτησε την γραπτή δήλωση Τεκμήριο 6, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν στο σπίτι του και κοιμόταν και δεν βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας. Δεν δέχθηκε τηλεφώνημα στις 11/5/2010, αλλά στις 17/5/2010 από κάποιον Αστυνόμο του Αστυνομικού Σταθμού Λατσιών, ο οποίος του ζήτησε με έντονο ύφος να παρουσιαστεί στο Σταθμό για ανάκριση σε σχέση με το αδίκημα της υπέρβασης ορίου ταχύτητας, το οποίο του ανέφερε ότι διέπραξε στις 11/5/
- Ο ίδιος αρνήθηκε την κατηγορία αλλά επειδή ο εν λόγω Αστυνόμος του ανέφερε ότι αν δεν μετέβαινε στο Σταθμό θα εκδιδόταν ένταλμα σύλληψης εναντίον του, μετέβη την ίδια μέρα στον εν λόγω σταθμό όπου η Μ.Κ.1 του ανέφερε γιατί ακριβώς κατηγορείτο και αυτός της ανέφερε ότι δεν παραδέχεται, καθ' ότι ήταν σίγουρος ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα κοιμόταν. Επίσης της ανέφερε ότι το όχημα του είναι παλαιού τύπου και δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα πέραν των 120 χαω. Ήταν η θέση του ότι η Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι ήταν αρκετό να γράψει ότι δεν παραδέχεται και δεν χρειαζόταν να γράψει τα υπόλοιπα που της ανέφερε. Ήταν η θέση του ότι δεν μίλησε στο τηλέφωνο με τον κ. Περατικό στις 11/5/2010 και τα όσα ανέφερε ο κ. Περατικός δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ήταν η θέση του ότι τα όσα ο κ. Περατικός ανέφερε περί τηλεφωνήματος, του τα είχε αναφέρει η κατηγορούσα αρχή για να τα αναφέρει στο δικαστήριο, γεγονός που σύμφωνα με την θέση του, του το ανέφερε ο κ. Μάριος Παπαλοΐζου ο δικηγόρος του, ο οποίος ήταν μάρτυρας αυτού του περιστατικού στις 20/6/2010 στον προθάλαμο του Δικαστηρίου, πριν ο Μ.Κ.2 καταθέσει ενόρκως. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος και το μόνο πρόσωπο που το οδηγεί είναι ο ίδιος. Ερωτώμενος τι έκανε στις 11/5/2010, ανέφερε ότι πήγε στην δουλειά και σχόλασε στις 3μ.μ. το απόγευμα και πήγε στο σπίτι του. Ανέφερε ότι δεν σχολάνει πάντοτε στις 3μ.μ. αλλά μπορεί να σχολάσει μέχρι και τις 7μμ. Ερωτώμενος πως θυμάται την ώρα που σχόλασε την συγκεκριμένη ημερομηνία πριν από τόσο καιρό, ανέφερε ότι το θυμάται διότι όταν πήγε στο σπίτι είδε το ρολόι. Ήταν η θέση του ότι την συγκεκριμένη μέρα πήγε περίπατο στην παλιά Λευκωσία, αλλά μέχρι τις 9-10 βρισκόταν στο σπίτι του. Όπως κατέθεσε δεν επιστρέφει ποτέ τις καθημερινές μετά τις 10μμ στο σπίτι. Επίσης ανέφερε ότι εκτός πόλεως δεν μεταβαίνει τις καθημερινές και η επίδικη ημερομηνία ήταν Τρίτη. Ερωτώμενος τι του ανέφερε ο Αστυνόμος που τον πήρε τηλέφωνο ανέφερε ότι του είχε πει να μεταβεί στο Σταθμό και τίποτε περισσότερο. Ερωτώμενος τι του ανέφερε ο κ. Παπαλοΐζου σε σχέση με το περιστατικό που αναφέρει στην κατάθεσή του, απάντηση που έδωσε ήταν ότι «Δεν θυμόταν (ο Μ.Κ.2) ούτε την ώρα που με πήρε και ούτε έδωσε κατάθεση για να αναφέρει αυτόν τον ισχυρισμό του». Ερωτώμενος αν μόνο αυτό του ανέφερε ο κος Παπαλοΐζου απάντησε καταφατικά. Ερωτώμενος γιατί υπέγραψε την απάντηση στην γραπτή του κατηγορία, αφού η απάντηση δεν περιλάμβανε αυτά που ανέφερε στην αστυνομικό, ήταν η θέση του ότι το έπραξε επειδή η Αστυνομικός του είπε ότι είναι αρκετό να καταγράψει ότι δεν παραδέχεται. Ο Μ.