Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 29614/11, 4.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29614/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ανδρέας Χαραλάμπους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4.10.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Παπανδρέου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή, στις ακόλουθες δύο κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Απείθεια κατά Νόμιμων Διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την Κ.Δ.Π.312/
- 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/
- Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Κατά την 7/11/2010, o Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ENE525 στην οδό Σταδίου στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 7066/10, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο ενός μηνός από 25/10/2010 μέχρι τις 25/11/
- Περαιτέρω, κατά την 7/11/2010, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, το οποίο να καλύπτει την ευθύνη οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 7066/10 και έχει συσσωρευμένους 5 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τα οποία παραδέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε στις 24/10/2011 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.10.
- Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι 25 ετών, άγαμος, νοσηλευτής. Έχει ακόμη πέντε, μικρότερα, αδέρφια. Ο πατέρας του καταγόταν από την Πάνω Ζώδια και ήταν εργολάβος οικοδομών. Στις 13/7/2002, ο πατέρας και ο παππούς του δολοφονήθηκαν από γείτονά τους στο Μούτταλο, αφού είχε προηγηθεί καβγάς για χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου στη γειτονιά. Η μητέρα του είναι από τη Λακατάμεια και είναι υπάλληλος σε αρτοποιείο στην Πάφο. Η μητέρα του και τα υπόλοιπα αδέρφια του διαμένουν σε Τουρκοκυπριακή συνοικία στο Μούτταλο Πάφου.Ο Κατηγορούμενος αποφοίτησε από Λύκειο Εθνάρχη Μακαρίου ΙΙΙ στην Πάφο και ακολούθως κατατάγηκε στο στρατό όπου υπηρέτησε για εννέα μήνες, λόγω του ότι ήταν ο προστάτης της οικογένειας. Ακολούθως, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νοσηλευτική Σχολή Λευκωσίας και τώρα εργάζεται ως έκτακτος στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας του Νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του υπέστη σοβαρή κατάθλιψη. Την οικογένεια άρχισε να παρακολουθεί το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας, το οποίο και στηρίζει την οικογένεια μέχρι σήμερα με βοήθημα. Ο Κατηγορούμενος έχει αναλάβει τα έξοδα του αδερφού του Στέφανου, 21 ετών, ο οποίος σπουδάζει νοσηλευτική σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στη Λευκωσία. Διαμένουν μαζί σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου. Το μηνιαίο ενοίκιο είναι €
- Ο Κατηγορούμενος έχει καθαρό μηνιαίο μισθό €1,100 και λαμβάνει βοήθημα ύψους €113 για το ενοίκιο από το Τμήμα Επιδότησης Ενοικίου. Έχει μηνιαία δόση €430 για το δάνειο που σύναψε για την απόκτηση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου η αξία του οποίου ανέρχεται στις €15,000, περίπου. Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισής του, ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβε αντίγραφο της πιο πάνω έκθεσης, ημερομηνίας 24/10/2011, και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, πέραν των διαλαμβανομένων στην εν λόγω έκθεση, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κατέθεσε γραπτό περίγραμμα αγόρευσης, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Μεταμελείται ειλικρινά. Ήταν άμεση η παραδοχή του τόσο ενώπιον των αστυνομικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο χρονικό διάστημα που ίσχυε το διάταγμα στέρησης, ο Κατηγορούμενος οδήγησε μόνο μία φορά, την ημέρα που η αστυνομία τον ανέκοψε στο δρόμο Λατσιών - Τσερίου. Την ημέρα εκείνη, ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλους φίλους του είχε πάει για κυνήγι. Ο αδερφός του που βρισκόταν στο χωριό Τσέρι, τον πήρε τηλέφωνο και του ανέφερε ότι είχε κτυπήσει στο κεφάλι και ότι ζαλιζόταν. Ως νοσηλευτής που είναι ο Κατηγορούμενος του συνέστησε τί έπρεπε να κάμει και του ανέφερε ότι δεν ήταν κάτι το ανησυχητικό. Όταν πέρασε αρκετή ώρα τον πήραν και του είπαν ότι ο αδερφός του έκαμε εμετό και δεν ένιωθε καλά. Τότε, χωρίς δεύτερη σκέψη ο Κατηγορούμενος πήρε το αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το Τσέρι για να μεταφέρει τον αδερφό του στο νοσοκομείο. Στο δρόμο ανεκόπη και καταγγέλθηκε για τα υπό εκδίκαση αδικήματα. [...] Το δεύτερο αδίκημα αποτελεί απόρροια του πρώτου.». Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, με αναφορά - (α) στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ιδίως το γεγονός ότι είναι προστάτης όλης της οικογένειας και τις καταστρεπτικές επιπτώσεις που θα έχει στον ίδιο και στην οικογένειά του, σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του (Ποινική Έφεση 7667, ημερ. 31/3/22005), (β) στην αρχή ότι η ποινή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο αδίκημα, αλλά και στον παραβάτη, (γ) στην αρχή ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις όπου καμία άλλη ποινή δεν μπορεί να είναι αποτρεπτική (Ποινική έφεση 5169, David Riley v Αστυνομίας), και (δ) στο ότι το Δικαστήριο έχει και/ή διατηρεί την εξουσία βάσει του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα να επιβάλει σε ένα κατηγορούμενο (εκτός από την περίπτωση του φόνου εκ προμελέτης) μόνο ποινή προστίμου, κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει στον Κατηγορούμενο μια τελευταία ευκαιρία να επιδείξει έμπρακτα τη μεταμέλειά του. Ποινή για το πρώτο αδίκημα Και οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρές. Η σοβαρότητά τους αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Βεβαίως, η επιβολή ποινής, υπό το φως των καθιερωμένων από τη νομολογία αρχών, καθώς και στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται από τη μια εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και από την άλλη εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Με γνώμονα την ανάγκη διατήρησης του υπό αναφορά ισοζυγίου, επεξηγώ ακολούθως την αιτιολογία βάσει της οποίας καταλήγω στην επιβολή της συγκεκριμένης ποινής για έκαστο αδίκημα. Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό ότι ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να οδηγήσει ενόσω ήταν σε ισχύ το εκδοθέν στην υπόθεση 7066/10 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για στέρηση της άδειας οδήγησης για ένα μόνο μήνα, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Την πρώτη φορά, το διάταγμα στέρησης της άδειας επιβλήθηκε λόγω του ότι κρίθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ. Ο Κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει στην προηγούμενη υπόθεση μια ύστατη ευκαιρία για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς, την οποία απώλεσε με τη στάση του, παρακούοντας το Δικαστικό διάταγμα στέρησης της άδειας. Λαμβάνω, ωστόσο, υπόψη τις περιστάσεις και το κίνητρο τέλεσης των υπό κρίση αδκημάτων, όπως έχουν επεξηγηθεί από το συνήγορο του Κατηγορουμένου στο περίγραμμα αγόρευσης που υπέβαλε προς το Δικαστήριο. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κάποιο στοιχείο που να δηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο διάστημα που διέρρευσε από τις 7/11/2010 (ημερομηνία τέλεσης των υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων) μέχρι την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του (26.7.2011) ή και μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει μόνο πέντε βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Λαμβάνω, κυρίως, υπόψη τις οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, δίνω σημασία στο ότι, μετά το χαμό του πατέρα του και του παππού του, ο Κατηγορούμενος - όντας το μεγαλύτερο παιδί στην οικογένεια - κατέστη ο μοναδικός προστάτης της με καθοριστική συμβολή στην οικονομική συντήρηση των υπολοίπων τεσσάρων αδερφών του. Γι' αυτό αναγνωρίζω την ανάγκη να έχει την ευκαιρία αναμόρφωσης της οδικής του συμπεριφοράς κατά τρόπο που να μην καταστεί επιζήμιος ή καταστρεπτικός για τον ίδιο ή την οικογένειά του. Υπό το φως αυτών των συνθηκών, θεωρώ ότι είναι κατάλληλο όπως, αντί ποινή φυλάκισης, επιβάλω δυνάμει του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, χρηματική ποινή ύψους €400. Ποινή για το δεύτερο αδίκημα Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, (β) [...]». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής και λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα και, αφετέρου, το γεγονός ότι η τέλεση του αδικήματος αυτήν τη φορά αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι, ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιβάλω χρηματική ποινή. Ωστόσο, η στέρηση της άδειας οδήγησης είναι αναπόφευκτη ποινή. Έχοντας υπόψη την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου για να μπορεί να μεταβαίνει από και προς το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εργάζεται με βάρδιες σε μεταβαλλόμενες ώρες, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδείξω τη μεγαλύτερη δυνατή επικείκια σε ό,τι αφορά το εύρος της περιόδου στέρησης. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιβάλω στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 45 ημερών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή 5.11.2011 μέχρι 20.12.2011). Α. Πανταζή - Λάμπρου προσ. Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο