← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Πίττας, Αρ. Υπόθεσης: 25129/2010, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Πίττας, Αρ. Υπόθεσης: 25129/2010, 30 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25129/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Μάριος Πίττας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους, (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ. Θεμιστοκλέους). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1η κατηγορία: οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλυτέρα του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε 2η κατηγορία: παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2 58
(1)(κ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 και 3η κατηγορία: οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς μπροστινά φώτα κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(10)(α)(ι) και 72 των ως άνω αναφερόμενων κανονισμών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος την 25/10/2008 στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KLM 995 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου, δηλαδή με ταχύτητα 163 χ.α.ω. αντί 100 χ.α.ω, χωρίς αναμμένα τα μπροστινά φώτα του οχήματος του και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, για να ακινητοποιήσει το όχημά του. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες, ήτοι ο Αστ. 2922 Κ. Γρηγορίου (Μ.Κ.1), ο Αστ.614 Κ. Κυριάκου (Μ.Κ.2) και ο Αστ. 7412 Ν. Δεληγιάννης (Μ.Κ.3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δηλωση. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η Μαρτυρία Ο Αστ.2922 Κ. Γρηγορίου (Μ.Κ.1), κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεσή του Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι στις 20/11/2008 παρέλαβε ημερολόγιο ενεργείας από τον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς, αναφορικά με αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 25/10/2008 στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους με ενεχόμενο όχημα, το όχημα με αρ. εγγραφής KLM 995 και στις 4/12/2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 2) από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν κάτοχος του πιο πάνω οχήματος, αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Στην συνέχεια πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες που αναφέρονται στο Τεκμηριο 1 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εντάξει» Επίσης κατέθεσε πιστοποιητικό με τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής KLM 995 (Τεκμήριο 3) όπου φαίνεται ως ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος ο κατηγορούμενος και πιστοποιητικό ασφάλισης που αφορά στο επίδικο όχημα με ημερομηνία ισχύος 5/11/2007 - 4/11/2008 (Τεκμήριο 4), από το οποίο προκύπτει ότι το μόνο πρόσωπο που καλύπτετο για να οδηγεί το επίδικο όχημα κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στην βάση των όσων αναφέρονταν στο ημερολόγιο ενεργείας που παρέλαβε και δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, ο ίδιος ανέφερε ότι η όποια καθυστέρηση δεν οφειλόταν στον ίδιο, αφού σε διάστημα 5 ημερών από την ημερομηνία που ολοκλήρωσε τις ενέργειες του, διαβίβασε τον φάκελο της υπόθεσης δια τα περαιτέρω. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.2) κατέθεσε ο Αστ.614 Κ. Κυριάκου, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ημερ. 11/1/2009 (Τεκμήριο 5), στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 25/10/2008 και ώρα 02:55 βρισκόταν καθήκον στον δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους μαζί με τον Μ.Κ.3, όπου κατήγγειλε τον κατηγορούμενο επί τω ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KLM995 με ταχύτητα 163χ.α.ω αντί 65χ.α.ω που είναι το όριο και παρέλειψε να σταματήσει σε οδηγίες αστυνομικού εν στολή. Επίσης κατέθεσε αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου της υπόθεσης τον οποίο ο ίδιος συμπλήρωσε και ο οποίος στο τέλος φέρει την υπογραφή του και ημερομηνία 11/1/2009 και στον οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα πιο πάνω γεγονότα ( βλ. Τεκμήριο 6). Όπως ανέφερε ο μάρτυρας με την προφορική του μαρτυρία, κατά τον χρόνο που αντελήφθη το επίδικο όχημα, δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο όχημα στο δρόμο. Όταν δε αντελήφθη το ως άνω όχημα να κινείται καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, βγήκε αμέσως στο δρόμο και έκανε κανονικό σήμα στον οδηγό του με το κόκκινο φανάρι για να σταματήσει. Ως προς την ενδυμασία του ανέφερε ότι φορούσε φωσφορούχο γιλέκο το οποίο και περιέγραψε στο δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα ενώ βρισκόταν στα 50-60 μέτρα απόσταση και σε απόσταση 10-15 μέτρα από τον ίδιο έσβησε τα φώτα του και συνέχισε την ευθεία πορεία του χωρίς να σταματήσει. Αναφορικά με τον φωτισμό ανέφερε ότι εκεί που διενεργούσαν έλεγχο υπήρχε επαρκής φωτισμός αφού υπήρχε μια υπεραγορά, ένα ιδιωτικό φροντιστήριο και λαμπτήρες υψηλής ισχύος. Όπως εξήγησε περαιτέρω τα πιο πάνω καταγράφονται και στο ημερολόγιο ενεργείας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, με ημερομηνία καταχώρησης 25/10/
  1. Η εν λόγω καταχώρηση έγινε από τον ίδιο τον Μ.Κ.2 για να αποσταλεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου που αστυνομεύει το Αρεδιού, όπου διέμενε ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος, σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε αφότου μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό. Σκοπός της πιο πάνω ενέργειας του ήταν να ανευρεθεί ο ιδιοκτήτης και να κληθεί στο Σταθμό για να πληροφορηθεί για την καταγγελία. Όπως διευκρίνισε η κατάθεση του Τεκμήριο 5 και η συμπλήρωση του ανακριτικού φακέλου Τεκμήριο 6, έγιναν αφού ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις και εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος και πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και γι' αυτό και τα πιο πάνω έχουν ημερομηνία 11/1/
  2. Ανέφερε επίσης ότι αυτός είναι ο λόγος που στα πιο πάνω τεκμήρια γίνεται αναφορά στον κατηγορούμενο ονομαστικά, παρ' όλο που ο ίδιος ο Μ.Κ.2 δεν τον είχε δει να οδηγεί το επίδικο όχημα κατά τον χρόνο της καταγγελίας ούτε τον ανέκοψε για να λάβει στα στοιχεία του. Επεσήμανε ότι το ραντάρ που χρησιμοποιήθηκε ήταν τύπου laser με αρ. UL11308 και χειριστής του ήταν ο ίδιος. Επεξήγησε δε ότι πριν την χρήση του την επίδικη ημερομηνία, όταν βρισκόταν στον Σταθμό προέβη στους τρεις απαιτούμενους ελέγχους του ραντάρ και διαπίστωσε ότι αυτό λειτουργούσε κανονικά. Κατά την αντεξέταση του και ερωτώμενος κατά πόσον προέβη σε έλεγχο του ραντάρ στο χώρο της καταγγελίας ανέφερε ότι δεν προέβη σε έλεγχο του ταχυμέτρου στο χώρο της καταγγελίας, αλλά όπως ανέφερε το ραντάρ μετά τον έλεγχο που διενήργησε στον Σταθμό, το τοποθέτησε στην θήκη του και το μετέφερε στο μέρος όπου διενεργείτο ο έλεγχος. Ερωτώμενος γιατί δεν αναφέρει από πόσα μέτρα στόχευσε το όχημα του κατηγορούμενου στο Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 5 είναι στερεότυπη κατάθεση και δεν υπάρχει πρόνοια για τέτοιο θέμα. Όπως όμως ανέφερε η απόσταση αυτή καταγράφεται στο Τεκμήριο
  3. Σε ερώτηση πως τα θυμόταν όλα αυτά ανέφερε ότι όταν στοχεύσεις ένα όχημα όλες οι σχετικές πληροφορίες παραμένουν αναγραμμένες στο ταχύμετρο μέχρι να διενεργηθεί νέος έλεγχος. Τις πληροφορίες αυτές ο ίδιος τις κατέγραψε σε δικό του χαρτί και στην συνέχεια τις μετέφερε στο Τεκμήριο 7 αυθημερόν. Σε υποβολή ότι δεν ήταν δυνατό να είχε προλάβει να δει τους αριθμούς εγγραφής το χρώμα και την μάρκα του οχήματος υπό τις συνθήκες που ανέφερε ότι το έπραξε, ανέφερε ότι μπόρεσε να το πράξει και πράγματι είδε τις μπροστινές πινακίδες πριν ο κατηγορούμενος σβήσει τα φώτα του οχήματος του. Όπως εξήγησε είναι κατοικημένη περιοχή υπάρχουν λαμπτήρες, φροντιστήριο και υπεραγορά κοντά και ακόμα και με σβηστά τα φώτα του οχήματος μπορούσε να δει τις πινακίδες εγγραφής το χρώμα και την μάρκα του οχήματος. Τόνισε όμως ότι είδε τις πινακίδες εγγραφής, όταν ακόμα τα φώτα του οχήματος ήταν αναμμένα από απόσταση περί τα 10-15μέτρα. Με την μαρτυρία του ο Μ.Κ.3 Αστ. 742, Ν. Δεληγιάννη, καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε την κατάθεσή του Τεκμήριο 8, ημερ. 21/1/2009, με την οποία στην ουσία επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.
  4. Ερωτηθείς πως ετοίμασε την κατάθεση του 3 μήνες μετά ανέφερε ότι το έπραξε στην βάση της καταχώρησης του ημερολογίου ενεργείας, την οποία όμως δεν θυμόταν ποιος ετοίμασε και η οποία όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ετοίμασε ο τελευταίος. Περαιτέρω αναφορά στην μαρτυρία του γίνεται κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι σίγουρα ο ίδιος εκείνη την νύχτα δεν οδηγούσε το εν λόγω όχημα το οποίο, συνήθως δεν οδηγεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Όπως όμως ανέφερε δεν μπορούσε να ξέρει ούτε να θυμάται ποιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα. Ήταν η θέση του ότι όπως φαίνεται και στο πιστοποιητικό ασφάλειας του οχήματος του, το εν λόγω όχημα δικαιούται να το οδηγεί οποιοδήποτε πρόσωπο είναι άνω των 25 ετών. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους. Επίσης κατά την αξιολόγηση είχα υπόψη μου και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο Μ.Κ.1, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και μου έδωσε την εντύπωση ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του ήταν στην ουσία τυπικής φύσεως και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις που να μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Την μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και τον αποδέχομαι ως μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν καθ' όλη την διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο ήρεμος και δεν παρατήρησα να κομπιάζει ή να διστάζει να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Δεν υπέπεσε δε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, οι οποίες να μπορούν να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε. Ως προς την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ήταν αδύνατο να μπορούσε να δει τους αριθμούς εγγραφής του επίδικου οχήματος και να προβεί στις ενέργειες που ανέφερε ότι προέβη, με δεδομένη την ταχύτητα του οχήματος, σημειώνω ότι η θέση του μάρτυρα ήταν ότι το όχημα το στόχευσε από απόσταση 255 μέτρων και το όχημα αυτό ελάττωσε ταχύτητα πλησιάζοντας προς το μέρος του, διάστημα στο οποίο ο ίδιος κατέβηκε και βγαίνοντας στο δρόμο του έκανε σήμα να σταματήσει. Το μέρος φωτιζόταν επαρκώς οπόταν μπόρεσε να δει τους αριθμούς την μάρκα και το χρώμα του οχήματος πριν ο οδηγός του οχήματος σβήσει τα φώτα του οχήματος του. Δικαστική γνώση ότι δεν μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο σημειώνω ότι δεν υπάρχει (βλ. και Κυριάκος Μιχαήλ Βρυώνη v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 46, 50 ) ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς για να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε δεν ήταν εφικτό να γίνουν με δεδομένη την ταχύτητα των 163χαω με την οποία κινείτο το όχημα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Τονίζω όμως εν πάση περιπτώσει ότι η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης εκλαμβάνει, λανθασμένα, ως δεδομένο ότι το όχημα του κατηγορούμενου κινείτο με 163χαω όταν πέρασε μπροστά από τον ΜΚ2 ενώ σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 όταν το όχημα του κατηγορούμενου πλησίαζε προς το μέρος του, τούτο είχε ελαττώσει ταχύτητα. Ως προς το ότι το αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου που κατέθεσε στο Δικαστήριο υιοθετώντας τα όσα εκεί αναφέρονται αναγράφει τον αριθμό δικαστηρίου της υπόθεσης, δεν σημαίνει ότι τα όσα εκεί καταγράφονται καταγράφηκαν μετά την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, αφού όπως επεξηγήθηκε ο αριθμός εκείνος τοποθετείται μετά την καταχώρηση για σκοπούς ορθής ταξινόμησης. Ούτε θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας παρέλειψε εκ λάθους να τοποθετήσει την απόσταση στο Τεκμήριο 7, μπορεί να κλονίσει όλη την μαρτυρία του, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης ειδικά με δεδομένη την θέση του μάρτυρα ότι επρόκειτο περί καλόπιστου λάθους, το οποίο μόλις το αντελήφθη, προέβη στην διόρθωσή του. Ερχόμενη τώρα στον Μ.Κ.3 πρέπει να πω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του, δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Και εξηγώ. Όπως ανέφερε ετοίμασε την κατάθεση του 21/1/2009 δηλαδή 3 σχεδόν μήνες μετά το συμβάν και αφού συμβουλεύθηκε την καταχώρηση που έγινε από άλλο πρόσωπο και την οποία δεν φαίνεται να είχε διαβάσει κατά τον χρόνο που επεσυνέβησαν τα γεγονότα και χωρίς ο ίδιος να τήρησε οποιαδήποτε άλλη σχετική σημείωση. Περαιτέρω στην εν λόγω καταχώρηση καμία αναφορά γίνεται εν πάση περιπτώσει στις δικές του ενέργειες πέραν του ότι ήταν παρών κατά τον εν λόγω χρόνο. Αντίθετα προκύπτει από το Τεκμήριο 7 (ημερολόγιο ενεργείας) ότι τους αριθμούς εγγραφής είδε μόνο ο Αστ. 614. Ούτε όμως και ο Μ.Κ.2 ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το εάν είδε τους αριθμούς εγγραφής ο συνάδελφος του κατά τον εν λόγω χρόνο. Υπό το φως των πιο πάνω και παρ' όλο ότι δέχομαι ότι ο Μ.Κ.3 ήταν παρών κατά την εν λόγω ημερομηνία και διενεργούσε τροχονομικό έλεγχο με τον Μ.Κ.2, δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν, και σημειώνω ότι δεν εξάγω, οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Εξετάζοντας κατά πόσο η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου μπορεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα παρατηρώ τα εξής. Τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε με την ανώμοτη δήλωση του αντίκεινται πλήρως στα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του Τεκμήριο 2, όπου αναφέρει ότι μόνο ο ίδιος οδηγεί το εν λόγω όχημα και κανένα άλλο πρόσωπο, αλλά και στο Τεκμήριο 4 (ασφαλιστήριο έγγραφο από το οποίο δεν προκύπτει ότι δικαιούται να οδηγεί το εν λόγω όχημα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από τον ιδιο, κατ' αντίθεση προς τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη δήλωσή του). Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για την πιο πάνω διαφοροποίηση των θέσεων του κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, ούτε θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε μπορούν δώσουν οποιαδήποτε άλλη υφή στα γεγονότα υπό τις περιστάσεις. Αντίθετα όμως θεωρώ ότι μπορώ να δώσω βαρύτητα και να αποδεχθώ εκείνο το μέρος της ανακριτικής του κατάθεσης στο οποίο αναφέρει ότι μόνο ο ίδιος οδηγεί το επίδικο όχημα και κανένα άλλο πρόσωπο, αφού η ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1 ως Τεκμήριο 2 χωρίς ένσταση και η πιο πάνω αναφορά περιέχει δηλώσεις αντίθετες προς τα συμφέροντα του κατηγορούμενου οι οποίες τείνουν να καταδείξουν την ενοχή του. Αναφορικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση του κατηγορούμενου όπου αυτός επιλέγει να μην δώσει μαρτυρία σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109, 112 η οποία υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην Χριστάκη Κύπρου Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ
  1. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R. 359 όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα : Στις 25/10/2008 και ώρα 02:55 οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 διενεργούσαν τροχονομικό έλεγχο στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους, και αντελήφθησαν όχημα να κινείται με κατεύθυνση από Αστρομερίτη προς Τρόοδος. Από έλεγχο στον οποίο προέβη ο Μ.Κ.2 με το ταχύμετρο τύπου lazer με αρ. UL11308, το οποίο είχε ελέγξει ενωρίτερα όταν βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό και λειτουργούσε ορθά, το εν λόγω όχημα κινείτο με ταχύτητα 163χαω αντί 65χαω. Ο Μ.Κ.2 ο οποίος φορούσε φωσφορούχο γιλέκο και κρατούσε κόκκινο φανό βγήκε αμέσως στο δρόμο και έκανε κανονικό σήμα στον οδηγό του για να σταματήσει αλλά αυτός ενώ αρχικά ελάττωσε ταχύτητα, εν τέλει δεν σταμάτησε αλλά ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε από το μέρος, συνεχίζοντας την ευθεία πορεία του και σβήνοντας τα φώτα του οχήματος του ενώ βρισκόταν σε απόσταση 10-15μέτρα από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  2. Κατά την ώρα που ελάττωσε ταχύτητα και πριν σβήσει τα φώτα πορείας ο οδηγός, ο Μ.Κ.2 είδε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος οι οποίοι ήταν KLM
  3. Το μέρος όπου διενεργούσαν έλεγχο οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 φωτιζόταν επαρκώς από λαμπτήρες υψηλής ισχύος. Η κίνηση ήταν αραιή. Την ίδια μέρα ο ΜΚ2 αφού διενήργησε εξετάσεις και εντόπισε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος, ετοίμασε καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας Τεκμήριο 7, στην οποία ανέφερε τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην συνέχεια διαβίβασε την υπόθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου, ο οποίος αστυνομεύει το Αρεδιού όπου διέμενε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την διεύθυνσή του, με σκοπό να κληθεί στο Σταθμό και να πληροφορηθεί ότι θα καταγγελθεί. Ο Μ.Κ.1 έχοντας λάβει τις οδηγίες από το ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε ο Μ.Κ.2 στις 20/11/2008, εντόπισε τον κατηγορούμενο και στις 4/12/2008 έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση ως το Τεκμήριο 2 και τον πληροφόρησε για τις κατηγορίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εντάξει». Στην συνέχεια ο φάκελος απεστάλη πίσω στον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς όπου ο Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 προέβησαν στις γραπτές τους καταθέσεις Τεκμήρια 5 και
  4. Ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής KLM995, ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγούσε. Το ανώτατο όριο έχει καθοριστεί από την αρμόδια αρχή σε 65 χ.α.ω και υπήρχε πινακίδα με το όριο ταχύτητας, ως η πορεία του κατηγορούμενου πριν το σημείο όπου διενεργούσαν έλεγχο οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατηγορία 1 Αναφορικά με την 1η κατηγορία το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 προνοεί πως όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή είναι ένοχος αδικήματος. Όπως επισημάνθηκε στην Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου 'πραγματική μαρτυρία' (real evidence) με αναφορά μεταξύ άλλων στη The Statue of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Στην υπόθεση Πέτρος Μ. Πετράκη (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με το δεύτερο λόγο έφεσης υποστηρίζει ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με τη λειτουργία του ταχύμετρου που κατέγραψε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του εφεσείοντα, δεν ήταν ικανή να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το ταχύμετρο λειτουργούσε σωστά. Βρίσκουμε ότι οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα δεν ευσταθούν. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έκαμε τρεις ελέγχους, που είναι απαραίτητοι για να διαπιστωθεί η ορθή λειτουργία του ταχύμετρου, για να προχωρήσει στη συνέχεια να εξηγήσει με κάποια λεπτομέρεια τους δύο από αυτούς. Το συμπέρασμα του εφεσείοντα ότι αφού δεν ανέφερε τίποτε για τον τρίτο έλεγχο σημαίνει ότι δεν προέβη σ΄ αυτόν, είναι αυθαίρετο». Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Μ.Κ.1 ανέφερε ρητά ότι προέβη σε έλεγχο στα τρία στάδια που ενδείκνυται και διαπίστωσε ότι η μηχανή λειτουργούσε σωστά, ενώ όταν σημάδεψε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου εμφανίστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου η ένδειξη που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο. Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε αναφορικά με την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου δεν ήταν ικανή να αποδείξει ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά, επειδή το ταχύμετρο δεν ελέγχθηκε στο χώρο της καταγγελίας αλλά στον σταθμό ή και διότι δεν αναφέρθηκε πόση εμβέλεια έχει τούτο, για να διαφανεί κατά πόσον μπορεί να λάβει ταχύτητα από απόσταση 255μ όπως ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν ευσταθούν. Αρκεί να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.2 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα θέματα αυτά ούτε και έγινε οποιαδήποτε υποβολή προς τον ίδιο ενόσω κατέθετε ότι το ταχύμετρο δεν λειτουργούσε σωστά ή ότι δεν μπορούσε να καταγράψει ταχύτητα από τέτοια απόσταση. Σε σχέση με τα θέματα αυτά ο μάρτυρας ερωτήθηκε μόνο γιατί δεν κατέγραψε την απόσταση των 255μ στο Τεκμήριο 5 και αν έλεγξε το ταχύμετρο στο χώρο της καταγγελίας. Εάν η υπεράσπιση αμφισβητούσε ότι το ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά ή ότι μπορούσε να καταγράψει ταχύτητα από απόσταση 255 μέτρων, όφειλε να προβεί στην ανάλογη αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αναφορικά με τα θέματα αυτά. Στην απουσία τέτοιας αντεξέτασης και με δεδομένη την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι προέβη στους ενδεδειγμένους ελέγχους του ταχυμέτρου πριν την χρήση του και μετέφερε το ταχύμετρο από τον σταθμό στο χώρο καταγγελίας ασφαλισμένο στη θήκη του, θεωρώ ότι όλοι οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης περί μη καλής λειτουργίας του ταχυμέτρου και μη απόδειξης της ταχύτητας ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Συναφώς αποτελεί κατάληξη μου πως όταν ο Μ.Κ.2 σημάδεψε το όχημα του κατηγορούμενου εμφανίστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου, η ένδειξη που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο. Ως προς το ποιος ήταν ο οδηγός, αποτελεί κατάληξη μου ότι οδηγός ήταν αναμφίβολα ο κατηγορούμενος. Και τούτο διότι με δεδομένο το εύρημα ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΚLM995 πράγματι ήταν το όχημα που οδηγείτο στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία και το εύρημα που προκύπτει από την ίδια την κατάθεση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος και το μοναδικό πρόσωπο που το οδηγούσε, το μοναδικό λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω και με το οποίο συμβιβάζονται τα πιο πάνω γεγονότα, είναι ότι οδηγός του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο τόπο ήταν ο κατηγορούμενος. (βλ. Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104, 110-111). Ως εκ τούτου η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν απεδείχθη ότι οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος επίσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά στο όριο ταχύτητας και την σήμανση στον εν λόγω δρόμο σε σχέση με αυτό, σημειώνω ότι αυτό δεν αμφισβητήθηκε και συνακόλουθα κρίνω ότι επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta) όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Φλωρίδη
(1999)2 ΑΑΔ 95 και Φοίβος Γιωργαλίδης ν. Δήμου Λάρνακος
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Κατηγορία 2 Ο Κανονισμός 58 1 (κ) προνοεί ότι «πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου εφ΄ οιασδήποτε οδού υπέχει υποχρέωση όπως: εφ΄ όσον ήθελε κληθή προς τούτο υπό αστυνομικού εν στολή, ακινητοποιή το όχημα μέχρις ότου ο αστυνομικός επιτρέψη εις αυτόν να εξακολουθήση την πορεία του, ανακόπτη δε την ταχύτητα του οχήματος, εφ΄ όσον ήθελε κληθή προς τούτο δι΄ επί τούτω σήματος προσώπου έχοντος την ευθύνη ζώου η οχήματος». Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είμαι ικανοποιημένη πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάση λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία αρ. 2 εναντίον του Κατηγορουμένου ο οποίος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία 3 Αναφορικά με την 3η κατηγορία σημειώνω ότι οι μάρτυρες κατηγορίας δεν αμφισβητήθηκαν ως προς το ότι το όχημα που είδαν κατά την επίδικη ημερομηνία οδήγησε περνώντας από μπροστά τους χωρίς αναμμένα τα μπροστινά φώτα, αλλά η αμφισβήτηση της κατηγορίας περιορίστηκε στο ότι δεν ήταν το όχημα του κατηγορούμενου που είχαν δει οι μάρτυρες κατηγορίας, ούτε ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου ότι το όχημα ήταν πράγματι αυτό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και οδηγός του ο κατηγορούμενος, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί και αυτή η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως προς το ότι δεν προσκομίστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία για να καταδείξει ότι ο επίδικος χρόνος (02.55), ήταν μισή ώρα μετά τη δύση του ήλιου ή μισή ώρα πριν την ανατολή, όπως προνοεί ο σχετικός Κανονισμός και παρ' όλο που τούτο δεν ηγέρθη από καμία πλευρά, σημειώνω ότι προφανής σκοπός των σχετικών προνοιών του Κανονισμού 50, είναι η απαγόρευση οδήγησης μηχανοκίνητων οχημάτων κατά τη διάρκεια της νύχτας χωρίς αναμμένα φώτα πορείας. Κατά συνέπεια και δεδομένης της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου και η οποία ουσιαστικά περιστράφηκε γύρω από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα και ο επίδικος δρόμος φωτίζετο από οδικό φωτισμό, τα φώτα πορείας του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν αναμμένα και έσβησαν όταν πλησίασε προς το αστυνομικό όχημα, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ώρα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν 02:55, δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στο λογικό συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας ο κατηγορούμενος οδήγησε χωρίς αναμμένα φώτα πορείας και συνεπώς μισή ώρα ή και περισσότερο μετά την δύση του ήλιου. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να δοθεί άλλη λογική εξήγηση, γιατί κατά τον επίδικο χρόνο ο δρόμος να φωτίζεται από οδικό φωτισμό και το όχημα του να είχε αναμμένα τα φώτα πορείας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 3η κατηγορία. Εύλογος Χρόνος Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η διαδικασία πρέπει να διακοπεί και κατηγορούμενος να απαλλαγεί λόγω της υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση, ορισμό και περάτωση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 365, 370, η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου. Όπως δε τονίζεται στην Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330,348, η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό ήτοι προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους (βλ. Χαραλαμπίδης ανωτέρω). Το πότε όμως υπάρχει καθυστέρηση η οποία να ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων κάποιου κατηγορούμενου και το τι συνιστά εύλογο χρόνο στα πλαίσια αυτά, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει, όπως σημειώνεται στην Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) με αναφορά στο σύγγραμμα D.J.Harris, M.O΄ Boyle, C.Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, δογματικά καθορισμένο διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή, η σημασία της καθυστέρησης για τον ίδιο τον αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223) Στην πιο πάνω απόφαση (Μενελάου) παρ' όλο ότι αναγνωρίζεται, με αναφορά στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003 και στην απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, ότι ποινική διαδικασία είναι δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τονίζεται ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Υπενθυμίζεται δε, ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία όπως π.χ. στη μείωση της ποινής κατά την επιμέτρησή της σε ποινική δίκη. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ 376 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει το ερώτημα κατά πόσον από μόνη της η καθυστέρηση, χωρίς τη συνύπαρξη άλλων παραμέτρων, που να καθιστούν τη δίκη που θα διεξαχθεί μη δίκαιη, μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου. Η απάντηση που έδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν αρνητική επισημαίνοντας πως η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, δεν εξετάζεται in abstracto αλλά τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) και στην Αβραάμ (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελούσε ελαφρυντικό παράγοντα. Στα ίδια πλαίσια στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πεγειώτης κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 αναφέρθηκε ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η χρονική διάρκεια της καθυστέρησης από μόνη της δεν οδηγεί αυτόματα στην κατάργηση της δίκης και περαιτέρω συνάγεται ότι και αν ακόμη γινόταν δεκτή η θέση του κατηγορούμενου ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων του για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου, τέτοια διαπίστωση δεν θα οδηγούσε αυτόματα και δίχως άλλο σε αθώωση του Κατηγορουμένου. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης σημειώνω ότι όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 147), είναι εύλογος ο διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της. Και τα δύο αυτά στάδια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την συνεκτίμηση του κατά πόσον ο χρόνος που παρήλθε ξεπερνά τον εύλογο χρόνο. Υπό το φως των πιο πάνω θα εξετάσω τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Εξετάζοντας πρώτα κατά πόσον υπήρξε καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης παρατηρώ τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 25/10/2008, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 24/9/2010 και ορίστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στις 11/11/
  1. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η διερεύνηση της υπόθεσης καθυστέρησε λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σταματήσει στο σήμα του αστυνομικού, γεγονός το οποίο επιμήκυνε την διάρκεια του ανακριτικού έργου. Σύμφωνα με την μαρτυρία, ο Μ.Κ.2 στις 25/10/08 αφού εντόπισε τα στοιχεία του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του οχήματος που είχε δει να διαπράττει παραβάσεις τροχαίας, ετοίμασε κατάθεση στο ημερολόγιο ενεργείας για να αποσταλεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου που αστυνόμευε το Αρεδιού, όπου διέμενε ο κατηγορούμενος με σκοπό να κληθεί εκεί και να του ληφθεί κατάθεση και να πληροφορηθεί για την καταγγελία. Από τον Αστ. Σταθμό Κακοπετριάς που υπηρετούσε ο Μ.Κ.2 ο φάκελος έφυγε στις 31/10/08 αφού τον υπέγραψε ο Σταθμάρχης. Στην συνέχεια ο φάκελος απεστάλη στην οικεία αστυνομική διεύθυνση στο Αρχηγείο Αστυνομίας μετά στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και μετά στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου. Ο φάκελος παραλήφθηκε στις 20/11/2008 από τον Μ.Κ.1 στον Αστ. Σταθμό Κλήρου και ο κατηγορούμενος κλήθηκε για να του ληφθεί κατάθεση στις 4/12/
  2. Οι ενέργειες του Μ.Κ.1 ολοκληρώθηκαν σε 5 περίπου ημέρες και ο φάκελος διαβιβάστηκε για τα περαιτέρω. Η όλη διαδικασία μέχρις ώτου ο φάκελος επιστρέψει στον Αστ. Σταθμό Κακοπετριάς και στον Μ.Κ.2, διήρκεσε περί τους 2 μήνες εξ ου και η κατάθεση του Μ.Κ.2 έχει ημερ. 11/1/
  3. Όπως φαίνεται όλη η διερεύνηση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση του Μ.Κ.3 η οποία δόθηκε στις 21/1/
  4. Από τις 21/1/2009 μέχρι τις 24/9/2010 που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο, δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση που σημειώθηκε πέραν του φόρτου εργασίας και του όγκου των υποθέσεων που καταχωρούνται στο δικαστήριο. Σίγουρα ο χρόνος αυτός δεν είναι ο αναμενόμενος ούτε ο επιθυμητός για την καταχώρηση μιας σχετικά απλής υπόθεσης και σίγουρα ευθύνη για αυτήν δεν φέρει ο κατηγορούμενος. Όμως δεν θεωρώ λαμβανομένης υπόψη και της συνέχειας που είχε η υπόθεση και του σύντομου χρόνου εντός του οποίου τελικώς εκδικάστηκε αλλά και της συμπεριφοράς του ίδιου του κατηγορούμενου, όπως αυτή πιο κάτω περιγράφεται ότι ο χρόνος αυτός είναι τέτοιος που θα πρέπει να οδηγήσει σε διακοπή της διαδικασίας, λαμβανομένης υπόψη και της ως άνω νομολογίας. Ούτε και τέθηκε οποιοδήποτε θέμα κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του από την καθυστέρηση αυτή. Ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε κληθεί και ενημερώθηκε για το συμβάν στις 4/12/
  5. Προχωρώντας στην εξέταση του χρόνου που διέρρευσε από την καταχώρηση μέχρι την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας παρατηρώ τα εξής. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά στις 11/11/
  6. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν υπήρχε επίδοση και η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 27/1/
  7. Ούτε και τότε επιδόθηκε η υπόθεση και η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τις 6/4/2011 με σκοπό να επιδοθεί η υπόθεση στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν ανευρίσκετο. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο δικαστήριο στις 6/4/2010 και ζήτησε χρόνο για να διορίσει δικηγόρο. Η υπόθεση ορίστηκε για τον σκοπό αυτό στις 20/4/2011 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε ο κ. Κυριακίδης εκ μέρους του κατηγορούμενου και ζήτησε χρόνο για να λάβει το μαρτυρικό υλικό και η υπόθεση ορίστηκε στις 23/5/
  8. Στις 23/5/2011 ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση νομικής αρωγής και η υπόθεση ορίστηκε στις 23/6/2011 με σκοπό να εξεταστεί η εν λόγω αίτηση αφού στο μεταξύ θα ετοιμαζόταν και έκθεση από το γραφείο ευημερίας. Στις 23/6/2011 η αίτηση νομικής αρωγής εξετάστηκε και εγκρίθηκε και διορίστηκε δικηγόρος του κατηγορούμενου ο κος Κυριακίδης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 30/8/2011 και 31/8/
  9. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε τελικά στις 31/8/2011 αφού στις 30/8/2011 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου το οποίο ήταν απασχολημένο με την συνεχιζόμενη ακρόαση στην υπόθεση 14287Α/2011 (θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα) και την συνεχιζόμενη ακρόαση στην υπόθεση 32276/
  10. Η ακροαματική διαδικασία περατώθηκε στις 19/9/2011 οπόταν επιφυλάχθηκε η απόφαση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρήθηκε από την καταχώρηση της υπόθεσης οφείλεται στον κατηγορούμενο πλην της ημερομηνίας 30/8/2011 που η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Yπό το φως των πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που έχουν προαναφερθεί, θεωρώ πως το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την καταγγελία μέχρι την εκδίκαση δεν εκφεύγει της έννοιας του εύλογου χρόνου όπως αυτός πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομολογία μας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λέχθηκε και στη Γενικός Εισαγγελέας ν Γαβριήλ
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, στη σελίδα 15, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως δεν δημιουργήθηκε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση και δεν παραβιάστηκαν τα Συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορουμένου. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από την ολοκλήρωση της διερεύνησης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης για την οποία σίγουρα δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος, είναι παράγοντας ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη στο κατάλληλο στάδιο. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............ Ν. Μαθηκολώνη Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.