Υ.1 Μάριος Παπαλοΐζου, ασκούμενος δικηγόρος και ένας εκ των δικηγόρων που εμφανίζονταν για τον κατηγορούμενο, κατέθεσε ότι την 20.6.2011 και ενώ είχε προσέλθει στο Δικαστήριο για να διακριβώσει μέσω της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, αν θα προσέρχετο ο Μ.Κ.2 στο δικαστήριο, για να ειδοποιήσει τον κ. Αντρέου να προσέλθει στο δικαστήριο για τον χειρισμό της υπόθεσης, άκουσε την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να συνομιλεί με κάποιο πρόσωπο το οποίο αντελήφθη στην συνέχεια ότι επρόκειτο για τον Μ.Κ.2, το οποίο της ανέφερε ότι δεν θυμόταν τίποτε για την υπόθεση. Στην συνέχεια η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε στο πρόσωπο αυτό ν' αναφέρει στο Δικαστήριο ότι στις 11.5.2010 πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο, γιατί αυτό είχε πει και η Μ.Κ.1 στην κατάθεσή της. Επίσης του ανέφερε ότι θα έπρεπε να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τα αδικήματα κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία. Τα πιο πάνω ο ίδιος τα ανέφερε τόσο στον κ. Ανδρέου όσο και στον κατηγορούμενο όταν αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο. Το σύνολο της μαρτυρίας του αμφισβητήθηκε από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής έντονα κατά την αντεξέταση. Αναφορά στο θέμα αυτό γίνεται κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους. Επίσης κατά την αξιολόγηση είχα υπόψη μου και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Η Μ.Κ.1, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και μου έδωσε την εντύπωση ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της θεωρώ το γεγονός ότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν γνώριζε με ποιο πρόσωπο είχε συνομιλήσει ο Μ.Κ.2 ούτε τι ακριβώς είπαν, και περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι η ίδια γνώριζε τα όσα της ανέφερε ο συνάδελφος της Μ.Κ.2 σε σχέση με το τηλεφώνημα. Η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 4 αντιφάσκει με την θέση της μάρτυρος, ότι ο Μ.Κ.2 έδωσε την κατάθεση του και μετά εντοπίστηκαν τα στοιχεία του κατηγορούμενου, δεν βρίσκει έρεισμα στο Τεκμήριο
- Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά στο Τεκμήριο 4 ότι ο Μ.Κ.2 έδωσε κατάθεση, αλλά αναφέρεται ότι κατήγγειλε τον οδηγό του ΗΡΑ244 δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που επιχείρησε να εξαγάγει ο συνήγορος υπεράσπισης. Εξ άλλου η μάρτυρας ήταν σταθερή κατά την μαρτυρία της ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Το δε γεγονός ότι ανέφερε ότι τύπωσε τα στοιχεία του κατηγορούμενου στις 11/5/2010 ενώ το Τεκμήριο 3 έχει ημερομηνία 17/5/2010, δεν αποκλείει να το είχε τυπώσει το ίδιο έγγραφο η μάρτυρας και στις 11/5/2010 όπως η ίδια ανέφερε. Δεν θεωρώ ότι αυτή η αντίφαση, εν πάση περιπτώσει, είναι τέτοια που να μπορεί να κλονίσει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε η μάρτυρας. Αποδέχομαι την μαρτυρία της. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και τον αποδέχομαι ως μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν καθ' όλη την διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο ήρεμος και δεν παρατήρησα να κομπιάζει ή να διστάζει να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Δεν υπέπεσε δε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, οι οποίες να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Η δε μαρτυρία του βρισκόταν σε πλήρη συνοχή με την μαρτυρία της Μ.Κ.1 αλλά και την λογική. Η εξήγηση που έδωσε ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν καταδίωξε τον κατηγορούμενο συνάδει πλήρως με την λογική αλλά και τις οδηγίες που είχε από τον ανώτερό του. Ως προς την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ήταν αδύνατο να μπορούσε να δει με τέτοια ταχύτητα τους αριθμούς εγγραφής σημειώνω ότι η θέση του μάρτυρα ήταν ότι το όχημα ελάττωσε ταχύτητα όταν πέρασε από μπροστά του και ο ίδιος έστρεψε τον συγκεντρωτικό φανό στους αριθμούς εγγραφής του οχήματος τους οποίους είδε και από μπροστά και από πίσω και αφού ήταν βέβαιος για αυτό που είδε, το κατέγραψε. Δικαστική γνώση ότι δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο σημειώνω ότι δεν υπάρχει (βλ και Κυριάκος Μιχαήλ Βρυώνη v. Αστυνομίας 1992 2 Α.Α.Δ 46, 50 ) ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς για να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι τούτο δεν ήταν εφικτό με δεδομένη την ταχύτητα των 157χαω με την οποία κινείτο το όχημα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Τονίζω όμως εν πάση περιπτώσει ότι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης εκλαμβάνει, λανθασμένα, ως δεδομένο ότι το όχημα του κατηγορούμενου κινείτο με 157χαω όταν πέρασε μπροστά από τον ΜΚ2 ενώ σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 όταν το όχημα του κατηγορούμενου πέρασε μπροστά του, τούτο είχε ελαττώσει ταχύτητα. Επίσης πολύ λογική θεωρώ την θέση του Μ.Κ.2 ότι δεν συγκράτησε τον τύπο του οχήματος επειδή την συγκεκριμένη στιγμή είχε επικεντρωθεί στο να δει και πράγματι είδε τους αριθμούς εγγραφής το χρώμα και την μάρκα του οχήματος. Θεωρώ δε την πιο πάνω θέση του ένδειξη της ειλικρίνειας του μάρτυρα αλλά και του γεγονότος ότι πράγματι την κατάθεση του την έκανε πριν πάρει τα πλήρη στοιχεία από το σύστημα της Αστυνομίας. Αν μάλιστα όπως ήταν η θέση του κ. Ανδρέου, ο μάρτυρας έκανε την κατάθεσή του μετά που είχε λάβει τα στοιχεία του οχήματος του κατηγορούμενου από το σύστημα της Αστυνομίας, και είχε πρόθεση να παραποιήσει τα γεγονότα, θα μπορούσε να πρόσθετε στην κατάθεσή του και τον τύπο του οχήματος, ούτως ώστε να είναι πιο πειστικός ως προς αυτό που κατέθεσε. Πλην όμως ο μάρτυρας καταθέτοντας με ειλικρίνεια και λέγοντας μόνο το τι πραγματικά είδε, ανέφερε ότι δεν συγκράτησε τον τύπο του οχήματος στην προσπάθεια του να συγκρατήσει τους αριθμούς εγγραφής το χρώμα και την μάρκα του οχήματος. Ο λόγος δε για τον οποίο το τηλεφώνημα προς τον κατηγορούμενο δεν αναφέρεται στην κατάθεσή του είναι προφανής και συνάδει πλήρως με την μαρτυρία του αφού το τηλεφώνημα έλαβε χώρα μετά που έδωσε την κατάθεσή του στην Μ.Κ.
- Αναφορικά με τις εισηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι οι δύο μάρτυρες κατηγορίας συζήτησαν μεταξύ τους για την υπόθεση πριν δώσουν κατάθεση στο Δικαστήριο, σημειώνω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει τέτοια θέση. Ας σημειωθεί ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες έδωσαν μαρτυρία σε διαφορετικές ημερομηνίες και η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ήταν η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αυτή η οποία ανέφερε στον μάρτυρα τι θα καταθέσει και όχι η Μ.Κ.
- Όσον δε αφορά στις εισηγήσεις του περί φρεσκαρίσματος μνήμης των μαρτύρων κατηγορίας χωρίς να ενημερωθεί η υπεράσπιση και πάλιν παρατηρώ ότι οι εν λόγω εισηγήσεις στερούνται πραγματικού ερείσματος αφού δεν τέθηκε οποιοδήποτε θέμα φρεσκαρίσματος μνήμης των μαρτύρων είτε εντός είτε εκτός του Δικαστηρίου, για να χρήζει εξέτασης οποιοδήποτε από τα θέματα που έθεσε ο συνήγορος υπεράσπισης. Όσον αφορά στον κατηγορούμενο, αυτός πρέπει να πω ότι μου έκανε την χείριστη εντύπωση και εκ των προτέρων αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην του σημείου που δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι δηλαδή ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος και το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγεί. Δεν με έπεισε ούτε στο ελάχιστο για την αλήθεια των όσων κατέθεσε, αφού κατέθετε μηχανικά δίνοντας ξεκάθαρα την εντύπωση ότι δεν είχε βιώσει αυτά τα οποία κατέθετε. Ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε υπολείπετο φυσικότητας και έδιδε την εντύπωση ότι ο ίδιος ετοίμασε μια εκδοχή για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο με σκοπό να αποποιηθεί των ευθυνών του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να ανακοπεί την συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο τρόπος που απαντούσε τις ερωτήσεις δεν ήταν άμεσος ούτε φυσικός. Αρκεί να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι σχεδόν σε κάθε ερώτηση που του υποβάλλετο κατά την αντεξέταση του, ανάτρεχε στην κατάθεσή του για να δώσει απάντηση ωσάν, ο ίδιος να μην γνώριζε αυτά για τα οποία κατέθετε και να μην μπορούσε να απαντήσει χωρίς την βοήθεια της κατάθεσής του. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο δεν άφησε καλή εντύπωση, περιέπεσε σε αντιφάσεις ενώ σε πολλά σημεία η μαρτυρία του δεν είχε συνοχή και χαρακτηριζόταν από υπερβολές. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής. Οι απαντήσεις που έδιδε ως προς το για ποιο λόγο θυμόταν τις ακριβείς ενέργειες του την επίδικη ημερομηνία δηλαδή 1 και πλέον έτος προηγουμένως δεν ήταν πειστικές. Για παράδειγμα ερωτώμενος πως θυμόταν την ώρα που σχόλασε την συγκεκριμένη μέρα ανέφερε ότι το θυμόταν επειδή είδε το ρολόι όταν πήγε στο σπίτι του τονίζοντας ότι βλέπει πολύ συχνά το ρολόι του. Θεωρώ επίσης υπερβολή την θέση του ότι πάντα τις καθημερινές ευρίσκεται στο σπίτι του το αργότερο μέχρι τις 10.00 καθώς και το ότι δεν πηγαίνει ποτέ εκτός πόλης τις καθημερινές. Προφανής σκοπός της απάντησης αυτής ήταν να αποκλείσει το ενδεχόμενο να βρισκόταν στον δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα. Επίσης ενώ στην κατάθεση του αναφέρει με λεπτομέρεια την συζήτηση που είχε με τον Αστυνόμο ο οποίος τον πήρε τηλέφωνο (βλ. παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 6) κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι το μόνο πράγμα που του ανέφερε ο εν λόγω Αστυνόμος ήταν να μεταβή στον Αστυνομικό Σταθμό. Ως προς το περιστατικό το οποίο στην κατάθεσή του αναφέρει ότι του ανέφερε ο κος Παπαλοΐζου, η μαρτυρία του βρισκόταν σε πλήρη διάσταση με τον ΜΥ1 αφού ερωτώμενος σχετικά, ο ίδιος έδωσε την απάντηση η οποία αναφέρεται ανωτέρω στην σελίδα 7, απάντηση η οποία για να πω το ολιγότερο δεν έχει συνοχή ή νόημα. Περαιτέρω δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση η θέση που υποστήριξε με την δική του μαρτυρία, ότι στην Μ.Κ.1 είχε αναφέρει ότι το όχημα του δεν μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα 157χαω λόγω του ότι είναι παλαιού τύπου, απάντηση την οποία σύμφωνα με την θέση του, η Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε αναφέροντας του ότι ήταν αρκετό να αναφέρει ότι δεν παραδέχεται. Και τούτο διότι η θέση αυτή δεν τέθηκε σε κανένα από τους μάρτυρες κατηγορίας και δη στην Μ.Κ.
