← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Λεβέντης, Αρ. Υπόθεσης: 15643/11, 30.9.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Λεβέντης, Αρ. Υπόθεσης: 15643/11, 30.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15643/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιώργος Λεβέντης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30.9.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση O Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία «οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 58
(14)της ΚΔΠ 189/2008, τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/2004 και την ΚΔΠ 312/2007». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 16.03.2010, στη Λεωφ. Μακεδονιτίσσης, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενόσω οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HMN604[1] δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι». Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεσή της, κάλεσε ένα μάρτυρα, το Λοχία 2555, Δ. Δημοσθένους. Ο κ. Δημοσθένους ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας με απόσπαση στο ΚΕΜ (Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων). Ο κ. Δημοσθένους κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, τον ανακριτικό φάκελο που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση, τον ανέγνωσε και υιοθέτησε το περιεχόμενό του. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο κ. Δημοσθένους ανέφερε ότι, στις 16.03.2010 και περί ώρα 20:05, ενόσω ο ίδιος ήταν με στολή αστυνομικού και φορούσε φωσφορούχο γιλέκο, κρατώντας φανάρι έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος ΗΜN604[2] να σταματήσει, διότι αντιλήφθηκε τον οδηγό, από απόσταση μόλις 5 μέτρων από τον ίδιο, να κάνει χρήση κινητού τηλεφώνου, κρατώντας το με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί, ενόσω το όχημα ήταν σταθμευμένο πάνω στο αλτ, επί της συμβολής της λεωφόρου Μακεδονιτίσσης και της οδού Αρχ. Κυπριανού, παρά την εκκλησία της Χρυσελεούσης. Αφού πληροφόρησε τον οδηγό του οχήματος, κ. Γιώργο Λεβέντη, Πολυκλείτου 6, Λευκωσία, ότι θα καταγγελθεί για το αδίκημα της χρήσης τηλεφώνου κατά την οδήγηση, εκείνος απάντησε «Παραδέχομαι» και του εξέδωσε αμέσως το εξώδικο πρόστιμο με αριθμό ΑΑ075960 για το ποσό των €85.43, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2. Ανέφερε, συναφώς, ότι τα στοιχεία του οδηγού τα εξήγαγε από την άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου, που του παρουσίασε ο Κατηγορούμενος την ίδια στιγμή, παραδεχόμενος το αδίκημα. Αναφορικά με τις συνθήκες φωτισμού του δρόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κ Δημοσθένους ανέφερε ότι γνωρίζει καλά το σημείο όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, διότι ευρίσκεται συχνά σε υπηρεσιακό καθήκον εκεί, και ότι, αν και το αδίκημα τελέσθηκε σε βραδινή ώρα, εντούτοις υπήρχε φωτισμός ακριβώς πάνω από το σημείο του αυτοκινήτου αφού υπάρχει ηλεκτρικός πάσσαλος στο συγκεκριμένο σημείο. Σε σχέση με την τροχαία κίνηση, ο κ. Δημοσθένους ανέφερε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν το δεύτερο στη σειρά επί του αλτ. Κατά την αντεξέταση του πιο πάνω Μάρτυρα Κατηγορίας (στο εξής «ΜΚ1») από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, υποβλήθηκε στον εν λόγω μάρτυρα- (α) πρώτον, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν σταματημένο στο προαναφερθέν αλτ και, συνεπώς, δεν βρισκόταν σε κίνηση, (β) δεύτερον, ότι το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορουμένου βρισκόταν σε ανοικτή ακρόαση και δεν εμπόδιζε την οδήγηση του οχήματος, και (γ) τρίτον, ότι ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε ποτέ εξώδικο πρόστιμο. Απαντώντας στις πιο πάνω υποβολές, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι- (α) αν και το όχημα του Κατηγορούμενου δεν ήταν σε κίνηση, ήταν εντούτοις «σταματημένο με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Αρχιεπισκόπου Κυπριανού», (β) είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά το κινητό με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί και ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν το κινητό ήταν σε ανοικτή ακρόαση, και (γ) ο Κατηγορούμενος έλαβε εξώδικο πρόστιμο γι' αυτό και επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον προϊστάμενο του ΜΚ1, για να παραπονεθεί. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι όταν περίγραφε το όχημα του Κατηγορουμένου ως «σταματημένο επί του αλτ» εννοούσε ότι αυτό «βρισκόταν σε αναμονή για να εισέλθει στην οδό Αρχ. Κυπριανού». Ακολούθως, η κα. Κακούρη δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Στην εισήγησή του περί του ότι δεν υπήρξε απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ακινητοποιημένο το όχημά του επί του αλτ και ότι ο ίδιος είχε πλήρη έλεγχο του οχήματός του. Το Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση αυτή, αλλά κατέληξε στην απόφαση ότι πληρούνταν τα νομολογημένα κριτήρια περί του εκ πρώτης όψεως, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή πρόσφερε μαρτυρία προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος «οδηγούσε» μηχανοκίνητο όχημα και συγχρόνως «έκανε χρήση κινητού τηλεφώνου με το χέρι», χωρίς η μαρτυρία αυτή να είναι αντινομική. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, από την θέση στην οποία βρισκόταν. Στο πλαίσιο της ανώμοτης του δήλωσης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ευσυνείδητος οδηγός και ότι οδηγεί για 25 μέχρι στιγμής χρόνια. Οδηγούσε για 13 χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο και 2 χρόνια στο Τόκιο της Ιαπωνίας, όπου υπηρετούσε στα Ηνωμένα Έθνη. Υπηρετεί την Κυπριακή Δημοκρατία αμισθί από τη θέση μέλους της Διαπραγματευτικής Ομάδας για Θέματα Ασφάλειας και Εγγυήσεων στο πλαίσιο των Διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος. Δεν είναι Διευθυντής εταιρείας, ως λανθασμένα αναφέρεται στο Κατηγορητήριο. Εκκρεμούν αιτήσεις του για πλήρωση θέσης στη Γραμματεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Δεν έχει προκαλέσει ποτέ δυστύχημα εδώ και 20 χρόνια που οδηγεί στην Ευρώπη. Στο στάδιο της τελικής αγόρευσής της για την Κατηγορούσα Αρχή, η κα. Κακούρη παρατήρησε ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε τα διαπιστευτήριά του σε ό,τι αφορά την οδήγησή του σε άλλες χώρες. Στην Κυπριακή Δημοκρατία, σημείωσε, ο Νομοθέτης καθιέρωσε, ως αδίκημα αυστηρής ευθύνης, το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κάνοντας χρήση κινητού τηλεφώνου με το χέρι. Η κα. Κακούρη σημείωσε εμφαντικά ότι το αδίκημα αυτό συντελείται «σε όλα τα στάδια της οδήγησης, ακόμη και στο στάδιο αναμονής στο αλτ». Κατέληξε σημειώνοντας ότι, μετά και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου, παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε και έκανε χρήση κινητού τηλεφώνου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα το ΜΚ1 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική του παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας του ΜΚ1, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε με αντικειμενικό και σαφή τρόπο, χωρίς υπεκφυγές και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εξ' ολοκλήρου. Δήλωσε ευθέως ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν, κατά το χρόνο που τον κατηγόρησε, «ακινητοποιημένο επί του αλτ, αναμένοντας - δεύτερο στη σειρά - για να εισέλθει στην οδό Αρχ. Κυπριανού και δήλωσε ότι είδε - από μικρή απόσταση σε συνθήκες πολύ καλού φωτισμού - τον Κατηγορούμενο να κρατά με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί κινητό τηλέφωνο. Δεν δίστασε να διευκρινίσει ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει αν εκείνη τη στιγμή το κινητό τηλέφωνο βρισκόταν ρυθμισμένο σε ανοικτή ακρόαση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Σημειώνω, πάντως, ότι, ούτε κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 αλλά ούτε και στο πλαίσιο της ανώμοτης του δήλωσης, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσφέρει μαρτυρία για το τί εννοούσε με την αναφορά ότι είχε το κινητό τηλέφωνο «σε ανοικτή ακρόαση». Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος άφησε αναντίλεκτο το γεγονός ότι αυτός κρατούσε το κινητό του με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί. Άφησε, επίσης, αναντίλεκτο το γεγονός ότι κρατούσε και χρησιμοποιούσε το κινητό τηλέφωνο, ενόσω η μηχανή του μηχανοκίνητου οχήματός του ήταν ξεκινημένη και το εν λόγω όχημα ευρισκόταν ακινητοποιημένο αλλά σε κανονική πορεία σε οδό, ακολουθώντας ουσιαστικά άλλο προπορευόμενο όχημα, προκειμένου να ολοκληρώσει την πορεία οδήγησής του επί του αλτ στη συμβολή της λεωφόρου Μακεδονιτίσσης και της οδού Αρχ. Κυπριανού με πρόθεση να εισέλθει στην τελευταία οδό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι, κατά την 16.3.2010, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HMN604 με κατεύθυνση από τη λεωφόρο Μακεδονιτίσσης προς την οδό Αρχ. Κυπριανού. Κατά την οδήγηση αυτή, και ενόσω το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν ακινητοποιημένο δεύτερο στη σειρά επί του αλτ στη συμβολή των δύο οδών, αναμένοντας τη σειρά του για να εισέλθει στην οδό Αρχ. Κυπριανού, ο Κατηγορούμενος κρατούσε το κινητό τηλέφωνο με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί. Ο Μ.Κ.1, αφού αντιλήφθηκε τα πιο πάνω από απόσταση 5 μέτρων, σταμάτησε τον οδηγό κάνοντας του σήμα με φωτεινό φανό, και ενόσω το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου φωτιζόταν καλά με ηλεκτρκό πάσσαλο. Ο Κατηγορούμενος, παραδεχόμενος εκείνη τη στιγμή το αδίκημα που τέλεσε, έδωσε την άδεια οδηγού που κατείχε στο ΜΚ1, από την οποία ο ΜΚ1 συνέλεξε τα στοιχεία για σκοπούς έκδοσης εξώδικου προστίμου, το οποίο και εξέδωσε. Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το εν λόγω εξώδικο. Στο εν λόγω εξώδικο αναγράφηκε εκ παραδρομής ο αριθμός εγγραφής του οχήματος ως ΗΜΜ604 αντί ΗΜΝ 604, σφάλμα το οποίο σημειωτέον επαναλήφθηκε και στο κατηγορητήριο. Το σφάλμα αυτό, το οποίο εξάλλου έχει διορθωθεί με τροποποίηση των λεπτομερειών του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, δεν αναιρεί την παραδοχή του Κατηγορουμένου ότι ο ίδιος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημά του στη συγκεκριμένη λεωφόρο που προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο, τη συγκεκριμένη ημερομηνία, κρατώντας κινητό τηλέφωνο με το χέρι. Η μη παραδοχή του αδικήματος από τον Κατηγορούμενο εστιάζεται στο ότι, εφόσον το όχημά του ήταν κατά τη δεδομένη στιγμή ακινητοποιημένο, αυτός είχε - παρά το κράτημα του κινητού τηλεφώνου με το δεξί χέρι - άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84) αναφέρει τα ακόλουθα: «Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Στον Κανονισμό 72 αναφέρεται ότι «οιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις των εν λόγω Κανονισμών ή οιονδήποτε όρο χορηγηθείσας άδειας είναι ένοχος αδικήματος». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, στις περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης, η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7897 ημερ. 28.4.2005). Στην περίπτωση του Κανονισμού 58
(5), προκύπτει σαφώς - ειδικότερα διαβάζοντας την τελευταία πρόταση του σχετικού Κανονισμού - ότι, αφενός, το αδίκημα συνίσταται στη χρήση τηλεφώνου με τα χέρια σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή κατά τη διάρκεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, και αφετέρου, ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Εξετάζω πρώτα κατά πόσον πληρούται το συστατικό στοιχείο που προκύπτει από τη φράση «κατά την οδήγηση ... σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή». Στην R v MacDonagh
(1974)RTR 372, 375, αποφασίστηκε ότι, για να θεωρηθεί ότι κάποιο πρόσωπο οδηγούσε θα πρέπει, όχι μόνο να κάθεται στη θέση του οδηγου ή να έχει τον έλεγχο του τιμονιού του οχήματος, αλλά οι πράξεις του να εμπίπτουν στην καθημερινή έννοια της λέξης «οδήγηση». Στην Stevens v Thornborrow
(1969)3 All ER 1487 κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε οδήγηση η ενέργεια του οδηγού ο οποίος ευρισκόταν για 15 λεπτά εντός ακινητοποιημένου, αλλά όχι ξεκινημένου, οχήματος και συζητούσε με τους συνεπιβάτες του. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι αυτός ήταν εντός ξεκινημένου οχήματος, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο επί του αλτ μόνο στο βαθμό που αυτό κατέστη αναγκαίο προς αναμονή του προπορευόμενου οχήματος που θα εισέρχετο στην οδό Αρχ. Κυπριανού. Τέτοια οδική συμπεριφορά, κρίνω ότι εμπίπτει στη συνήθη έννοια του όρου «οδήγηση». Η ακινητοποίηση οχήματος επί του αλτ, όπου ο οδηγός υποχρεούται - στο πλαίσιο των ιδίων των Κανονισμών περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως[3] - να σταματήσει λόγω της προτεραιότητας που έχουν τα οχήματα που κινούνται επί της κύριας οδού στην οποία αυτό επιθυμεί να εισέλθει, δεν μπορεί να διαχωριστεί χρονικά από τη συνεχή πράξη της οδήγησης, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι η μηχανή του οχήματος είναι ξεκινημένη. Καταλήγω, συνεπώς, στο εύρημα ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση εντάσσεται στη συνήθη έννοια της οδήγησης, έστω και αν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι κατά την ουσιώδη στιγμή, το όχημά του ήταν ακινητοποιημένο επί του αλτ. Εξετάζω στη συνέχεια το κατά πόσο πληρούται το συστατικό στοιχείο της «χρήσης τηλεφώνου με τα χέρια». Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω, προκύπτει ότι, ενόσω ο Κατηγορούμενος οδηγούσε, χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το δεξί χέρι. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, με βάση το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, «λέξεις που χρησιμοποιούνται στον πληθυντικό περιλαμβάνουν τον ενικό» ή/και αντίστροφα, και θεωρώντας, κατά συνέπεια, ότι ο όρος «με τα χέρια» καλύπτει και τον όρο «με το χέρι», κρίνω ότι η πράξη του Κατηγορουμένου πληροί το υπό κρίση συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καθορίζεται στον Κανονισμό 58
(5), δηλαδή «της χρήσης τηλεφώνου με τα χέρια». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι ο Νομοθέτης απαγορεύοντας με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τη χρήση τηλεφώνων με τα χέρια κατά τη διάρκεια οδήγησης, καθιέρωσε αδίκημα αυστηρής ευθύνης στη βάση αντικειμενικού κριτηρίου ότι τέτοια πράξη κατά τη διάρκεια της οδήγησης δεν επιτρέπει στον οδηγό να έχει άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του. Η νοητική κατάσταση («mens rea») του οδηγού δεν εξετάζεται, και συνεπακόλουθα δεν εξετάζεται το κατά πόσον, με βάση το υποκειμενικό αισθητήριο του οδηγού, αυτός έχει την πεποίθηση ότι, παρά τη χρήση κινητού τηλεφώνου με τα χέρια, διατηρεί τον άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματός του. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για το αδίκημα ως η Κατηγορία 1 στο Κατηγορητήριο. ........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το κατηγορητήριο, όπως είχε καταχωριστεί την 28.4.2011, αναφερόταν στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής «HMM604». Στις 14.7.2011, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για προγραμματισμό, η Κατηγορούσα Αρχή τροποποίησε τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου αντικαθιστώντας τον πιο πάνω αναφερόμενο αριθμό εγγραφής του μηχανοκίνητου οχήματος με τον αριθμό «HMΝ604», κατόπιν υπόδειξης από πλευράς του Κατηγορουμένου ότι αυτός είναι ο ορθός αριθμός εγγραφής του οχήματός του. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, ως η τροποποιημένη Κατηγορία 1, και δεν παραδέχθηκε. [2] Βλ. την υποσημείωση 1. [3] Βλ. τον Κανονισμό 58
(4)(β)(δ), Κ.Δ.Π. 66⁄ 84 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.