← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. DHAMMIKA SAMPATH WADUGE, Αρ. Υπόθεσης: 19103/11, 26.9.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. DHAMMIKA SAMPATH WADUGE, Αρ. Υπόθεσης: 19103/11, 26.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19103/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν DHAMMIKA SAMPATH WADUGE Ημερομηνία: 26.9.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: ---- Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ [Χρέη μεταφράστριας από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα εκτελεί η κα. Χριστιάνα Τζώρτζου.] Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες δύο κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Απείθεια κατά Νόμιμων Διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την Κ.Δ.Π.312/

  1. 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/
  2. Τα γεγονότα, όπως τα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως οι λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα, κατά την 9/8/2010 και περί ώρα 21:30, o Κατηγορούμενος ανακόπηκε από το μάρτυρα κατηγορίας ενόσω οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚLC 671 στην οδό Διαγόρου στη Λευκωσία και διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 979/09, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 6 μηνών από τις 13/7/2010 μέχρι τις 8/1/
  3. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι, κατά την προαναφερόμενη ημέρα και ώρα ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, το οποίο να καλύπτει την ευθύνη οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «I didn't know». Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 979/09, με ημερομηνία καταδίκης 12.07.
  4. .Σε εκείνη την υπόθεση ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε, πρώτον, για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος με άδεια οδήγησης μαθητευόμενου χωρίς να επεμβαίνει στο πρόσθιο κάθισμα, πρόσωπο που να κατέχει ισχύουσα άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 16

(1)και 50 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι) του 2001 και, δεύτερον, για το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφαλιστήριο υπέρ τρίτου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/
  1. Ο Κατηγορούμενος έχει συσσωρευμένους 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τα οποία παραδέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε στις 19/9/2011 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22/09/
  2. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι 34 ετών με καταγωγή από τη Σρι Λάνκα, έγγαμος, πατέρας ενός 5χρονου παιδιού, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του στη Σρι Λάνκα. Ο Κατηγορούμενος διαμένει στην οδό Αμφίας 14, Ακρόπολη, 1087, της Επαρχίας Λευκωσίας. Βρίσκεται στην Κύπρο κατά τα τελευταία 8,5 περίπου χρόνια, εργαζόμενος ως οικιακός βοηθός, με άδεια παραμονής στην Κύπρο που λήγει στις 5/12/2011 και η οποία δεν δύναται να ανανεωθεί. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος σκοπεύει να επιστρέψει στη χώρα του στη λήξη της άδειας παραμονής του, έτσι ώστε να βρίσκεται μαζί με την οικογένειά του. Από την εργασία του, ο Κατηγορούμενος έχει εισόδημα που ανέρχεται στο ποσό των €329 περίπου μηνιαίως. Έχει, επίσης, ένα αυτοκίνητο στο ονομά του, το οποίο βρίσκεται στη διαδικασία πώλησής του. Όπως, εξάλλου, αναφέρεται στην ίδια έκθεση σχετικά με τις συνθήκες τέλεσης των υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων, κατά τη συγκεκριμένη ημέρα τέλεσης των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος έπρεπε να μεταφέρει τον εργοδότη του στο Νοσοκομείο για σκοπούς εξέτασης. Ο εργοδότης του, με βάση την ίδια έκθεση, είναι Κύπριος, συνταξιούχος, ο οποίος παρουσιάζει προβλήματα υγείας και δυσκολίες μετακίνησης. Ο Κατηγορούμενος δηλώνει μετανιωμένος και σημειώνει ότι δεν θα το επαναλάβει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβε αντίγραφο της πιο πάνω έκθεσης, ημερομηνίας 19/09/2011, και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Ρωτήθηκε από το Δικαστήριο αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, πέραν των διαλαμβανομένων στην εν λόγω έκθεση, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί και τότε απάντησε «Όχι, απολογούμαι.». Και οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρές. Η σοβαρότητά τους αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, (β) σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, για αδίκημα που διαπράχθηκε βάσει του άρθρου αυτού μέσα σε περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία διάπραξης του προηγούμενου αδικήματος, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €3417 και περαιτέρω το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Στο εδάφιο
(6)του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου καθορίζεται ότι - «Σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού μετά από προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 6, του άρθρου 7 ή του άρθρου 13Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, ή αδικήματος βάσει του άρθρου 203, του άρθρου 210 ή του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα που διαπράχθηκε σε σχέση με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα, η στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Η επιβολή ποινής, υπό το φως των καθιερωμένων από τη νομολογία αρχών, καθώς και στο πλαίσιο εφαρμογής των προπαρατεθεισών νομοθετικών διατάξεων, αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται από τη μια εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και από την άλλη εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό ότι ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να οδηγήσει ενόσω ήταν σε ισχύ το εκδοθέν στην υπόθεση 979/09 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για στέρηση της άδειας οδήγησης, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Σημειώνω ότι η ισχύς του διατάγματος στέρησης άρχιζε στις 13/7/2010 και διαρκούσε μέχρι τις 8/1/2011. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 9/8/2010, δηλαδή εντός του πρώτου μόλις μήνα από την έναρξη της ισχύος του διατάγματος. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε το διάταγμα στέρησης της άδειάς του διαπράττοντας το ίδιο αδίκημα, δηλαδή της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, για το οποίο είχε εξαρχής υποβληθεί στην τιμωρία της στέρησης της άδειας. Αφαίρεσε κατ' αυτόν τον τρόπο το περιθώριο επιείκιας από το παρόν Δικαστήριο, αφού καταστρατήγησε την ύστατη ευκαιρία που του δόθηκε στην υπόθεση 979/09 για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Κρίνω, επίσης, πρέπον όπως επιβάλω, δυνάμει της εξουσίας που μου χορηγεί το άρθρο 19 του Ν.86/72, ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης για περίοδο εννέα μηνών από αύριο. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, όπως προκύπτει μετά από την απόφαση στην υπόθεση 979/09, έχω ήδη κάνει αναφορά πιο πάνω. Έχω επίσης αναφερθεί στη σοβαρότητα των υπό εκδίκαση περιστατικών. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις και το κίνητρο τέλεσης των υπό κρίση αδκημάτων, όπως έχουν εκτεθεί στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευμερίας. Λαμβάνω, ειδικότερα, υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οποιοδήποτε στοιχείο που να δηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο διάστημα που διέρρευσε από τις 9/8/2010 (ημερομηνία τέλεσης των υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων) μέχρι την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του (26.5.2011), αλλά και μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει μόνο τρεις βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η άδεια παραμονής του στην Κύπρο λήγει στις 5/12/2011, μετά από περίοδο 8,5 ετών παραμονής, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν είχε οποιαδήποτε καταδίκη πέραν της προαναφερόμενης. Υπό το φως αυτών των συνθηκών, θεωρώ ότι είναι κατάλληλο όπως αναστείλω την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την 1η κατηγορία για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία κρίνω πρέπον να επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €400 και στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο εννέα μηνών από αύριο, η οποία να συντρέχει με την περίοδο στέρησης που έχω επιβάλει σε σχέση με την 1η κατηγορία. Η χρηματική ποινή να καταβληθεί άμεσα. Τα έξοδα της μεταφράστριας να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.