- Τέθηκε για πρώτη φορά στην κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου. Σημειώνω ότι η Μ.Κ.1 ανέφερε ρητά ότι κατέγραψε αυτά που της ανέφερε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα τίποτε σχετικό με την θέση αυτή του κατηγορούμενου, δεν τέθηκε στη μάρτυρα αυτή. Η μοναδική υποβολή που της έγινε είναι ότι ο κατηγορούμενος της απάντησε «Δεν παραδέχομαι γιατί μόνο εγώ οδηγώ το όχημα αυτό και κοιμούμουν σπίτι μου» Δεν της υποβλήθηκε καν ότι του ανέφερε η ίδια ότι είναι αρκετό να καταγράψει μόνο ότι δεν παραδεχόταν, όπως ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι έγινε. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το θέμα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyrpus,
(1975)των κ.κ. Λοΐζου και Πική, στην σελ.107 αναφέρονται τα εξής: «.Where the version, or a particular account of facts relating to an incident, of the accused differs from that of a prosecution witness then the witness must be confronted with the version of the accused and any failure to adhere to this course, will seriously weaken the evidence of the accused on the matter. It is improper for counsel for the defence to make suggestions regarding the testimony of a witness without such allegations having been first put to the witness in cross-examination.» Πέραν των πιο πάνω η θέση του κατηγορούμενου ότι η Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι θα ήταν αρκετό να καταγράψει μόνο ότι δεν παραδέχεται, δεν έχει ούτε συνοχή διότι αν πράγματι η θέση της Μ.Κ.1 ήταν αυτή, δεν θα κατέγραφε και αυτό που ανέφερε ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι το μοναδικό πρόσωπο που οδηγεί το εν λόγω όχημα. Ερχόμενη τώρα στον ΜΥ1, σημειώνω ότι αυτός παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση ως ανεξάρτητος μάρτυρας, πλην όμως δηλώνω εκ των προτέρων ότι δεν μπορώ να τον θεωρήσω ως τέτοιο, αφού από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και την ώρα που προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας εμφανιζόταν ως ένας εκ των συνηγόρων του κατηγορούμενου, με προφανή σύγκρουση συμφερόντων. Με δεδομένες δε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δόθηκε η μαρτυρία του, δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να αποδώσω στην μαρτυρία του την παραμικρή βαρύτητα. Και εξηγώ. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ως έχων υψηλό συναίσθημα δικαιοσύνης δεν μπορούσε να μην καταθέσει για αυτά τα οποία με έκπληξη παρατήρησε. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι γνωρίζει έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και πείρα αφού εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα ως δικηγόρος και στην Αθήνα. Παρά τα πιο πάνω και ενώ είχε παρατηρήσει αυτά τα τόσο σημαντικά για τα οποία θα κατάθετε, συνέχιζε να εμφανίζεται ως δικηγόρος του κατηγορούμενου μαζί με τον κ. Ανδρέου, παρέμεινε στην αίθουσα του δικαστηρίου καθ' όν χρόνο κατέθετε και αντεξεταζόταν ο Μ.Κ.2, αλλά και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, κρατώντας μάλιστα και σημειώσεις. Ήταν η θέση του ότι το έπραξε διότι ο κος Ανδρέου χρειαζόταν κάποιον να λαμβάνει σημειώσεις αλλά και από περιέργεια λόγω του ότι είναι άνθρωπος και ήθελε να δει την εξέλιξη της υπόθεσης. Ανέφερε μάλιστα ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν απαιτεί πάντοτε συμμόρφωση με τις δικονομικές διατάξεις ή το Νόμο. Με όλο το σεβασμό η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται με το να παραμένει στην αίθουσα πρόσωπο που θα καταθέσει ως μάρτυρας και μάλιστα εμφανιζόμενος ως ένας εκ των δικηγόρων του διαδίκου υπέρ του οποίου θα καταθέσει. Πολύ περισσότερο μάλιστα για τους λόγους που ο ΜΥ1 ανέφερε. Αποδοχή της θέσης του θα σήμαινε ότι κάθε περίεργος μάρτυρας ή κάθε άλλο πρόσωπο προφασιζόμενο την αναγκαιότητα για λήψη σημειώσεων, θα παρέμενε στην αίθουσα παρά τα όσα προβλέπει ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 (βλ. άρθρο 73). Πέραν των πιο πάνω τα οποία αφ' εαυτών είναι επαρκή για την απόρριψη της μαρτυρίας του, σημειώνω και την γενικότερη προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο η οποία ήταν εμφανέστατη και κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, αφού δεν δίστασε να εκφέρει και άποψη ως προς την έκβαση της υπόθεσης, παρά το ότι τούτο είναι θέμα για το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο, πράγμα το οποίο ο ίδιος, εφόσον μάλιστα ανέφερε ότι έχει επαρκείς γνώσεις και εμπειρία ως δικηγόρος, όφειλε να το γνωρίζει. Περαιτέρω δεν δίστασε να προβεί σε υποθέσεις και να δώσει και εξηγήσεις, ως προς το γιατί ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε τα όσα ο ίδιος του είχε κατ' ισχυρισμό πει εν σχέσει με το περιστατικό του οποίου ο ίδιος ήταν, όπως ισχυρίστηκε, μάρτυρας. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή ανέφερε το περιστατικό του οποίου ήταν κατ' ισχυρισμό μάρτυρας στον κατηγορούμενο, διαψεύσθηκε από τον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του όπως και πιο πάνω αναφέρεται. Αντιφάσεις παρατηρήθηκαν και κατά την περιγραφή του όλου περιστατικού από τον ΜΥ1, αφού σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι τόσο την πρώτη φορά που προσήλθε στο κτίριο που στεγάζεται το παρόν δικαστήριο όσο και την δεύτερη παρατήρησε την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να βρίσκεται μαζί με τον Μ.Κ.2 έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου ενώ σε άλλο σημείο η θέση του ήταν ότι την δεύτερη φορά που προσήλθε στο κτίριο του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είχε ήδη αρχίσει την συνεδρία του και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής βρισκόταν εντός της αιθούσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΥ1 την οποία και απορρίπτω στο σύνολό της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα : Στις 11/5/2010 και ώρα 00:50 ο Μ.Κ.2 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού Λευκωσίας παρά την αερογέφυρα Λατσιών, με ταχύμετρο τύπου lazer με αρ. 14151, το οποίο είχε ελεγχθεί και λειτουργούσε κανονικά, έχοντας αναμμένους τους φάρους του περιπολικού, φορώντας φωσφόρο γιλέκο και κρατώντας αναμμένο φανάρι. Με το ως άνω ταχύμετρο αντελήφθη όχημα να κινείται με ταχύτητα 157χαω αντί 100χαω, μπήκε στην λωρίδα κυκλοφορίας κρατώντας φανάρι και έκανε σήμα στον οδηγό του να σταματήσει αλλά αυτός αντί να σταματήσει ελάττωσε ελαφρώς ταχύτητα και συνέχισε προς Λευκωσία χωρίς να σταματήσει. Δεν αντελήφθη ποιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα, όμως οι αριθμοί εγγραφής του ήταν ΗΡΑ244 και το όχημα μάρκας Citroen χρώματος άσπρου. Σύμφωνα με οδηγίες του υπευθύνου του ΟΠΟΔ δεν καταδίωξε το εν λόγω όχημα. Η κίνηση ήταν αραιή. Την ίδια μέρα ο ΜΚ1 ετοίμασε την κατάθεση του και αφού την παρέδωσε στη Μ.Κ.1 η τελευταία διαπίστωσε τα στοιχεία του ιδιοκτήτη δηλαδή του κατηγορούμενου με τον οποίο ο Μ.Κ.2 επικοινώνησε και ο οποίος του ανέφερε ότι ο ίδιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα και ότι ο λόγος που δεν σταμάτησε ήταν διότι δεν τον είχε αντιληφθεί. Η Μ.Κ.1 στις 17/5/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ως το Τεκμήριο 2 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Το όχημα μου το κρατώ μόνο εγώ και δεν παραδέχομαι.» Ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΑ244 το οποίο ήταν μάρκας Citroen, χρώματος άσπρου, ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγούσε. Το ανώτατο όριο έχει καθοριστεί από την αρμόδια αρχή σε 100 χ.α.ω και υπήρχε πινακίδα με το όριο ταχύτητας, ως η πορεία του κατηγορούμενου πριν το σημείο όπου διενεργούσε έλεγχο ο Μ.Κ.2. Το ταχύμετρο που χρησιμοποιήθηκε είχε ελεγχθεί ως προβλέπεται και λειτουργούσε κανονικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατηγορία 1 Αναφορικά με την 1η κατηγορία το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοεί πως όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή είναι ένοχος αδικήματος. Όπως επισημάνθηκε στην Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου 'πραγματική μαρτυρία' (real evidence) με αναφορά μεταξύ άλλων στη The Statue of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι το χρησιμοποιηθέν ταχύμετρο λειτουργούσε κανονικά, αφού κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το ταχύμετρο που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.2 την συγκεκριμένη ημερομηνία ελέγχθηκε ως προβλέπεται και λειτουργούσε κανονικά. Όταν ο Μ.Κ.2 σημάδεψε το όχημα του κατηγορούμενου εμφανίστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου, η ένδειξη που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο. Οδηγός του οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος αφού σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος και το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγούσε, σύμφωνα και με την δική του αναντίλεκτη θέση. Όσον αφορά στο όριο ταχύτητας και την σήμανση στον εν λόγω δρόμο σε σχέση με αυτό, σημειώνω ότι αυτό δεν αμφισβητήθηκε και συνακόλουθα κρίνω ότι επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta) όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Φλωρίδη
(1999)2 ΑΑΔ 95 και Φοίβος Γιωργαλίδης ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Κατηγορία 2 Ο Κανονισμός 58 1 (κ) προνοεί ότι «πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου εφ΄ οιασδήποτε οδού υπέχει υποχρέωση όπως: εφ΄ όσον ήθελε κληθή προς τούτο υπό αστυνομικού εν στολή, ακινητοποιή το όχημα μέχρις ότου ο αστυνομικός επιτρέψη εις αυτόν να εξακολουθήση την πορεία του, ανακόπτη δε την ταχύτητα του οχήματος, εφ΄ όσον ήθελε κληθή προς τούτο δι΄ επί τούτω σήματος προσώπου έχοντος την ευθύνη ζώου η οχήματος». Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είμαι ικανοποιημένη πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάση λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία αρ. 2 εναντίον του Κατηγορουμένου ο οποίος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. ............ Ν. Μαθηκολώνη Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο